Παῦλος Πέζαρος: Ἀπὸ τὴ Βράϊλα μὲ ἀγάπη


Παῦ­λος Δ. Πέ­ζα­ρος


Ἀ­πὸ τὴ Βρα­ΐ­λα, μὲ ἀ­γά­πη


ΤΑΝ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ στὸ Με­σο­πό­λε­μο ὁ Τέ­λης στὴ Βρα­ΐ­λα, δὲ γνώ­ρι­ζε ὅ­τι εἶ­χε ἤ­δη ὀκταετὴ ἑ­τε­ρο­θα­λῆ, ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του, ἀ­δελ­φό. Ἔ­λα­χε νὰ τὸ μά­θει στὰ ἑξῆντα του χρό­νια τυ­χαῖ­α, ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε, σὰν ἐ­πι­σκέ­πτης πιά, στὰ ἴ­δια ἀ­γα­πη­μέ­να χώ­μα­τα, νὰ βο­η­θή­σει στὴν πρώ­τη ἐγ­κα­τά­στα­ση τοῦ γιοῦ του σὰν φοι­τη­τῆ. Ἐ­κεῖ, στὴ γε­νέ­θλια πό­λη, ἔ­ψα­χνε ἀ­πε­γνω­σμέ­να δρό­μους πα­λιοὺς ποὺ δὲν ὑ­πῆρ­χαν πιά, γνω­στοὺς καὶ γεί­το­νες, νὰ δέ­σει τὶς σπα­σμέ­νες μνῆ­μες του. Ὅ­λα καὶ ὅ­λοι τὸν ὁ­δη­γοῦ­σαν στὸ κοι­μη­τή­ρι.

        Στὸ με­τα­ξύ, προ­σφυ­γά­κι κι ὡς ὥ­ρι­μος ἄν­τρας πιά, εἶ­χε φά­ει τὸν κό­σμο στὴν Ἑλ­λά­δα, καὶ μά­λι­στα στὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη πα­τρί­δα, τὴν Κε­φα­λο­νιά, τό­πο κα­τα­γω­γῆς τοῦ πα­τέ­ρα, νὰ βρεῖ κά­ποι­ον, αὐ­τὸς τὸ μο­να­χο­παί­δι, νὰ τὸν νοι­ώ­σει μα­κρι­νὸ ἔ­στω συγ­γε­νῆ ἐξ αἵ­μα­τος.

        Στὰ δυ­ό του χρό­νια εἶ­χε ὀρ­φα­νέ­ψει. Τὸν πα­τέ­ρα του δὲν τὸν εἶ­χε γνω­ρί­σει κα­λὰ-κα­λά, κά­τι σὰν σκιὰ ὑ­πῆρ­χε μό­νο στὰ κα­τά­βα­θα τῆς μνή­μης του.

        Ἡ μά­να του ἡ Φρο­σού­λα, τὸν με­γά­λω­σε μὲ αἷ­μα. Σκί­στη­κε, ὑ­πέ­φε­ρε, τα­πει­νώ­θη­κε, ζη­τι­ά­νε­ψε, μό­νο καὶ μό­νο γι’ αὐ­τὸ τὸ παι­δί, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να, ἔ­μει­νε σ’ ὅ­λο τὸν μα­κρύ της βί­ο ἁ­γνὴ καὶ κα­θα­ρή, πι­στὴ στὴ μνή­μη ἑ­νὸς ἄν­τρα πού, πα­ρό­τι τὸν εἶ­χε βέ­βαι­α ξε­κλέ­ψει ἀ­πὸ μί­αν ἄλ­λη, ντό­πια Ρου­μά­να, δὲν πρό­λα­βε ἡ ἴ­δια νὰ τὸν χορ­τά­σει στὴν ἀγ­κα­λιά της. Ξέ­νη στὴ Βρα­ΐ­λα, μ’ ἕ­να παι­δὶ στὴν ἀγ­κα­λιά, ξέ­νη καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα ἀρ­γό­τε­ρα, στὸ ἴ­διο της τὸ χω­ριό. Ἐ­κεῖ ἀ­πὸ ὅ­που εἶ­χε ἀρ­χι­κὰ με­τα­να­στεύ­σει ὁ πα­τέ­ρας της καὶ τοὺς εἶ­χε φυ­τέ­ψει οἰ­κο­γε­νεια­κῶς σὲ κεῖ­να τὰ ἅ­για, πλού­σια χώ­μα­τα, μὲ τοὺς ἐμ­πο­ρι­κοὺς δρό­μους, στε­ρια­νοὺς καὶ πο­τα­μί­σιους, ἀ­νοι­χτοὺς στοὺς δη­μι­ουρ­γι­κοὺς ἀν­θρώ­πους.

