Δημήτρης Νόλλας: Τὸ τρυφερὸ δέρμα

 

Nollas,Dimitris-ToTryferoDerma-01

.

Δη­μή­τρης Νόλ­λας

 

Τὸ τρυ­φε­ρὸ δέρ­μα

 

06-Omikron ΣΧΕ­ΔΙ­Α­ΣΜΕ­ΝΟΣ ΚΗ­ΠΟΣ τοῦ σπι­τιοῦ, ἀ­σύ­δο­το κρά­μα ἀγ­γλο­α­ρα­βι­κῆς τέ­χνης γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο εὐ­θυ­νό­ταν ὁ κύ­ριος Θό­δω­ρος, εἶ­χε πε­ρι­ο­ρί­σει ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­λο­καί­ρι, τὸ πρῶ­το ἀ­π’ τὰ πολ­λὰ ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν, τὰ παι­χνί­δια μου στὸ ἐ­λά­χι­στο. Ἐν­νο­ῶ βε­βαί­ως αὐ­τὰ τοῦ ἀ­νοι­χτοῦ χώ­ρου, για­τί τὰ ἄλ­λα ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σα νὰ τὰ παί­ζω στὸ δω­μά­τιό μου. Ἔ­τσι ὑ­πῆρ­χαν τρί­α, αὐ­στη­ρὰ δι­α­λεγ­μέ­να καὶ αὐ­τό­νο­μα παι­χνί­δια, ποὺ τὸ ἕ­να ἦ­ταν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ προ­σω­πι­κό μου ἐ­νῶ τὰ ἄλ­λα δύ­ο προ­ϋ­πό­θε­ταν καὶ μιὰ τρί­τη συμ­με­το­χή. Τὰ πρω­ι­νά, καὶ πρὶν ἡ ζέ­στη κα­τέ­βει στὸ ὕ­ψος μου, κα­τά­βρε­χα μὲ τὴ μά­νι­κα, ἀ­φοῦ κλεί­δω­να τὴν πόρ­τα τοῦ κή­που γιὰ ἀ­σφά­λεια, ὅ­ποι­ον ἀ­νύ­πο­πτα περ­νοῦ­σε ἀ­π’ ἔ­ξω. Αὐ­τὸ τὸ παι­χνί­δι εἶ­χε σύν­το­μο τέ­λος κα­θὼς πλή­θαι­ναν οἱ δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες τῶν πε­ρα­στι­κῶν, ἐ­νί­ο­τε συ­νο­δευ­μέ­νες ἀ­πὸ χον­τρὲς βρι­σιές. Ἕ­νας μά­λι­στα, ποὺ ἂν καὶ τὸν εἶ­χα κα­λὰ ση­μα­δέ­ψει κα­τά­φε­ρε νὰ μοῦ ξε­φύ­γει μὲ πι­τσι­λι­σμέ­νο μό­νο τὸ ἕ­να πα­τζά­κι, ἀ­παί­τη­σε νὰ τοῦ στεί­λου­με ὁ­λό­κλη­ρο τὸ κου­στού­μι στὸ κα­θα­ρι­στή­ριο, ἀ­πει­λών­τας πὼς σὲ ἀν­τί­θε­τη πε­ρί­πτω­ση «θὰ μοῦ τὸ πλη­ρώ­σε­τε ἀ­κρι­βά». Τὰ βρά­δια, ἔν­τρο­μος ἀ­πὸ τὸ φῶς ποὺ φεύ­γει, ἔ­δερ­να μὲ κλω­τσι­ές, μπου­νι­ὲς καὶ φτυ­σι­ὲς τὸν Ἄλ­κη, δυ­ὸ χρό­νια μι­κρό­τε­ρό μου καὶ γιὸ τοῦ κυ­ρί­ου Μπισ­δό­κου, ποὺ κα­θό­ταν στὸ δι­πλα­νὸ σπί­τι. Σ’ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι, μὲ τὴ μαρ­μά­ρι­νη σκά­λα καὶ τὶς κο­λό­νες στὴν εἴ­σο­δο, πο­λὺ συ­χνὰ καὶ σὲ ἀ­κα­θό­ρι­στες ὧ­ρες παί­ζα­νε πιά­νο καί, μιὰ φο­ρὰ τὴν ἑ­βδο­μά­δα, φέρ­να­νε μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη Αὐ­στρια­κιά, μὲ σα­κοῦ­λες στὰ μά­τια καὶ βρογ­χο­κή­λη, τὴ m­a­d­a­me M­e­y­r­i­ng, καὶ τοὺς τρα­γου­δοῦ­σε συ­νο­δεί­ᾳ πιά­νου. Τὶς ἄλ­λες μέ­ρες ἔ­παι­ζε ἡ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­δερ­φὴ τοῦ Ἄλ­κη τρυ­φε­ρὰ κομ­μά­τια εἰς μνή­μην τοῦ ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κοῦ της, καὶ ἀ­πὸ τὶς λευ­κὲς κουρ­τί­νες, ποὺ φού­σκω­νε τὸ ζε­στὸ ἀ­ε­ρά­κι, σκορ­πί­ζον­ταν οἱ θλιμ­μέ­νες με­λω­δί­ες πά­νω μας. Γι’ αὐ­τὸν τὸν ἄν­θρω­πο κυ­κλο­φο­ροῦ­σε ἡ φή­μη πώς, ὄν­τας ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸς στὴ διά­ρκεια τῶν πρώ­των ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τι­κῶν τα­ρα­χῶν, αἰχ­μα­λω­τί­στη­κε ἀ­πὸ τοὺς Ἐ­λα­σί­τες καὶ τρά­βη­ξε τῶν πα­θῶν του. Δὲ φτά­νει ποὺ τοῦ βγάλαν τὰ μά­τια πα­ρά, σχε­δὸν ταυ­το­χρό­νως, τὸν γδά­ρα­νε ζων­τα­νό. Ἕ­νας ἄλ­λος θρύ­λος ἤ­θε­λε αὐ­τὸν τὸν ἀ­νή­συ­χο νέ­ο, κομ­μου­νι­στὴ με­ταμ­φι­ε­σμέ­νο σὲ ἀ­ξι­ω­μα­τι­κό, καὶ πὼς ὅ­ταν αὐ­τὸ ἀ­πο­κα­λύ­φτη­κε τοῦ κάρ­φω­σαν τὶς ἀρ­βύ­λες στὰ πό­δια καὶ τὸν δι­έ­τα­ξαν νὰ κά­νει τὸ γύ­ρο τοῦ στρα­το­πέ­δου δίς. Ὁ κη­που­ρός μας, ὁ κύ­ριος Θό­δω­ρος, ποὺ ὅ­ταν ἀ­να­φε­ρό­ταν στὸν ἑ­αυ­τό του ἔ­λε­γε πὼς «εἶ­μαι γά­τα ἐ­γώ», πα­ρου­σί­α­ζε μιὰ τρί­τη ἐκ­δο­χή. Ὁ ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κός, ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σε, ἂν καὶ σὲ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α, νὰ πί­νει οὖ­ζο στὸ κρα­σο­πό­τη­ρο, γύ­ρι­σε ἕ­να βρά­δυ τό­σο τύ­φλα πού, σὰν ἔ­πε­σε στὸ κρε­βά­τι του, θέ­λη­σε νὰ σκε­πα­στεῖ μὲ τσί­που­ρο καὶ πνί­γη­κε.

