Λευτέρης Ξανθόπουλος: Ἄνθρωπος στὰ κάγκελα

 

 

Λευ­τέ­ρης Ξαν­θό­που­λος

 

Ἄν­θρω­πος στὰ κάγ­κε­λα

 

ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΠΡΩΪ, ὅ­λα πῆ­γαν κα­λά, πο­λὺ κα­λά. Πράγ­μα πα­ρά­ξε­νο, ξύ­πνη­σα μὲ εὐ­χά­ρι­στη δι­ά­θε­ση, ἡ μέ­ρα ἦ­ταν ἥ­συ­χη, ὁ κα­φὲς βγῆ­κε μὲ πλού­σιο κα­ϊ­μά­κι, τὸν ἔ­κο­ψα ἀ­κρι­βῶς πρὶν ἀ­πὸ τὴ βρά­ση, τὸ κου­τα­λά­κι ἔ­πια­σε τὴ σω­στὴ πο­σό­τη­τα ζά­χα­ρης, τὰ κου­λου­ρά­κια ἀ­πὸ τὸν γει­το­νι­κὸ φοῦρ­νο ἀ­πο­δεί­χτη­καν νο­στι­μό­τα­τα καὶ ἡ πρώ­τη γου­λιὰ ποὺ τρά­βη­ξα δὲν μοῦ ἔ­κα­ψε τὴ γλώσ­σα!

       Μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ φτιά­χνω τὸν κα­φέ μου μό­νος μου, νὰ σερ­βί­ρο­μαι στὸ με­γά­λο δρύ­ϊ­νο τρα­πέ­ζι τῆς κου­ζί­νας καὶ με­τά, χει­μώ­να-κα­λο­καί­ρι, νὰ προ­χω­ρά­ω με­ρι­κὰ βή­μα­τα μπρο­στά, νὰ ἀ­νοί­γω τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα ποὺ βλέ­πει στὸν κῆ­πο μὲ τὴ σι­δε­ρέ­νια αὐ­λό­πορ­τα στὸ βά­θος, νὰ χα­ζεύ­ω τὴν πρα­σι­νά­δα καὶ νὰ εἰ­σπνέ­ω τὸν φρέ­σκο ἀ­έ­ρα, ὅ­σην ὥ­ρα μοῦ παίρ­νει γιὰ νὰ ξυ­πνή­σω.

      Ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ μι­κρὲς ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νες κι­νή­σεις, στὴ σω­στὴ στιγ­μὴ καὶ σὲ κα­τάλ­λη­λες δό­σεις, αὐ­τὸ τὸ μι­κρὸ κα­θη­με­ρι­νὸ θαῦ­μα ποὺ λέ­ω καὶ στοὺς φί­λους μου, σὲ σκλη­ρα­γω­γοῦν κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο, σὲ προ­ε­τοι­μά­ζουν νὰ ἀν­τέ­ξεις τὸ βά­ρος καὶ τὶς πι­θα­νὲς ἀ­να­πο­δι­ὲς τῆς ἡ­μέ­ρας καὶ σὲ φέρ­νουν ἐν τέ­λει πιὸ κον­τὰ στὰ δε­σμὰ τῆς ζω­ῆς, ποὺ δὲν μπο­ρεῖς οὔ­τε νὰ τὰ ἀ­παρ­νη­θεῖς οὔ­τε νὰ κά­νεις χω­ρὶς αὐ­τά, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ὁ τι­μω­ρη­μέ­νος Προ­μη­θέ­ας δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει χω­ρὶς τὶς ἁ­λυ­σί­δες ποὺ τὸν κρα­τοῦ­σαν δε­μέ­νο στὰ βρά­χια τοῦ Καυ­κά­σου.

      Ἐ­κεῖ­νο τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο πρω­ϊ­νό, μοῦ τρά­βη­ξε ἀ­μέ­σως τὴν προ­σο­χὴ καὶ δὲν μὲ ἄ­φη­σε νὰ ἡ­συ­χά­σω, μέ­χρι ποὺ πα­ρά­τη­σα τὸν κα­φέ μου καὶ ση­κώ­θη­κα, ἕ­νας ἀ­κα­νό­νι­στος ὄγ­κος ριγ­μέ­νος σὰν τσου­βά­λι πά­νω στὰ κάγ­κε­λα, μιὰ θο­λὴ πλα­κὲ ἐ­πι­φά­νεια ποὺ σκί­α­ζε τὴν αὐ­λό­πορ­τα ἀ­πέ­ναν­τί μου.

      Κα­τέ­βη­κα τὰ τρί­α-τέσ­σε­ρα σκα­λο­πά­τια ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα στὸν κῆ­πο, πλη­σί­α­σα κον­τὰ καὶ τί νὰ δῶ: Ἐ­πά­νω στὴν καγ­κε­λό­πορ­τα, ὅ­πως ἁ­πλώ­νει ἡ νοι­κο­κυ­ρὰ στὸ μπαλ­κό­νι τὸ χα­λὶ γιὰ νὰ τὸ τι­νά­ξει, ἕ­νας ἄν­θρω­πος δι­πλω­μέ­νος στὰ δυ­ό, σὰν τὸ σφα­χτό!

      Ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη στιγ­μὴ κα­τά­λα­βα πὼς ὁ ἄ­γνω­στος ἄν­τρας μπρο­στά μου δὲν εἶ­χε ὑ­πό­στα­ση, δὲν ζοῦ­σε. Ἡ πόρ­τα τοῦ κή­που, πά­νω στὴν ὁ­ποί­α ξά­πλω­νε, ἦ­ταν μι­σά­νοι­χτη πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ τὴν εἶ­χα καὶ αὐ­τὴ πο­λὺ κα­λὰ κλει­δώ­σει, ὅ­πως κλει­δώ­νω κά­θε βρά­δυ ὅ­λες τὶς πόρ­τες τοῦ σπι­τιοῦ, δυ­ὸ καὶ τρεῖς φο­ρὲς πρὶν πέ­σω γιὰ ὕ­πνο, σὰν μέ­ρος τῶν σχο­λα­στι­κῶν ἐ­πα­να­λή­ψε­ων καὶ τῶν στα­θε­ρῶν συ­νη­θει­ῶν μου, γιὰ τὴν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τῶν ὁ­ποί­ων σᾶς μί­λη­σα πρὶν ἀ­πὸ λί­γο.

      Τρά­βη­ξα λί­γο τὴν καγ­κε­λό­πορ­τα καὶ τὴν ἄ­νοι­ξα. Ὁ νε­κρὸς ἄν­τρας μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι φο­ροῦ­σε ἀ­συ­νή­θι­στα ροῦ­χα, κά­τι σὰν τὴ φο­ρε­σιὰ τοῦ Μι­χα­ὴλ Στρογ­γώφ, τοῦ τα­χυ­δρό­μου τοῦ Τσά­ρου, ὅ­πως τό­σο ὡ­ραῖ­α τὸ πε­ρι­έ­γρα­φε ὁ Ἰ­ού­λιος Βέρν, ὅ­ταν μι­κρὸ παι­δὶ κα­θό­μουν στὸ ξύ­λι­νο σκα­μνά­κι στὰ πό­δια τοῦ πα­τέ­ρα μου καὶ μοῦ δι­ά­βα­ζε τὸ βι­βλί­ο.

      Στὴ μα­κριὰ που­κα­μί­σα του, στὴ ρουμ­πά­χα ὅ­πως λέ­νε καὶ οἱ ρῶ­σοι, ποὺ τὴν ἕ­σφιγ­γε μιὰ φαρ­διὰ δερ­μά­τι­νη ζώ­νη στὴ μέ­ση καὶ κα­τέ­βαι­νε μὲ σοῦ­ρες μέ­χρι τοὺς μη­ρούς, ἐ­κεῖ ἀ­κρι­βῶς, πά­νω στὴν πλά­τη τοῦ νε­κροῦ, μέ­τρη­σα πέν­τε τρυ­ποῦ­λες ἀ­πὸ πυ­ρο­βό­λο ὅ­πλο, ἡ μί­α δί­πλα στὴν ἄλ­λη, ποὺ σχη­μά­τι­ζαν ἕ­ναν τέ­λει­ο κύ­κλο.

      Οἱ πλη­γὲς ἦ­ταν στε­γνές, οὔ­τε στα­γό­να δὲν εἶ­χε τρέ­ξει που­θε­νά, ὄ­χι αὐ­τὲς οἱ ἀ­νο­η­σί­ες μὲ τὰ ψεύ­τι­κα αἵ­μα­τα καὶ τὰ χυ­μέ­να μυα­λὰ ποὺ βλέ­που­με στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο, μό­νο λί­γο ρο­ζά­κι εἶ­χε πο­τί­σει δι­α­κρι­τι­κὰ τὸ ὕ­φα­σμα γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν κά­θε μι­κρὴ ὀ­πή.

 

      Πε­ριτ­τὸ νὰ σᾶς πῶ ὅ­τι ὁ νε­κρὸς φο­ροῦ­σε στὰ πό­δια του, ψη­λὰ ὣς τὴ γάμ­πα, δερ­μά­τι­νες μπό­τες, τα­λαι­πω­ρη­μέ­νες ἀρ­κε­τὰ ὅ­πως ὁ ἀγ­γε­λι­α­φό­ρος τοῦ γνω­στοῦ βι­βλί­ου, ποὺ ἔ­δει­χναν ὅ­τι εἶ­χε περ­πα­τή­σει με­γά­λες καὶ δύ­σβα­τες ἀ­πο­στά­σεις πρὶν φτά­σει καὶ κα­τα­λή­ξει στὴν πόρ­τα μου.

