Γιῶργος Παναγιωτίδης: Μία γάτα πῆγε καὶ κάθισε


Γι­ώρ­γος Πα­να­γι­ω­τί­δης


Μί­α γά­τα πῆ­γε καὶ κά­θι­σε


ΥΝΗΘΩΣ ΕΙΧΕ συν­τα­ξι­δι­ῶ­τες, ὅ­μως, στὸ τα­ξί­δι ἐ­κεῖ­νο ὁ­δή­γη­σε ἐ­φτα­κό­σια χι­λι­ό­με­τρα, ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να ἕ­ως τὴ Φλώ­ρι­να, συν­τρο­φιὰ μό­νο μὲ τὴ μου­σι­κή. Δί­δα­σκε ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κὲς σὲ ἕ­να με­τα­πτυ­χια­κὸ δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὸ μά­θη­μά του, σὲ κά­θε νέ­ο τμῆ­μα, τὸ ξε­κι­νοῦ­σε μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο. Ἄς ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ πρώ­τη πρό­τα­ση μιᾶς ἱ­στο­ρί­ας: Μί­α γά­τα πῆ­γε καὶ κά­θι­σε σὲ ἕ­να χα­λά­κι. Ἔ­χει κά­ποι­ο ἐν­δι­α­φέ­ρον; Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸς κρα­δα­σμὸς σὲ αὐ­τό; Ἂν ὅ­μως ἡ ἱ­στο­ρί­α ἄρ­χι­ζε κά­πως ἔ­τσι: Μί­α γά­τα πῆ­γε καὶ κά­θι­σε στὸ χα­λά­κι μί­ας ἄλ­λης γά­τας. Ἐ­δῶ ὑ­πάρ­χει μί­α ὑ­πό­σχε­ση ὅ­τι κά­τι θὰ γί­νει. Γεν­νι­έ­ται ἡ προσ­δο­κί­α μί­ας ἐ­πι­κεί­με­νης σύγ­κρου­σης. Μὲ μί­α στρα­βο­τι­μο­νιά, ἀ­πέ­φυ­γε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο δευ­τε­ρό­λε­πτο νὰ πα­τή­σει ἕ­να γα­τά­κι ὀ­λί­γων μη­νῶν ποὺ βρέ­θη­κε στὴ μέ­ση της ἐ­θνι­κῆς ὁ­δοῦ, λί­γο πρὶν ἀ­πὸ τὸν Ἅ­γιο Στέ­φα­νο. Τὸ κεν­τρά­ρι­σε ἀ­νά­με­σα στὶς ρό­δες καὶ πέ­ρα­σε ἀ­πὸ πά­νω του. Ἴ­σως κά­ποι­α ἄλ­λα αὐ­το­κί­νη­τα νὰ τὸ εἶ­χαν ἤ­δη χτυ­πή­σει καὶ κει­τό­ταν ἐ­κεῖ σκο­τω­μέ­νο, κου­φά­ρι ἀ­δεια­νὸ στὸ ὁ­δό­στρω­μα. Κοί­τα­ξε στὸν κα­θρέ­φτη. Αὐ­ξη­μέ­νη κί­νη­ση, ὑ­ψη­λὲς τα­χύ­τη­τες, ἂν στα­μα­τοῦ­σε θὰ γι­νό­ταν ἀ­φορ­μὴ πολ­λα­πλῶν συγ­κρού­σε­ων. Τὸ γα­τά­κι ἦ­ταν ἀ­κό­μη ζων­τα­νό. Στρο­βι­λί­στη­κε ἀ­πὸ τὸ ρεῦ­μα τοῦ αὐ­το­κι­νή­του, γυ­ρι­σμέ­νο ἀ­νά­σκε­λα καὶ κου­νοῦ­σε σπα­σμω­δι­κά τὰ πό­δια του. Δι­α­κό­σια μέ­τρα πί­σω του ἐρ­χό­ταν ἕ­να φορ­τη­γὸ κα­τευ­θεί­αν ἐ­πά­νω του.

