Βασιλική Πέτσα: Βαλσαμωμένο ἐλάφι

Petsa,Basiliki-BalsamomenoElafi-Eikona-02


Βα­σι­λι­κὴ Πέ­τσα


Βαλ­σα­μω­μέ­νο ἐ­λά­φι

 

Στὴν Τέ­τη


01-EpsilonΒΑΦΕΣ τὰ νύ­χια τῶν πο­δι­ῶν σου μὲ κόκ­κι­νο μαρ­κα­δό­ρο, θυ­μᾶ­σαι;

Κι ἐ­σὺ σχε­δί­α­ζες ἕ­να βά­ζο μὲ λου­λού­δια, τρι­αν­τά­φυλ­λα νο­μί­ζω, αὐ­τὰ σοῦ ἀ­ρέ­σα­νε.

           Δὲν μοι­ά­ζα­νε πο­τὲ μὲ τρι­αν­τά­φυλ­λα.

           Ναί, δὲν μοι­ά­ζα­νε.

           Κι ἐ­σὺ εἶ­χες μουν­τζου­ρω­θεῖ γύ­ρω γύ­ρω στὰ δά­χτυ­λα.

           Ἀ­κό­μα μουν­τζου­ρώ­νο­μαι.

           Σοῦ εἶ­πα ὅ­τι ἡ μα­μὰ θὰ σὲ μα­λώ­σει ἅ­μα ξυ­πνή­σει.

           Κι ἐ­γὼ σοῦ εἶ­πα ὅ­τι θὰ φο­ρέ­σω κάλ­τσες καὶ τὰ κλει­στὰ πα­πού­τσια γιὰ νὰ μὴν τὰ δεῖ. Καὶ σὲ εἶ­πα καὶ κα­κιὰ καὶ ζη­λιά­ρα καὶ χα­ζή.

           Καὶ μὲ ἔ­βα­ψες στὸ πρό­σω­πο μὲ τὸν μαρ­κα­δό­ρο.

           Στὴ μύ­τη, γιὰ νὰ μοιά­ζεις μὲ κλό­ουν.


*


           Ἡ Ἕλ­λη κά­θε­ται στὴ λευ­κὴ φὲρ φορ­ζέ, τὸ ἕ­να της γό­να­το λυ­γι­σμέ­νο μέ­χρι τὸ πι­γού­νι. Τὸ ἄλ­λο τὸ ἔ­χει ἀ­φή­σει ἐ­λεύ­θε­ρο νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται, δὲν φτά­νει τὸ πά­τω­μα. Στὸ δε­ξί της χέ­ρι κρα­τᾶ ἕ­ναν πρά­σι­νο χον­τρὸ μαρ­κα­δό­ρο. Μὲ αὐ­τὸν βά­φει τὰ νύ­χια τῶν πο­δι­ῶν της. Ἡ Μα­ρί­α εἶ­ναι κα­θι­σμέ­νη δι­α­γώ­νια στὸ με­γά­λο τρα­πέ­ζι τῆς βε­ράν­τας μὲ τὴ γυ­ά­λι­νη ἐ­πι­φά­νεια. Μπρο­στά της ἕ­να μπλὸκ ζω­γρα­φι­κῆς μὲ σπι­ρὰλ καὶ σκόρ­πιοι μαρ­κα­δό­ροι. Ζω­γρα­φί­ζει ἕ­να σπί­τι μὲ κα­μι­νά­δα ἀ­πὸ ὅ­που ἀ­να­δύ­ε­ται κα­πνός, ἔ­χει ἤ­δη τε­λει­ώ­σει ἕ­ναν μπλὲ οὐ­ρα­νὸ μὲ ἕ­ναν με­γά­λο κί­τρι­νο ἥ­λιο μὲ μυ­τε­ρὲς ἀ­χτί­δες καὶ ἕ­να πο­λύ­χρω­μο οὐ­ρά­νιο τό­ξο. Δὲν ἔ­χουν ση­μα­σί­α οἱ ἐ­πο­χές, ὄ­χι στὶς ζω­γρα­φι­ὲς τῆς Μα­ρί­ας. Ρί­χνει κλε­φτὲς μα­τι­ὲς στὴν Ἕλ­λη, μα­τι­ὲς ἐ­πί­κρι­σης. Εἶ­ναι κα­λο­καί­ρι, εἶ­ναι με­ση­μέ­ρι, στὸ δί­πλα δω­μά­τιο κοι­μᾶ­ται ἡ για­γιὰ καὶ στὸ βά­θος κοι­μοῦν­ται οἱ γο­νεῖς. Τὸ ἀ­πό­γευ­μα θὰ πᾶ­νε πά­λι γιὰ μπά­νιο. Σή­με­ρα δὲν νυ­στά­ζουν κα­θό­λου.