 

      Ἀ­φοῦ στὸ τέ­λος ζή­τη­σαν καὶ τὴν δι­κή μου κα­τά­θε­ση καὶ ἄρ­χι­σαν νὰ τὰ μα­ζεύ­ουν, σή­μαν­ση, ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τα, φω­το­γρα­φί­ες, κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ μη­χα­νὴ τῆς Ἀ­σφά­λειας καὶ ὅ­ταν πιὰ οἱ δυ­ὸ τραυ­μα­τι­ο­φο­ρεῖς ξε­κόλ­λη­σαν τὸ πτῶ­μα καὶ τὸ φορ­τῶ­σαν σα­κὶ στὸ ἀ­σθε­νο­φό­ρο, πλη­σί­α­σα τὸν ἐ­πι­κε­φα­λῆς ἀ­ξι­ω­μα­τι­κό, ἕ­ναν ἀρ­κε­τὰ εὐ­γε­νι­κὸ καὶ πο­λι­τι­σμέ­νο κύ­ριο, ποὺ κα­θό­λου δὲν ἔ­μοια­ζε γιὰ μπά­τσος καὶ τοῦ ζή­τη­σα νὰ μοῦ δεί­ξει τὸ χαρ­τὶ ποὺ κρα­τοῦ­σε τὸ θύ­μα στὸ δε­ξί του χέ­ρι, τὸ ὁ­ποῖ­ο, εἰ­ρή­σθω ἐν πα­ρό­δῳ, γιὰ νὰ τὸ ἀ­πο­σπά­σουν ἀ­πὸ πά­νω του ἀ­ναγ­κά­σθη­καν νὰ τοῦ τσα­κί­σουν τὰ δά­χτυ­λα, ποὺ εἶ­χαν στὸ με­τα­ξὺ πα­γώ­σει.

      Ὁ ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸς δί­στα­σε γιὰ μιὰ στιγ­μὴ καὶ με­τά, θὲς για­τὶ μὲ συμ­πό­νε­σε, θὲς για­τὶ βι­α­ζό­ταν καὶ ἤ­θε­λε νὰ φύ­γει μιὰ ὥ­ρα ἀρ­χύ­τε­ρα, ἄ­νοι­ξε ἕ­ναν πλα­στι­κὸ δι­α­φα­νῆ φά­κελ­λο, ἔ­βγα­λε αὐ­τὸ ποὺ βρέ­θη­κε τυ­λιγ­μέ­νο ρο­λὸ στὴν πα­λά­μη τοῦ νε­κροῦ καὶ μοῦ τὸ ἔ­δει­ξε.

       Ὅ­ταν τὸ πῆ­ρα στὰ χέ­ρια μου καὶ τὸ ξε­τύ­λι­ξα (πο­λὺ προ­σχε­τι­κά, ὁ­μο­λο­γῶ), δι­έ­κρι­να ἕ­ναν εὐ­α­νά­γνω­στο γρα­φι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα, μὲ φαρ­διὰ πέ­να καὶ κα­φὲ μα­ρὸν με­λά­νι ποὺ ἔ­λε­γε τὰ ἑ­ξῆς:

      Ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ϊ­νό, ὅ­λα πῆ­γαν κα­λά, πο­λὺ κα­λά. Πράγ­μα πα­ρά­ξε­νο, ξύ­πνη­σε μὲ εὐ­χά­ρι­στη δι­ά­θε­ση, ἡ ἡ­μέ­ρα ἦ­ταν ἡ­λι­ό­λου­στη καὶ συ­νά­μα δρο­σε­ρή, ὁ κα­φὲς βγῆ­κε δυ­να­τός, μὲ πλού­σιο κα­ϊ­μά­κι, τὸν ἔ­κο­ψε ἀ­κρι­βῶς τὴν κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ πρὶν νὰ πά­ρει βρά­ση, τὸ κου­τα­λά­κι ἔ­πια­σε τὴ σω­στὴ πο­σό­τη­τα ζά­χα­ρης, τὰ πα­ξι­μα­δά­κια ἀ­πὸ τὸν κον­τι­νὸ φοῦρ­νο ἀ­πο­δεί­χτη­καν γευ­στι­κό­τα­τα.­..

 

1η Αὐ­γού­στου 2010

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Λευ­τέ­ρης Ξαν­θό­που­λος (Ἀ­θή­να, 1945). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν χω­ρὶς νὰ δώ­σει πτυ­χια­κὲς ἐ­ξε­τά­σεις καὶ Κι­νη­μα­το­γρά­φο στὸ L­o­n­d­on F­i­lm S­c­h­o­ol στὴν Ἀγ­γλί­α. Δη­μο­σί­ευ­σε ἕ­ξι ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ ἕ­να βι­βλί­ο πε­ζοῦ λό­γου καὶ σκη­νο­θέ­τη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ σα­ράν­τα ται­νί­ες μι­κροῦ καὶ με­γά­λου μή­κους καὶ ντο­κι­μαν­τέρ. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Ἡ ἕ­βδο­μη βρο­χή, ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δη (2010).

 

Advertisements