Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Πε­ρὶ ἐκ­πε­σού­σης παρ­θέ­νου



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Πε­ρὶ ἐκ­πε­σού­σης παρ­θέ­νου


ΑΡΘΕΝΟΝ πά­λιν ἔ­γνων ἐν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μοις σακ­κο­φο­ροῦ­σαν ἐ­πὶ ἑ­ξα­ε­τί­αν καὶ ἐγ­κε­κλει­σμέ­νην, μη­δε­νὸς τῶν εἰς ἡ­δο­νὴν συν­τει­νόν­των λαμ­βά­νου­σαν· ἥ­τις ἐς ὕ­στε­ρον ἐγ­κα­τα­λει­φθεῖ­σα ὑ­περ­βο­λῇ ὑ­πε­ρη­φα­νί­ας πε­ρι­έ­πε­σε πτώ­σει. Καὶ ἀ­νοί­ξα­σα τὴν θυ­ρί­δα εἰ­σε­δέ­ξα­το τὸν ὑ­πη­ρε­τού­με­νον καὶ αὐ­τῷ συ­νε­φή­ρη ἐν τῷ μὴ κα­τὰ θε­ϊ­κὴν πρό­θε­σιν καὶ ἀ­γά­πην θε­οῦ ἐ­σχη­κέ­ναι τὴν ἄ­σκη­σιν, ἀλ­λὰ κα­τὰ σκη­νὴν ἀν­θρω­πί­νην, ὅ ἐ­στι κε­νο­δο­ξί­ας καὶ σα­θρᾶς προ­αι­ρέ­σε­ως. Τῶν γὰρ λο­γι­σμῶν αυ­τῆς ἀ­πα­σχο­λη­θέν­των εἰς τὸ κα­τα­γι­νώ­σκειν τῶν ἄλ­λων, οὐκ ἦν ὁ φύ­λαξ τῆς σω­φρο­σύ­νης.


Γιὰ μιὰ παρ­θέ­να ποὺ ξέ­πε­σε

Ἐ­πί­σης γνώ­ρι­σα μιὰ παρ­θέ­να ποὺ φο­ροῦ­σε σάκ­κο κι ἦ­ταν κλει­σμέ­νη στὸ κελ­λί της γιὰ ἕ­ξι χρό­νια, καὶ τί­πο­τα δὲν ἐ­λάμ­βα­νε ποὺ νὰ τῆς δώ­σει κά­ποι­α ἡ­δο­νή. Αὐ­τὴ λοι­πὸν ἀ­φέ­θη­κε σὲ ὑ­περ­βο­λὴ ὑ­πε­ρη­φά­νιας καὶ πε­ρι­έ­πε­σε σὲ πτώ­ση. Κι ἄ­νοι­ξε τὴ θυ­ρί­δα καὶ δέ­χτη­κε αὐ­τὸν ποὺ τὴν ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ον καὶ συ­νευ­ρέ­θη­κε, για­τὶ δὲν ἔ­κα­νε τὴν ἄ­σκη­ση σύμ­φω­να μὲ τὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ κι ἀ­πὸ ἀ­γά­πη Θε­οῦ, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ φα­νεῖ στὰ μά­τια τῶν ἀν­θρώ­πων, πρᾶγ­μα ποὺ εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα κε­νο­δο­ξί­ας καὶ σα­θρᾶς προ­αι­ρέ­σε­ως. Κι ἀ­φοῦ οἱ λο­γι­σμοί της ἦ­ταν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νοι στὸ νὰ κα­τη­γο­ρεῖ τοὺς ἄλ­λους, δὲν ὑ­πῆρ­χε ὁ φύ­λα­κας τῆς σω­φρο­σύ­νης. [Μτφ.: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος]



Πη­γή: Παλ­λα­δί­ου Λαυ­σα­ϊ­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, Με­τά­φρα­σις – εἰ­σα­γω­γὴ – σχό­λια ὑ­πὸ Ν. Θ. Μπου­γά­τσου – Δ. Μ. Μπα­τι­στά­του, Ὀρ­γα­νι­σμὸς Κλασ­σι­κῶν Ἐκ­δό­σε­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σελ. 162-163.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]


			

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Εὔ­ξα­σθε, τέ­κνα, ἵ­να μὴ ὁ ἔ­σω­θέν μου ἄν­θρω­πος ὑ­δρω­πιά­σῃ