       Πολ­λὰ-πολ­λὰ μ’ αὐ­τὴ τὴν οἰ­κο­γέ­νεια δὲν εἴ­χα­με, ἐ­κτὸς ἀ­π’ τὸ ξύ­λο πού ‘­δι­να στὸν Ἄλ­κη. Τώ­ρα, αὐ­τὸν για­τί τὸν ἔ­δερ­να: πη­δοῦ­σε κά­θε ἀ­πό­γευ­μα τὴ σχε­τι­κὰ χα­μη­λὴ μάν­τρα ποὺ χώ­ρι­ζε τὰ σπί­τια μας, στε­κό­ταν δυὸ μέ­τρα μα­κριά μου μὲ τὰ χέ­ρια στὴ μέ­ση καὶ φώ­να­ζε «εἶ­σαι μά­λα­κας». Ἐ­γώ, πού ‘­χα κρυ­φα­κού­σει συ­χνὰ τὸν κύ­ριο Θό­δω­ρο νὰ λέ­ει τὸ ἴ­διο πράγ­μα κά­θε φο­ρὰ ποὺ ὁ μπαμ­πὰς ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν, ἤ­μουν σί­γου­ρος γιὰ τὸ λα­θε­μέ­νο το­νι­σμό. «Εἶ­σαι μα­λά­κας, Ἄλ­κη», τὸν δι­όρ­θω­να. «Ὄ­χι, εἶ­σαι μά­λα­κας», ἐ­πέ­με­νε. Λὰ ἐ­γώ, μὰ αὐ­τός. Λὰ μπου­νι­ές, μὰ κλω­τσι­ές, βρο­χὴ τὸ ξύ­λο. Καὶ δὲν ἔ­βγα­ζε ἄ­χνα τὸ ζῶ­ον. Τὸ ἄλ­λο βρά­δυ νά τον πά­λι, ἕ­τοι­μος νὰ ὑ­πο­στεῖ τὸν κα­θη­με­ρι­νό του ἐ­ξευ­τε­λι­σμό. Ὅ­μως, πα­ρ’ ὅ­λ’ αὐ­τά, οὔ­τε ὁ Ἄλ­κης οὔ­τε ἡ μά­νι­κα μ’ ἐν­θου­σί­α­ζαν τό­σο πο­λὺ ὅ­σο ἡ βα­ριὰ σι­δε­ρέ­νια πόρ­τα τοῦ κή­που. Μ’ αὐ­τὴν εἶ­χα χω­ρὶς συ­ζή­τη­ση στε­νὰ προ­σω­πι­κὲς σχέ­σεις. Τὸ παι­χνί­δι μα­ζί της τὸ θε­ω­ροῦ­σα ἀ­πο­κλει­στι­κὰ δι­κό μου, κι αὐ­τὴ ἡ πόρ­τα εἶ­χε γί­νει κομ­μά­τι τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μου, τό­σο ποὺ ἕ­να και­ρὸ μὲ ἀ­πα­σχό­λη­σαν τὰ προ­βλή­μα­τα ποὺ θὰ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε ἡ με­τα­φο­ρά της στὸ δω­μά­τιό μου. Ἀ­νέ­βαι­να στὸ ἀ­νοι­χτὸ φύλ­λο τῆς πόρ­τας καὶ πα­τι­νά­ρον­τας μὲ τό ‘­να πό­δι τὴν ἔ­ρι­χνα πά­νω στὸ κλει­στό, κά­νον­τας νὰ βρον­τᾶ καὶ νὰ τραν­τά­ζε­ται ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ σι­δε­ρέ­νιο σύμ­πλεγ­μα, ἔ­τσι ποὺ ἡ για­γιὰ τὶς πρῶ­τες φο­ρὲς πά­θαι­νε τα­χυ­παλ­μί­ες καὶ φώ­να­ζε «τὸ τέ­λος τοῦ κό­σμου, τὸ τέ­λος», ὥ­σπου τὸ συ­νή­θι­σε. Τὸ γι­α­σε­μὶ πά­νω ἀ­π’ τὴν πόρ­τα σει­ό­ταν κι αὐ­τό, κι ἔ­τσι πολ­λὲς φο­ρὲς τὰ με­ση­μέ­ρια κα­θό­μουν στὸ τρα­πέ­ζι μὲ τὸ κε­φά­λι, μυ­ρω­μέ­νο.