        Ἡ Φρο­σού­λα με­γά­λω­σε τὸν Τέ­λη στὴ Βρα­ΐ­λα ὁ­λο­μό­να­χη, μὲ μιὰ Ρου­μά­να μό­νο, νύ­φη τοῦ ἀ­δελ­φοῦ της, νὰ τὴν συν­τρέ­χει. Τὸν με­γά­λω­σε, τὸν πῆ­γε σχο­λεῖ­ο καὶ τὸν ἔ­φε­ρε προ­σφυ­γά­κι στὴν Ἑλ­λά­δα, ἔ­φη­βο πιά, σὲ χρό­νια δί­σε­κτα.

        Ἀλ­λὰ πο­τὲ δὲν τοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἕ­να ἄλ­λο παι­δί, με­γα­λύ­τε­ρό του, στὸ ἴ­διο σχο­λεῖο, μὲ τὸ δι­πλὸ ἐ­πώ­νυ­μο «Pappas-Popa», ἦ­ταν ὁ ἀ­δελ­φός του ὁ Μί­μης. Οὔ­τε ὁ ἴ­διος ὁ Τέ­λης δι­α­νο­ή­θη­κε νὰ κά­νει πο­τὲ συν­δυα­σμὸ τῶν ὀ­νο­μά­των. Ἔ­τσι μι­κρὸς ποὺ ἦ­ταν, νό­μι­ζε ἢ μᾶλ­λον ἤ­ξε­ρε ὅ­τι «Pappas» δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ τὸ ἴ­διο μὲ τὸ «Popa», ἀ­να­γραμ­μα­τι­σμέ­νο στὰ Ρου­μά­νι­κα.

        Ὅ­ταν ἀν­τά­μω­σαν πιὰ μὲ τὸν Μί­μη στὴ Βρα­ΐ­λα καὶ ἔ­δω­σαν γνω­ρι­μί­α, κά­που 50 χρό­νια με­τά, ἄ­κου­γε τὸν με­γα­λύ­τε­ρο ἑ­τε­ρο­θα­λῆ ἀ­δελ­φό του νὰ τοῦ δι­η­γεῖ­ται τὶς δι­κές του δυ­στυ­χί­ες, πῶς με­γά­λω­σε κι αὐ­τὸς μὲς στὴ μι­ζέ­ρια, μὲ μό­νο στή­ριγ­μα τὴ δι­κή του μά­να ποὺ πά­λευ­ε, ἀ­νά­με­σα στὰ ἄλ­λα, νὰ ξε­χά­σει ὅ­τι μιὰ ξέ­νη εἶ­χε ξε­λο­γιά­σει τὸν ἄν­τρα της ὅ­ταν τὸ παι­δί της ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρό.


(Κύ­μη, Αὔ­γου­στος 1995)


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Παῦ­λος Δ. Πέ­ζα­ρος (Πει­ραι­ᾶς, 1949). Σπούδασε στὸ Οἰ­κο­νο­μι­κὸ Πα­νε­πι­στήμιο Ἀ­θηνῶν, ἔκανε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Lancaster (UK) καὶ στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Πε­ρι­φε­ρεια­κῆς Ἀ­νά­πτυ­ξης τοῦ Παν­τεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Ποι­ή­μα­τα, ἄρ­θρα, κρι­τι­κὲς πα­ρου­σιά­σεις καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔχουν δημοσιευθεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἔν­τυ­πα στὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ ἐξωτερικὸ. Ὑ­πῆρ­ξε ἰ­δρυ­τι­κὸ μέ­λος τῆς ἐκ­δο­τι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Διαβάζω καὶ μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς του ἐ­πι­τρο­πῆς (1976-1983). Ἔχει έκδόσει τέσσερις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ με­τά­φρα­ση τῆς πρώ­της ἐξ αὐ­τῶν στὴν Ἀρ­γεν­τι­νή.


