Παλλάδιος: Περὶ Ἰωάννου τοῦ ἀββᾶ

 

 

Παλ­λά­διος

 

Πε­ρὶ Ἰ­ω­άν­νου τοῦ ἀβ­βᾶ

 

Ν ΓΑΡ τις τῶν μο­να­χῶν, φη­σίν, ἐν τῇ πλη­σί­ον ἐ­ρή­μῳ ἐν τῷ σπη­λαί­ῳ διά­γων, πᾶ­σαν ἄ­σκη­σιν ἐν­δει­ξά­με­νος, καὶ χερ­σὶν οἰ­κεί­αις τὸν ἑ­αυ­τοῦ ἄρ­τον πο­ρι­ζό­με­νος. Ὡς δὲ προ­σέ­με­νε ταῖς δε­ή­σε­σι, καὶ προ­σέ­κο­πτε ταῖς ἀ­ρε­ταῖς, ἐ­φ’ ἑ­αυ­τῷ λοι­πὸν ἐ­πε­ποι­ή­θη θαρ­σῶν ἐ­πὶ τῇ κα­λῆ πο­λι­τεί­ᾳ. Ὁ δὲ πει­ρά­ζων αὐ­τόν, ὡς τὸν Ἰ­ὼβ ἐ­ξῃ­τή­σα­το. Καὶ δὴ φαν­τα­σί­αν αὐ­τῷ πα­ρέ­σχε πρὸς ἑ­σπέ­ραν γυ­ναι­κὸς εὐ­μόρ­φου πλα­νω­μέ­νης κα­τὰ τὴν ἔ­ρη­μον, ἥ­τις εὑ­ροῦ­σα τὴν θύ­ραν ἀ­νε­ωγ­μέ­νην εἰ­σε­πή­δη­σεν εἰς τὸ σπή­λαι­ον, καὶ προ­σπε­σοῦ­σα τοῖς γό­να­σι τοῦ ἀν­δρὸς ᾔ­τει πα­ρ’ αὐ­τοῦ τὴν ἀ­νά­παυ­σιν, ὡς ἑ­σπέ­ρας αὐ­τὴν κα­τα­λα­βού­σης. Ὁ δὲ ὡς ἠ­λέ­η­σεν αὐ­τήν, ὅ­περ οὐκ ὤ­φει­λεν, καὶ ἐ­δέ­ξα­το αὐ­τὴν ἐν τῷ σπη­λαί­ῳ καί τοι ἐ­πυν­θά­νε­το αὐ­τῆς τὴν πλά­νην· ἡ δὲ ὡς ἀ­πήγ­γει­λε, καὶ λό­γους αὐ­τῷ κο­λα­κεί­ας καὶ ἀ­πά­της ὑ­πέ­σπει­ρε, καὶ πα­ρέ­τει­νεν ἐ­πὶ πο­λὺ αὐ­τῶν τὴν ὁ­μι­λί­αν, ἠ­ρέ­μα δέ πως αὐ­τὸν καὶ ἐ­πὶ ἔ­ρω­τα προ­ε­κα­λεῖ­το· καὶ λό­γοι πλεί­ους λοι­πὸν πρὸς ἀλ­λή­λους αὐ­τοῖς γί­νον­ται, καὶ γέ­λως καὶ μει­δί­α­μα. Ἀ­πε­πλά­νη­σε δὲ αὐ­τὸν πολ­λὴ ὁ­μι­λί­α, καὶ τὸ ἐν­τεῦ­θεν λοι­πόν, ἁ­φῇ χει­ρὸς καὶ γε­νεί­ου καὶ αὐ­χέ­νος καὶ ἠχ­μα­λώ­τευ­σε τέ­ως τὸν ἀ­σκη­τήν. Ὡς δὲ ἐ­στρέ­φε­το μὲν ἐ­κεῖ­νος ἔν­δο­θεν τοῖς λο­γι­σμοῖς, ἅ­τε δὴ ἐν χερ­σὶν ἔ­χων τὸ πρᾶγ­μα, τὴν εὐ­και­ρί­αν καὶ τὴν ἄ­δειαν τοῦ ἐ­κτε­λεῖν, τὴν ἡ­δο­νὴν λο­γι­ζό­με­νος, συ­νε­κα­τέ­θε­το λοι­πὸν τῇ δι­α­νοί­ᾳ καὶ συ­νελ­θεῖν αὐ­τῇ ἐ­πει­ρᾶ­το, ἄ­φρων ἤ­δη καὶ θη­λυ­μα­νὴς καὶ ἵπ­πος γε­νό­με­νος. Ἡ δὲ ἐ­ξαίφ­νης μέ­γα ἀ­να­βο­ή­σα­σα, ἄ­φαν­τος ἐκ τῶν χει­ρῶν αὐ­τοῦ γέ­γο­νεν, ὥ­σπερ σκιά τις ἀ­πο­δρα­μοῦ­σα. Γέ­λως δὲ αὐ­τῷ ἀ­έ­ρι πολ­λῶν ἀ­κού­ε­ται δαι­μό­νων ἐ­λεγ­χόν­των αὐ­τόν, καὶ τῇ ἀ­πά­τῃ πα­ρα­γόν­των καὶ με­γά­λῃ φω­νῇ πρὸς αὐ­τὸν βο­ών­των· «Πᾶς ὁ ὑ­ψῶν ἑ­αυ­τὸν τα­πει­νω­θή­σε­ται». Σὺ δὲ ὑ­ψώ­θης ἕ­ως τῶν οὐ­ρα­νῶν, ἐ­τα­πει­νώ­θης δὲ ἕ­ως τῶν ἀ­βύσ­σων. Ἐν­τεῦ­θεν ἀ­νί­στα­ται τὸ πρω­ὶ τὸ νυ­κτε­ρι­νὸν πέν­θος ἐ­πι­συ­ρό­με­νος, καὶ δι­η­με­ρεύ­σας ἐν τοῖς θρή­νοις ἀ­πο­γνοὺς ἑ­αυ­τοῦ τῆς σω­τη­ρί­ας, ὅ­περ οὐκ ὤ­φει­λεν, εἰς τὸν κό­σμον πά­λιν ὑ­πέ­στρε­ψεν. Τοῦ­το γάρ ἐ­στι τοῦ πο­νη­ροῦ τὸ ἐ­πι­τή­δευ­μα, ὅ­ταν τι­νὰ κα­τα­πα­λαί­σῃ, εἰς ἀ­φρο­σύ­νην αὐ­τὸν κα­θί­στη­σιν, ἵ­να τοῦ λοι­ποῦ μη­κέ­τι δύ­νη­ται ἀ­να­στῆ­ναι.