        Τὸ τα­ξί­δι ἐ­κεῖ­νο τὸ ἔ­κα­νε μό­νος του. Φώ­να­ξε, ἔ­βρι­σε καὶ βούρ­κω­σε. Σο­βά­ρε­ψε στὰ πρῶ­τα δι­ό­δια, ὁ ὑ­πάλ­λη­λος δὲν κα­τά­λα­βε τί­πο­τα. Κα­λὸ τα­ξί­δι. Εὐ­χα­ρι­στῶ. Ὕ­στε­ρα πά­λι φώ­να­ξε, ἔ­βρι­σε καὶ βούρ­κω­σε. Στὰ δεύ­τε­ρα δι­ό­δια εἶ­χε πιὰ ἠ­ρε­μή­σει. Ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι σκλη­ρή. Συμ­βαί­νουν αὐ­τά, συμ­βαί­νουν καὶ χει­ρό­τε­ρα. Ἄ­ρα­γε οἱ συ­νή­θεις συν­τα­ξι­δι­ῶ­τες του θὰ φώ­να­ζαν, θὰ ἔ­βρι­ζαν καὶ θὰ βούρ­κω­ναν κι ἐ­κεῖ­νοι; Ἄ­ρα­γε θὰ κα­τα­λά­βαι­ναν αὐ­τὸ τὸ ἀ­κα­τά­παυ­στο συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸ ξέ­σπα­σμα ἢ θὰ πα­ρα­τη­ροῦ­σαν ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νοι τὴν ἀν­τί­δρα­ση τοῦ οἰ­κτίρ­μο­να, φι­λό­ζω­ου ὁ­δη­γοῦ τους; Καὶ ποῦ θὰ τοὺς ὁ­δη­γοῦ­σε αὐ­τό; Ὁ ρυθ­μὸς τῆς μου­σι­κῆς καὶ ἡ τα­χύ­τη­τα τοῦ αὐ­το­κι­νή­του τὸν συ­νε­πῆ­ραν καὶ ξε­χά­στη­κε. Ἦ­ταν ἐ­πι­τα­κτι­κὴ ἡ ἀ­νάγ­κη του νὰ ξε­χά­σει τὸ γε­γο­νός. Ἡ μου­σι­κή, ἰ­δί­ως ἡ μου­σι­κή, βο­η­θοῦ­σε σὲ αὐ­τό.

       Τὸ ἀ­μέ­σως ἑ­πό­με­νο ποὺ ἔ­λε­γε στοὺς φοι­τη­τὲς ἦ­ταν ὅ­τι μί­α μι­κρὴ πα­ραλ­λα­γὴ τῆς ἴ­διας πρό­τα­σης, μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πο­σχε­θεῖ μί­α ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Μί­α γά­τα πῆ­γε καὶ κά­θι­σε στὸ χα­λά­κι ἑ­νὸς γά­του. Ἐ­δῶ, τὰ ἐ­πι­φω­νή­μα­τα τοῦ ἀ­κρο­α­τη­ρί­ου δι­καί­ω­ναν τὴ με­τα­δο­τι­κή του δει­νό­τη­τα. Μὰ μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξουν δύ­ο ἐ­ρω­τευ­μέ­νες γά­τες; Ναί, βε­βαί­ως μπο­ρεῖ. Πολ­λὲς γά­τες ἀ­να­πτύσ­σουν δε­σμοὺς με­τα­ξύ τους ποὺ ξε­περ­νᾶ­νε τὸν ἔ­ρω­τα. Ἀ­γα­πι­οῦν­ται κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο, νοι­ά­ζον­ται ἡ μί­α τὴν ἄλ­λη. Σὲ τοῦ­το τὸ ση­μεῖ­ο οἱ φοι­τη­τὲς κα­τα­λά­βαι­ναν πιὰ μὲ ποι­ὸν εἶ­χαν νὰ κά­νουν καὶ τοῦ ἀ­πηύ­θυ­ναν σω­ρεί­α ἐ­ρω­τή­σε­ων. Ἀ­γα­πᾶ­τε τὶς γά­τες;  Εἶ­στε γα­τό­φι­λος; Ἔ­χε­τε γά­τες; Πο­λὺ ντρο­πι­α­στι­κὸ νὰ ἀ­πο­γυ­μνώ­νε­ται ἐμ­πρός τους. Ναί, τὸ ὁ­μο­λο­γῶ. Εἶ­μαι γα­τό­φι­λος. Ἔ­χω τρεῖς γά­τες στὸ σπί­τι μου. Μα­κά­ρι νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ εἶ­χα πε­ρισ­σό­τε­ρες. Χα­μή­λω­νε τὸ βλέμ­μα. Τί θὰ σκέ­φτον­ταν ὅ­λοι τοῦ­τοι οἱ ἀ­σκού­με­νοι συγ­γρα­φεῖς γι’ αὐ­τόν;  Τὸν κα­η­μέ­νο, τοῦ ἔ­χει σα­λέ­ψει. Ἄ, δὲν ἔ­χει παι­διὰ καὶ μα­ζεύ­ει στὸ σπί­τι του τὰ γα­τιὰ τοῦ δρό­μου. Συγ­γρα­φέ­ας δὲν εἶ­ναι, τί πε­ρι­μέ­νεις;