Παῦ­λος Δ. Πέ­ζα­ρος: Η Μίνα



Παῦ­λος Δ. Πέ­ζα­ρος


Ἡ Μί­να


ΕΝΝΗΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ δε­κα­ε­τί­α τοῦ εἰ­κο­στοῦ αἰ­ώ­να, ἡ Μί­να δὲν εἶ­χε χρό­νο, οὔ­τε νὰ γνω­ρί­σει σχο­λεῖ­ο οὔ­τε νὰ βι­ώ­σει κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ με­γά­λα ἱ­στο­ρι­κὰ γε­γο­νό­τα ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν.

     Παι­δού­λα ἀ­κό­μη, πρὶν τὴ Μι­κρα­σί­α, ἐ­πι­χεί­ρη­σαν νὰ τὴν δώ­σουν γιὰ δου­λά­κι σὲ μιὰ μι­κρο­α­στι­κὴ οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ Πει­ραι­ᾶ, ὅ­πως ἦ­ταν τὸ συ­νή­θει­ο γιὰ τὶς πο­λυ­με­λεῖς φτω­χὲς οἰ­κο­γέ­νει­ες τῶν νη­σι­ῶν μὲ πολ­λὲς θυ­γα­τέ­ρες.

     Τὴν ἔ­φε­ρε μὲ ἕ­να κα­ΐ­κι ὁ με­γά­λος καὶ μο­να­δι­κὸς ἀ­δελ­φός της ἀ­πὸ τὶς Σπέ­τσες, ἀ­φη­γοῦν­ταν ἀρ­γό­τε­ρα, καὶ τὴν πα­ρά­δω­σε στὴν Πει­ραι­ώ­τι­κη οἰ­κο­γέ­νεια.

     Μό­λις τὴν πα­ρά­τη­σε ἐ­κεῖ ἀ­να­κου­φι­σμέ­νος, ξέ­νη ἀ­νά­με­σα σὲ ξέ­νους, ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει σπα­ρα­κτι­κά, ποῦ εἶ­σαι μά­να νὰ φω­νά­ζει, καὶ δὲν στα­μά­τη­σε τὸ κλά­μα ὁ­λό­κλη­ρα με­ρό­νυ­χτα. Στὴν ἀρ­χή, τὴν ἔ­πι­α­σαν μὲ τὸ κα­λό, τῆς εἶ­παν θὰ περ­νά­ει κα­λύ­τε­ρα ἐ­δῶ ἀ­πὸ τὸ νη­σί της, θὰ τρώ­ει κα­νο­νι­κά, θὰ ντύ­νε­ται κι ὅ­ταν θὰ με­γά­λω­νε, θὰ τῆς ἔ­βρι­σκαν ἕ­να κα­λὸ παλ­λη­κά­ρι νὰ παν­τρευ­τεῖ. Με­τὰ τὴν φο­βέ­ρι­σαν, τῆς εἶ­παν θὰ τὴν πε­τά­ξουν στὸ δρό­μο μό­νη κι ἔ­ρη­μη, λί­γο ἀ­κό­μη καὶ θ’ ἄρ­χι­ζαν νὰ τὴν ξυ­λο­φορ­τώ­νουν. Τί­πο­τε αὐ­τή. Νὰ κλαί­ει ὑ­στε­ρι­κά. Εἶ­δαν κι ἀ­πο­εῖ­δαν οἱ ἄν­θρω­ποι, ἔ­στει­λαν μή­νυ­μα στὶς Σπέ­τσες, νὰ ἔλ­θουν νὰ τὴν πά­ρουν πί­σω.

     Στα­μά­τη­σε νὰ κλαί­ει μό­νο ὅ­ταν ξα­να­εῖ­δε τὸν ἀ­δελ­φό της, ἕ­να μή­να με­τά, νὰ χτυ­πά­ει τὸ ρό­πτρο τῆς ἐ­ξώ­πορ­τας καὶ νὰ τὴν παίρ­νει μα­ζὶ μὲ τὸ μπο­γα­λά­κι της. Πί­σω στὶς Σπέ­τσες!

     Ἔ­γι­νε ἡ Μι­κρα­σί­α, με­τα­νά­στευ­σε ὁ ἀ­δελ­φὸς στὴν Ἀ­με­ρι­κή, νὰ τὰ φέ­ρει βόλ­τα ἡ οἰ­κο­γέ­νεια, νὰ προι­κι­στοῦν οἱ πέν­τε ἀ­δελ­φὲς ποὺ τοῦ ἔ­λα­χαν καί, τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο, νὰ βρεῖ γαμ­προὺς νὰ τὶς παν­τρέ­ψει.