*


Μὲ ρώ­τη­σες ἅ­μα ξέ­ρω ὅ­τι ἡ μα­μὰ καὶ ὁ μπαμ­πὰς θὰ πε­θά­νουν.

           Κι ἐ­σὺ μὲ ρώ­τη­σες πό­τε καὶ για­τί.

           Μοῦ εἶ­πες ὅ­τι δὲν ξέ­ρεις.

           Ἀλ­λὰ ὅ­τι θὰ γί­νει. Σί­γου­ρα.

           Με­τὰ δὲν σοῦ μι­λοῦ­σα. Εἶ­χα θυ­μώ­σει.

           Ὄ­χι μα­ζί μου.

           Ὄ­χι.

           Ἡ Ἕλ­λη φο­ρᾶ τὸ πο­λύ­χρω­μο ὁ­λό­σω­μο μα­γι­ώ της μὲ τοὺς φραμ­πα­λά­δες, τὶς πλα­στι­κὲς σα­γι­ο­νά­ρες μὲ τὰ λου­λου­δά­κια, τὸ ρὸζ κα­πέ­λο της καὶ κρα­τᾶ τὴ φου­σκω­τὴ μπά­λα κα­θὼς δι­α­σχί­ζουν τὴν τσι­μεν­τέ­νια πι­λο­τὴ-γκα­ράζ. Πη­γαί­νουν στὴ θά­λασ­σα, ἡ Μα­ρί­α θὰ ἔρ­θει ἀρ­γό­τε­ρα μὲ τὴ για­γιά, ἡ μα­μὰ προ­χω­ρᾶ μπρο­στὰ μὲ τὸ στρῶ­μα θα­λάσ­σης καὶ τὶς ψά­θες, τὴν ὀμ­πρέ­λα τὴν κου­βα­λᾶ ὁ μπαμ­πὰς ποὺ ἔ­χει ἤ­δη φτά­σει στὴν πα­ρα­λί­α. Ὁ μπαμ­πὰς πάν­τα ἔ­φτα­νε πρῶ­τος. Καὶ ἔ­φευ­γε πρῶ­τος. Ἦ­ταν ἐ­κεῖ γιὰ λί­γο. Ἡ μα­μὰ φο­ρᾶ τὸ πα­ρε­ό της στε­ρε­ω­μέ­νο στὸ στῆ­θος μὲ ἕ­ναν κόμ­πο, ἡ Ἕλ­λη ἀ­κού­ει τὸ φρὰστ-φροὺ­στ ποὺ κά­νουν τὰ πό­δια της κα­θὼς τρί­βον­ται με­τα­ξύ τους καὶ μὲ τὸ ὕ­φα­σμα. Ἡ Ἕλ­λη σκέ­φτε­ται ξαφ­νι­κὰ ὅ­τι ἡ μα­μὰ θὰ πε­θά­νει. Καὶ δὲν θὰ εἶ­ναι ἐ­δῶ. Καὶ δὲν θὰ εἶ­ναι που­θε­νά. Οὔ­τε ὁ μπαμ­πάς. Ἀλ­λὰ αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ βλέ­πει μό­νο τὴ μα­μά. Θέ­λει νὰ τὴ ρω­τή­σει ἂν θὰ πε­θά­νει. Καὶ νὰ μὴν πε­θά­νει. Ἡ Ἕλ­λη ὅ­ταν φο­βᾶ­ται τρα­γου­δά­ει δυ­να­τά. Τώ­ρα τρα­γου­δά­ει.


*


           Εἶ­πες νὰ προ­σευ­χη­θοῦ­με γιὰ νὰ μήν.

           Σοῦ εἶ­πα ὅ­τι γιὰ τὴ γά­τα ποὺ ἀρ­ρώ­στη­σε εἴ­πα­με πέν­τε φο­ρὲς τὸ «Πά­τερ ἡ­μῶν». Καὶ με­τὰ ψό­φη­σε.

           Μοῦ εἶ­πες νὰ μὴ λέ­ω «ψό­φη­σε». Καὶ μὲ χτύ­πη­σες.