        Φτά­νον­τας στὸν κάμ­πο τῆς Καρ­δί­τσας, λί­γα χι­λι­ό­με­τρα με­τὰ τὸν Δο­μο­κό, στα­μά­τη­σε γιὰ βεν­ζί­νη. Ἄ­φη­σε τὸ αὐ­το­κί­νη­το σὲ μιὰ ἄ­κρη καὶ ρώ­τη­σε τὸν βεν­ζι­νο­πώ­λη ποῦ ὑ­πάρ­χει του­α­λέ­τα. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­φτυ­σε λί­γο κα­πνὸ ἀ­πὸ τὸ στρι­φτὸ ποὺ κρα­τοῦ­σε σβη­σμέ­νο στὰ δόν­τια του καὶ τοῦ ἔ­γνε­ψε. Πί­σω ἀ­πὸ τὸ βεν­ζι­νά­δι­κο, μί­α ἐ­λε­ει­νὴ του­α­λέ­τα. Ἡ θέ­α μα­γευ­τι­κή, ἔ­κα­νε ὡ­ραί­α ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴν ποι­κί­λη μυ­ρω­διὰ ἀμ­μω­νί­ας, ἀ­πὸ τὴν με­τα­τρο­πὴ τῆς οὐ­ρί­ας, καὶ βεν­ζί­νης. Ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο του ὁ βεν­ζι­νο­πώ­λης εἶ­χε μί­α πο­λυ­και­ρι­σμέ­νη κα­ρέ­κλα σκη­νο­θέ­τη καὶ ἕ­να κλου­βὶ μὲ μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη καρ­δε­ρί­να, ξε­που­που­λι­α­σμέ­νη. Ἔ­βα­λε στὴν τσέ­πη τῆς φόρ­μας του, ρυ­πα­ρὸ κόκ­κι­νο, τὰ χρή­μα­τα καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν κα­ρέ­κλα του. Ἄ­να­ψε τὸ τσι­γά­ρο του. Ἡ καρ­δε­ρί­να τι­τί­βι­σε ἕ­ναν ξε­κούρ­δι­στο σκο­πό. Βγαί­νον­τας ἀ­πὸ τὴν του­α­λέ­τα ἤ­θε­λε νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ καὶ νὰ πά­ρει με­ρι­κὲς βα­θι­ὲς εἰ­σπνο­ὲς κα­θα­ροῦ ἀ­έ­ρα. Δὲν πρό­λα­βε. Τὸν στα­μά­τη­σε ἕ­να πα­ρα­τε­τα­μέ­νο νι­α­ού­ρι­σμα ἀ­γω­νίας.