     Βρῆ­κε καὶ γιὰ τὴ Μί­να τὸν Μι­χά­λη. Λυ­γε­ρό­κορ­μο πα­λι­κά­ρι, νη­σι­ώ­της, ἀ­πὸ τὴ Σύ­μη, ναυ­τι­κὸς στὰ βα­πό­ρια, παν­τρεύ­τη­καν καὶ με­τα­κό­μι­σαν σὲ μιὰ κά­μα­ρα στὸν Πει­ραι­ά. Σὲ λί­γες μέ­ρες ὁ Μι­χά­λης μπαρ­κά­ρει, ἀ­φή­νον­τας ἔγ­κυ­ο τὴ Μί­να.

     Λί­γο πρίν, λί­γο με­τὰ τὴ γέν­να, τῆς ἦλ­θε μή­νυ­μα, ἀρ­ρώ­στη­σε ὁ Μι­χά­λης στὸ βα­πό­ρι καὶ πέ­θα­νε, τὸν ἔ­θα­ψαν στὴν Ἀ­με­ρι­κή. Πό­σα βρά­δια εἶ­χαν κοι­μη­θεῖ μα­ζί; Τέσ­σε­ρα; Πέν­τε; Οὔ­τε τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του δὲν ἔ­χει συγ­κρα­τή­σει κα­λὰ-κα­λά. Γεν­νι­έ­ται τὸ παι­δί, κο­ρί­τσι, καὶ σὲ λί­γες μέ­ρες πε­θαί­νει κι αὐ­τό. Χω­ρὶς ὄ­νο­μα.

     Ἔ­κτο­τε ἡ Μί­να πα­ρα­δέ­χτη­κε τὸ ἀ­με­τά­κλη­το τῶν γε­γο­νό­των. Μιὰ ζω­ὴ πέν­θος. Του­λά­χι­στον, ἀ­φοῦ παν­τρεύ­τη­καν ὅ­λες οἱ ἄλ­λες ἀ­δελ­φὲς κι ἔ­κα­ναν με­γά­λες οἰ­κο­γέ­νει­ες, ὑ­πῆρ­χε πάν­τα ὁ ἀ­δελ­φὸς ποὺ ἔ­μει­νε γε­ρον­το­πα­λί­κα­ρο ἐ­ξαι­τί­ας της, γιὰ νὰ τὴν φρον­τί­ζει, νὰ τὴν προ­στα­τεύ­ει καὶ νὰ τῆς ἐ­ξα­σφα­λί­σει ἕ­να σπί­τι γιὰ νὰ μέ­νουν.

     Ἐ­κεῖ ξα­να­βρῆ­κε ἀρ­γό­τε­ρα τὴ φω­νή της. Μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ τρα­γου­δά­ει μό­νη μὲ τὴ γάρ­γα­ρη φω­νὴ της τὸν «Κα­πε­τὰν-Ἀν­τρέ­α Ζέ­πο» καὶ τὴν «Μπρα­τσέ­ρα», κα­θα­ρί­ζον­τας ὅ­λη τὴν ὥ­ρα καὶ με­τὰ μα­νί­ας τὸ σπι­τι­κὸ καὶ τὰ μου­τζού­ρι­κα ροῦ­χα τῆς δου­λειᾶς τοῦ ἀ­δελ­φοῦ. Τὶς ὧ­ρες τῆς σχό­λης, κα­θι­σμέ­νη στὴν αὐ­λὴ τοῦ Πει­ραι­ώ­τι­κου σπι­τιοῦ, στὴ σκιὰ τῆς πε­λώ­ριας λε­μο­νιᾶς ποὺ κά­λυ­πτε μέ­χρι καὶ τὰ κε­ρα­μί­δια, ἔ­βα­ζε νὰ τὶς δι­α­βά­ζουν τὶς κοι­νω­νι­κὲς εἰ­δή­σεις ἀ­πὸ τὸ νη­σί της σὲ το­πι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ ποὺ λά­βαι­νε ἀ­νελ­λι­πῶς, νὰ ἀ­να­γνω­ρί­ζει ἐ­κεῖ μέ­σα πα­λι­ὲς φω­το­γρα­φί­ες συμ­πα­τρι­ω­τῶν καὶ συ­νοι­κι­ῶν τοῦ τό­που της, νὰ δι­η­γεῖ­ται ἱ­στο­ρί­ες γιὰ τὶς νε­ρά­ι­δες τῶν πη­γα­δι­ῶν τοῦ νη­σιοῦ ποὺ πα­ρα­φυ­λᾶ­νε νὰ ξε­λο­γιά­σουν τοὺς ἄν­τρες, ὅ­ταν ξε­μέ­νουν ἐ­κτὸς σπι­τιοῦ τὰ βρά­δια, νὰ δι­α­βά­ζει τὰ ἄ­στρα καὶ τοὺς και­ρούς, νὰ ὑ­πο­λο­γί­ζει τοὺς μῆ­νες καὶ τὰ δί­σε­κτα χρό­νια, νὰ ἱ­στο­ρεῖ τὸν Τά­σο καὶ τὴν Πα­γώ­να σὲ κεν­τή­μα­τα καὶ σὲ κουρ­τι­νά­κια πα­ρα­θύ­ρων.