           Σοῦ εἶ­πα ὅ­τι ἀ­φοῦ ψό­φη­σε, θὰ λέ­ω ψό­φη­σε, κι ὅ,τι θέ­λω θὰ λέ­ω. Καὶ σὲ χτύ­πη­σα κι ἐ­γώ.

           Καὶ με­τὰ ἡ για­γιὰ φώ­να­ξε «σσστ».

           Καὶ σὲ εἶ­πα μὲ σι­γα­νὴ φω­νὴ «ἠ­λί­θια».

           Καὶ εἶ­πες ὅ­τι θὰ τὸ πεῖς στὴ μα­μά.

           Καὶ σὲ εἶ­πα καρ­φί. Κι ὅ­τι ὅ­ταν ἡ μα­μὰ πε­θά­νει δὲν θὰ μπο­ρεῖς νὰ τὸ λὲς που­θε­νά.

           Καὶ σὲ εἶ­πα κι ἐ­γὼ «ἠ­λί­θια».


*


           Ἡ Ἕλ­λη βα­ρέ­θη­κε νὰ χρω­μα­τί­ζει τὰ νύ­χια της. Πε­τά­ει τὸν μαρ­κα­δό­ρο μὲ δύ­να­μη στὸ τρα­πέ­ζι, πά­νω στὴ ζω­γρα­φιὰ τῆς Μα­ρί­ας, νὰ τὴ μουν­τζου­ρώ­σει. Ἡ Μα­ρί­α τσα­λα­κώ­νει τὴ ζω­γρα­φιά της σὲ μπά­λα καὶ τὴν πε­τά­ει μὲ φό­ρα στὴν Ἕλ­λη. Τῆς πε­τά­ει καὶ τοὺς μαρ­κα­δό­ρους. Κά­θον­ται καὶ οἱ δύ­ο μὲ τὰ χέ­ρια σταυ­ρω­μέ­να καὶ δὲν μι­λᾶ­νε. Ἡ για­γιὰ ρο­χα­λί­ζει στὸ δω­μά­τιο. Ἡ Ἕλ­λη γε­λά­ει. Καὶ ἡ Μα­ρί­α, ἀλ­λὰ πιὸ δει­λά. Ἡ Μα­ρί­α καὶ ἡ Ἕλ­λη σο­βα­ρεύ­ουν. Σκέ­φτον­ται. Ἡ Ἕλ­λη κοι­τά­ζει μέ­σα στὸ δω­μά­τιο τῆς για­γιᾶς, τὸ τα­ρι­χευ­μέ­νο κε­φά­λι τοῦ ἐ­λα­φιοῦ ποὺ κο­σμεῖ τὸ δι­α­χω­ρι­στι­κὸ τῆς κου­ζί­νας. Ἔ­χει με­γά­λα κέ­ρα­τα ποὺ πε­τά­γον­ται ἑ­κα­τέ­ρω­θεν τοῦ κε­φα­λιοῦ μὲ τὰ ὑ­γρὰ μά­τια. Ἡ Ἕλ­λη χο­ρο­πη­δᾶ στὴν κα­ρέ­κλα της, ποὺ τρί­ζει.


*


           Τὸ βρῆ­κα, σοῦ εἶ­πα.

           Πε­ρί­με­νες νὰ σὲ ρω­τή­σω, ὅ­μως ἐ­γὼ ζή­λευ­α ποὺ ἐ­σὺ κά­τι βρῆ­κες κι ἐ­γὼ τί­πο­τα.

           Βρῆ­κα πῶς δὲν θὰ πε­θά­νει ἡ μα­μά, σοῦ εἶ­πα.

           Οὔ­τε ὁ μπαμ­πάς.

           Οὔ­τε αὐ­τός, ναί, ναί, σοῦ εἶ­πα.

           Θὰ τοὺς βαλ­σα­μώ­σου­με.

           Καὶ μοῦ ἔ­δει­ξες τὸ ἐ­λά­φι.

           Δὲν θὰ κου­νι­οῦν­ται, ὅ­μως, οὔ­τε θὰ μι­λᾶ­νε με­τά, σοῦ εἶ­πα. Εἶ­σαι χα­ζή.

           Τὸ ἐ­λά­φι μι­λά­ει, ἐ­σὺ δὲν τὸ ἀ­κοῦς, σοῦ εἶ­πα. Ἐ­σὺ εἶ­σαι χα­ζή.

