Γ. Παλαβός, Κ. Παλαιολόγος, Γ. Πατίλης: Ὁ Δὸν Κιχώτης σὲ (λιγότερες ἀπὸ) 150 λέξεις


Palabos-Palaiologos-Patilis-AfieromaCervantes-Eisagogi-Eikona-01


Γ. Παλαβός, Κ. Παλαιολόγος, Γ. Πατίλης

 

Δὸν Κι­χώ­της σὲ (λι­γό­τε­ρες ἀ­πὸ) 150 λέ­ξεις

12+1 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα

ἐμ­πνευ­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα τοῦ Θερ­βάν­τες

καὶ μιὰ εἰ­σα­γω­γή


02-TaphΟ 1615, Ο ΜΙΓΚΕΛ ΝΤΕ ΘΕΡΒΑΝΤΕΣ ΣΑΑΒΕΔΡΑ κυ­κλο­φο­ροῦ­σε τὸ El in­ge­ni­o­so ca­bal­le­ro don Qui­jo­te de la Man­cha, τὸ δεύ­τε­ρο τό­μο, δη­λα­δή, ἑ­νὸς ἀ­πὸ τὰ ση­μαν­τι­κό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα τοῦ Δυ­τι­κοῦ Κό­σμου. Ἕ­να χρό­νο ἀρ­γό­τε­ρα, τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 1616, ὁ Ἰ­σπα­νὸς ἄ­φη­νε τὴν τε­λευ­ταί­α του πνο­ή· τὴν ἴ­δια μέ­ρα, σύμ­φω­να μὲ τὸν (ψευ­δῆ) θρύ­λο, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ἀ­πε­βί­ω­σε καὶ ὁ ἄλ­λος κο­ρυ­φαῖ­ος συγ­γρα­φέ­ας τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ κα­νό­να, ὁ Γου­ί­λιαμ Σέξ­πιρ. Τί ση­μα­σί­α ἔ­χει ἂν ὁ πρῶ­τος πέ­θα­νε στὶς 22 Ἀ­πρι­λί­ου καὶ ὁ δεύ­τε­ρος, μᾶλ­λον, στὶς 3 Μα­ΐ­ου, ἡ ἰ­σπα­νι­κὴ ἐκ­δο­τι­κὴ βι­ο­μη­χα­νί­α ἔ­χει κα­θι­ε­ρώ­σει τὴν 23η Ἀ­πρι­λί­ου, ὑ­πο­τι­θέ­με­νη ἡ­μέ­ρα θα­νά­του καὶ τῶν δύ­ο, ὡς Ἡ­μέ­ρα τοῦ Βι­βλί­ου καὶ δη­μό­σιας ἀ­νά­γνω­σης ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ Δὸν Κι­χώ­τη σὲ δι­ά­φο­ρες πό­λεις (καὶ ἐ­κτὸς Ἰ­σπα­νί­ας) ἀ­πὸ ἐ­θε­λον­τὲς ἀ­να­γνῶ­στες. Εἶ­ναι καὶ αὐ­τὸς ἕ­νας τρό­πος νὰ ἔρ­χε­ται κά­θε χρό­νο στὸ προ­σκή­νιο ἕ­νας συγ­γρα­φέ­ας πού, ὡ­στό­σο, δὲν ἔ­χει ξε­χα­στεῖ πο­τὲ για­τὶ ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα τὸ δί­δυ­μο ποὺ ἔ­πλα­σε —Δὸν Κι­χό­τε καὶ Σάν­τσο Πάν­θα (Σάν­τσο ὁ Κοι­λα­ράς)— πα­ρα­μέ­νει παγ­κό­σμιο ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς (γιὰ ἀ­να­γνῶ­στες καὶ μή) τό­σο λό­γῳ τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς του ἀ­ξί­ας, ὅ­σο για­τὶ τὰ δύ­ο μέ­λη του ὑ­πῆρ­ξαν οἱ πρῶ­τοι «ἥ­ρω­ες» πού, στὴ ρο­ὴ τῆς μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κῆς πλο­κῆς, ἐ­ξε­λίσ­σον­ται (συν­δι­α­λε­γό­με­νοι) ὡς χα­ρα­κτῆ­ρες καὶ ἀλ­λά­ζουν ἰ­δέ­ες καὶ κο­σμο­θε­ω­ρί­α.

       Ἔ­κλει­σαν καὶ κλεί­νουν, λοι­πόν, 400 χρό­νια ἀ­πὸ δύ­ο ση­μαν­τι­κὲς ἐ­πε­τεί­ους καί, ὅ­πως εἶ­ναι ἀ­να­με­νό­με­νο λαμ­βά­νουν χώ­ρα σὲ ὅ­λον τὸν κό­σμο ἐκ­δη­λώ­σεις γιὰ νὰ τι­μή­σουν τὸ ἔρ­γο καὶ τὸν συγ­γρα­φέ­α του, μὲ προ­ε­ξάρ­χου­σα τὴν Ἰ­σπα­νί­α καὶ τὸ συ­νε­πώ­νυ­μο μὲ τὸν δη­μι­ουρ­γὸ τοῦ Δὸν Κι­χό­τε ἰν­στι­τοῦ­το δι­ά­δο­σης τῆς ἰ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας (Instituto Cervantes) τὸ ὁ­ποῖ­ο δι­ορ­γά­νω­σε δύ­ο πρω­τό­τυ­πες ἐκ­θέ­σεις. Ἡ πρώ­τη, ποὺ ἔ­γι­νε τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015, ἦ­ταν μιὰ ἔκ­θε­ση ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πέ­τι­ε φό­ρο τι­μῆς στοὺς με­τα­φρα­στὲς τοῦ Δὸν Κι­χώ­τη μὲ τὴν πα­ρου­σί­α­ση 185 ἐκ­δό­σε­ων σὲ 56 γλῶσ­σες. Τὴν ἔκ­θε­ση τὴν ἐγ­και­νί­α­σε ὁ συγ­γρα­φέ­ας Χου­ὰν Γκο­ϊ­τι­σό­λο, βρα­βευ­μέ­νος τὸ 2014 μὲ τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο τῶν ἰ­σπα­νι­κῶν γραμ­μά­των ποὺ φέ­ρει καὶ ἐ­κεῖ­νο τὸ ἐ­πί­θε­το τοῦ Θερ­βάν­τες (Premio Cervantes). Ἡ δεύ­τε­ρη ἔ­λα­βε χώ­ρα τὸ Δε­κέμ­βριο τοῦ 2015 καὶ πε­ρι­λάμ­βα­νε φω­το­γρα­φί­ες τοῦ Νά­βια καὶ κεί­με­να τοῦ πε­ζο­γρά­φου Χού­λιο Γι­α­μα­θά­ρες μὲ ἀ­φορ­μὴ ἕ­να κοι­νό τους ὁ­δοι­πο­ρι­κὸ «στοὺς δρό­μους τῆς μυ­θο­πλα­σί­ας», στοὺς δρό­μους, δη­λα­δή, τῆς Κα­στίλ­λης ποὺ δι­α­τρέ­χουν στὰ τρί­α τα­ξί­δια τους οἱ ἥ­ρω­ες τοῦ Θερ­βάν­τες.

       Ἀ­να­γνῶ­στες, συγ­γρα­φεῖς, με­τα­φρα­στές, φω­το­γρά­φοι… τι­μοῦν τὸν Θερ­βάν­τες συν­δι­α­λε­γό­με­νοι, ὁ κα­θέ­νας μὲ τὸ δι­κό του τρό­πο, μὲ τὸ ἔρ­γο του. Τὸ ἱ­στο­λό­γιο Πλα­νό­διον–Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ οἱ συ­νερ­γά­τες του, μὲ τὴ συν­δρο­μὴ τοῦ Books’ Journal, ὁρ­μώ­με­νοι ἀ­πὸ τὴν ἰ­δέ­α ὅ­τι ἕ­νας ἐ­πι­πλέ­ον τρό­πος νὰ τι­μή­σεις τὴν ἐ­πέ­τει­ο ἔκ­δο­σης ἑ­νὸς τό­σο ση­μαν­τι­κοῦ ἔρ­γου εἶ­ναι, τὸ δί­χως ἄλ­λο, νὰ τὸ (ξα­να)δι­α­βά­σεις ἀλ­λὰ καὶ νὰ δη­μι­ουρ­γή­σεις, ἐμ­πνε­ό­με­νος ἀ­πὸ αὐ­τό, κά­λε­σε τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες νὰ στεί­λουν ἕ­να μι­κρο­δι­ή­γη­μα μέ­χρι 150 λέ­ξεις (ἀ­νώ­τα­το ὅ­ριο, τοῦ τί­τλου, ποὺ ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­τι­κός, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου) ἔ­χον­τας ὡς ἔμ­πνευ­ση κά­ποι­ο κε­φά­λαι­ο, πε­ρι­στα­τι­κὸ ἢ ἰ­δέ­α —ἐ­πι­μέ­ρους ἢ γε­νι­κή— τῶν δύ­ο τό­μων τοῦ ἐν λό­γῳ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Στό­χος τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου ἦ­ταν νὰ δη­μι­ουρ­γη­θεῖ ἕ­νας πραγ­μα­τι­κὸς δι­ά­λο­γος τῶν συγ­γρα­φέ­ων τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν μπον­ζά­ι μὲ τὸ ἔρ­γο τοῦ Θερ­βάν­τες καί, μέ­σῳ αὐ­τοῦ, νὰ πα­ρα­χθοῦν κεί­με­να μι­κρῆς ἔ­κτα­σης ἀλ­λὰ ἀ­ξι­ό­λο­γης δη­μι­ουρ­γι­κῆς πνο­ῆς.