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Εὔ­ξα­σθε, τέ­κνα, ­να μὴ

­σω­θέν μου ἄν­θρω­πος ­δρω­πιά­σῃ


Ν ΤΟΥΤΩΙ τῷ ὄ­ρει τῆς Νι­τρί­ας ἀ­νήρ τις Βε­νια­μὶν οὕ­τω κα­λού­με­νος, βι­ώ­σας ἐ­πὶ ἔ­τη ὀ­γδο­ή­κον­τα καὶ εἰς ἄ­κρον ἀ­σκή­σας, κα­τη­ξι­ώ­θη χα­ρί­σμα­τος ἰ­α­μά­των*, ὡς παν­τὶ ᾧ ἂν χεῖ­ρα ἐ­πε­τί­θει ἢ ἔ­λαι­ον εὐ­λο­γή­σας ἐ­δί­δου, πά­σης ἀ­παλ­λάτ­τε­σθαι ἀρ­ρω­στί­ας. Οὗ­τος τοί­νυν ὁ τοι­ού­του χα­ρί­σμα­τος κα­τα­ξι­ω­θεὶς πρὸ ὀ­κτὼ μη­νῶν τοῦ θα­νά­του αὐ­τοῦ ὑ­δρω­πί­α­σε, καὶ ἐ­πὶ το­σοῦ­τον ὠγ­κώ­θη αὐ­τοῦ τὸ σῶ­μα ὡς ἄλ­λον Ἰ­ὼβ φαί­νε­σθαι. Πα­ρα­λα­βὼν οὖν ἡ­μᾶς Δι­ό­σκο­ρος ὁ ἐ­πί­σκο­πος, τό­τε δὲ πρε­σβύ­τε­ρος ὢν τοῦ ὄ­ρους τῆς Νι­τρί­ας, ἐ­μέ τε καὶ τὸν μα­κά­ριον Εὐά­γριον, λέ­γει ἡ­μῖν· «Δεῦ­τε, ἴ­δε­τε νέ­ον Ἰ­ὼβ ἐν το­σού­τῳ ὄγ­κῳ σώ­μα­τος καὶ πά­θει ἀ­νιά­τῳ ἄ­με­τρον κε­κτη­μέ­νον εὐ­χα­ρι­στί­αν.» Ἀ­πελ­θόν­τες οὖν ἐ­θε­α­σά­με­θα το­σοῦ­τον ὄγ­κον σώ­μα­τος ὡς μὴ δύ­να­σθαι δά­κτυ­λον χει­ρὸς αὐ­τοῦ πε­ρι­λαμ­βά­νειν ἄλ­λους δα­κτύ­λους. Μὴ δυ­νά­με­νοι δὲ ἀ­τε­νί­ζειν τῇ τοῦ πά­θους δει­νό­τη­τι τοὺς ὀ­φθαλ­μοὺς ἀ­πε­στρέ­ψα­μεν. Τό­τε λέ­γει ἡ­μῖν ὁ μα­κά­ριος ἐ­κεῖ­νος Βε­νια­μίν· «Εὔ­ξα­σθε, τέ­κνα, ἵ­να μὴ ὁ ἔ­σω­θέν μου ἄν­θρω­πος ὑ­δρω­πιά­σῃ· οὗ­τος γὰρ οὔ­τε με εὐ­πα­θῶν ὤ­νη­σεν*, οὔ­τε δυ­σπα­θῶν ἔ­βλα­ψε.» Τοὺς οὖν ὀ­κτὼ μῆ­νας δί­φρος* αὐ­τῷ ἔ­κει­το πλα­τύ­τα­τος ἐν ᾧ ἀ­δι­α­λεί­πτως ἐ­κα­θέ­ζε­το, μη­κέ­τι ἐν κλί­νῃ ἀ­να­πε­σεῖν δυ­νά­με­νος διὰ τὰς λοι­πὰς χρεί­ας. Ἐν τῷ πά­θει δὲ τού­τῳ ὢν ἄλ­λους ἰᾶ­το. Ἀ­ναγ­καί­ως οὖν ἐ­ξη­γη­σά­μην τὸ πά­θος τοῦ­το, ἵ­να μὴ ξε­νι­ζώ­με­θα ὅ­ταν τι πε­ρι­στα­τι­κὸν ἀν­δρά­σι δι­καί­οις συμ­βαί­νῃ. Τε­λευ­τή­σαν­τος δὲ αὐ­τοῦ, αἱ φλιαὶ* τῆς θύ­ρας ἐ­πήρ­θη­σαν καὶ αἱ πα­ρα­στά­δες, ἵ­να δυ­νη­θῇ τὸ σῶ­μα ἐ­ξε­νε­χθῆ­ναι* τοῦ οἴ­κου· το­σοῦ­τος ἦν ὁ ὄγ­κος.


κα­τη­ξι­ώ­θη χα­ρί­σμα­τος ἰ­α­μά­των: ἀξιώθηκε τὸ χάρισμα νὰ θεραπεύει.
ὤ­νη­σεν: ὀφέλησε.
δί­φρος: κάθισμα δίχως ράχη καὶ χειρολαβές.
φλιαί: κατώφλια.
ἐ­ξε­νε­χθῆ­ναι: νὰ βγεῖ.