         Ὅ­θεν, ὦ τέ­κνα, οὐ συμ­βάλ­λε­ται ἡ­μῖν ἡ πλη­σί­ον τῶν χω­ρῶν οἴ­κη­σις, οὐ­δὲ τῶν γυ­ναι­κῶν συν­τυ­χί­α ἀ­νε­ξά­λει­πτον ὀ­χλοῦ­σα μνή­μην, ἣν ἐκ τῆς ὄ­ψε­ως καὶ ὁ­μι­λί­ας ἐ­πι­σπώ­με­θα. Οὔ­τε δὲ ὀ­φεί­λο­μεν ἑ­αυ­τῶν ἀ­πο­γνῶ­ναι, καὶ εἰς ἀ­νελ­πι­στί­αν ἑ­αυ­τούς κα­τα­γα­γεῖν. Ἤ­δη γὰρ πολ­λοὶ καὶ τῶν μὴ ἀ­πο­γνόν­των πα­ρὰ τοῦ ἐ­λε­ή­μο­νος Θε­οῦ φι­λαν­θρω­πί­ας οὐκ ἐ­στε­ρή­θη­σαν.

 

[Παλ­λά­διος, Σχε­τι­κὰ μὲ τὸν ἀβ­βᾶ Ἰ­ω­άν­νη

Με­τά­φρα­ση: Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της

 

ΛΕΝΕ ὅ­τι ὑ­πῆρ­χε κά­ποι­ος μο­να­χὸς στὴν ἔ­ρη­μο ἐ­κεῖ κον­τά, ποὺ ζοῦ­σε σὲ μιὰ σπη­λιά. Αὐ­τὸς εἶ­χε ἀ­πο­δυ­θεῖ σὲ κά­θε εἴ­δους ἄ­σκη­ση καὶ ἔ­βγα­ζε τὸ ψω­μί του κά­νον­τας χει­ρω­να­κτι­κὲς ἐρ­γα­σί­ες. Ἐ­πει­δὴ ὅ­μως ἦ­ταν δο­σμέ­νος ὁ­λό­ψυ­χα στὴν προ­σευ­χὴ καὶ προ­ό­δευ­ε στὶς ἀ­ρε­τές, πί­στε­ψε στὶς δυ­νά­μεις του καὶ ἔ­νι­ω­σε ὑ­πε­ρή­φα­νος γιὰ τὸν σω­στὸ τρό­πο ζω­ῆς του. Τό­τε ὁ δι­ά­βο­λος ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ νὰ τοῦ ἐ­πι­τρέ­ψει νὰ τὸν δο­κι­μά­σει ὅ­πως τὸν Ἰ­ώβ.