       Το μυ­θι­στό­ρη­μα, ὡς λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος, εἶ­ναι ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο σύμ­παν ποὺ φι­λο­δο­ξεῖ νὰ συμ­πε­ρι­λά­βει καὶ νὰ ἐκ­φρά­σει τὰ πάν­τα, ἀ­πὸ τὸ το­πί­ο καὶ τὸ πέ­ρα­σμα τοῦ χρό­νου μέ­χρι τὴν ἰ­δε­ο­λο­γί­α καὶ τὶς μύ­χι­ες σκέ­ψεις τῶν χα­ρα­κτή­ρων του. Ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς ὁ Θερ­βάν­τες, στοὺς δύ­ο τό­μους τοῦ μνη­μει­ώ­δους ἔρ­γου του, μέ­σα ἀ­πὸ τὶς πε­ρι­πέ­τει­ες τῶν δύ­ο ἀν­τι­η­ρώ­ων του, ἀλ­λὰ καὶ πα­ρεμ­βάλ­λον­τας ἱ­στο­ρί­ες ξέ­νες πρὸς τὴν κύ­ρια πλο­κή, συν­θέ­τει τὸ πορ­τρέ­το μιᾶς ὁ­λό­κλη­ρης ἐ­πο­χῆς. Στὸ ἀν­τί­θε­το ἄ­κρο τῆς μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κῆς «πο­λυ­συλ­λε­κτι­κό­τη­τας» ἀ­παν­τᾶ­με τὴν ἀ­φαι­ρε­τι­κό­τη­τα τῆς ὑ­περ­βρα­χεί­ας ἀ­φή­γη­σης, τῶν μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἤ, ἀλ­λι­ῶς, ἱ­στο­ρι­ῶν μπον­ζά­ι ποὺ στὴν ἰ­δα­νι­κὴ μορ­φή τους δί­νουν χῶ­ρο μό­νο στὰ ἀ­πο­λύ­τως ἀ­πα­ραί­τη­τα γιὰ τὴν ἀ­φή­γη­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας τους καὶ ἀ­φή­νουν τὰ ὑ­πό­λοι­πα στὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ φαν­τα­σί­α τοῦ ἀ­να­γνώ­στη: «Ξύ­πνη­σα φρε­σκο­ξυ­ρι­σμέ­νος», γρά­φει ὁ Ἀν­τρὲς Νέ­ου­μαν σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πιὸ δι­ά­ση­μα ἰ­σπα­νό­γρα­φα μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ποὺ τι­τλο­φο­ρεῖ­ται «Μυ­θι­στό­ρη­μα τρό­μου» καὶ μὲ μό­λις τέσ­σε­ρις λέ­ξεις (τοῦ τί­τλου συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου) δη­μι­ουρ­γεῖ κλί­μα ἔν­τα­σης ποὺ θὰ ζή­λευ­αν μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἑ­κα­τον­τά­δων σε­λί­δων. Τὰ κύ­ρια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ αὐ­τοῦ τοῦ λι­λι­πού­τει­ου λο­γο­τε­χνι­κοῦ εἴ­δους εἶ­ναι ἡ συν­το­μί­α, ἡ ἀ­φαι­ρε­τι­κό­τη­τα, ἡ ἐ­πι­νο­η­τι­κό­τη­τα, ἡ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα καὶ ἡ ἀ­να­τρο­πή: ὅ,τι πρέ­πει, δη­λα­δή, γιὰ μιὰ «αἱ­ρε­τι­κὴ ἀ­να­μέ­τρη­ση» μὲ τὸν Δὸν Κι­χώ­τη.

       Ὁρ­μώ­με­νοι, λοι­πόν, ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­γνω­ση τοῦ πρω­το­τύ­που ἢ τῶν με­τα­φρά­σε­ων τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ (θυ­μί­ζου­με ὅ­τι ὁ Δὸν Κι­χώ­της ὑ­πάρ­χει δι­α­θέ­σι­μος στὸ ἐμ­πό­ριο στὶς με­τα­φρά­σεις Κ. Καρ­θαί­ου καὶ Α. Δη­μη­τρού­κα [ἐκδ. Πα­τά­κης, τό­μοι Α’ καὶ Β’], Ἠ­λί­α Ματ­θαί­ου [ἐκδ. 4π Εἰ­δι­κὲς Ἐκ­δό­σεις Α.Ε., τό­μοι Α’ καὶ Β’] καὶ Με­λί­νας Πα­να­γι­ω­τί­δου [ἐκδ. Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ον τῆς Ἑ­στί­ας, τό­μος Α’]) οἱ συγ­γρα­φεῖς ἔ­πρε­πε νὰ συγ­γρά­ψουν καὶ νὰ ἀ­πο­στεί­λουν ἐ­πώ­νυ­μα τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά τους με­τα­ξὺ 15 Σε­πτεμ­βρί­ου καὶ 15 Δε­κεμ­βρί­ου 2015 στὴν ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ δι­εύ­θυν­ση τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου. Τὰ κεί­με­να ἔ­πρε­πε ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὰ νὰ συ­νο­δεύ­ον­ται ἀ­πὸ ἀ­να­φο­ρὰ στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἀ­πό­σπα­σμα ἢ ἰ­δέ­α τοῦ βι­βλί­ου ποὺ ἀ­πε­τέ­λε­σε ἀ­φορ­μὴ γιὰ τὴ συγ­γρα­φὴ τῆς ὑ­περ­βρα­χεί­ας ἱ­στο­ρί­ας. Κά­θε συγ­γρα­φέ­ας ἐ­πι­τρε­πό­ταν νὰ λά­βει μέ­ρος στὸ ἐγ­χεί­ρη­μα μὲ ἕ­να μό­νο μι­κρο­δι­ή­γη­μα.

       Λά­βα­με συ­νο­λι­κὰ 129 ἱ­στο­ρί­ες μπον­ζά­ι, μὲ ἔ­κτα­ση ἀ­πὸ 13 ἕ­ως 150 λέ­ξεις. Ἡ κρι­τι­κὴ ἐ­πι­τρο­πή, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ­το ἀ­πὸ τὸν δι­η­γη­μα­το­γρά­φο καὶ με­τα­φρα­στῆ Γιά­ννη Πα­λα­βό, τὸν κα­θη­γη­τὴ με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας καὶ ἰ­σπα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ ΑΠΘ καὶ με­τα­φρα­στῆ Κων­σταν­τῖ­νο Πα­λαι­ο­λό­γο καὶ τὸν ποι­η­τὴ καὶ ἐκ­δό­τη Γιά­ννη Πα­τί­λη, θε­ω­ρεῖ τὴν ἀν­τα­πό­κρι­ση πο­λὺ ὑ­ψη­λή, ἀ­φοῦ τὸ πιὸ αἰ­σι­ό­δο­ξο μέ­λος της δὲν ἀ­νέ­με­νε πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ 100 συμ­με­το­χὲς (γιὰ τοὺς ἀ­παι­σι­ό­δο­ξους ἂς μὴ μι­λή­σου­με…), καὶ εἶ­ναι ἰ­διαί­τε­ρα συγ­κι­νη­μέ­νη ἀ­πὸ τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἐ­λή­φθη­σαν ἀ­πὸ μα­θη­τὲς λυ­κεί­ων της χώ­ρας: τὸ Α’ Πει­ρα­μα­τι­κὸ Λύ­κει­ο Ἀ­θη­νῶν (σχο­λεῖ­ο στὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε φοι­τή­σει μέ­λος τῆς ἐ­πι­τρο­πῆς), τὸ Β’ Γε­νι­κὸ Λύ­κει­ο Δι­α­πο­λι­τι­σμι­κῆς Ἐκ­παί­δευ­σης Εὐ­ό­σμου καὶ τὸ ΣΤ’ Γε­νι­κὸ Λύ­κει­ο Ζω­γρά­φου. Ἡ συμ­με­το­χή τους ἀ­πο­τέ­λε­σε ἔ­νε­ση αἰ­σι­ο­δο­ξί­ας. Εὐ­χα­ρι­στοῦ­με, λοι­πόν, ἀ­πὸ καρ­διᾶς τοὺς ἔ­φη­βους συγ­γρα­φεῖς καὶ τοὺς κα­θη­γη­τές τους, ὅ­πως εὐ­χα­ρι­στοῦ­με καὶ τοὺς δε­κά­δες φί­λους, ἀρ­κε­τοὶ ἀ­πὸ αὐ­τοὺς κα­τα­ξι­ω­μέ­νοι συγ­γρα­φεῖς, ποὺ μᾶς συ­νό­δευ­σαν σὲ τοῦ­το τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα καὶ μᾶς τί­μη­σαν μὲ τὴ συμ­με­το­χή τους.

       Ἀ­κο­λου­θοῦν τὰ δε­κα­τρί­α (κα­θό­τι δί­σε­κτο τὸ 2016…) κα­λύ­τε­ρα μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἔ­τσι ὅ­πως τὰ ἀ­πο­τί­μη­σε ἡ κρι­τι­κὴ ἐ­πι­τρο­πή. Τὰ δι­α­κρί­νουν χι­οῦ­μορ, πρω­τό­τυ­πες ὀ­πτι­κὲς γω­νί­ες στὴν ἀ­φή­γη­ση, ἀ­να­τρο­πὲς στὴν πλο­κὴ καὶ ἀ­πρό­βλε­πτη ἔκ­βα­ση, κά­πο­τε καὶ τὸ σπου­δαι­ό­τε­ρο: στο­χα­στι­κὸς σύγ­χρο­νος μὲ τὴν ἐ­πο­χή μας προ­βλη­μα­τι­σμὸς πά­νω στὴ γε­νι­κὴ ἰ­δέ­α τοῦ ἔρ­γου. Δε­δο­μέ­νου ὅ­τι ἡ πρό(σ)κληση τοῦ Πλα­νό­διον–Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ τοῦ Books’ Journal δὲν ἦ­ταν ἕ­νας (ἀ­κό­μη) λο­γο­τε­χνι­κὸς δι­α­γω­νι­σμὸς —ἔ­τσι καὶ ἀλ­λι­ῶς δὲν ὑ­πάρ­χει ἄλ­λο «βρα­βεῖ­ο» πέ­ρα ἀ­πὸ τὴ δη­μο­σί­ευ­ση τῶν μι­κρο­δι­η­γη­μά­των πού, σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κὴ ἐ­πι­τρο­πή, ξε­χώ­ρι­σαν— οἱ ἱ­στο­ρί­ες μπον­ζά­ι ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦν δη­μο­σι­εύ­ον­ται κα­τὰ τὴν ἀλ­φα­βη­τι­κὴ σει­ρὰ τῶν ἐ­πι­θέ­των τῶν συγ­γρα­φέ­ων τους.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβουάριος 2016.

Γιά­ννης Πα­λα­βός (1980). Ἐ­ξέ­δω­σε δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (­λη­θι­νὴ ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες [2007] καὶ ­στεῖ­ο [2012] καὶ συ­νυ­πέ­γρα­ψε τὸ σε­νά­ριο ἑ­νὸς κό­μικ (Τὸ πτῶ­μα, 2011). Με­τέ­φρα­σε τοὺς Τρι­λο­βί­τες τοῦ Breece Pancake (2015) καὶ τὸ ­με­ρο­λό­γιο προ­σευ­χῆς τῆς Flannery O’Connor (2015).