       Μί­α γά­τα, λευ­κὴ ἦ­ταν θαρ­ρῶ, μὲ μα­κριὰ τρί­χα καὶ φουν­τω­τὴ οὐ­ρά, μὲ ἕ­να ξε­φτι­σμέ­νο κόκ­κι­νο λου­ρά­κι σφιγ­μέ­νο στὸν λαι­μό της, μαυ­ρι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὴ βρο­μιὰ τῶν καυ­σί­μων, στε­κό­ταν ἐ­κεῖ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα τῆς του­α­λέ­τας καὶ τὸν κοι­τοῦ­σε ἱ­κε­τευ­τι­κὰ στὰ μά­τια. Τὸ μπρο­στι­νό της ἀ­ρι­στε­ρὸ πό­δι σπα­σμέ­νο, μέ­σα στὰ αἵ­μα­τα. Σὲ τρεῖς ὧ­ρες ξε­κι­νοῦ­σε τὸ μά­θη­μά του. Εἶ­χε ἤ­δη τρεῖς ὑ­πέ­ρο­χες γά­τες στὸ σπί­τι του. Δὲν ἄν­τε­χε νὰ βλέ­πει αὐ­τὴ τὴ λευ­κὴ γά­τα νὰ τὸν βλέ­πει μὲ γουρ­λω­μέ­να μά­τια, γε­μά­τα πό­νο καὶ ἀ­πό­γνω­ση. Ἔ­φυ­γε τρέ­χον­τας. Βρέ­θη­κε στὸν δρό­μο σὲ με­ρι­κὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα. Φώ­να­ξε, ἔ­βρι­σε καὶ ἔ­κλα­ψε. Ἐ­ξάλ­λου τὸ τα­ξί­δι ἐ­κεῖ­νο τὸ ἔ­κα­νε μό­νος του. Στὸ τα­ξί­δι ἐ­κεῖ­νο ὁ­δή­γη­σε ἐ­φτα­κό­σια χι­λι­ό­με­τρα ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να ἕ­ως τὴ Φλώ­ρι­να συν­τρο­φιὰ μό­νο μὲ τὴ μου­σι­κή, τὶς φω­νές, τὶς βρι­σι­ὲς καὶ τὰ κλά­μα­τά του. Τρεῖς ὧ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα ξε­κί­νη­σε τὸ μά­θη­μά του. Μί­α γά­τα πῆ­γε καὶ κά­θι­σε σὲ ἕ­να χα­λά­κι. Ἔ­χει κά­ποι­ο ἐν­δι­α­φέ­ρον; Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸς κρα­δα­σμὸς σὲ αὐ­τό;



Πηγή: Ἐντευκτήριο, τχ. 117-118.

Γιώργος Παναγιωτίδης, ποιητής και πεζογράφος, έχει Μεταπτυχιακό Δίπλωμα ειδίκευσης στη Δημιουργική Γραφή και είναι διδάκτορας στη Δημιουργική Γραφή της Παιδαγωγικής Σχολής, του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Διδάσκει αδιάλειπτα για σειρά ετών στα αντίστοιχα Μεταπτυχιακά Προγράμματα του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου. Διδάσκει εξατομικευμένα Δημιουργική Γραφή ως «μέντορας» από το 2010. Το μυθιστόρημά του Ερώτων και Αοράτων, 2007 «Γαβριηλίδης» διακρίθηκε με το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού «Διαβάζω» το 2008. Το βιβλίο του Γιώργος Σεφέρης – Βίος και Παρωδία, 2014 «Γαβριηλίδης», βρέθηκε στη μικρή λίστα για τα βραβεία δοκιμίου του περιοδικού «Αναγνώστης» το 2015. Το μυθιστόρημά του, Ίσος Ιησούς, 2020, εκδόσεις Βακχικόν είναι το πρώτο στην Ελλάδα που αποτελεί μέρος διδακτορικής διατριβής στη Δημιουργική Γραφή. Συνεργάστηκε με το λογοτεχνικό περιοδικό «Μανδραγόρας» ως μέλος της Συντακτικής Ομάδας για μία δεκαετία. Είναι μέλος της Συντακτικής Ομάδας του ψηφιακού περιοδικού https://www.culturebook.gr υπεύθυνος για τις βιβλιοκριτικές και βιβλιοπαρουσιάσεις.