         Ἕ­να βρά­δυ λοι­πὸν ἐμ­φα­νί­στη­κε μπρο­στά του σὰν μιὰ ὄ­μορ­φη γυ­ναί­κα ποὺ πε­ρι­πλα­νι­ό­ταν στὴν ἔ­ρη­μο. Αὐ­τή, ἐ­πει­δὴ βρῆ­κε τὴν πόρ­τα ἀ­νοι­χτή, μπῆ­κε μέ­σα στὴ σπη­λιὰ σὰν κυ­νη­γη­μέ­νη καὶ πέ­φτον­τας στὰ γό­να­τά του, τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ τὴν ἀ­φή­σει νὰ κοι­μη­θεῖ ἐ­κεῖ, για­τὶ τὴν βρῆ­κε ἡ νύ­χτα.

        Ὁ μο­να­χός, ἐ­πει­δὴ τὴ σπλα­χνί­στη­κε, ἂν καὶ δὲν ἔ­πρε­πε, τὴ δέ­χτη­κε στὴ σπη­λιὰ καὶ βέ­βαι­α τὴ ρω­τοῦ­σε γιὰ νὰ μά­θει πῶς βρέ­θη­κε νὰ πε­ρι­πλα­νι­έ­ται στὴν ἔ­ρη­μο. Ἐ­κεί­νη ἄρ­χι­σε νὰ ἐ­ξη­γεῖ καὶ πα­ρέ­τει­νε πο­λὺ τὴν κου­βέν­τα λέ­γον­τας ψέ­μα­τα καὶ κο­λα­κεύ­ον­τάς τον, χω­ρὶς αὐ­τὸς νὰ τὸ κα­τα­λά­βει. Συγ­χρό­νως μὲ τὸν τρό­πο της προ­σπα­θοῦ­σε σι­γὰ-σι­γὰ νὰ τὸν προ­κα­λέ­σει ἐ­ρω­τι­κά. Μι­λοῦ­σαν γιὰ πολ­λὴ ὥ­ρα καὶ στὸ τέ­λος κα­τέ­λη­ξαν νὰ γε­λᾶ­νε καὶ νὰ ἀν­ταλ­λάσ­σουν με­τα­ξύ τους πο­νη­ρὰ χα­μό­γε­λα. Πὲς-πὲς τὸν ξε­λό­για­σε καὶ ἀ­πὸ κεῖ καὶ πέ­ρα, χα­ϊ­δεύ­ον­τάς του τὸ χέ­ρι, τὰ γέ­νια καὶ τὸ λαι­μό, τὸν ἔ­κα­νε πιὰ ὅ,τι ἤ­θε­λε τὸν ἀ­σκη­τή. Μέ­σα του τὸν τρέ­λαι­ναν οἱ λο­γι­σμοὶ καί, ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν στὸ χέ­ρι του καὶ εἶ­χε τὴν εὐ­και­ρί­α καὶ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α νὰ τὸ κά­νει, σκε­πτό­με­νος τὴν εὐ­χα­ρί­στη­ση, ἐ­νέ­δω­σε στὶς σκέ­ψεις του καὶ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ συ­νευ­ρε­θεῖ ἐ­ρω­τι­κὰ μα­ζί της. Εἶ­χε χά­σει πιὰ ἐν­τε­λῶς τὸ μυα­λό του, ἔ­κα­νε σὰν μα­νια­κὸς γιὰ τὴ γυ­ναί­κα καὶ χλι­μίν­τρι­ζε σὰν ἄ­λο­γο.