           Καὶ τί λέ­ει;

           Εἶ­ναι μυ­στι­κό, μό­νο σὲ μέ­να μι­λά­ει, μοῦ εἶ­πες.

           Καὶ κου­νι­έ­ται κι­ό­λας;

           Μό­νο ὅ­ταν δὲν τὸ βλέ­πει κα­νείς.

           Καὶ ποῦ τὸ ξέ­ρεις, σὲ ρώ­τη­σα.

           Μοῦ τὸ εἶ­πε, μοῦ εἶ­πες.

           Καὶ ποι­ός θὰ μοῦ λέ­ει ἐ­μέ­να κα­λη­νύ­χτα πρὶν κοι­μη­θῶ;

           Θὰ σοῦ λέ­ω ἐ­γώ, σοῦ εἶ­πα.

           Ἀ­κό­μα μοῦ λές.

           Ἀ­κό­μα σοῦ λέ­ω.

           Καὶ ἡ για­γιά; σὲ ρώ­τη­σα.

           Ἡ για­γιὰ δὲν θὰ μᾶς κά­νει λου­κου­μά­δες τὸ βρά­δυ ἅ­μα τὴ βαλ­σα­μώ­σου­με.

           Ἄ, ναί, σοῦ εἶ­πα.

           Εἴ­χα­με πά­ει μὲ τὸ σχο­λεῖ­ο στὸ μου­σεῖ­ο μὲ τὰ λι­ον­τά­ρια καὶ τὰ φί­δια καὶ τὰ που­λιὰ καὶ ἤ­ξε­ρα, σοῦ εἶ­πα, μᾶς εἶ­χαν πεῖ πῶς γί­νε­ται.

           Τώ­ρα ποὺ κοι­μοῦν­ται, νὰ μὴν τὸ κα­τα­λά­βουν.

           Τώ­ρα, μοῦ εἶ­πες.


*


           Ἡ Ἕλ­λη ἀ­νοί­γει σι­γὰ σι­γὰ τὴν μπαλ­κο­νό­πορ­τα. Κα­τευ­θύ­νε­ται στὸ συρ­τά­ρι μὲ τὰ φάρ­μα­κα, στὴν κου­ζί­να. Ἡ Μα­ρί­α κρα­τά­ει τσί­λι­ες μή­πως ξυ­πνή­σει ἡ για­γιὰ ποὺ κοι­μᾶ­ται στὸ σα­λό­νι. Ἡ Ἕλ­λη ψα­χου­λεύ­ει στὸ συρ­τά­ρι, δεί­χνει στὴ Μα­ρί­α τὴ σύ­ριγ­γα γιὰ τὶς ἐ­νέ­σεις τοῦ παπ­ποῦ. Ἡ Μα­ρί­α σχη­μα­τί­ζει μὲ τὰ χεί­λη τῆς τὴ λέ­ξη «σι­ρό­πι», ἡ Ἕλ­λη δὲν κα­τα­λα­βαί­νει. Ἡ Μα­ρί­α ἐ­κνευ­ρί­ζε­ται, τὸ σι-ρό-πι λέ­ει πά­λι καὶ τῆς δεί­χνει μὲ τὸ χέ­ρι τὸ μπου­κά­λι δί­πλα στὴ ζύ­μη γιὰ τοὺς λου­κου­μά­δες. Τὸ κε­φά­λι τοῦ ἐ­λα­φιοῦ γυ­α­λί­ζει ὅ­ταν πέ­φτει πά­νω του τὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου, εἶ­ναι ὄ­μορ­φο καὶ λαμ­πε­ρό, ἀ­φοῦ δὲν ξέ­ρουν ποῦ βά­ζει τὸ βερ­νί­κι γιὰ τὰ ἔ­πι­πλα ὁ μπαμ­πάς, θὰ τοὺς ἀ­λεί­ψουν μὲ σι­ρό­πι. Καὶ ἂς μὴν ἔ­χουν γιὰ τοὺς λου­κου­μά­δες τὸ βρά­δυ. Θὰ βά­λουν μέ­λι. Ἡ Ἕλ­λη τρα­βά­ει τὸ ἔμ­βο­λο καὶ γε­μί­ζει τὴ σύ­ριγ­γα μὲ νε­ρό. Δὲν θυ­μᾶ­ται πῶς τὸ λέ­γα­νε τὸ φάρ­μα­κο ποὺ τοὺς εἶ­παν στὸ μου­σεῖ­ο, ἔ­μοια­ζε ὅ­μως μὲ νε­ρό. Ἡ Ἕλ­λη κρα­τᾶ τὴ σύ­ριγ­γα στὸ ἕ­να της χέ­ρι, δί­νει στὴ Μα­ρί­α τὸ μπου­κά­λι μὲ τὸ σι­ρό­πι. Ἡ πόρ­τα τοῦ ὑ­πνο­δω­μα­τί­ου εἶ­ναι ἀ­νοι­χτή, ὁ μπαμ­πὰς κοι­μᾶ­ται ἀ­πὸ τὴ μιὰ με­ριά, ἡ μα­μὰ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, ἡ Μα­ρί­α δεί­χνει τὴ μα­μά, ἀ­πὸ αὐ­τὴν θὰ ξε­κι­νή­σουν. Ἡ μα­μὰ δι­ώ­χνει μὲ τὸ χέ­ρι της μιὰ μύ­γα ποὺ τὴν ἐ­νο­χλεῖ, ἡ Ἕλ­λη καὶ ἡ Μα­ρί­α κοι­τά­ζο­νται. Ἡ μα­μὰ ὅ­μως δὲν ξυ­πνά­ει. Ἡ Μα­ρί­α νεύ­ει κα­τα­φα­τι­κὰ στὴν Ἕλ­λη.