Γιῶργος Παναγιωτίδης: Σημειώματα στο Θανάση

.

Panagiotidis,Giorgos-SimeiomataStoThanasi-Eikona-02a

.

Γι­ῶρ­γος Πα­να­γι­ω­τί­δης

.

Ση­μει­ώ­μα­τα στὸ Θα­νά­ση

.

04-KappaΥΡΙΕ ΘΑΝΑΣΗ, σᾶς ἀ­να­ζή­τη­σα ἐ­πα­νει­λημ­μέ­να. Ἔ­χε­τε φρά­ξει τὴν εἴ­σο­δο τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας μὲ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πα­λιὰ πράγ­μα­τα. Ἂν με­τα­κο­μί­ζε­τε, νὰ τὸ κά­νε­τε γρή­γο­ρα. Ἂν κά­να­τε ἀ­να­καί­νι­ση, κα­νο­νί­στε νὰ φύ­γουν ἀ­πὸ τὴν εἴ­σο­δο τὰ πα­λιὰ πράγ­μα­τά σας. Εἰ­δάλ­λως θὰ ἀ­ναγ­κα­στῶ νὰ σᾶς κά­νω ἀ­γω­γή.

Ἡ δι­α­χει­ρί­στρια

.

Θα­νά­ση μου, ἦρ­θα ὣς ἐ­δῶ καὶ δὲν σὲ βρῆ­κα παι­δί μου. Τὸ κι­νη­τό σου εἶ­ναι ἀ­πε­νερ­γο­ποι­η­μέ­νο ἐ­δῶ καὶ δύ­ο ἑ­βδο­μά­δες. Ξέ­ρεις πὼς εἶ­μαι με­γά­λη γυ­ναί­κα. Παι­δί μου, ἂν δὲν θὲς νὰ πά­ω ἀ­πὸ καρ­διά, τη­λε­φώ­νη­σέ μου τὸ γρη­γο­ρό­τε­ρο.

Μα­μά

.

Ρὲ μα­λά­κα, Θα­νά­ση, ποῦ εἶ­σαι; Ἢ θὰ πά­ρεις τὸ σκύ­λο σου ὣς αὔ­ριο ἢ θὰ τὸν πά­ω στὴ φι­λο­ζω­ϊ­κή. Τρεῖς μέ­ρες μοῦ εἶ­πες.

Νί­κος

.

Ἀ­γά­πη μου, τρί­α χρό­νια! Ἀ­πί­στευ­το! Ὅ­ταν σὲ γνώ­ρι­σα, φο­βό­μουν πὼς θὰ μ’ ἄ­φη­νες σὲ κα­νέ­να ἑ­ξά­μη­νο. Οἱ φί­λες μου, ἔ­λε­γαν νὰ προ­σέ­χω, για­τὶ ἄν­θρω­πος τῆς νύ­χτας δὲν ἔ­χει μπέ­σα. Μὰ ἐ­σύ, μω­ρά­κι μου, ἐ­σὺ εἶ­σαι καλ­λι­τέ­χνης. Εἶ­σαι ὁ τρα­γου­δι­στής μου! Μὴ μ’ ἀ­φή­νεις, Θα­να­σά­κο μου, στὸ σκο­τά­δι. Ποῦ εἶ­σαι; Τί νὰ κά­νω; Νὰ τολ­μή­σω νὰ πά­ρω τὴ μα­μά σου; Σὲ φι­λῶ γλυ­κά.

Ἡ Μα­ρί­α σου

.

Θα­νά­ση, δυ­στυ­χῶς δὲν ἔ­χω τὰ χρή­μα­τα. Δὲν ξέ­ρω, ρὲ φί­λε, ποῦ χά­θη­κες. Νὰ τὸ ξέ­ρεις μοῦ τὰ πῆ­ρε ὅ­λα ἡ τρά­πε­ζα. Χαν­τα­κώ­θη­κα. Θὰ φύ­γω γιὰ τὴν Ἀρ­γεν­τι­νή. Ἔ­χω μιὰ θεί­α ἐ­κεῖ. Θὰ φτια­χτῶ καὶ θὰ σὲ πλη­ρώ­σω. Τὸ μα­γα­ζὶ μοῦ τὸ πή­ρα­νε. Μὴ μὲ ἀ­να­ζη­τή­σεις ἐ­κεῖ.