Πη­γή: Παλ­λα­δί­ου Λαυ­σα­ϊ­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, Με­τά­φρα­σις – εἰ­σα­γω­γὴ – σχό­λια ὑ­πὸ Ν. Θ. Μπου­γά­τσου – Δ. Μ. Μπα­τι­στά­του, Ὀρ­γα­νι­σμὸς Κλασ­σι­κῶν Ἐκ­δό­σε­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σελ. 78-81.]

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Πε­ρὶ Μα­κα­ρί­ου τοῦ Ἀ­λε­ξαν­δρέ­ως



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Πε­ρὶ Μα­κα­ρί­ου τοῦ Ἀ­λε­ξαν­δρέ­ως (δ’)


ΟΥΤΟΥ κα­θε­ζο­μέ­νου πρω­ὶ ἐν τῷ κελ­λί­ῳ κώ­νωψ στὰς ἐ­πὶ τοῦ πο­δὸς ἐ­κέν­τη­σεν αὐ­τόν· καὶ ἀλ­γή­σας κα­τέ­α­ξεν αὐ­τὸν τῇ χει­ρὶ με­τὰ κό­ρον τοῦ αἵ­μα­τος. Κα­τα­γνοὺς οὖν ἑ­αυ­τοῦ ὡς ἐκ­δι­κή­σαν­τος ἑ­αυ­τόν, κα­τε­δί­κα­σεν ἑ­αυ­τὸν εἰς τὸ ἕ­λος τῆς Σκή­τε­ως, ὅ ἐ­στιν ἐν τῇ πα­νε­ρή­μῳ, κα­θί­σαι γυ­μνὸν ἐ­πὶ μῆ­νας ἕξ, ἔν­θα οἱ κώ­νω­πες καὶ συά­γρων δέρ­μα­τα τι­τρώ­σκου­σιν, ὡς σφῆ­κες ὄν­τες. Οὕ­τως οὖν κα­τε­τρώ­θη ὅ­λος καὶ σπον­δύ­λους ἐ­ξέ­βα­λεν ὡς νο­μί­σαι τι­νὰς ὅ­τι ἠ­λε­φαν­τί­α­σεν. Ἐλ­θὼν οὖν με­τὰ ἓξ μῆ­νας εἰς τὸ κελ­λί­ον αὐ­τοῦ, ἀ­πὸ τῆς φω­νῆς ἐ­γνώ­σθη ὅ­τι αὐ­τός ἐ­στιν ὁ Μα­κά­ριος.


Γιὰ τὸν Μα­κά­ριο τὸν Ἀ­λε­ξαν­δρι­νό (δ’)

Αὐ­τόν, ἐ­νῶ κα­θό­ταν ἕ­να πρω­ῒ στὸ κε­λί του, κά­ποι­ο κου­νού­πι ἔ­κα­τσε πά­νω στὸ πό­δι του καὶ τὸν τσίμ­πη­σε· καὶ πο­νών­τας τὸ κο­πά­νη­σε μὲ τὸ χέ­ρι του γε­μί­ζον­τας αἵ­μα­τα. Κα­τα­λα­βαί­νον­τας ὅ­τι ἔ­τσι ἐκ­δι­κή­θη­κε ὁ ἴ­διος τὸν ἑ­αυ­τό του, αὐ­το­κα­τα­δι­κά­στη­κε νὰ κά­τσει γυ­μνὸς ἕ­ξι μῆ­νες στὸ ἕ­λος τῆς Σκή­τε­ως, δη­λα­δὴ στὴν ἀ­πό­λυ­τη ἐ­ρη­μιά, ἐ­κεῖ ποὺ τὰ κου­νού­πια, με­γά­λα σὰν σφῆ­κες, τρυ­πᾶ­νε καὶ δέρ­μα­τα ἀ­γρι­ο­γού­ρου­νων. Ἔ­τσι, λοι­πόν, φα­γώ­θη­κε ὁ­λό­κλη­ρος καὶ ἔ­βγα­λε ἐ­ξογ­κώ­μα­τα, ὥ­στε κά­ποι­οι νὰ νο­μί­σουν ὅ­τι ἔ­πα­θε ἐ­λε­φαν­τί­α­ση. Κι ὅ­ταν με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­ξι μῆ­νες γύ­ρι­σε στὸ κε­λί του, ἀ­πὸ τὴ φω­νή του ἔ­γι­νε ἀν­τι­λη­πτὸ ὅ­τι αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ Μα­κά­ριος. [Μετάφραση: Γ.Π.]