*


           Πρέ­πει νὰ φύ­γου­με.

           Πρέ­πει. Ἡ θεί­α Μα­ρί­να;

           Θὰ τὴν πά­ρου­με ἐ­μεῖς.

           Θὰ πά­ω αὔ­ριο νὰ τα­χτο­ποι­ή­σω τοὺς λο­γα­ρια­σμοὺς καὶ νὰ κα­νο­νί­σω γιὰ τὸ μάρ­μα­ρο.

           Καὶ ἡ Βαρ­βά­ρα τὸ ἔ­χει ἀ­δειά­σει τὸ σπί­τι.

           Ὡ­ραῖ­α.

           Θὰ εἶ­σαι ἐν­τά­ξει;

           Ἐ­σύ;

           Θὰ σὲ πά­ρω γιὰ κα­λη­νύ­χτα.

           Ξέ­ρεις, ἐ­μέ­να ἀ­κό­μη δὲν μοῦ μι­λᾶ­νε.

           Οὔ­τε κι ἐ­μέ­να. Σοῦ εἶ­χα πεῖ ψέ­μα­τα τό­τε.


*


           Ἡ Ἕλ­λη κλαί­ει. Ἡ Μα­ρί­α κλαί­ει. Ἡ Ἕλ­λη καὶ ἡ Μα­ρί­α ἀγ­κα­λι­ά­ζον­ται. Ἡ Μα­ρί­α θυ­μᾶ­ται τὴν Ἕλ­λη μὲ τὸ μα­γι­ὼ μὲ τοὺς φραμ­πα­λά­δες καὶ χα­μο­γε­λά­ει λί­γο. Ἡ Ἕλ­λη νι­ώ­θει στὸ στό­μα τὴ γεύ­ση ἀ­πὸ τοὺς λου­κου­μά­δες τῆς για­γιᾶς καὶ χα­μο­γε­λά­ει λί­γο λι­γό­τε­ρο.

           Τὸ βρά­δυ θὰ μι­λή­σουν στὸ τη­λέ­φω­νο.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Ὅλα τὰ χαμένα (ἐκδ. Πόλις, 2012).

Βασιλικὴ Πέτσα (Καρδίτσα, 1983). Διή­γη­μα, νου­βέ­λα. Σπού­δα­σε Μέ­σα Μα­ζι­κῆς Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καὶ Θε­ω­ρί­ες τοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μπέρ­μιγ­χαμ καὶ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ὀξ­φόρ­δης. Βι­βλί­α της Θυ­μᾶ­μαι (νουβέλα, ἐκδ. Πόλις, 2011) καὶ Ὅλα τὰ χα­μέ­να (διηγή­μα­τα, ἐκδ. Πόλις, 2012).