Νό­της

.

Ἔ­χω νὰ σὲ δῶ ἀ­π’ τὴ μέ­ρα ποὺ ἔ­κλει­σε τὸ μα­γα­ζὶ ποὺ τρα­γού­δα­γες. Για­τί Θα­νά­ση; Ἐ­σὺ μοῦ ἔ­λε­γες πὼς θὰ τὰ πεῖς ὅ­λα στὴ Μα­ρί­α καὶ πὼς θὰ χω­ρί­σεις καὶ πὼς θὰ ζού­σα­με μα­ζί. Δὲν τὸ κα­τα­λα­βαί­νεις πὼς εἴ­μα­στε πλα­σμέ­νοι ὁ ἕ­νας γιὰ τὸν ἄλ­λο; Θα­νά­ση μὴ φέ­ρε­σαι σὰν παι­δί. Σὲ πε­ρι­μέ­νω πάν­τα.

Γιά­ννα

.

Κύ­ρι­ε Ἀ­θα­νά­σι­ε Ἀ­θα­να­σιά­δη, εἴ­χα­με συμ­φω­νή­σει στὸ πάρ­τι τῶν γε­νε­θλί­ων μου θὰ τρα­γου­δού­σα­τε τρί­α τέ­ταρ­τα καὶ θὰ κλεί­να­τε μὲ ἕ­να στρὶπ σό­ου. Δὲν μὲ νοιά­ζει ποὺ δὲν ἐμ­φα­νι­στή­κα­τε. Μὲ νοιά­ζει ποὺ ἐ­ξα­φα­νι­στή­κα­τε μὲ τὴν προ­κα­τα­βο­λὴ τῶν 500 εὐ­ρώ. Ἂν νο­μί­ζε­τε θὰ μοῦ φᾶ­τε αὐ­τὰ τὰ λε­φτά, πλα­νά­στε πλά­νη οἰ­κτρά! Ὁ ἄν­τρας μου εἶ­ναι ἔ­ξαλ­λος!

Κα Ζω­ζὼ Μωϋ­σιά­δου

.

Ποῦ ’­σαι, ρὲ Θα­νά­ση; Κο­νό­μη­σα ἕ­να κάμ­πριο αὐ­το­κι­νη­τά­κι. Ὅ,­τι πρέ­πει γιὰ τὴν πάρ­τη σου. Ἀ­πὸ Βουλ­γα­ρί­α. Κά­νε γρή­γο­ρα, για­τὶ θὰ μοῦ τὸ πά­ρει κα­νέ­νας ἄλ­λος. Εἶ­ναι πε­ρί­πτω­ση, δι­κέ μου. Ξύ­πνα! Τὸ σα­ρα­βα­λά­κι σου εἶ­ναι γιὰ πα­λι­ο­σί­δε­ρα. Δὲν θὰ νοι­ά­ζο­μαι ἐ­γὼ γιὰ σέ­να πιὸ πο­λὺ ἀ­πὸ σέ­να στὴν τε­λι­κή!

Μα­νώ­λης

.

Μω­ρέ, μοῦ λεί­πεις! Ἐν­τά­ξει τὸ ξέ­ρω, δὲν ἔ­χεις ξα­να­πά­ει μὲ ἄν­τρα, ἀλ­λὰ μα­ζί μου ἤ­σουν θε­ός. Δὲν μπο­ρῶ νὰ σὲ ξε­χά­σω! Ἔ­χεις σφη­νώ­σει στὴ σκέ­ψη μου, στὶς μέ­ρες καὶ στὶς νύ­χτες μου. Πό­τε νὰ σὲ πε­ρι­μέ­νω;

Στέ­λιος

.

