Γι­ῶρ­γος Πα­λα­βρά­κης: Τρί­α κομ­μά­τια γιὰ κι­θά­ρα



Γι­ῶρ­γος Πα­λα­βρά­κης


Τρί­α κομ­μά­τια γιὰ κι­θά­ρα


          Πα­ρα­σκευ­ὴ ἀ­πό­βρα­δο


ΚΑΠΝΙΖΕΙ τὸ τσι­γά­ρο του σκυ­φτὸς κά­τω ἀ­π’ τὰ μα­ρα­μέ­να κλή­μα­τα. Πο­λὺς κό­σμος μπαι­νο­βγαί­νει γιὰ νὰ ξε­σκά­σει ἀ­π’ τὴ φορ­τι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ δη­μι­ουρ­γεῖ ἡ κα­πνιὰ ξε­γλι­στρών­τας ὕ­που­λα ἀ­π’ τὴν κου­ζί­να. Κά­νω νὰ τὸν φω­νά­ξω, ἀλ­λὰ τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ δι­στά­ζω. Ἔ­χει σκο­τει­νιά­σει τὸ πρό­σω­πό του. Βλέ­πεις, ἕ­ξι σχε­δὸν χρό­νια εἶ­ναι ρι­ζω­μέ­νος ἐ­δῶ. Τὰ δά­χτυ­λά του μοι­ραῖ­α συ­ναν­τοῦν τὴν καύ­τρα τοῦ τσι­γά­ρου —ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­ναι βυ­θι­σμέ­νος σὲ πε­ρι­συλ­λο­γὴ— κι ἐν­στι­κτω­δῶς τὸ πε­τά­ει κά­τω. Ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται δέ­κα μέ­τρα, ψαύ­ει τοὺς κρο­τά­φους του καὶ γυρ­νᾶ πί­σω συ­νο­φρυ­ω­μέ­νος.

       Ὅ­λο λέ­με ὅ­τι δὲν θὰ τὸν ξα­να­δοῦ­με, μὰ κά­θε Πα­ρα­σκευ­ὴ ἀ­πό­βρα­δο ἀ­κοῦ­με τὸν θλι­βε­ρὸ γογ­γυ­σμὸ τῆς κι­θά­ρας του.


* * *


            Στίγ­μα­τα


«ΣΤΑ ΜΙΚΡΑ ση­μά­δια πά­νω στὸ ξύ­λο βλέ­πεις τὴν πραγ­μα­τι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τοῦ ὀρ­γά­νου», τοῦ εἶ­χε πεῖ ἕ­νας γέ­ρος κι­θα­ρί­στας πρὶν κα­τε­βά­σει μιὰ γεν­ναί­α γου­λιὰ κρα­σί. Ἦ­ταν ἡ μο­να­δι­κὴ φο­ρὰ ποὺ δὲν ἔ­δε­σε μὲ τρι­πλὸ κόμ­πο τὶς τρεῖς πρῶ­τες χορ­δές. Ἡ λε­πτό­τε­ρη ἀ­πρό­σμε­να λύ­θη­κε κι ἐκ­δι­κη­τι­κὰ ἔ­πε­σε σὰν μα­στί­γιο πά­νω στὸ ἄ­μοι­ρο κα­πά­κι. Του­λά­χι­στον τώ­ρα δὲν ἔ­χει μό­νο ἡ ψυ­χὴ του χα­ρα­κι­ές…


* * *


            Λύ­τρω­ση


ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ προ­σπερ­νοῦ­σε τὸ πρῶ­το μέ­ρος τοῦ La Catedral ἀ­πὸ φό­βο μή­πως ἀ­πο­δώ­σει λά­θος τὴν ἔν­νοι­α saudade. Ἴ­σως ἔ­τρε­με στὴ σκέ­ψη τῆς βί­ω­σης μιᾶς τό­σο με­γά­λης ἀ­πώ­λειας. Με­λε­τοῦ­σε πάν­τα ἐ­πι­στα­μέ­να τὸ «Allegro solemne» δί­νον­τας βά­ση σὲ κά­θε νό­τα ξε­χω­ρι­στά. Ἔ­τσι, ἔ­νι­ω­θε ἕ­να αἴ­σθη­μα ψυ­χι­κῆς λύ­τρω­σης ὕ­στε­ρα ἀ­π’ τὴν κα­τά­νυ­ξη μὲ τὴν ὁ­ποί­α πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὸ δεύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ κομ­μα­τιοῦ καὶ ἡ κι­θά­ρα μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ θή­κη της.

       Οἱ μέ­ρες κυ­λοῦ­σαν ἀρ­γὰ μὲ συν­τρο­φιὰ τὶς νο­σταλ­γι­κὲς με­λω­δί­ες τοῦ Barrios. Φαι­νό­ταν ὅ­τι ὅ­λα εἶ­χαν μπεῖ σὲ μιὰ ἁρ­μο­νι­κὴ τρο­χιὰ μέ­χρι ποὺ τὸ τη­λέ­φω­νο δι­έ­κο­ψε πρὸς στιγ­μὴν τὴ γα­λή­νη. Βούρ­κω­σε με­μιᾶς κι ἔ­μει­νε ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος γιὰ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα. Τὰ χέ­ρια του δὲν θὰ τὸν ἐγ­κα­τέ­λει­παν τε­λι­κά. Μιὰ βα­θιὰ ἀ­νά­σα ἀ­να­κού­φι­σης γέ­μι­σε τὸ στῆ­θος του.

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ κοι­μή­θη­κε ἥ­συ­χος ποὺ δὲν θὰ ἔ­με­νε ὁ­λο­μό­να­χος ἀ­πέ­ναν­τι στὴν ἀ­δι­κί­α καὶ τὸ μί­σος αὐ­τοῦ του κό­σμου…


* * *


Agustín Barrios, La Catedral. Παίζει κιθάρα ὁ John Williams.
Μέρη: 0:00 preludio saudade 2:15 andante religioso 4:01 allegro solemne


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ῶρ­γος Πα­λα­βρά­κης (Τρί­κα­λα τὸ 1992). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὰ φι­λο­λο­γι­κὰ ἔ­χει ἐρ­γα­στεῖ ἀρ­κε­τὰ χρό­νια ὡς μου­σι­κός. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.