     Μὲ τὸν και­ρό, ἡ Μί­να ἀ­πο­δέ­χτη­κε τὴν ὁ­ρι­στι­κὴ ἀ­πώ­λεια τοῦ ἄν­τρα-συ­ζύ­γου καὶ τὸν ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε μὲ τὸν ἄν­τρα-ἀ­δελ­φό, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ζή­σα­νε μα­ζὶ μέ­χρι θα­νά­του. Εὐ­νου­χι­σμέ­νοι καὶ οἱ δύ­ο, γκρι­νι­ά­ζον­τας συ­νε­χῶς με­τα­ξύ τους γιὰ τὸ πα­ρα­μι­κρό, ὡς σύ­ζυ­γοι σὲ χω­ρι­στὰ κρε­βά­τια. Ἐ­κεί­νη στὴν κα­μα­ρού­λα της, δί­πλα στὴν κου­ζί­να, μιὰ πα­ραγ­κού­λα στὴν αὐ­λὴ κι ἐ­κεῖ­νος στὸ δω­μά­τιό του. Τὰ ὑ­πό­λοι­πα δω­μά­τια, γιὰ νοί­κια­σμα, γιὰ ἕ­να πε­νι­χρὸ πρό­σθε­το εἰ­σό­δη­μα στὶς πε­νι­χρὲς ἀ­πο­λα­βὲς τοῦ μα­ου­νι­έ­ρη ἀ­δελ­φοῦ, καὶ κα­νέ­νας νοι­κά­ρης νὰ μὴν στε­ρι­ώ­νει. Μιὰ ζω­ὴ ὅ­μως μα­ζί, σχε­δὸν ἕ­νας αἰ­ώ­νας, μέ­χρι καὶ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80.


(Πει­ραι­ᾶς, 1985)


Πη­γή: Σπε­τσι­ώ­τι­κη Ἠ­χώ, πε­ρι­ο­δι­κὸ τῆς Ἕ­νω­σης Σπε­τσι­ω­τῶν, τχ. 139, Ἰ­αν.-Μάρτ. 2017, σελ. 15.

Παῦ­λος Δ. Πέ­ζα­ρος (Πει­ραι­ᾶς, 1949). Σπούδασε στὸ Οἰ­κο­νο­μι­κὸ Πα­νε­πι­στήμιο Ἀ­θηνῶν, ἔκανε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Lancaster (UK) καὶ στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Πε­ρι­φε­ρεια­κῆς Ἀ­νά­πτυ­ξης τοῦ Παν­τεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Ποι­ή­μα­τα, ἄρ­θρα, κρι­τι­κὲς πα­ρου­σιά­σεις καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔχουν δημοσιευθεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἔν­τυ­πα στὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ ἐξωτερικὸ. Ὑ­πῆρ­ξε ἰ­δρυ­τι­κὸ μέ­λος τῆς ἐκ­δο­τι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Διαβάζω καὶ μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς του ἐ­πι­τρο­πῆς (1976-1983). Ἔχει έκδόσει τέσσερις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ με­τά­φρα­ση τῆς πρώ­της ἐξ αὐ­τῶν στὴν Ἀρ­γεν­τι­νή.