Ἄν­τε νὰ χα­θεῖς, ρέ ξεφ­τί­λα! Τὸ σκύ­λο σου τὸν πα­ρέ­δω­σα στὴ φι­λο­ζω­ι­κή! Ἔ­τσι γιὰ νὰ μά­θεις νὰ ἐκ­με­ταλ­λεύ­ε­σαι τοὺς φί­λους! Καὶ νὰ μὴ σὲ ξα­να­δῶ μπρο­στά μου! Οὔ­στ!

Νί­κος

.

Θα­να­σά­κη μου, ἡ μα­νού­λα εἶ­μαι. Φο­βᾶ­μαι, παι­δί μου. Αὔ­ριο θὰ μπῶ στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο. Γιὰ ’­κεί­νη τὴ λι­πο­α­ναρ­ρό­φη­ση. Δὲν θὰ ἔρ­θεις; Ἂχ, βρὲ παι­δί μου, πά­λι θὰ μ’ ἀ­φή­σεις μό­νη μου τὴ δύ­σκο­λη ὥ­ρα!

Μα­μὰ

.

Κύ­ρι­ε Θα­νά­ση, ἡ πο­λυ­κα­τοι­κί­α ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ με­τα­φέ­ρει τὰ πράγ­μα­τά σας σὲ μιὰν ἀ­πο­θή­κη στὸ Αἰ­γά­λε­ω. Νὰ μὲ εὐ­γνω­μο­νεῖ­τε ποὺ γλι­τώ­σα­τε τὴν ἀ­γω­γή. Νὰ κα­θα­ρί­σε­τε ἄ­με­σα τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά σας, για­τὶ ἡ δυ­σω­δί­α ἔ­χει γί­νει ἀ­φό­ρη­τη. Τί ἔ­χε­τε κά­νει, κύ­ρι­ε Θα­νά­ση; Ἀ­φή­σα­τε τὸ σκύ­λο σας καὶ ψό­φη­σε τὸ κα­η­μέ­νο τὸ ζων­τα­νό; Θ’ ἀ­νοί­ξου­με τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα μὲ εἰ­σαγ­γε­λι­κὴ ἐν­το­λή.

Ἡ δι­α­χει­ρί­στρια

.

Κύ­ρι­ε Ἀ­θα­νά­σι­ε Ἀ­θα­να­σιά­δη, ξε­χά­στε αὐ­τὰ ποὺ σᾶς ἔ­γρα­ψα. Συμ­φώ­νη­σε κι ὁ ἄν­τρας μου, νὰ μᾶς κά­νε­τε ἐ­κεῖ­νο τὸ στρὶπ σό­ου τὴν ἡ­μέ­ρα τῶν γε­νε­θλί­ων του. Εὐ­και­ρί­α νὰ ἐ­πα­νορ­θώ­σε­τε. Ἀλ­λὰ μό­νο μὲ τὰ 500 εὐ­ρὼ τῆς προ­κα­τα­βο­λῆς. Οὔ­τε εὐ­ρὼ πα­ρα­πά­νω.

Κα Ζω­ζὼ Μω­ϋ­σιά­δου

.

Μᾶλ­λον δὲν θέ­λεις νὰ μὲ ξα­να­δεῖς. Νὰ τὸ ξέ­ρεις. Θ’ αὐ­το­κτο­νή­σω καὶ θὰ τὸ ἔ­χεις κρί­μα. Ὑ­πο­χω­ρῶ Θα­νά­ση μου. Θὰ μεί­νω αἰ­ω­νί­ως τὸ τρί­το πρό­σω­πο. Ἀ­δι­α­μαρ­τύ­ρη­τα. Ἦ­ταν λά­θος μου νὰ ἐ­πι­μέ­νω νὰ χω­ρί­σεις μὲ τὴ Μα­ρία. Τί ἄ­μυα­λη ποὺ ἤ­μουν!

Γιά­ννα

.