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (1963). Ἀ­να­πλη­ρω­τὴς κα­θη­γη­τὴς Ἐ­φαρ­μο­σμέ­νης Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας καὶ Ἰ­σπα­νι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ ΑΠΘ καὶ με­τα­φρα­στής (Οὐ­να­μοῦ­νο, Λόρ­κα, Σάμ­πα­το, Γι­α­μα­θά­ρες, Γκα­μο­νέ­δα, Πά­μι­ες κ.ἄ). Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του ἡ (Ἀ)πει­θαρ­χί­α τῶν λέ­ξε­ων. Κεί­με­να γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν ἰ­σπα­νό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α (Ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης, 2014). Προ­σω­πι­κὸ μπλόγκ:

http://konstantinos-paleologos.blogspot.gr

Γιά­ννης Πα­τί­λης (1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε ἕν­τε­κα συλ­λο­γὲς ποι­η­μά­των, κα­θὼς καὶ δο­κί­μια, κρι­τι­κὲς καὶ φι­λο­λο­γι­κὲς με­λέ­τες. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­διον (1986-2012). Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2010 ἵ­δρυ­σε τὴν δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση γιὰ τὸ μι­κρὸ διή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι τὴν ὁ­ποί­α συν­δι­ευ­θύ­νει ἔ­κτο­τε μὲ τὴν πε­ζο­γρά­φο Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου.



		

	

Γιάννης Παλαβός: Μιὰ σύντομη ἀποτίμηση τοῦ ἐγ­χει­ρή­μα­τος

.

09-Palabos,Giannis-Beach,Lou-MiaSyntomiApotimisiTouEgcheirimatos-Eikona-01

.

Γιά­ννης Πα­λα­βός

 .

Μιὰ σύν­το­μη ἀ­πο­τί­μη­ση τοῦ ἐγ­χει­ρή­μα­τος

[Γιὰ τoὺς 420 χαρακτῆρες τοῦ Lou Beach]

 .

13-Alpha-Century_Mag_A_AraratΝ ΣΥΝΟΨΙΖΑΜΕ τὰ βα­σι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ποὺ κα­θι­στοῦν ἕ­να δι­ή­γη­μα ἀ­ξι­α­νά­γνω­στο, θὰ κα­τα­λή­γα­με, ἐν­δε­χο­μέ­νως, στὰ ἑ­ξῆς: συμ­πύ­κνω­ση, οἰ­κο­νο­μί­α, ὑ­παι­νιγ­μός, αἰφ­νι­δια­σμός, ἀ­κρί­βεια, ἰ­δι­ά­ζου­σα γλώσ­σα, προ­σω­πι­κὸ βλέμ­μα καί, πρω­τί­στως, τὸ ρί­γος ποὺ ἀ­παν­τᾶ­ται στὴν ποί­η­ση· ὅ­λα, ἄλ­λω­στε, τὰ πα­ρα­πά­νω στοι­χεῖ­α προ­σι­διά­ζουν στὸν ποι­η­τι­κὸ λό­γο. Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους Ἕλ­λη­νες δι­η­γη­μα­το­γρά­φους τῆς ἐ­πο­χῆς μας, ὁ Γι­ῶρ­γος Σκαμ­παρ­δώ­νης, ἐ­πι­ση­μαί­νει σ’ ἕ­να κρι­τι­κό του ση­μεί­ω­μα ὅ­τι «κά­τω ἀ­πὸ τὸ δι­ή­γη­μα πρέ­πει νὰ σα­λεύ­ει τὸ ποί­η­μα» (Βι­βλι­ο­θή­κη Ἐ­λευ­θε­ρο­τυ­πί­ας, 23 Ὀ­κτω­βρί­ου 2009).

       Λαμ­βά­νον­τας ὑ­πό­ψη τὰ πα­ρα­πά­νω, θὰ μπο­ροῦ­σε ἴ­σως ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἢ ὁ δι­η­γη­μα­το­γρά­φος ποὺ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κὰ τὶς νέ­ες τε­χνο­λο­γί­ες καὶ τὶς συν­θῆ­κες ποὺ αὐ­τὲς δι­α­μορ­φώ­νουν γιὰ τὴ συγ­γρα­φή, νὰ ἀ­να­ρω­τη­θεῖ ἂν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ γρα­φτοῦν ἀ­ξι­ό­λο­γα δι­η­γή­μα­τα στὸ νέ­ο ψη­φια­κὸ πε­ρι­βάλ­λον. Ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι ἀ­σφα­λῶς κα­τα­φα­τι­κή. Οἱ πε­ρι­ο­ρι­σμοὶ ποὺ τί­θεν­ται ἀ­πὸ τὰ νέ­α μέ­σα μπο­ροῦν στὰ χέ­ρια ἱ­κα­νῶν πε­ζο­γρά­φων ἢ ποι­η­τῶν νὰ ἀ­να­δει­χθοῦν σὲ ἀ­φε­τη­ρί­α πα­ρα­γω­γῆς κα­θό­λα ἀ­ξι­α­νά­γνω­στων ἔρ­γων. Οἱ κά­θε λο­γῆς πε­ρι­ο­ρι­σμοὶ ποὺ ὣς τὸν 20ὸ αἰ­ώ­να ὑ­πα­γό­ρευ­αν οἱ πα­ρα­δε­δο­μέ­νες ἐκ­φρα­στι­κὲς φόρ­μες (ἂς θυ­μη­θοῦ­με τὴν ὑ­ψη­λὴ κω­δι­κο­ποί­η­ση τοῦ ποι­η­τι­κοῦ λό­γου πρὶν τὸ μον­τερ­νι­σμὸ) οὐ­δέ­πο­τε ἐμ­πό­δι­σαν τὴ γέν­νη­ση ση­μαν­τι­κῶν ἔρ­γων – σπου­δαῖ­α σο­νέ­τα, παν­τούμ, χα­ϊ­κοῦ ἢ ποι­ή­μα­τα σὲ δε­κα­πεν­τα­σύλ­λα­βο γρά­φον­ταν πάν­το­τε. Κι αὐ­τὸ δι­ό­τι ὁ ἐ­παρ­κὴς ποι­η­τὴς ἢ πε­ζο­γρά­φος ἀ­ξι­ο­ποι­εῖ τοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμοὺς καὶ τοὺς ἐν γέ­νει κα­νό­νες μιᾶς φόρ­μας ὑ­πέρ του καὶ ὑ­πὲρ τοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου – ἀρ­κεῖ φυ­σι­κὰ νὰ δι­α­θέ­τει ὁ­ρι­σμέ­νες ἢ ὅ­λες τὶς ποι­ό­τη­τες ποὺ ἀ­να­φέρ­θη­καν στὴν ἀρ­χὴ τοῦ ση­μει­ώ­μα­τος.

       Ἡ πε­ρί­πτω­ση τοῦ Λοὺ Μπίτς, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πι­χεί­ρη­σε νὰ γρά­ψει μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τὸ πο­λὺ 420 χα­ρα­κτή­ρων, τοὺς ὁ­ποί­ους μέ­χρι πρό­σφα­τα ἔ­θε­τε ὣς ὅ­ριο τὸ Φέ­ισ­μπουκ, ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει τὸν ἰ­σχυ­ρι­σμὸ αὐ­τόν. Τὰ σύν­το­μα κεί­με­να τοῦ Μπὶτς ὑ­περ­βαί­νουν εὔ­κο­λα τὸ ἐ­πί­πε­δο τοῦ εὐ­φυ­ο­λο­γή­μα­τος, τοῦ ἐν­τυ­πω­σι­ο­θη­ρι­κοῦ λε­κτι­κοῦ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τος ἢ τῆς βι­νι­έ­τας, δι­α­θέ­τον­τας ἱ­κα­νὸ βά­θος, ποι­η­τι­κὴ προ­ο­πτι­κὴ καὶ τὸν ἀ­ναγ­καῖ­ο ὑ­παι­νι­κτι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα· εἶ­ναι, συ­νε­πῶς, κα­θό­λα ἀ­ξι­α­νά­γνω­στα λο­γο­τε­χνή­μα­τα, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἔ­κτα­σης ἢ πε­ρι­βάλ­λον­τος ὅ­που δη­μι­ουρ­γή­θη­καν. Ὁ Μπὶτς ἀ­ξι­ο­ποί­η­σε στὸ ἔ­πα­κρο τὰ ἀ­σφυ­κτι­κὰ ὅ­ρια τοῦ Φέ­ισ­μπουκ πα­ρα­δί­δον­τας κεί­με­να ποὺ πεί­θουν τὸν ἀ­να­γνώ­στη.

      Ἀ­σφα­λῶς, δὲν εἶ­ναι ὅ­λα τα ἀ­νά­λο­γα ἐγ­χει­ρή­μα­τα a p­r­i­o­ri ἐ­πι­τυ­χῆ. Τὸ 2011, ἡ Ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων ὀρ­γά­νω­σε μιὰ ἐκ­στρα­τεί­α ἐ­ναν­τί­ον τῆς μεί­ω­σης ἀ­να­γνώ­σε­ων δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο τοῦ BBC. Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς τρό­πους ἀν­τί­δρα­σης ἦ­ταν ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των μέ­σω Του­ί­τερ (γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρες πλη­ρο­φο­ρί­ες γιὰ τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα, βλ. τὸ σχετικὸ ἀφιέρωμα τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι). Ὡ­στό­σο στὴν πε­ρί­πτω­ση ἐ­κεί­νη τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα δὲ στέ­φθη­κε μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α, δι­ό­τι, πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι τὸ χρο­νι­κὸ πε­ρι­θώ­ριο συγ­γρα­φῆς τῶν μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρὸ (μό­λις λί­γες ὧ­ρες), τὸ τε­λι­κὸ δι­ή­γη­μα ἦ­ταν προ­ϊ­ὸν συλ­λο­γι­κῆς ἐρ­γα­σί­ας ἑ­κα­τον­τά­δων χρη­στῶν του Του­ί­τερ. Μὲ ἄλ­λα λό­για, ἀ­που­σί­α­ζε τὸ ἀ­πο­τύ­πω­μα μιᾶς μο­να­δι­κῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας, ἀν­τα­νά­κλα­ση τῆς ὁ­ποί­ας —αἰ­σθη­τι­κὰ ἀλ­λὰ καὶ ὡς πε­ρι­ε­χό­με­νο— ἀ­πο­τε­λεῖ τὸ κεί­με­νο. Οἱ πα­ρά­γον­τες αὐ­τοὶ δὲ σχε­τί­ζον­ται μὲ τὸ ἴ­διο το μέ­σο καὶ τοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμοὺς ποὺ θέ­τει, ἀλ­λὰ μὲ ἐ­ξω­τε­ρι­κοὺς πα­ρά­γον­τες, δη­λα­δὴ τὴ χρή­ση τοῦ μέ­σου.