Advertisements

Βασιλικὴ Πέτσα: Your Hand in Mine

Petsa,Basiliki-YourΗandInΜine-Eikona-01

Βα­σι­λι­κὴ Πέ­τσα


 

«Your Ηand in Μine»

 


02-EpsilonΝΙΩΘΑ τὰ βή­μα­τά σου πί­σω μου. Σὲ ἔ­ψα­χνα μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ μου. Τὰ χέ­ρια σου στὶς τσέ­πες, δὲν μὲ κοι­τοῦ­σες κάν, ἤ­σουν ἀ­φη­ρη­μέ­νος, κά­τι σκε­φτό­σουν. Ὄ­χι ἐ­μέ­να· κά­τι. Θὰ μὲ εἶ­χε ἀγ­γί­ξει τὸ βλέμ­μα σου στὴν πλά­τη, ἂν ὑ­πῆρ­χε, θὰ τὸ ἔ­ρα­βα στρα­τι­ω­τι­κὸ πα­ρά­ση­μο στὴν μπλού­ζα μου. Ἐ­πι­βρά­δυ­να τὸ βῆ­μα μου καὶ ἅ­πλω­σα τὴν πα­λά­μη μου στὴ δι­κή σου.

       «Πιά­σε με λί­γο ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι», σοῦ εἶ­πα. Λί­γο. «Νὰ περ­πα­τή­σου­με μα­ζί.»

       Μὲ κοί­τα­ξες ἀ­μή­χα­να, ἀ­μή­χα­να μοῦ ἔ­δω­σες τὸ χέ­ρι σου, —τὰ δά­χτυ­λά σου εἶ­χαν νε­κρω­θεῖ, ἡ πα­λά­μη κρε­μό­ταν— ἕ­να ἀ­πρό­θυ­μο χέ­ρι. Τὸ ἐ­λευ­θέ­ρω­σα στὴν ἀ­να­κού­φι­σή του, καὶ δὲν ἤ­ξε­ρα τί νὰ κά­νω μὲ τὸ δι­κό μου χέ­ρι ἔ­τσι ποὺ κρε­μό­ταν ὀρ­φα­νό. Μὲ χά­ι­δε­ψες ἄ­γαρ­μπα στὸν αὐ­χέ­να. Φτά­νει, θὰ σκέ­φτη­κες.

       Μὲ ἄ­φη­σες στὴ στά­ση καὶ συ­νέ­χι­σες. Κα­θὼς ἀ­νέ­βαι­να στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο, ἔ­τρι­ψα τὸ ση­μεῖ­ο ποὺ μὲ χά­ι­δε­ψες. Μὲ ἐ­νο­χλοῦ­σε.


 

*

 


       Εἶ­χα μό­λις κα­τέ­βει στὶς ἀ­πο­βά­θρες. Στε­κό­ταν δί­πλα στὶς κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες καὶ κά­τι πε­ρί­με­νε. Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα δὲν εἶ­χε κό­σμο, ἤ­μα­σταν μό­νο ἐ­μεῖς οἱ δύ­ο. Μὲ πλη­σί­α­σε δει­λά, «Γιὰ Δάφ­νη ἀ­πὸ δῶ πᾶ­με;» οἱ λέ­ξεις ἀ­πὸ τὸ στό­μα, τὸ ἐ­ρω­τη­μα­τι­κὸ ἀ­πὸ τὰ μά­τια. Τὸ που­κά­μι­σο του τσί­τω­νε στὸ μέ­ρος τῆς κοι­λιᾶς, γύ­ρω στὰ σα­ράν­τα, μιὰ ἐ­κτί­μη­ση ἐ­πι­σφα­λής, μιὰ στιγ­μια­ία ἐ­πι­φύ­λα­ξη. «Ναί, ἀλ­λὰ ἀλ­λά­ζε­τε στὸ Σύν­ταγ­μα», τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κα κο­φτὰ καὶ στρά­φη­κα ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, μὲ κοί­τα­ζε ἀ­κό­μη, «ἀ­πὸ δῶ δη­λα­δή;» ξα­να­ρώ­τη­σε. Τὸν πε­ρι­ερ­γά­στη­κα, ἡ πρώ­τη ἐν­τύ­πω­ση «κρα­τά­ει» ὅ­σα ἡ πρώ­τη ἀ­νά­γνω­ση, τὴν κα­χυ­πο­ψί­α ἀ­πέ­ναν­τι στὸ ἄ­γνω­στο ἢ τὴ λα­χτά­ρα γιὰ τὸ και­νούρ­γιο, χά­νει τὶς ἀ­πο­χρώ­σεις, βι­ά­στη­κα νὰ κα­τα­τά­ξω τὴν ἄ­γνοι­α στὸ βλέμ­μα του στὴν εὐ­ρεί­α κα­τη­γο­ρί­α τοῦ «πε­ρί­ερ­γου», τοῦ «ὕ­πο­πτου», ἐ­πα­νέ­λα­βα τὶς ὁ­δη­γί­ες πιὸ ἀρ­γὰ αὐ­τὴ τὴ φο­ρά. «Δὲν ξέ­ρω. Θὰ τὰ ξε­χά­σω. Θὰ μὲ πᾶς ἐ­σύ;» Δύ­ο μά­τια, μιὰ ἱ­κε­σί­α. Χά­θη­κε, μοῦ ἐ­ξή­γη­σε, ἔ­χα­σε τὴ μα­μά του, εἶ­χαν πά­ει βόλ­τα σαβ­βα­τι­ά­τι­κη, ὄ­χι, δὲν εἶ­χε νό­η­μα νὰ τὴν πά­ρου­με τη­λέ­φω­νο στὸ κι­νη­τό της, τὴν πῆ­ρε μιὰ ἄλ­λη κυ­ρί­α πιὸ πρὶν καὶ δὲν ἀ­παν­τοῦ­σε, ναί, ὅ­ταν φτά­σει στὴ Δάφ­νη ξέ­ρει, θὰ πά­ει σὲ ἕ­να πε­ρί­πτε­ρο καὶ θὰ πά­ρει τη­λέ­φω­νο ἀ­πὸ ἐ­κεῖ, κι ἀ­φοῦ κα­τε­βαί­νω πιὸ πρίν, νὰ τοῦ βρῶ μό­νο κά­ποι­ον νὰ τὸν πά­ει μέ­χρι τὸ Σύν­ταγ­μα, «μὴ μοῦ μι­λᾶς στὸν πλη­θυν­τι­κό», μὲ ὕ­φος αὐ­στη­ρό, καὶ με­τά, «ἐ­σὺ ἔ­χεις χα­θεῖ πο­τέ;»

       Γέ­λα­σα. Στὸ σβή­σι­μο τοῦ γέ­λιου, πί­κρι­σε τὸ στό­μα.

       «Ἡ ἀ­δερ­φή μου», τοῦ εἶ­πα τε­λι­κά, «μιὰ φο­ρά, ὅ­ταν ἦ­ταν μι­κρή». Ἀ­να­θάρ­ρη­σε μὲ τὴ συ­νε­νο­χή. «Καὶ κα­λέ­σα­νε καὶ τὴν ἀ­στυ­νο­μί­α;» Ναί, κα­λέ­σα­νε καὶ τὴν ἀ­στυ­νο­μί­α. «Καὶ τὴ βρή­κα­νε;» Δυ­στυ­χῶς.

       Δὲν ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ εἰ­ρω­νεί­α, δὲν κα­τά­λα­βε. Μὲ κοί­τα­ξε μὲ ἀ­πο­ρί­α.


 

*

 


       Στὴν ἄ­φι­ξη τοῦ βα­γο­νιοῦ, ἦ­ταν ἀγ­χω­μέ­νος. «Ἐ­λᾶ­τε, πᾶ­με», τοῦ εἶ­πα. «Μὴ μοῦ μι­λᾶς στὸν πλη­θυν­τι­κό», ἐ­πα­νέ­λα­βε. Στα­θή­κα­με στὴ μέ­ση, κρα­τι­ό­μα­σταν ἀ­πὸ τὶς χει­ρο­λα­βές. Προ­έ­κτει­νε τὸν βρα­χί­ο­νά του, ἀ­παί­τη­σε τὸ χέ­ρι μου, καὶ ξαφ­νι­κὰ δὲν ἤ­ξε­ρα νὰ πιά­νω χέ­ρια, ξαφ­νι­κὰ τὸ σῶ­μα ξέ­χα­σε, ἔ­σφι­ξα τὰ δυ­ό του τε­λευ­ταῖα δά­χτυ­λα, σὰν νὰ πιά­νω καὶ νὰ μὴν πιά­νω, ἀ­πὸ τὰ μά­τια του περ­νοῦ­σαν οἱ εἰ­κό­νες τῶν σταθ­μῶν χω­ρὶς νὰ στα­μα­τᾶ­νε, σὰν νὰ κα­τα­γρά­φον­ταν σὲ ται­νί­α, ἄ­φη­σα τὸ χέ­ρι μου δι­α­κρι­τι­κά, τὸ ξα­να­ζή­τη­σε ὁ λυ­γι­σμέ­νος του ἀγ­κώ­νας, τὸ ξα­να­έ­σφι­ξα.