Πη­γή: Παλ­λα­δί­ου Λαυ­σα­ϊ­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, Με­τά­φρα­σις – εἰ­σα­γω­γὴ – σχό­λια ὑ­πὸ Ν. Θ. Μπου­γά­τσου – Δ. Μ. Μπα­τι­στά­του, Ὀρ­γα­νι­σμὸς Κλασ­σι­κῶν Ἐκ­δό­σε­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σελ. 102-103.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γιὰ μιὰ γυναίκα ποὺ φαίνονταν φοράδα



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Γιὰ μιὰ γυναίκα ποὺ φαίνονταν φοράδα


ΝΑΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ ἐ­ρω­τεύ­τη­κε μιὰ παν­τρε­μέ­νη γυ­ναί­κα καὶ μὴ μπο­ρών­τας νὰ τὴ δε­λε­ά­σει, ἔ­πια­σε ἕ­να μά­γο καὶ τοῦ εἶ­πε: «Κά­νε την νὰ μὲ ἀ­γα­πή­σει ἢ κά­νε κά­τι γιὰ νὰ τὴ δι­ώ­ξει ὁ ἄν­τρας της.» Καὶ ἀ­φοῦ πῆ­ρε ὁ μά­γος τὴν ἀ­μοι­βή, χρη­σι­μο­ποί­η­σε τὶς μα­γι­κές του μαγ­γα­νεῖ­ες καὶ τὴν ἔ­κα­νε νὰ φαί­νε­ται φο­ρά­δα. Ὅ­ταν ἦρ­θε λοι­πὸν ὁ ἄν­τρας της ἀ­π’ ἔ­ξω καὶ τὴν εἶ­δε, ἔ­μει­νε κα­τά­πλη­κτος ποὺ στὸ κρε­βά­τι του ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νη μιὰ φο­ρά­δα. Κλαί­ει καὶ ὀ­δύ­ρε­ται ὁ ἄν­θρω­πος· μι­λά­ει στὸ ζῶ­ο καὶ ἀ­πάν­τη­ση δὲν παίρ­νει. Πα­ρα­κα­λεῖ τοὺς πρε­σβυ­τέ­ρους τοῦ χω­ριοῦ· τοὺς φέρ­νει μέ­σα, τοὺς τὴ δεί­χνει καὶ λύ­ση δὲν βρί­σκει. Ἐ­πὶ τρεῖς μέ­ρες οὔ­τε χόρ­το ἔ­φα­γε ὡς φο­ρά­δα, οὔ­τε ψω­μὶ ὡς ἄν­θρω­πος, στε­ρη­μέ­νη κι ἀ­πὸ τὶς δύ­ο τρο­φές. Τε­λι­κά, γιὰ νὰ δο­ξα­σθεῖ ὁ Θε­ὸς καὶ νὰ φα­νεῖ ἡ ἀ­ρε­τὴ τοῦ ἁ­γί­ου Μα­κα­ρί­ου, ἦρ­θε λο­γι­σμὸς στὸν ἄν­τρα της νὰ τὴν πά­ει στὴν ἔ­ρη­μο· καὶ ἀ­φοῦ τῆς ἔ­βα­λε κα­πί­στρι σὰν ἄ­λο­γο, τὴν πῆ­γε στὴν ἔ­ρη­μο. Κα­θὼς λοι­πὸν πλη­σί­α­ζαν, στά­θη­καν οἱ ἀ­δελ­φοὶ κον­τὰ στὸ κελ­λὶ τοῦ Μα­κα­ρί­ου, ἐ­πι­τι­μών­τας τὸν ἄν­τρα της καὶ λέ­γον­τας: «Τί τὴν ἔ­φε­ρες ἐ­δῶ αὐ­τὴ τὴ φο­ρά­δα;» Καὶ τοὺς λέ­ει: «Γιὰ νὰ ἐ­λε­η­θεῖ». Τοῦ λέ­νε: «Καὶ τί ἔ­χει;» Τοὺς ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ ἄν­θρω­πος ὅ­τι ἦ­ταν γυ­ναί­κα του καὶ με­τα­μορ­φώ­θη­κε σὲ ἄ­λο­γο, καὶ σή­με­ρα εἶ­ναι τρεῖς μέ­ρες ποὺ δὲν ἔ­χει φά­ει τί­πο­τα. Τὸ ἀ­να­φέ­ρουν στὸν Ἅ­γιο ποὺ ἦ­ταν μέ­σα καὶ προ­σευ­χό­ταν· δι­ό­τι τοῦ εἶ­χε ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ καὶ προ­σευ­χό­ταν γι’ αὐ­τήν. Ἀ­πο­κρί­νε­ται λοι­πὸν στοὺς ἀ­δελ­φοὺς ὁ ἅ­γιος Μα­κά­ριος καὶ τοὺς λέ­ει: «Ἐ­σεῖς εἶ­στε ἄ­λο­γα, ποὺ ἔ­χε­τε μά­τια ἀ­λό­γων. Δι­ό­τι ἐ­κεί­νη εἶ­ναι γυ­ναί­κα, ποὺ δὲν με­τα­μορ­φώ­θη­κε, πα­ρὰ μό­νο στὰ μά­τια τῶν ἀ­πα­τη­μέ­νων.» Καὶ ἀ­φοῦ εὐ­λό­γη­σε νε­ρὸ καὶ τὴν πε­ρι­έ­λου­σε κα­θὼς ἦ­ταν γυ­μνή, εὐ­χή­θη­κε· καὶ ἀ­μέ­σως τὴν ἔ­κα­νε νὰ φα­νεῖ σὲ ὅ­λους γυ­ναί­κα. Κι ἀ­φοῦ τῆς ἔ­δω­σε τρο­φή, τὴν ἔ­κα­με νὰ φά­ει, καὶ τὴν ἀ­πέ­λυ­σε μὲ τὸν ἄν­τρα της, ἐ­νῶ αὐ­τὴ εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε τὸν Κύ­ριο. Καὶ τὴ συμ­βού­λευ­σε λέ­γον­τας: «Νὰ μὴ λεί­ψεις πο­τὲ ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α, οὔ­τε νὰ ἀ­πό­σχεις ἀ­πὸ τὴ θεί­α κοι­νω­νί­α· δι­ό­τι αὐ­τὰ σοῦ συ­νέ­βη­σαν, ἐ­πει­δὴ γιὰ πέν­τε ἑ­βδο­μά­δες δὲν προ­σῆλ­θες στὰ μυ­στή­ρια.»