        Ἐ­κεί­νη ὅ­μως ξαφ­νι­κὰ βγά­ζον­τας μιὰ τρο­με­ρὴ κραυ­γὴ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε μέ­σα ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια του, ὅ­πως χά­νε­ται μιὰ σκιά, καὶ ἀ­κού­στη­κε στὸν ἀ­έ­ρα τὸ γέ­λιο πολ­λῶν δαι­μό­νων ποὺ τὸν κα­τη­γο­ροῦ­σαν καὶ ἀ­πο­κά­λυ­πταν τὴν ἀ­πά­τη, φω­νά­ζον­τας πρὸς αὐ­τόν: «Ὅ­ποι­ος ὑ­ψώ­νει τὸν ἑ­αυ­τό του θὰ τα­πει­νω­θεῖ». Κι ἐ­σὺ ἀ­νέ­βη­κες μέ­χρι τοὺς οὐ­ρα­νοὺς καὶ κα­τα­κρη­μνί­στη­κες στὴν ἄ­βυσ­σο.

        Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τά, τὸ πρω­ὶ ση­κώ­θη­κε κου­βα­λών­τας τὴ θλί­ψη τῆς νύ­χτας. Ὅ­λη τὴ μέ­ρα θρη­νοῦ­σε ἀ­πελ­πι­σμέ­νος ὅ­τι δὲν θὰ σω­θεῖ, πράγ­μα ἀ­νε­πί­τρε­πτο, καὶ στὸ τέ­λος ἐ­πέ­στρε­ψε πά­λι στὸν κό­σμο. Αὐ­τὸ λοι­πὸν κά­νει ὁ δι­ά­βο­λος. Ὅ­ταν νι­κή­σει κά­ποι­ον, δὲν τὸν ἀ­φή­νει νὰ σκε­φτεῖ λο­γι­κὰ γιὰ νὰ μὴν μπο­ρέ­σει πλέ­ον νὰ ξα­να­ση­κω­θεῖ.

        Ἀ­πὸ τὰ πα­ρα­πά­νω, παι­διά μου, κα­τα­λή­γου­με στὸ συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι δὲν μᾶς ὠ­φε­λεῖ νὰ ζοῦ­με κον­τὰ σὲ κα­τοι­κη­μέ­νες πε­ρι­ο­χές, οὔ­τε νὰ συ­ναν­τοῦ­με γυ­ναῖ­κες, οἱ ὁ­ποῖ­ες, μὲ τὸ ποὺ θὰ τὶς δοῦ­με καὶ θὰ μι­λή­σου­με μα­ζί τους, δια­ρκῶς βα­σα­νί­ζουν με­τὰ τὴ σκέ­ψη μας. Οὔ­τε βε­βαί­ως ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ ἀ­φή­σου­με τὸν ἑ­αυ­τό μας νὰ φτά­σει σὲ ἀ­πό­γνω­ση καὶ νὰ ἀ­πελ­πι­στοῦ­με. Δι­ό­τι ὑ­πάρ­χουν πολ­λὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀν­θρώ­πων ποὺ δὲν ἀ­πελ­πί­στη­καν, καὶ τοὺς σπλα­χνί­στη­κε ὁ ἐ­λε­ή­μων Θε­ός.]

 

 

Πη­γή: Παλ­λα­δί­ου Ἐ­πι­σκό­που Ἑ­λε­νου­πό­λε­ως, Λαυ­σα­ϊ­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, Ἐ­πό­πτης-ἐ­πι­με­λη­τὴς ἐκ­δό­σε­ως: Ἐ­λευ­θέ­ριος Γ. Με­ρε­τά­κης, Πα­τε­ρι­καὶ ἐκ­δό­σεις «Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς», Θεσ­σα­λο­νί­κη.

 

Παλ­λά­διος (364-431). Ἄ­κμα­σε ἐ­πὶ τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Με­γά­λου Θε­ο­δο­σί­ου. Ἀ­σκή­τε­ψε στὴν Αἴ­γυ­πτο καὶ κα­τό­πιν ἔ­γι­νε ἐ­πί­σκο­πος Ἑ­λε­νο­πό­λε­ως τῆς Βι­θυ­νί­ας. Στὸ σύγ­γρα­μά του Λαυ­σα­ϊ­κόν πε­ρι­γρά­φει ἱ­στο­ρί­ες μο­να­χῶν ποὺ ἔ­δρα­σαν τοὺς πρώ­τους χρι­στι­α­νι­κοὺς αἰ­ῶ­νες.

 

Advertisements