Ἀν­τώ­νης Πά­σχος: Δη­μό­σιο



Ἀν­τώ­νης Πά­σχος


Δη­μό­σιο


ΤΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟ ἔ­χει εἰ­κο­σι­κά­τι ἀν­θρώ­πους οὐ­ρὰ καὶ μιὰ τα­μί­α. Ἔρ­χε­ται ἡ σει­ρὰ ἑ­νὸς γέ­ρου, «πε­ρι­μέ­νε­τε». Ση­κώ­νει κι­νη­τὸ ἡ μαν­τάμ, «κα­λέ, ναί, ἔ­χω χρό­νο, πές».

       Πί­σω της, ἄλ­λοι τρεῖς κου­βεν­τιά­ζουν.

       Ἕ­νας πα­πὰς ξε­φυ­σά­ει. Ἕ­νας τρι­αν­τά­ρης κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι. Εἶ­μαι τε­λευ­ταῖ­ος.

       Ἡ πόρ­τα βρον­τά­ει. Ὁ κου­κου­λο­φό­ρος κρα­τά­ει πι­στό­λι.

       Τὰ γέ­λια κό­βον­ται, τὸ κι­νη­τὸ πέ­φτει.

       «Ὅ­λοι στὰ τα­μεῖ­α!» φω­νά­ζει ὁ κου­κου­λο­φό­ρος.

       Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ δι­στά­ζουν, ἔ­πει­τα τὰ τέσ­σε­ρα τα­μεῖ­α γε­μί­ζουν ὑ­πάλ­λη­λους ποὺ τρέ­μουν. Μυ­ρί­ζω κά­του­ρο.

       «Ἐμ­πρός, τεμ­πε­λό­σκυ­λα!» φω­νά­ζει ὁ κου­κου­λο­φό­ρος. «Ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ­στε τους!»

       Οἱ πε­λά­τες σπεύ­δουν δει­λὰ-δει­λὰ στὰ τα­μεῖ­α. Ὁ γέ­ρος φεύ­γει, ὁ πα­πὰς φεύ­γει, ὁ τρι­αν­τά­ρης φεύ­γει. Χέ­ρια-χαρ­τιὰ βου­ί­ζουν. Δέ­κα λε­πτὰ με­τά, τὸ τα­χυ­δρο­μεῖ­ο ἀ­δειά­ζει. Ἀ­κού­ω σει­ρή­να.

       Ὁ κου­κου­λο­φό­ρος τι­νά­ζε­ται. Κοι­τά­ει δε­ξιὰ-ἀ­ρι­στε­ρά. Μοῦ πε­τά­ει τὸ πι­στό­λι κι ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται.

       Τὸ πε­ρι­ερ­γά­ζο­μαι.

       Ὅ­λοι κοι­τοῦν.

       Μο­νο­λο­γῶ: «εἶ­ναι ψεύ­τι­κο…»



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­τώ­νης Πά­σχος. Με­γά­λω­σε στὶς Σέρ­ρες καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κά, ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ ἱ­στο­σε­λί­δες ὅ­πως ἡ Θρά­κα καὶ ὁ Ἀ­να­γνώ­στης. Τὸ δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μά του μὲ τί­τλο «Με­τὰ Βί­ας» κυ­κλο­φο­ρεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Bell.