       Ἀν­τί­θε­τα, ὁ Μπὶτς ἔ­γρα­ψε τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τῶν 420 χα­ρα­κτή­ρων στὸ Φέ­ισ­μπουκ, ὅ­πως θὰ τὰ ἔ­γρα­φε ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε ἄλ­λος συγ­γρα­φέ­ας σὲ «πα­ρα­δο­σια­κὸ» πε­ρι­βάλ­λον, δη­λα­δὴ στὸ χαρ­τί: ἀ­σκών­τας ὁ ἴ­διος πλή­ρη ἔ­λεγ­χο στὸ κεί­με­νο, μὲ ἐ­λευ­θε­ρί­α χρό­νου καὶ ἐ­πι­λο­γῆς ὕ­φους. Ἐ­φό­σον ὁ Μπὶτς εἶ­ναι ἱ­κα­νὸς πε­ζο­γρά­φος —πράγ­μα ποὺ τὸ βι­βλί­ο ὡς σύ­νο­λο ἀ­πο­δει­κνύ­ει—, τὸ δι­ή­γη­μα ὄν­τως, ὅ­πως ση­μει­ώ­νει ὁ Σκὸτ Μπράν­τφιλντ στὴν κρι­τι­κή του στοὺς N­ew Y­o­rk T­i­m­es, «βγαί­νει θρι­αμ­βευ­τὴς» ἀ­π’ αὐ­τὸ τὸ ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως ἐν­δι­α­φέ­ρον πεί­ρα­μα.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν I­n­t­ro B­o­o­ks ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπα­μ­πα­τζι­μό­που­λο. Τὸ 2011 ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὸ κό­μικ «Τὸ πτῶ­μα», σὲ σχέ­διο Θα­νά­ση Πέ­τρου (J­e­m­ma P­r­e­ss). Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: E­d­g­ar L­ee M­a­s­t­e­rs, M­i­r­o­sl­av Ho­l­ub, M­a­t­t­h­ew A­r­n­o­ld, D­o­n­a­ld J­u­s­t­i­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, epo­e­ma κ.ἄ. Τὸ 2012 κυκλοφόρησε ἡ συλλογὴ διηγημάτων του Ἀστεῖο (ἐκδ. Νεφέλη). Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Γου­ί­λα Κά­θερ «Πί­τερ» καὶ ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα «Ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ “Φαν­τα­στι­κοὶ Μύ­θοι”­» κα­θὼς καὶ τὴν πα­ρου­σί­αση τοῦ «Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιου» ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ἡ ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων τὸν Σε­πτέμ­βριο-Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2011. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὸ ἀ­φιέ­ρω­μά μας στὸν Λοὺ Μπὶτς βλέ­πε ἐ­δῶ τὸ εἰ­σα­γω­γι­κὸ ἄρ­θρο τοῦ Σκὸτ Μπράντ­φιλντ κα­θὼς καὶ τὸ σχό­λι­ό μας στὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος (ἐγ­γραφὴ 18-08-2014).

 .

Γιάννης Παλαβός: Μεγάλος

 

 

Γιάννης Παλαβός

 

Μεγάλος

 

Στὴν Ἕλη

                 

 ΜΠΑΜΠΑΣ ΜΟΥ ΚΑΠΝΙΖΕΙ κά­τω ἀ­πὸ τὸ κι­ό­σκι. Κα­θι­στὸς σ’ ἕ­να σκα­μνί. Μό­λις ποὺ τὸν ξε­χω­ρί­ζω πί­σω ἀ­π’ τὶς ντο­μα­τι­ὲς κα­θὼς κα­τη­φο­ρί­ζω γιὰ νὰ μπῶ στὸν μπαχ­τσέ. «Μπαμ­πά» λέ­ω «τὸ πο­δή­λα­το τά ’­παι­ξε». Τὸν βλέ­πω ποὺ σμί­γει τὰ φρύ­δια του. Δὲν τοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ μι­λά­ω ἔ­τσι. «Τί ἔ­χει;» ρω­τά­ει. Στη­ρί­ζω τὸ πο­δή­λα­το σὲ δυ­ὸ ντά­νες τε­λά­ρα, ἄ­δεια, δε­μα­τι­α­σμέ­να γιὰ νὰ πᾶ­με στὸ χω­ρά­φι τὸ πρω­ί. Τώ­ρα σου­ρου­πώ­νει. Ὁ μπαμ­πὰς ση­κώ­νε­ται ἀρ­γά. Σή­με­ρα ἦ­ταν πρω­ι­νός, ἔ­πει­τα ἤ­πι­ε ρα­κὲς στὸ κα­φε­νεῖ­ο. Κοι­μή­θη­κε δυ­ὸ ὧ­ρες καὶ τώ­ρα, κα­θὼς τὸ Βελ­βεν­τὸ γί­νε­ται μὸβ κά­τω ἀ­π’ τὸν ἥ­λιο ποὺ δύ­ει, κά­νει τὸ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νό του τσι­γά­ρο. Δεί­χνω τὸ πε­τά­λι, «ξε­βι­δώ­θη­κε» λέ­ω. Τὸ πιά­νω καὶ τὸ φέρ­νω μιὰ σβού­ρα. Ἄλ­λη μιὰ καὶ θὰ πέ­σει στὰ χόρ­τα. «Πλα­στι­κού­ρα, μπαμ­πά. Θέ­λει ἄλ­λαγ­μα.» Ὁ μπα­μπὰς φέρ­νει τὴν ἐρ­γα­λει­ο­θή­κη. Τὴν ἔ­χει μέ­σα στὸ πα­λιὸ ψυ­γεῖ­ο. Τώ­ρα οἱ γο­νεῖς μου ἀ­γό­ρα­σαν και­νού­ριο, no frost. Τὸ πα­λιὸ ἔ­γι­νε ντου­λά­πα κά­τω ἀ­π’ τὸ κιό­σκι. Ὁ μπα­μπὰς σκύ­βει στὰ πε­τά­λια. Ἐ­γὼ κά­θο­μαι πα­ρα­πέ­ρα, σὲ μιὰ κλού­βα. «Τοὺς πού­στη­δες» λέ­ει. Μ’ ἀ­κού­ει ποὺ γε­λά­ω καὶ μοῦ ρί­χνει ἕ­να κο­φτὸ βλέμ­μα. «Θὰ πᾶ­με αὔ­ριο με­τὰ τὰ ρο­δά­κι­να στὰ Σέρ­βια ν’ ἀλ­λά­ξου­με πε­τά­λια.» Ὕ­στε­ρα ἀ­νοί­γει τὴν ἐρ­γα­λει­ο­θή­κη καὶ τὴν κοι­τά­ζει, ἀ­μί­λη­τος. Ἀ­πὸ τὴ θέ­ση μου βλέ­πω τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό της. Θὰ πρέ­πει νά ’­ναι ’­κεῖ μέ­σα γύ­ρω στὰ πε­νήν­τα κλει­διὰ καὶ κα­τσα­βί­δια, τὸ ἕ­να πά­νω στὸ ἄλ­λο, σὰν μα­κα­ρό­νια με­τὰ τὸ σού­ρω­μα. Ὁ μπαμ­πὰς τὰ πα­ρα­τη­ρεῖ. Ἔ­πει­τα ἁ­πλώ­νει τὸ χέ­ρι, παίρ­νει ἕ­να λε­πτὸ καὶ μα­κρὺ κλει­δί, μὲ μιὰ τρύ­πα στὴ μέ­ση. Γο­να­τί­ζει πλά­ι στὸ πε­τά­λι ποὺ πα­λατ­ζά­ρει. Ἀρ­χί­ζει καὶ βι­δώ­νει τὴ βά­ση τοῦ πε­τα­λιοῦ. Τὸ βλέ­πω, τὸ νι­ώ­θω ποὺ σφίγ­γει. «Γιὰ ἀ­νέ­βα» λέ­ει. Ἀ­νε­βαί­νω. Κά­νω ἕ­ναν γύ­ρο στὴν αὐ­λή, βγαί­νω στὸν κεν­τρι­κὸ δρό­μο, ξα­να­κα­τη­φο­ρί­ζω. Τὸ πο­δή­λα­το φυ­σά­ει, σκέ­φτο­μαι – ἀλ­λὰ δὲν τὸ λέ­ω. Φτά­νω στὸ κιό­σκι καὶ ξε­πε­ζεύ­ω. Ὁ μπαμ­πὰς ἔ­χει ἀ­νά­ψει κι ἄλ­λο τσι­γά­ρο. «Θὰ μοῦ δώ­σεις κι ἐ­μέ­να ἕ­να;» λέ­ω. Δὲν προ­λα­βαί­νει ν’ ἀ­παν­τή­σει κι ἀ­κού­γε­ται ἀ­π’ τὴν κου­ζί­να τη­λέ­φω­νο. Ὁ μπαμ­πὰς πά­ει νὰ τὸ ση­κώ­σει. «Ἐμ­πρός;» λέ­ει. «Ναί, ἐ­δῶ εἶ­ναι.» Γυ­ρί­ζει σὲ μέ­να, τὸν βλέ­πω μέ­σα ἀ­π’ τὴ σί­τα τῆς πόρ­τας. «Ἡ γυ­ναί­κα σου, λέ­ει ὅ­τι ὁ μι­κρὸς ἔ­χει πυ­ρε­τὸ – ἔ­λα, πλη­ρώ­νει ὑ­πε­ρα­στι­κό.» Ση­κώ­νο­μαι, σκύ­βω μὴ χτυ­πή­σω τὸ κε­φά­λι στὸ κι­ό­σκι καὶ μπαί­νω στὸ σπί­τι.