Παλ­λα­δί­ου, Λαυ­σα­ϊ­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, μτφρ. Μο­να­χοῦ Συ­με­ών, ἔκδ. Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα, Ἅ­γιον Ὄ­ρος 1980, σς 54-55.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Παλλάδιος: Περὶ Ἰωάννου τοῦ ἀββᾶ

 

 

Παλ­λά­διος

 

Πε­ρὶ Ἰ­ω­άν­νου τοῦ ἀβ­βᾶ

 

Ν ΓΑΡ τις τῶν μο­να­χῶν, φη­σίν, ἐν τῇ πλη­σί­ον ἐ­ρή­μῳ ἐν τῷ σπη­λαί­ῳ διά­γων, πᾶ­σαν ἄ­σκη­σιν ἐν­δει­ξά­με­νος, καὶ χερ­σὶν οἰ­κεί­αις τὸν ἑ­αυ­τοῦ ἄρ­τον πο­ρι­ζό­με­νος. Ὡς δὲ προ­σέ­με­νε ταῖς δε­ή­σε­σι, καὶ προ­σέ­κο­πτε ταῖς ἀ­ρε­ταῖς, ἐ­φ’ ἑ­αυ­τῷ λοι­πὸν ἐ­πε­ποι­ή­θη θαρ­σῶν ἐ­πὶ τῇ κα­λῆ πο­λι­τεί­ᾳ. Ὁ δὲ πει­ρά­ζων αὐ­τόν, ὡς τὸν Ἰ­ὼβ ἐ­ξῃ­τή­σα­το. Καὶ δὴ φαν­τα­σί­αν αὐ­τῷ πα­ρέ­σχε πρὸς ἑ­σπέ­ραν γυ­ναι­κὸς εὐ­μόρ­φου πλα­νω­μέ­νης κα­τὰ τὴν ἔ­ρη­μον, ἥ­τις εὑ­ροῦ­σα τὴν θύ­ραν ἀ­νε­ωγ­μέ­νην εἰ­σε­πή­δη­σεν εἰς τὸ σπή­λαι­ον, καὶ προ­σπε­σοῦ­σα τοῖς γό­να­σι τοῦ ἀν­δρὸς ᾔ­τει πα­ρ’ αὐ­τοῦ τὴν ἀ­νά­παυ­σιν, ὡς ἑ­σπέ­ρας αὐ­τὴν κα­τα­λα­βού­σης. Ὁ δὲ ὡς ἠ­λέ­η­σεν αὐ­τήν, ὅ­περ οὐκ ὤ­φει­λεν, καὶ ἐ­δέ­ξα­το αὐ­τὴν ἐν τῷ σπη­λαί­ῳ καί τοι ἐ­πυν­θά­νε­το αὐ­τῆς τὴν πλά­νην· ἡ δὲ ὡς ἀ­πήγ­γει­λε, καὶ λό­γους αὐ­τῷ κο­λα­κεί­ας καὶ ἀ­πά­της ὑ­πέ­σπει­ρε, καὶ πα­ρέ­τει­νεν ἐ­πὶ πο­λὺ αὐ­τῶν τὴν ὁ­μι­λί­αν, ἠ­ρέ­μα δέ πως αὐ­τὸν καὶ ἐ­πὶ ἔ­ρω­τα προ­ε­κα­λεῖ­το· καὶ λό­γοι πλεί­ους λοι­πὸν πρὸς ἀλ­λή­λους αὐ­τοῖς γί­νον­ται, καὶ γέ­λως καὶ μει­δί­α­μα. Ἀ­πε­πλά­νη­σε δὲ αὐ­τὸν πολ­λὴ ὁ­μι­λί­α, καὶ τὸ ἐν­τεῦ­θεν λοι­πόν, ἁ­φῇ χει­ρὸς καὶ γε­νεί­ου καὶ αὐ­χέ­νος καὶ ἠχ­μα­λώ­τευ­σε τέ­ως τὸν ἀ­σκη­τήν. Ὡς δὲ ἐ­στρέ­φε­το μὲν ἐ­κεῖ­νος ἔν­δο­θεν τοῖς λο­γι­σμοῖς, ἅ­τε δὴ ἐν χερ­σὶν ἔ­χων τὸ πρᾶγ­μα, τὴν εὐ­και­ρί­αν καὶ τὴν ἄ­δειαν τοῦ ἐ­κτε­λεῖν, τὴν ἡ­δο­νὴν λο­γι­ζό­με­νος, συ­νε­κα­τέ­θε­το λοι­πὸν τῇ δι­α­νοί­ᾳ καὶ συ­νελ­θεῖν αὐ­τῇ ἐ­πει­ρᾶ­το, ἄ­φρων ἤ­δη καὶ θη­λυ­μα­νὴς καὶ ἵπ­πος γε­νό­με­νος. Ἡ δὲ ἐ­ξαίφ­νης μέ­γα ἀ­να­βο­ή­σα­σα, ἄ­φαν­τος ἐκ τῶν χει­ρῶν αὐ­τοῦ γέ­γο­νεν, ὥ­σπερ σκιά τις ἀ­πο­δρα­μοῦ­σα. Γέ­λως δὲ αὐ­τῷ ἀ­έ­ρι πολ­λῶν ἀ­κού­ε­ται δαι­μό­νων ἐ­λεγ­χόν­των αὐ­τόν, καὶ τῇ ἀ­πά­τῃ πα­ρα­γόν­των καὶ με­γά­λῃ φω­νῇ πρὸς αὐ­τὸν βο­ών­των· «Πᾶς ὁ ὑ­ψῶν ἑ­αυ­τὸν τα­πει­νω­θή­σε­ται». Σὺ δὲ ὑ­ψώ­θης ἕ­ως τῶν οὐ­ρα­νῶν, ἐ­τα­πει­νώ­θης δὲ ἕ­ως τῶν ἀ­βύσ­σων. Ἐν­τεῦ­θεν ἀ­νί­στα­ται τὸ πρω­ὶ τὸ νυ­κτε­ρι­νὸν πέν­θος ἐ­πι­συ­ρό­με­νος, καὶ δι­η­με­ρεύ­σας ἐν τοῖς θρή­νοις ἀ­πο­γνοὺς ἑ­αυ­τοῦ τῆς σω­τη­ρί­ας, ὅ­περ οὐκ ὤ­φει­λεν, εἰς τὸν κό­σμον πά­λιν ὑ­πέ­στρε­ψεν. Τοῦ­το γάρ ἐ­στι τοῦ πο­νη­ροῦ τὸ ἐ­πι­τή­δευ­μα, ὅ­ταν τι­νὰ κα­τα­πα­λαί­σῃ, εἰς ἀ­φρο­σύ­νην αὐ­τὸν κα­θί­στη­σιν, ἵ­να τοῦ λοι­ποῦ μη­κέ­τι δύ­νη­ται ἀ­να­στῆ­ναι.

         Ὅ­θεν, ὦ τέ­κνα, οὐ συμ­βάλ­λε­ται ἡ­μῖν ἡ πλη­σί­ον τῶν χω­ρῶν οἴ­κη­σις, οὐ­δὲ τῶν γυ­ναι­κῶν συν­τυ­χί­α ἀ­νε­ξά­λει­πτον ὀ­χλοῦ­σα μνή­μην, ἣν ἐκ τῆς ὄ­ψε­ως καὶ ὁ­μι­λί­ας ἐ­πι­σπώ­με­θα. Οὔ­τε δὲ ὀ­φεί­λο­μεν ἑ­αυ­τῶν ἀ­πο­γνῶ­ναι, καὶ εἰς ἀ­νελ­πι­στί­αν ἑ­αυ­τούς κα­τα­γα­γεῖν. Ἤ­δη γὰρ πολ­λοὶ καὶ τῶν μὴ ἀ­πο­γνόν­των πα­ρὰ τοῦ ἐ­λε­ή­μο­νος Θε­οῦ φι­λαν­θρω­πί­ας οὐκ ἐ­στε­ρή­θη­σαν.