       Κα­νο­νι­κὰ αὐ­τὴ τὴ φο­ρά.

       Στὴν κυ­ρί­α ποὺ στε­κό­ταν ἀ­πέ­ναν­τί μου ἐ­ξή­γη­σα μὲ τρό­πο πό­ση ση­μα­σί­α εἶ­χε ἡ βο­ή­θειά της. «Θὰ σὲ πά­ω ἐ­γὼ μέ­χρι τὸ Σύν­ταγ­μα, ἐ­κεῖ κα­τε­βαί­νω», τοῦ εἶ­πε. Ἦ­ταν πά­νω-κά­τω στὴν ἡ­λι­κί­α του, ἄ­κου­γε μου­σι­κὴ μὲ τὰ ἀ­κου­στι­κά της, ἀ­πέ­πνε­ε τὴν ἀ­κλό­νη­τη στα­θε­ρό­τη­τα τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ τί­πο­τα δὲν μπο­ρεῖ νὰ τοὺς ἐκ­πλή­ξει, ἔ­νι­ω­σα ἀ­νό­η­τη τὴ δί­κη μου τα­ρα­χὴ καὶ γε­λοί­α τὴν αὐ­το-ε­πι­βρά­βευ­σή μου τῆς φι­λάν­θρω­πης προ­σφο­ρᾶς.

       Τώ­ρα κοί­τα­ζε ἐ­κεί­νη. Ἄ­φη­σε τὸ χέ­ρι μου, ζή­τη­σε τὸ δι­κό της. Ἔ­πι­α­σε τὴν πα­λά­μη του καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ ἀ­κού­ει ἀ­νέ­με­λα τὴ μου­σι­κή της. Κα­θὼς κα­τέ­βαι­να, μὲ χαι­ρέ­τη­σαν καὶ οἱ δύ­ο μὲ τὰ ἀ­ρι­στε­ρά, κε­νά τους χέ­ρια. Στὸ χα­μό­γε­λο της ὑ­πῆρ­χε ἕ­να «εὐ­χα­ρι­στῶ».


 

*

 


       Σὲ συ­νάν­τη­σα καὶ πά­λι, μέ­ρες με­τά. «Τὰ νέ­α σου», μοῦ εἶ­πες, σχε­δὸν ἀ­δι­ά­φο­ρα, νὰ γε­μί­ζει ὁ χρό­νος μὲ λέ­ξεις, νὰ σπᾶ­νε οἱ σι­ω­πές. Δὲν ἔ­κα­να τί­πο­τα, ἤ­θε­λα νὰ σοῦ πῶ, σὲ πε­ρί­με­να νὰ φα­νεῖς, δὲν εἶ­χαν νό­η­μα ὅ­σα ἔ­κα­να καὶ δὲν τὰ θυ­μᾶ­μαι. Ἐ­σὺ εἶ­χες δου­λει­ές, πολ­λὲς δου­λει­ές. Σοῦ δι­η­γή­θη­κα τὸ πε­ρι­στα­τι­κό.

       «Που­τά­να φύ­ση.»

       Αὐ­τὸ εἶ­πες.

       «Ἀ­δι­κη­μέ­να γο­νί­δια.»

       Δὲν σοῦ ἀ­πάν­τη­σα. Ἄλ­λα­ξα θέ­μα καὶ ἔ­τρι­ψα τὸν αὐ­χέ­να μου ποὺ μὲ ἐ­νο­χλοῦ­σε.


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πηγή: ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Ὅλα τὰ χαμένα (ἐκδ. Πόλις, 2012).

Βασιλικὴ Πέτσα (Καρδίτσα, 1983). Διή­γη­μα, νου­βέ­λα. Σπού­δα­σε Μέ­σα Μα­ζι­κῆς Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καὶ Θε­ω­ρί­ες τοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μπέρ­μιγ­χαμ καὶ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ὀξ­φόρ­δης. Βι­βλί­α της Θυ­μᾶ­μαι (νουβέλα, ἐκδ. Πόλις, 2011) καὶ Ὅλα τὰ χα­μέ­να (διηγή­μα­τα, ἐκδ. Πόλις, 2012).