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Γιά­ννης Πα­λα­βὸς (Βελ­βεν­δὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Πάν­τει­ο. Τελευταῖο του βιβλίο εἶναι: Τὸ ἀστεῖο (ἐκδ.Νεφέλη, 2012). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, (Δε)κα­τά, Ἐν­τευ­κτή­ριο, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση κ.ἄ. Συ­νερ­γά­της τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζάι.

 

Γιάννης Παλαβός: Ἕνας λογοτεχνικὸς «τουϊτομαραθώνιος»

 

 

[Ἕ­νας λο­γο­τε­χνι­κὸς «τουϊ­το­μα­ρα­θώ­νιος»: Α’ – Τὸ ἐγχείρημα]

 

Γιάννης Παλαβός

 

Ἕ­νας λο­γο­τε­χνι­κὸς «του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιος»

 

ΔΩ ΚΑΙ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ, τὸ B­BC ἐν­τάσ­σει στὸ πρό­γραμ­μά του ἀ­να­γνώ­σεις δι­η­γη­μά­των. Πρό­κει­ται γιὰ ἰ­σχυ­ρὴ πα­ρά­δο­ση, τὴν ὁ­ποί­α μέ­χρι πρό­σφα­τα ἡ δι­οί­κη­ση τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος ὑ­πο­στή­ρι­ζε σθε­να­ρά. Στὸ πλαί­σιο, ὡ­στό­σο, τῶν πε­ρι­κο­πῶν καὶ τῆς ἀ­να­θε­ώ­ρη­σης τοῦ προ­γράμ­μα­τός του πρὸς ὄ­φε­λος τῶν ἐ­νη­με­ρω­τι­κῶν ἐκ­πομ­πῶν, οἱ ἑ­βδο­μα­δια­ῖες με­τα­δό­σεις ἔ­χουν στα­δια­κὰ κα­τὰ τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια πε­ρι­ο­ρι­στεῖ. Ὣς τὸ 2009, τὸ Radio 4 τοῦ BBC με­τέ­δι­δε ἕ­ξι δι­η­γή­μα­τα τὴν ἑ­βδο­μά­δα. Ἔ­κτο­τε, οἱ με­τα­δό­σεις πε­ρι­ο­ρί­στη­καν στὶς δύ­ο ἐ­βδο­μα­δια­ίως, ἐ­νῶ πρό­σφα­τα ἀ­να­κοι­νώ­θη­κε ὅ­τι ἀ­πὸ τὴν Ἄ­νοι­ξη τοῦ 2012 θὰ με­τα­δί­δε­ται μό­νον ἕ­να δι­ή­γη­μα τὴν ἑ­βδο­μά­δα.

       Ἡ κί­νη­ση αὐ­τή, πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἀ­ναι­ρεῖ μιὰ πα­ρά­δο­ση δε­κα­ε­τι­ῶν καὶ συμ­βάλ­λει στὴν ἀ­πα­ξί­ω­ση τῆς μι­κρῆς φόρ­μας, ἔ­χει καὶ πρα­κτι­κὲς συ­νέ­πει­ες: ἀρ­κε­τοὶ συγ­γρα­φεῖς —νε­ό­τε­ροι καὶ δό­κι­μοι— στὸ πα­ρελ­θὸν ἀ­πέ­κτη­σαν πρό­σβα­ση σὲ εὐ­ρύ­τε­ρα ἀ­κρο­α­τή­ρια μέ­σω τῶν με­τα­δό­σε­ων τοῦ BBC, ἐ­νῶ τοὺς δό­θη­κε ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ προ­ω­θή­σουν ὡς ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ες τὸ ἔρ­γο τους.

       Ὅ­πως ἦ­ταν εὔ­λο­γο, ἡ ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων (Society of Authors) ἀν­τέ­δρα­σε στὴν ὑ­πὸ σχε­δια­σμὸ νέ­α μεί­ω­ση. Ἐ­πε­λέ­γη ὡς τρό­πος ἡ δι­ορ­γά­νω­ση ἑ­νὸς μα­ρα­θω­νί­ου συγ­γρα­φῆς μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος μέ­σῳ τοῦ twitter: κά­θε Τε­τάρ­τη, γιὰ πέν­τε ἑ­βδο­μά­δες (ἀ­πὸ τὶς 14 Σε­πτεμ­βρί­ου ὣς τὶς 12 Ὀ­κτω­βρί­ου ἐ­φέ­τος), ἕ­νας κα­τα­ξι­ω­μέ­νος συγ­γρα­φέ­ας, μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔ­δι­νε μέ­σω τοῦ twitter μιὰ ἐ­ναρ­κτή­ρια φρά­ση καὶ οἱ χρῆ­στες ἔ­πρε­πε νὰ συμ­πλη­ρώ­σουν τὴ συ­νέ­χεια. Κά­θε μι­κρο­δι­ή­γη­μα ἀ­πο­τε­λοῦν­ταν ἀ­πὸ πέν­τε ἀ­ναρ­τή­σεις (t­w­e­e­ts), τὶς ὁ­ποῖ­ες ἐ­πέ­λε­γε εἴ­τε ὁ ἴ­διος ὁ συγ­γρα­φέ­ας εἴ­τε κά­ποι­ος ἐ­πι­με­λη­τής. Τὸ κά­θε δι­ή­γη­μα ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­ριθ­μεῖ συ­νο­λι­κὰ ἕ­ως 670 χα­ρα­κτῆ­ρες. Οἱ συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἔ­λα­βαν μέ­ρος εἶ­ναι οἱ Σά­ι­μον Μπρὲτ (Si­mon Brett), Νὴλ Γκάιμαν (Neil Gai­man), Τζοὰν Χάρις (Jo­an­ne Har­ris), Ἴ­αν Ράνκιν (Ian Ran­kin) καὶ Σά­ρα Γου­ό­τερς (Sa­rah Wa­ters). Συ­νο­λι­κὰ ὁ «του­ι­το­μα­ρα­θώ­νιος» ἀ­πέ­δω­σε ἕ­ξι μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα (τὴν τε­λευ­ταί­α Τε­τάρ­τη, 12 Ὀ­κτω­βρί­ου, ὁ Νὴλ Γκά­ι­μαν ποὺ ἔ­κλει­σε τὸν μα­ρα­θώ­νιο ἔ­δω­σε δύ­ο ἐ­ναρ­κτή­ρι­ες φρά­σεις). Συμ­πλη­ρω­μα­τι­κὰ τοῦ μα­ρα­θω­νί­ου, ὑ­πῆρ­χε —ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μη— δι­α­θέ­σι­μη στὸν ἱ­στό­το­πο τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων (www.societyofauthors.org) αἴ­τη­ση γιὰ τὴν ἀ­κύ­ρω­ση τῆς ἀ­πό­φα­σης τοῦ BBC, τὴν ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πο­γρά­ψει κά­θε ἐν­δι­α­φε­ρό­με­νος. Ἐ­πί­σης, στὸν ἴ­διο ἱ­στό­το­πο μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ ἀ­κού­σει τὰ ἕ­ξι μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἀ­να­γνω­σμέ­να ἀ­πὸ τρεῖς δη­μο­φι­λεῖς βρε­τα­νοὺς ἠ­θο­ποι­ούς, τὴ Μπρέν­τα Μπλέ­θιν (Bren­da Ble­thyn), τὸν Μπὶλ Νάι (Bill Ni­ghy) καὶ τὸν Χιοὺ Μπόν­βιλ (Hugh Bon­ne­vil­le).

       Σύμ­φω­να μὲ τὴν ἀ­να­κοί­νω­ση τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα κρί­νε­ται ἐ­πι­τυ­χές: χι­λιά­δες χρῆ­στες τοῦ twitter συμ­με­τεῖ­χαν κά­θε Τε­τάρ­τη στὴ συλ­λο­γι­κὴ συγ­γρα­φὴ κά­θε μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος, ἐ­νῶ ἡ αἴ­τη­ση γιὰ ἀ­να­στο­λὴ τῆς ἀ­πό­φα­σης τοῦ BBC ἔ­χει συγ­κεν­τρώ­σει πά­νω ἀ­πὸ 7000 ὑ­πο­γρα­φές.

 

* * *

 

Ἡ ἰ­δέ­α νὰ χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ γιὰ δη­μι­ουρ­γι­κοὺς σκο­ποὺς τὸ twitter, μὲ τοὺς ἐν­δι­α­φέ­ρον­τες φορ­μα­λι­στι­κοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμοὺς ποὺ ἐ­πι­βάλ­λει ἡ τε­χνι­κὴ φύ­ση τοῦ μέ­σου, ἀ­κού­γε­ται ἑλ­κυ­στι­κή. Μοιά­ζει σὰν ἄ­σκη­ση ὕ­φους, ἡ ὁ­ποί­α κα­τ’ ἀ­να­λο­γί­αν θυ­μί­ζει τὶς αὐ­στη­ρὲς φόρ­μες τῆς ποί­η­σης πρὶν τὶς ρή­ξεις ποὺ ἐ­πέ­φε­ρε ὁ μον­τερ­νι­σμός· ἤ, κα­λύ­τε­ρα —μιᾶς καὶ τὸ δι­α­κύ­βευ­μα στὴν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ πα­ρα­γω­γὴ ἑ­νὸς κει­μέ­νου μὲ αἰ­σθη­τι­κὴ ἀ­ξί­α μὲν ἀλ­λὰ μὲ τὴ μέ­γι­στη οἰ­κο­νο­μί­α— τὸ χα­ι-κοὺ ἢ τὸ ἐ­πί­γραμ­μα. Ἐ­πι­πλέ­ον, εἶ­ναι αὐ­το­νό­η­το ὅ­τι ἡ δη­μο­φι­λί­α τῶν λε­γό­με­νων «μέ­σων κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης» ὅ­πως τὸ twitter ἐ­ξα­σφα­λί­ζει δη­μο­σι­ό­τη­τα. Ὁ­μοί­ως λει­τουρ­γεῖ καὶ ἡ συμ­με­το­χι­κὴ φύ­ση τοῦ μέ­σου, ἡ ὁ­ποί­α κι­νη­το­ποι­εῖ ἄ­κο­πα χι­λιά­δες κό­σμου.