Θα­νά­ση, τε­λει­ώ­σα­με! Εἶ­σαι ἴ­διος μὲ ὅ­λους τους ἄλ­λους! Γα­ϊ­δού­ρι! Τί νο­μί­ζες πῶς εἶ­μαι; Ἡ Πη­νε­λό­πη; Θα­νά­ση, πῆ­γα μὲ ἄλ­λον! Νὰ μὲ ξε­γρά­ψεις! Ἡ Μα­ρί­α σου ἔ­χει πε­θά­νει. Δὲν ἔ­χεις μπέ­σα τε­λι­κά, ρὲ Θα­νά­ση! Σὲ λυ­πᾶ­μαι!

Μα­ρί­α

.

Ἂχ βρὲ ἀ­γο­ρά­κι μου, ἐγ­χει­ρι­σμέ­νη καὶ μ’ ἀ­ναγ­κά­ζεις νὰ ἔρ­χο­μαι ὣς ἐ­δῶ κου­κου­λω­μέ­νη γιὰ νὰ μὴ μὲ κα­τα­λα­βαί­νουν ποι­ά εἶ­μαι. Πο­νά­ει τὸ κω­λα­ρά­κι μου ἀ­π’ τὴ λι­πο­α­ναρ­ρό­φη­ση. Νὰ τὸ ξέ­ρεις. Δὲν θὰ ἔρ­θω ξα­νά. Τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά σου βρω­μά­ει! Μὲ πιά­νει λι­πο­θυ­μί­α μό­νο ποὺ πλη­σιά­ζω τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα. Σὲ φι­λῶ γλυ­κά.

Μα­μά

.

Σοῦ ὑ­πό­σχο­μαι ἄν­τρα μου πὼς θὰ κά­νω μιὰ ξε­γυ­ρι­σμέ­νη φα­σί­να στὸ σπί­τι σου μό­λις ἐ­πι­κοι­νω­νή­σεις μα­ζί μου. Μό­νο νὰ σὲ βλέ­πω καὶ τί στὸν κό­σμο. Συγ­γνώ­μη δη­λα­δή, δὲν τὸ λέ­ω γιὰ νὰ σὲ προ­σβά­λω, ἀλ­λὰ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά σου, βρω­μά­ει ψο­φί­μι.

Στέ­λιος

.

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Πα­να­γι­ω­τί­δης (Ἀ­λε­ξαν­δρού­πο­λη, 1965). Σπού­δα­σε Παι­δα­γω­γι­κὰ στὴν ἴ­δια πό­λη καὶ στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που ζεῖ. Ἔ­χει με­τα­πτυ­χια­κὸ δί­πλω­μα στὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φή, τὴν ὁ­ποί­α καὶ δι­δά­σκει. Συν­τά­χτη­κε μὲ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Μαν­δρα­γό­ρας γιὰ μιὰ δε­κα­ε­τί­α, ἕ­ως τὸ 2005 καὶ γιὰ τὰ τεύ­χη 12 ἕ­ως 33, ἀ­π’ ὅ­που πα­ρου­σί­α­ζε κυ­ρί­ως ποι­η­τές. Τὸ ἴ­διο ἔ­κα­νε καὶ στὸ Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Πα­τρών. Ἐ­ξέ­δω­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Ρύ­νια (1985), Τὰ ὄν­τα ἐ­κεῖ καὶ Ὀ­νό­μα­τα μό­νΟ ὑ­πὸ τὸν τί­τλο Τὰ δύ­ο ὅ­λα (1996) καὶ Δι’ ὁ­δῶν (2002) ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Μαν­δρα­γό­ρας» καὶ τὸ Ὀ­μορ­φι­ὲς ἀ­φό­ρη­τες (ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2012). Τὸ πρῶ­το του μυ­θι­στό­ρη­μα Ἐ­ρώ­των καὶ Ἀ­ο­ρά­των (ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2007) δι­α­κρί­θη­κε μὲ τὸ Βρα­βεῖ­ο Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Δι­α­βά­ζω. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἔν­τυ­πα λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά: Πόρ­φυ­ρας, Μαν­δρα­γό­ρας, Δέ­λε­αρ, Συμ­πό­σιο, Ποι­η­τι­κή, Ἄ­νευ καὶ στὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κά: e-poema, poeticanet κα­θὼς καὶ στὸ blog τοῦ Ε.ΚΕ.ΒΙ.

.