 

[Παλ­λά­διος, Σχε­τι­κὰ μὲ τὸν ἀβ­βᾶ Ἰ­ω­άν­νη

Με­τά­φρα­ση: Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της

 

ΛΕΝΕ ὅ­τι ὑ­πῆρ­χε κά­ποι­ος μο­να­χὸς στὴν ἔ­ρη­μο ἐ­κεῖ κον­τά, ποὺ ζοῦ­σε σὲ μιὰ σπη­λιά. Αὐ­τὸς εἶ­χε ἀ­πο­δυ­θεῖ σὲ κά­θε εἴ­δους ἄ­σκη­ση καὶ ἔ­βγα­ζε τὸ ψω­μί του κά­νον­τας χει­ρω­να­κτι­κὲς ἐρ­γα­σί­ες. Ἐ­πει­δὴ ὅ­μως ἦ­ταν δο­σμέ­νος ὁ­λό­ψυ­χα στὴν προ­σευ­χὴ καὶ προ­ό­δευ­ε στὶς ἀ­ρε­τές, πί­στε­ψε στὶς δυ­νά­μεις του καὶ ἔ­νι­ω­σε ὑ­πε­ρή­φα­νος γιὰ τὸν σω­στὸ τρό­πο ζω­ῆς του. Τό­τε ὁ δι­ά­βο­λος ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ νὰ τοῦ ἐ­πι­τρέ­ψει νὰ τὸν δο­κι­μά­σει ὅ­πως τὸν Ἰ­ώβ.

         Ἕ­να βρά­δυ λοι­πὸν ἐμ­φα­νί­στη­κε μπρο­στά του σὰν μιὰ ὄ­μορ­φη γυ­ναί­κα ποὺ πε­ρι­πλα­νι­ό­ταν στὴν ἔ­ρη­μο. Αὐ­τή, ἐ­πει­δὴ βρῆ­κε τὴν πόρ­τα ἀ­νοι­χτή, μπῆ­κε μέ­σα στὴ σπη­λιὰ σὰν κυ­νη­γη­μέ­νη καὶ πέ­φτον­τας στὰ γό­να­τά του, τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ τὴν ἀ­φή­σει νὰ κοι­μη­θεῖ ἐ­κεῖ, για­τὶ τὴν βρῆ­κε ἡ νύ­χτα.

        Ὁ μο­να­χός, ἐ­πει­δὴ τὴ σπλα­χνί­στη­κε, ἂν καὶ δὲν ἔ­πρε­πε, τὴ δέ­χτη­κε στὴ σπη­λιὰ καὶ βέ­βαι­α τὴ ρω­τοῦ­σε γιὰ νὰ μά­θει πῶς βρέ­θη­κε νὰ πε­ρι­πλα­νι­έ­ται στὴν ἔ­ρη­μο. Ἐ­κεί­νη ἄρ­χι­σε νὰ ἐ­ξη­γεῖ καὶ πα­ρέ­τει­νε πο­λὺ τὴν κου­βέν­τα λέ­γον­τας ψέ­μα­τα καὶ κο­λα­κεύ­ον­τάς τον, χω­ρὶς αὐ­τὸς νὰ τὸ κα­τα­λά­βει. Συγ­χρό­νως μὲ τὸν τρό­πο της προ­σπα­θοῦ­σε σι­γὰ-σι­γὰ νὰ τὸν προ­κα­λέ­σει ἐ­ρω­τι­κά. Μι­λοῦ­σαν γιὰ πολ­λὴ ὥ­ρα καὶ στὸ τέ­λος κα­τέ­λη­ξαν νὰ γε­λᾶ­νε καὶ νὰ ἀν­ταλ­λάσ­σουν με­τα­ξύ τους πο­νη­ρὰ χα­μό­γε­λα. Πὲς-πὲς τὸν ξε­λό­για­σε καὶ ἀ­πὸ κεῖ καὶ πέ­ρα, χα­ϊ­δεύ­ον­τάς του τὸ χέ­ρι, τὰ γέ­νια καὶ τὸ λαι­μό, τὸν ἔ­κα­νε πιὰ ὅ,τι ἤ­θε­λε τὸν ἀ­σκη­τή. Μέ­σα του τὸν τρέ­λαι­ναν οἱ λο­γι­σμοὶ καί, ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν στὸ χέ­ρι του καὶ εἶ­χε τὴν εὐ­και­ρί­α καὶ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α νὰ τὸ κά­νει, σκε­πτό­με­νος τὴν εὐ­χα­ρί­στη­ση, ἐ­νέ­δω­σε στὶς σκέ­ψεις του καὶ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ συ­νευ­ρε­θεῖ ἐ­ρω­τι­κὰ μα­ζί της. Εἶ­χε χά­σει πιὰ ἐν­τε­λῶς τὸ μυα­λό του, ἔ­κα­νε σὰν μα­νια­κὸς γιὰ τὴ γυ­ναί­κα καὶ χλι­μίν­τρι­ζε σὰν ἄ­λο­γο.