       Μὲ ἄλ­λα λό­για, ἕ­νας «Τουϊ­το­μα­ρα­θώ­νιος γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α τοῦ δι­η­γή­μα­τος» (ὅ­πως τι­τλο­φο­ρεῖ­ται τὸ ἄρ­θρο τοῦ Νὴλ Γκά­ι­μαν ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ­­ στὴν ἑ­πό­με­νη ἀνάρ­τη­ση) συ­νι­στᾶ ὁ­πωσ­δή­πο­τε μιὰ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νη, ἠ­χη­ρὴ κί­νη­ση γιὰ νὰ προ­ω­θη­θοῦν οἱ σκο­ποὶ τῶν δι­ορ­γα­νω­τῶν – μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους ἀ­σφα­λῶς δὲν θὰ δι­α­φω­νοῦ­σαν πολ­λοί.

       Ὡ­στό­σο, τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα, ἂν κρι­θεῖ μὲ αὐ­στη­ρὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ κρι­τή­ρια, δὲν εἶ­ναι ἐν­θαρ­ρυν­τι­κό. Τὰ ἕ­ξι μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἀ­πέ­δω­σε ὁ του­ι­το­μα­ρα­θώ­νιος μᾶλ­λον δὲν ἀ­πο­τε­λοῦν ὄν­τως δι­η­γή­μα­τα. Ὁ Γκά­ι­μαν, δύ­ο μέ­ρες ἀ­φοῦ ξε­κί­νη­σε ὁ μα­ρα­θώ­νιος (το ἄρ­θρο του δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὶς 16 Σε­πτεμ­βρί­ου στὸ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸ βι­βλί­ο ἰ­στο­λό­γιο τοῦ G­u­a­r­d­­i­an) ἐ­πε­σή­μαι­νε: «Ὁ του­ι­το­μα­ρα­θώ­νιος ποὺ κά­νου­με [­.­.­.] μπο­ρεῖ νὰ δώ­σει σπου­δαῖ­ες ἱ­στο­ρί­ες, μπο­ρεῖ καὶ ὄ­χι: ἡ συ­νερ­γα­τι­κὴ πνευ­μα­τι­κὴ ἐρ­γα­σί­α πολ­λῶν ἀν­θρώ­πων ἀ­πο­δί­δει ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ὅ­ταν τὸ ζή­τη­μα εἶ­ναι ἡ συγ­κέν­τρω­ση εἰ­δή­σε­ων ἢ ὁ σχο­λια­σμός, ἀλ­λὰ συ­νή­θως δὲν πα­ρά­γει σπου­δαί­α τέ­χνη.» Καὶ ἔ­χει δί­κιο: τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ποὺ προ­έ­κυ­ψαν μοιά­ζουν μὲ συ­νον­θύ­λευ­μα δι­α­φο­ρε­τι­κῶν φω­νῶν καὶ αἰ­σθη­τι­κῶν ἐ­πι­λο­γῶν, ποὺ στὴν πλει­ο­ψη­φί­α τους δὲν κα­τα­λή­γουν που­θε­νά. Πα­ρό­λο ποὺ τὸ εἶ­δος τῆς ἱ­στο­ρί­ας ὁ­ρι­ζό­ταν πρὶν ἀ­πὸ κά­θε μα­ρα­θώ­νιο καὶ πα­ρό­λο ποὺ ὑ­πῆρ­χε ἐ­πι­με­λη­τὴς μὲ κα­θῆ­κον νὰ ἑ­νο­ποι­ή­σει ὑ­φο­λο­γι­κὰ καὶ νὰ δώ­σει κα­τεύ­θυν­ση στὰ ἑ­κα­τον­τά­δες μη­νύ­μα­τα ἀρ­μο­λο­γών­τας τα σὲ ἕ­να ἑ­νια­ῖο σῶ­μα, τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα —δε­δο­μέ­νου καὶ τοῦ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νου χρό­νου συγ­γρα­φῆς— δὲν δι­και­ώ­νει τὶς προσ­δο­κί­ες γιὰ ἕ­να πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­ξι­α­νά­γνω­στο κεί­με­νο.

       Πρέ­πει νὰ ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι αὐ­τὸ δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ ἀ­πό­πει­ρα νὰ γρά­ψει κα­νεὶς ἐκ­κι­νών­τας ἀ­πὸ τοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμοὺς τοῦ μέ­σου αὐ­τοῦ στε­ρεῖ­ται νο­ή­μα­τος· οἱ 670 χα­ρα­κτῆ­ρες ποὺ τέ­θη­καν ὡς ὅ­ριο θὰ μπο­ροῦ­σαν ἄ­νε­τα στὰ χέ­ρια ἑ­νὸς ἐ­παρ­κοῦς συγ­γρα­φέα νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σουν ἱ­κα­νὸ χῶ­ρο —ἢ καὶ ἔ­ναυ­σμα— γιὰ νὰ ἀ­να­πτύ­ξει ἕ­να ἀ­ξι­ό­λο­γο, ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νο μι­κρο­δι­ή­γη­μα. Ἕ­να τέ­τοι­ο ἀ­πο­τέ­λε­σμα, ὅ­μως, εἶ­ναι πι­θα­νῶς ἐ­φι­κτὸ ὑ­πὸ συν­θῆ­κες δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἀ­π’ ὅ,τι ἐ­κεῖ­νες τοῦ του­ϊτο­μα­ρα­θώ­νιου· ἤ­τοι, ὅ­ταν συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι ἕ­να πρό­σω­πο μὲ προ­σω­πι­κό­τη­τα, τα­λέν­το καὶ πλή­ρη ἔ­λεγ­χο τοῦ κει­μέ­νου, καὶ χω­ρὶς ἀ­σφυ­κτι­κὸ χρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­ρι­σμό. Ἀ­σφα­λῶς, ὅ­λα κρί­νον­ται ἐκ τοῦ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος· ὡ­στό­σο, ἕ­να κεί­με­νο λο­γο­τε­χνι­κῶν ἀ­ξι­ώ­σε­ων συ­νή­θως εἶ­ναι προ­ϊ­ὸν ἑ­νὸς συγ­γρα­φι­κοῦ νοῦ καὶ ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­πο­τύ­πω­ση τῆς μο­να­δι­κῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας καὶ τῆς μο­να­δι­κῆς αἰ­σθη­τι­κῆς του.

 

* * *

 

Στὸ πλαί­σιο τοῦ μι­κροῦ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» τοῦ Πλα­νό­διου στὸ πρω­τό­τυ­πο ἐγ­χεί­ρη­μα τῆς ἀγ­γλι­κῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, πα­ρα­τί­θε­ται τὸ ἄρ­θρο τοῦ Νὴλ Γκά­ι­μαν μὲ τί­τλο «Ἕ­νας του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιος γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α τοῦ δι­η­γή­μα­τος». Τὸ κεί­με­νο πα­ρου­σιά­ζει ἐν­δι­α­φέ­ρον, για­τί ἀ­πο­τε­λεῖ κα­τά­θε­ση τῆς εἰ­λι­κρι­νοῦς ἀ­γά­πης ἑ­νὸς ἀ­ξι­ό­λο­γου καὶ δη­μο­φι­λέ­στα­του συγ­γρα­φέ­α, γνω­στοῦ κυ­ρί­ως ὡς μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φου, γιὰ τὴ μι­κρὴ φόρ­μα. Ταυ­τό­χρο­να, θί­γει τὸ ζή­τη­μα τοῦ ὅ­λο καὶ συρ­ρι­κνού­με­νου ἐκ­δο­τι­κοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος γιὰ τὸ δι­ή­γη­μα. Ἐ­πί­σης, τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα πε­ρι­λαμ­βά­νει με­τα­φρα­σμέ­νες στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ τὶς δύ­ο ἐ­παρ­κέ­στε­ρες, κα­τὰ τὴν κρί­ση τοῦ γρά­φον­τος, ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὶς ἕ­ξι τοῦ μα­ρα­θω­νί­ου. Ὁ ἀ­να­γνώ­στης μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­τρέ­ξει στὸν ἱ­στό­το­πο τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων γιὰ νὰ δι­α­βά­σει καὶ τὶς ὑ­πό­λοι­πες, ὥ­στε νὰ σχη­μα­τί­σει μιὰ πλή­ρη ἄ­πο­ψη γιὰ τὴν ἔκ­βα­ση τοῦ ἐγ­χει­ρή­μα­τος.

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση

 

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν Intro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἀν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπα­μ­πα­τζι­μό­που­λο. Τὸ 2011 ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὸ κό­μικ «Τὸ πτῶ­μα», σὲ σχέ­διο Θα­νά­ση Πέ­τρου (Jem­ma Press). Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Edgar Lee Ma­sters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Jus­ti­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, epo­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Γου­ί­λα Κά­θερ «Πί­τερ» καὶ ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα «Ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ “Φαν­τα­στι­κοὶ Μύ­θοι”­».

 

Γιάννης Παλαβός: Ὁ Ἄμπροουζ Μπὴρς καὶ οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύθοι

 

 

Γιάννης Παλαβός

 

«Τί­πο­τα δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α»:

ὁ Ἄμπροουζ Μπὴρς καὶ οἱ Φανταστικοὶ μύθοι. Μι­κρὴ ἐ­κλο­γή.

 

ΠΟΙ­Η­ΤΗΣ ΚΑΙ ΠΕ­ΖΟ­ΓΡΑ­ΦΟΣ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς (A­m­b­r­o­se B­i­e­r­ce. Ὀ­χά­ι­ο, 1842–Με­ξι­κό, με­τὰ τὸ 1913) ὑ­πῆρ­ξε ση­μαί­νου­σα μορ­φὴ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ τέ­λους τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20ου. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴ στα­δι­ο­δρο­μί­α του στὰ γράμ­μα­τα, ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος στὴν Ἀγ­γλί­α καὶ τὶς Η­ΠΑ – ἰ­δί­ως στὴ Δυ­τι­κὴ Ἀ­κτή, ὅ­που τα ἄρ­θρα του ἀ­σκοῦ­σαν ση­μαν­τι­κὴ ἐ­πιρ­ρο­ή. Τὰ ἴ­χνη του χά­θη­καν τὸ 1913, ὅ­ταν πέ­ρα­σε τὰ ἀ­με­ρι­κα­νο-με­ξι­κα­νι­κὰ σύ­νο­ρα γιὰ νὰ συν­δρά­μει —ὅ­πως του­λά­χι­στον εἰ­κά­ζε­ται— τὶς δυ­νά­μεις τῆς με­ξι­κα­νι­κῆς ἐ­πα­νά­στα­σης ὑ­πὸ τὸν Πάν­τσο Βί­για.

       Τὸ ἔρ­γο τοῦ Μπὴρς συν­τί­θε­ται ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον ἀ­πό: (α) Δι­η­γή­μα­τα σὲ ρε­α­λι­στι­κὸ ὕ­φος ποὺ ἀν­τλοῦν ἀ­πὸ τὶς ἐμ­πει­ρί­ες του ὡς στρα­τι­ώ­τη καὶ με­τέ­πει­τα ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοῦ στὸν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ ἐμ­φύ­λιο. Στὰ δι­η­γή­μα­τα αὐ­τὰ οὐ­δέ­πο­τε δο­ξο­λο­γεῖ­ται ὁ πό­λε­μος· κυ­νι­κὰ καὶ με­λαγ­χο­λι­κά, τὰ κεί­με­να τοῦ Μπὴρς πα­ρου­σιά­ζουν τὸν πό­λε­μο ὡς μιὰ ὀ­δυ­νη­ρὴ καὶ μά­ται­η ἄ­σκη­ση στὴ βία καὶ τὸ θά­να­το. (β) Δι­η­γή­μα­τα τρό­μου· ἐ­δῶ τὸ εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν κα­τα­βο­λῶν γοτ­θι­κὸ στοι­χεῖ­ο μπο­λι­ά­ζε­ται μὲ τὴν το­πο­γρα­φί­α καὶ ἀν­θρω­πο­γε­ω­γρα­φί­α τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς Δύ­σης, ἐ­νῶ δί­νε­ται ἔμ­φα­ση στὶς ψυ­χο­λο­γι­κὲς πτυ­χὲς τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Εἶ­ναι μιὰ ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες φο­ρὲς στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α —τὸ δρό­μο ἄ­νοι­ξε ὁ Ἔν­τγκαρ Ἄ­λαν Πό­ε— ποὺ ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται ἡ ὑ­παρ­ξια­κὴ δι­ά­στα­ση τῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ. (γ) Ἀλ­λη­γο­ρι­κοὺς μύ­θους· στὴν κα­τη­γο­ρί­α αὐ­τὴ ἐν­τάσ­σον­ται οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι, στοὺς ὁ­ποί­ους θὰ ἀ­να­φερ­θοῦ­με ἐ­κτε­νέ­στε­ρα στὴ συ­νέ­χεια. (δ) Ποι­ή­μα­τα· πρό­κει­ται γιὰ ἔμ­με­τρα ποι­ή­μα­τα, συ­χνὰ ὀ­λι­γό­στι­χα, ποὺ κα­τα­πι­ά­νον­ται μὲ τὰ ἴ­δια θέ­μα­τα ποὺ ἀ­πα­σχό­λη­σαν ἐν γέ­νει τὸν Μπήρς. Ἡ ἐ­πι­τυ­χί­α τῶν πε­ζο­γρα­φη­μά­των του ἔ­χει ἐ­πι­σκιά­σει αὐ­τὴ τὴν πλευ­ρὰ τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς του δρα­στη­ρι­ό­τη­τας. (ε) Ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κή του ἐρ­γα­σί­α ἢ δι­α­σκευ­ὴ αὐ­τῆς σε λο­γο­τέ­χνη­μα· εἶ­ναι ἡ πε­ρί­πτω­ση τοῦ δη­μο­φι­λέ­στε­ρου πο­νή­μα­τός του, τοῦ Ἀλ­φα­βη­τα­ρί­ου τοῦ Δι­α­βό­λου, ἑ­νὸς ἰ­δι­ό­τυ­που ἀν­τι-λε­ξι­κοῦ ποὺ ξε­κί­νη­σε ὡς στή­λη σὲ ἐ­φη­με­ρί­δα καὶ κα­τό­πιν ἐκ­δό­θη­κε ὑ­πὸ μορ­φὴ βι­βλί­ου.

       Ὁ Μπὴρς εἶ­ναι πε­ρί­φη­μος κυ­ρί­ως γιὰ τὸ ὕ­φος του: πι­κρός, εἴ­ρων, ἱ­κα­νό­τα­τος στὴν πο­λι­τι­κὴ καὶ κοι­νω­νι­κὴ σά­τι­ρα, τα­γὸς τοῦ ὀρ­θοῦ λό­γου. Στό­χοι του ἦ­ταν τὸ πο­λι­τι­κὸ καὶ δι­κα­στι­κὸ σύ­στη­μα, οἱ δι­πλω­μά­τες, ἡ ὀρ­γα­νω­μέ­νη θρη­σκεί­α, ὁ Τύ­πος, οἱ συγ­γρα­φεῖς καὶ τὸ σι­νά­φι τους ἀλ­λὰ καὶ οἱ δι­ά­φο­ρες «Ἑ­νώ­σεις Γυ­ναι­κῶν» (ὁ Μπὴρς ἔ­γρα­φε κα­τὰ τὴν ἐ­πο­χὴ τῆς πρώ­της γυ­ναι­κεί­ας χει­ρα­φέ­τη­σης). Τὰ ἐ­πί­θε­τα ποὺ συ­νο­δεύ­ουν τὸ ἔρ­γο του κω­δι­κο­ποι­οῦν­ται εὔ­κο­λα: κυ­νι­κό, σαρ­κα­στι­κό, πνευ­μα­τῶ­δες, ἀλ­λό­κο­το, μα­κά­βριο, ἀ­παι­σι­ό­δο­ξο, μι­σαν­θρω­πι­κό. Ἡ φρά­ση ποὺ λέ­γε­ται πὼς ἀ­πο­τε­λοῦ­σε τὸ μό­το του εἶ­ναι «No­thing mat­ters»: «Τί­πο­τα δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α».

       Ἡ κρι­τι­κὴ ὑ­περ­τό­νι­σε τὸν μη­δε­νι­στι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τῶν κει­μέ­νων τοῦ Μπήρς. Ὡ­στό­σο, πρό­κει­ται γιὰ πα­ρε­ξή­γη­ση. Ἡ πε­ρί­πτω­σή του φέρ­νει στὸ νοῦ ἕ­ναν ἄλ­λον, νε­ό­τε­ρο ὁ­μό­τε­χνό του ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ Ἀ­τλαν­τι­κοῦ, γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­χουν γρα­φτεῖ πε­ρί­που τὰ ἴ­δια: τὸν αὐ­στρια­κὸ Τό­μας Μπέρ­νχαρντ. Ἡ ἀ­στο­χί­α τῶν κα­τη­γό­ρων ἀμ­φό­τε­ρων τῶν συγ­γρα­φέ­ων ἔγ­κει­ται στὸ ὅ­τι δὲν ἀν­τι­λή­φθη­καν ὅ­τι ἡ πι­κρὴ αὐ­τὴ στά­ση εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος ἀ­νε­στραμ­μέ­νης τρυ­φε­ρό­τη­τας. Τό­σο ὁ Μπὴρς ὅ­σο καὶ ὁ Μπέρ­νχαρντ δι­ῆλ­θαν βί­ο συ­χνὰ μο­νή­ρη καὶ πλή­ρη ἀ­πο­γο­η­τεύ­σε­ων. Ὅ­πως ση­μει­ώ­νει γιὰ τὸν Μπέρ­νχαρντ ὁ με­τα­φρα­στής του Σπύ­ρος Μο­σκό­βου «­[­…] Ἡ ἀ­δυ­να­μί­α τῆς προ­σω­πι­κῆς εὐ­τυ­χί­ας καὶ ἡ ἄ­πω­ση γιὰ τὸν κοι­νω­νι­κὸ πε­ρί­γυ­ρο δι­ο­χε­τεύ­θη­καν σὲ μιὰ λο­γο­τε­χνί­α γε­μά­τη σαρ­κα­σμὸ καὶ ὑ­παρ­ξια­κὴ με­λαγ­χο­λί­α. Τὰ πε­ζὰ καὶ τὰ θε­α­τρι­κά του Μπέρ­νχαρντ μοιά­ζουν ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως μὲ ἔρ­γα “μι­σαν­θρώ­που”. Μέ­χρι νὰ ἀ­φουγ­κρα­στεῖς πί­σω τους τὸ ἀ­να­τρι­χι­α­στι­κὸ κλά­μα γιὰ τὴ χα­ρὰ ποὺ δὲν ἦρ­θε πο­τὲ» (στὸ Τὰ βρα­βεῖ­α μου, Ἑ­στί­α, 2010).

 

Ὁ Μπὴρς στὰ ἑλ­λη­νι­κά

 

       Ἂν κι ἕ­να μᾶλ­λον ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το πο­σο­τι­κὰ μέ­ρος του ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἑλ­λη­νι­κά, τὸ ἔρ­γο τοῦ Μπὴρς δὲν ἔ­χει τύ­χει ἀ­κό­μη τῆς δέ­ου­σας ὑ­πο­δο­χῆς στὴν Ἑλ­λά­δα. Μὲ ἐ­ξαί­ρε­ση τὸ Ἀλ­φα­βη­τά­ρι τοῦ δι­α­βό­λου, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς ἔρ­γο ἀ­να­φο­ρᾶς καὶ εἶ­ναι πιὰ ἐν­ταγ­μέ­νο στὸν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να, ὁ Μπὴρς δὲν φαί­νε­ται νὰ ἔ­χει ἀ­πα­σχο­λή­σει ἰ­δι­αί­τε­ρα τοὺς δι­α­μορ­φω­τὲς τοῦ ἐγ­χώ­ριου κα­νό­να. Αὐ­τὸ ἐν­δε­χο­μέ­νως ὀ­φεί­λε­ται στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ συγ­γρα­φέ­α στὰ κα­θ’ ἡ­μᾶς ἀ­νέ­λα­βαν συ­χνὰ ἐ­λάσ­σο­νες ἐκ­δο­τι­κοὶ οἶ­κοι ποὺ εἰ­δι­κεύ­ον­ται στὴν πα­ρα­λο­γο­τε­χνί­α τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ. Πε­ρι­λαμ­βά­νον­τας κεί­με­νά του σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες τοῦ εἴ­δους —ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς πρό­χει­ρα με­τα­φρα­σμέ­νες καὶ ἐ­πὶ τῆς οὐ­σί­ας χω­ρὶς ἐ­πι­μέ­λεια— προ­σέ­δε­σαν, λό­γω τῆς ἀ­τυ­χοῦς αὐ­τῆς με­ρί­κευ­σης, τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Μπὴρς στὸ ἅρ­μα μιᾶς λο­γο­τε­χνί­ας εἰ­δι­κῶν ἐν­δι­α­φε­ρόν­των καὶ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νης ἀν­το­χῆς. Σ΄ αὐ­τὸ τὸ πλαί­σιο, ἡ πρό­σφα­τη ἔκ­δο­ση μιᾶς συλ­λο­γῆς τεσ­σά­ρων δι­η­γη­μά­των τοῦ Μπὴρς ὑ­πὸ τὸν τί­τλο Λέ­σχη γο­νε­ο­κτό­νων (2010) ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἄ­γρα καὶ ἡ σχε­τι­κὴ κρι­τι­κο­γρα­φί­α δη­μι­ουρ­γοῦν ἴ­σως τὶς προ­ϋ­πο­θέ­σεις γιὰ ἀ­νά­σχε­ση τοῦ κλί­μα­τος.