        Ἐ­κεί­νη ὅ­μως ξαφ­νι­κὰ βγά­ζον­τας μιὰ τρο­με­ρὴ κραυ­γὴ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε μέ­σα ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια του, ὅ­πως χά­νε­ται μιὰ σκιά, καὶ ἀ­κού­στη­κε στὸν ἀ­έ­ρα τὸ γέ­λιο πολ­λῶν δαι­μό­νων ποὺ τὸν κα­τη­γο­ροῦ­σαν καὶ ἀ­πο­κά­λυ­πταν τὴν ἀ­πά­τη, φω­νά­ζον­τας πρὸς αὐ­τόν: «Ὅ­ποι­ος ὑ­ψώ­νει τὸν ἑ­αυ­τό του θὰ τα­πει­νω­θεῖ». Κι ἐ­σὺ ἀ­νέ­βη­κες μέ­χρι τοὺς οὐ­ρα­νοὺς καὶ κα­τα­κρη­μνί­στη­κες στὴν ἄ­βυσ­σο.

        Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τά, τὸ πρω­ὶ ση­κώ­θη­κε κου­βα­λών­τας τὴ θλί­ψη τῆς νύ­χτας. Ὅ­λη τὴ μέ­ρα θρη­νοῦ­σε ἀ­πελ­πι­σμέ­νος ὅ­τι δὲν θὰ σω­θεῖ, πράγ­μα ἀ­νε­πί­τρε­πτο, καὶ στὸ τέ­λος ἐ­πέ­στρε­ψε πά­λι στὸν κό­σμο. Αὐ­τὸ λοι­πὸν κά­νει ὁ δι­ά­βο­λος. Ὅ­ταν νι­κή­σει κά­ποι­ον, δὲν τὸν ἀ­φή­νει νὰ σκε­φτεῖ λο­γι­κὰ γιὰ νὰ μὴν μπο­ρέ­σει πλέ­ον νὰ ξα­να­ση­κω­θεῖ.

        Ἀ­πὸ τὰ πα­ρα­πά­νω, παι­διά μου, κα­τα­λή­γου­με στὸ συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι δὲν μᾶς ὠ­φε­λεῖ νὰ ζοῦ­με κον­τὰ σὲ κα­τοι­κη­μέ­νες πε­ρι­ο­χές, οὔ­τε νὰ συ­ναν­τοῦ­με γυ­ναῖ­κες, οἱ ὁ­ποῖ­ες, μὲ τὸ ποὺ θὰ τὶς δοῦ­με καὶ θὰ μι­λή­σου­με μα­ζί τους, δια­ρκῶς βα­σα­νί­ζουν με­τὰ τὴ σκέ­ψη μας. Οὔ­τε βε­βαί­ως ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ ἀ­φή­σου­με τὸν ἑ­αυ­τό μας νὰ φτά­σει σὲ ἀ­πό­γνω­ση καὶ νὰ ἀ­πελ­πι­στοῦ­με. Δι­ό­τι ὑ­πάρ­χουν πολ­λὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀν­θρώ­πων ποὺ δὲν ἀ­πελ­πί­στη­καν, καὶ τοὺς σπλα­χνί­στη­κε ὁ ἐ­λε­ή­μων Θε­ός.]

 

 

Πη­γή: Παλ­λα­δί­ου Ἐ­πι­σκό­που Ἑ­λε­νου­πό­λε­ως, Λαυ­σα­ϊ­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, Ἐ­πό­πτης-ἐ­πι­με­λη­τὴς ἐκ­δό­σε­ως: Ἐ­λευ­θέ­ριος Γ. Με­ρε­τά­κης, Πα­τε­ρι­καὶ ἐκ­δό­σεις «Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς», Θεσ­σα­λο­νί­κη.

 

Παλ­λά­διος (364-431). Ἄ­κμα­σε ἐ­πὶ τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Με­γά­λου Θε­ο­δο­σί­ου. Ἀ­σκή­τε­ψε στὴν Αἴ­γυ­πτο καὶ κα­τό­πιν ἔ­γι­νε ἐ­πί­σκο­πος Ἑ­λε­νο­πό­λε­ως τῆς Βι­θυ­νί­ας. Στὸ σύγ­γρα­μά του Λαυ­σα­ϊ­κόν πε­ρι­γρά­φει ἱ­στο­ρί­ες μο­να­χῶν ποὺ ἔ­δρα­σαν τοὺς πρώ­τους χρι­στι­α­νι­κοὺς αἰ­ῶ­νες.