 

Οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι

 

       Οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι (F­a­n­t­a­s­t­ic f­a­b­l­es, G.P. P­u­t­n­a­m­’s S­o­ns, Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1899) ἀν­τλοῦν ἀ­πὸ τοὺς μύ­θους τοῦ Αἰ­σώ­που: κα­τὰ τὸ πρό­τυ­πο τῶν αἰ­σώ­πει­ων ἀ­φη­γή­σε­ων, ὁ Μπὴρς πα­ρα­δί­δει σύν­το­μες, ἐν εἴ­δει ἀ­νεκ­δό­του ἱ­στο­ρί­ες, συ­χνό­τα­τα δι­α­λο­γι­κές, μὲ δι­δα­κτι­κὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο (ἂν καὶ κα­τὰ κα­νό­να ἀ­νορ­θό­δο­ξο)· ὅ­πως καὶ στὸν Αἴ­σω­πο, πρω­τα­γω­νι­στὲς εἶ­ναι πολ­λὲς φο­ρὲς ζῶ­α ἀλ­λὰ καὶ ἀ­φη­ρη­μέ­νες ἔν­νοι­ες, ὅ­πως ἡ Ἀ­ρε­τὴ ἢ ἡ Μοί­ρα. Ἡ δι­α­φο­ρὰ εἶ­ναι ὅ­τι στοὺς μύ­θους τοῦ Μπήρς, ποὺ ἀ­πευ­θύ­νον­ται σὲ ἐ­νή­λι­κες, κυ­ρί­αρ­χο στοι­χεῖ­ο εἶ­ναι ἡ κοι­νω­νι­κὴ καὶ πο­λι­τι­κὴ σά­τι­ρα, πάν­τα ἀ­πὸ τὸ με­τε­ρί­ζι μιᾶς παι­γνι­ώ­δους ἀλ­λὰ ἄ­τεγ­κτα ὀρ­θο­λο­γι­κῆς με­τρι­ο­πά­θειας. Δι­ά­χυ­το εἶ­ναι ἐ­πί­σης τὸ οἰ­κεῖ­ο καυ­στι­κὸ καὶ κα­τὰ κα­νό­να ἀ­παι­σι­ό­δο­ξο βλέμ­μα τοῦ συγ­γρα­φέα ἀ­πέ­ναν­τι στὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση.

       Τὸ βι­βλί­ο πε­ρι­λαμ­βά­νει 245 σύν­το­μα ἀ­φη­γή­μα­τα. Τὰ 181 ἐξ αὐ­τῶν εἶ­ναι πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να τοῦ Μπήρς, ἐ­νῶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα εἶ­ναι δι­α­σκευ­ὲς αἰ­σώ­πει­ων καὶ ἄλ­λων μύ­θων, τοὺς ὁ­ποί­ους πα­ραλ­λάσ­σει κα­τὰ τὸ δο­κοῦν προ­κει­μέ­νου νὰ ἀ­πο­τυ­πώ­σει τὴν προ­σω­πι­κή του κο­σμο­αν­τί­λη­ψη. Ἂν καὶ δὲν εἶ­ναι ὅ­λα τὰ κεί­με­να τῆς συλ­λο­γῆς τὸ ἴ­διο ἀ­ξι­ό­λο­γα καὶ ἡ στα­θε­ρὰ ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη δο­μή τους κα­τα­λή­γει κου­ρα­στι­κή, ἀρ­κε­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὰ ἀ­ξί­ζουν τὴν προ­σο­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη· ἂν μὴ τί ἄλ­λο δι­ό­τι τὸ βι­βλί­ο συ­νι­στᾶ μιά, κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο, σύ­νο­ψη —αἰ­σθη­τι­κὰ καὶ θε­μα­τι­κά— τῆς πνευ­μα­τώ­δους γρα­φῆς τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ὅ­πως ση­μει­ώ­νει γιὰ τοὺς Φαν­τα­στι­κοὺς μύ­θους ὁ R­o­b­e­rt L. G­a­le στὸ An A­m­b­r­o­se B­i­e­r­ce c­o­m­p­a­n­i­on (G­r­e­e­n­w­o­od P­r­e­ss, 2001, σέλ. 94), «­[­…] Τὸ τε­λι­κὸ συμ­πέ­ρα­σμα τοῦ Μπὴρς εἶ­ναι ὅ­τι τὰ χρή­μα­τα ἐ­πι­κρα­τοῦν ἔ­ναν­τι τῆς ἠ­θι­κῆς, ἡ φι­λαρ­γυ­ρί­α ἔ­ναν­τι τοῦ ἰ­δε­α­λι­σμοῦ, ἡ κα­κί­α ἔ­ναν­τι τῆς κα­λο­σύ­νης, ἡ ἀ­χα­ρι­στί­α ἔ­ναν­τι τῆς εὐ­γνω­μο­σύ­νης, ἡ δι­α­φθο­ρὰ ἔ­ναν­τι τῆς ἀ­κε­ραι­ό­τη­τας χα­ρα­κτή­ρα, ἡ ἀ­πά­θεια ἔ­ναν­τι τῆς δρά­σης – κον­το­λο­γίς, ὁ θά­να­τος, σὲ ὅ­λες του τὶς μορ­φές, ἔ­ναν­τι τῆς ζω­ῆς.» Ὅ,τι δη­λα­δὴ ἐν συ­νό­λῳ ὑ­πεν­θυ­μί­ζει συ­νε­χῶς τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἄμ­προ­ουζ Μπήρς.

       Ἐ­πι­ση­μαί­νε­ται ὅ­τι οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι πα­ρου­σι­ά­στη­καν γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ τὸ 1983 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Γράμ­μα­τα, σὲ με­τά­φρα­ση τοῦ Θέ­μη Μι­χα­ήλ, ὑ­πὸ τὸν τί­τλο Φαν­τα­στι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ βι­βλί­ο αὐ­τὸ εἶ­ναι δυ­σεύ­ρε­το σή­με­ρα. Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ὅ­τι δὲν συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὸν βι­βλι­ο­γρα­φι­κὸ κα­τά­λο­γο τῆς Ἐ­θνι­κῆς Βι­βλι­ο­θή­κης. Ἔ­τσι δὲν μπο­ρέ­σα­με νὰ ἔ­χου­με τὴν σχε­τι­κὴ αὐ­το­ψί­α.

       Mιὰ μι­κρὴ ἐ­κλο­γὴ δέ­κα κει­μέ­νων ἀ­πὸ τοὺς Φαν­τα­στι­κοὺς μύ­θους θὰ πα­ρου­σια­στεῖ στὶς προ­σε­χεῖς ἀ­ναρ­τή­σεις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου.

  

 

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Πάν­τει­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν In­tro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Ed­gar Lee Mas­ters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Justi­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, e-p­o­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο Ἱστορίες Μπονζάι τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Willa Cather «Πίτερ».

 

Φωτογραφία: Ὁ Ἀμβρόσιος Μπὴρς πενήντα ἐτῶν, στὶς 7 Ὀκτωβρίου 1892.

 

Γιάννης Παλαβός: Password

 

 

Γιά­ννης Πα­λα­βός

 

P­a­s­s­w­o­rd

 

ΥΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ ὁ­λό­κλη­ρα, ὅ­ταν πή­γαι­να στὸ χω­ριὸ γιὰ δι­α­κο­πές, ἔ­κλε­βα δί­κτυ­ο ἀ­πὸ τὸ γεί­το­να. Στὴν ἀρ­χὴ τὸ εἶ­χε ἀ­νοι­χτό, χω­ρὶς κω­δι­κό. Ὅ­ταν κα­τά­λα­βε ὅ­τι κά­ποι­ος τὸν ἔ­κλε­βε, ἔ­βα­λε p­a­s­s­w­o­rd. Μιὰ μέ­ρα στὸ κα­φε­νεῖ­ο τὸν ρώ­τη­σα τὴν ἡ­με­ρο­μη­νί­α γέν­νη­σής του, δῆ­θεν ὅ­τι ἤ­θε­λα νὰ μά­θω τὸ ζώ­διό του. Γύ­ρι­σα σπί­τι καὶ πλη­κτρο­λό­γη­σα τοὺς ἀ­ριθ­μούς. Δυ­ὸ κα­λο­καί­ρια ἔ­τσι κα­τέ­βα­ζα μου­σι­κή. Ὣς κι εὐ­χε­τή­ρια κάρ­τα σκέ­φτη­κα νὰ τοῦ στεί­λω στὰ γε­νέ­θλιά του. Σή­με­ρα, 12 Ἰ­ου­νί­ου 2009, μό­λις πῆ­ρα τὴν ἄ­δειά μου, μπῆ­κα στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο γιὰ τὸ χω­ριό. Φτά­νω καὶ βλέ­πω ἀ­πέ­ναν­τι φέ­ρε­τρο. Γνέ­φω στὴ μά­να μου. «Τὸν χτύ­πη­σε αὐ­το­κί­νη­το» εἶ­πε. «Πῆ­γε ἄ­δι­κα, τό­σο νέ­ος.» Ἀ­νέ­βη­κα στὸ δω­μά­τιό μου, ἄ­νοι­ξα τὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ καὶ πλη­κτρο­λό­γη­σα τὸ p­a­s­s­w­o­rd: δού­λευ­ε ρο­λό­ι.

  

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­δὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Πάν­τει­ο. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴ  συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (I­n­t­ro B­o­o­ks, 2007). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, (Δε)κα­τά, Ἐν­τευ­κτή­ριο, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση κ.ἄ.