      Κά­θε χρό­νο, ἀ­π’ τὶς ἀρ­χὲς Μα­ΐου, ἐρ­χό­μα­σταν σ’ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι, ἀρ­κε­τὰ μα­κριὰ ἀ­π’ τὴν πό­λη, χω­ρὶς νὰ μπο­ροῦ­με νὰ πα­ρα­θε­ρί­σου­με στὸ χω­ριὸ μὲ τὸ με­γά­λο πο­τά­μι καὶ τὶς κα­ρυ­δι­ές, για­τὶ «ἂς ὄ­ψε­ται ἡ κα­τά­στα­σις». Ἐ­δῶ μέ­να­με ἡ για­γιά, ὁ μπαμ­πάς, ὁ θεῖ­ος Κω­στά­κης καὶ σχε­δὸν μέ­ρα πα­ρὰ μέ­ρα καὶ ὁ θεῖ­ος Πλά­των. Τὸ σπί­τι, ὅ­πως καὶ ἡ χαλ­βα­δο­ποι­ΐ­α, ἀ­νῆ­κε σὲ ὅ­λους, πράγ­μα δύ­σκο­λο νὰ χω­ρέ­σει στὸ μυα­λό μου, για­τί ἐ­νῶ ἐ­γὼ εἶ­χα τὸ πο­δή­λα­τό μου, τὰ μο­λύ­βια μου, τὴ για­γιά μου, τὸν μπαμ­πά μου, δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω πῶς ἕ­να ἐρ­γο­στά­σιο ἢ ἕ­να σπί­τι μπο­ρεῖ νὰ τό ‘­χουν τό­σοι πολ­λοί. «Ἂς ὄ­ψον­ται αὐ­τοὶ οἱ λη­στὲς ποὺ θέ­λουν νὰ κά­νουν τὴν πα­τρί­δα μας λίμ­πα.» «Δὲ νο­μί­ζω πὼς εἶ­ναι λη­στές», δυ­σφο­ροῦ­σε ὁ θεῖ­ος Κω­στά­κης, «ἁ­πλῶς ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ται δι­α­φο­ρε­τι­κὰ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς χώ­ρας». «Αὐ­τὸ ποὺ σοῦ λέ­ω», φού­σκω­νε ὁ ἄλ­λος θεῖ­ος, ὁ Πλά­των, «αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς θὰ πεῖ λη­στές». Κα­κοῦρ­γοι, ἄ­νο­μοι, σκυ­λο­σπο­ρά, αἱ­μο­δι­ψεῖς, συ­νέ­χι­ζε νὰ τοὺς στο­λί­ζει τρώ­γον­τας πα­γω­μέ­να μού­σμου­λα. Ὁ μπαμ­πὰς ἔ­λε­γε, ἐ­μεῖς νὰ κοι­τά­ζου­με τὴ δου­λειά μας, καὶ αὐ­τὸ πο­τὲ στὴν ἀρ­χή, τοὺς ἄ­φη­νε νὰ πά­ρουν φό­ρα, νὰ πε­ρά­σουν στὰ ἐν­τε­λῶς προ­σω­πι­κά τους, ἡ για­γιὰ σκού­πι­ζε τὸν ἱ­δρώ­τα ἀ­π’ τὰ λαι­μά της, «ἀ­π’ τὴ μύ­τη θὰ μοῦ τὸ βγά­λε­τε», «ἂν δὲν ἤ­μουν ἐ­γώ», «ἀ­χαΐ­ρευ­τε», «γιὰ τ’ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ», «σκα­τὰς εἶ­σαι, νὰ τὶ εἶ­σαι», «ΜΗ, τὸ παι­δί». Ἐ­γὼ εἶ­χα ἤ­δη κα­βα­λή­σει τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη μου πόρ­τα καὶ τὴν κο­πα­νοῦ­σα ἀ­γρί­ως, ὄ­χι για­τί δὲν ἔ­βρι­σκα ἐν­δι­α­φέ­ρον στοὺς κα­βγά­δες τους, ἀλ­λὰ για­τί τοὺς εἶ­χα μά­θει πρὸ πολ­λοῦ ἀ­π’ ἔ­ξω. Εἶ­χα πλου­τί­σει τὸ λε­ξι­λό­γιό μου μὲ χα­ρα­κτη­ρι­σμοὺς καὶ φρά­σεις σπά­νι­ες γιὰ τὸ μυα­λό μου, ὅ­πως μπα­τα­ξής, ἀ­ε­ρι­τζής, τό­κος, κα­νό­νι, ἡ ζά­χα­ρη ἀ­νε­βαί­νει, θὰ μᾶς κά­ψει ὁ Σο­φού­λης καὶ ἄλ­λες. Ἡ ἔκ­φρα­ση ποὺ χα­ρά­χτη­κε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ στὸ κε­φά­λι μου ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ χρη­σι­μο­ποί­η­σε ὁ θεῖ­ος Πλά­των, ὅ­ταν ἀ­πο­πει­ρά­θη­καν κά­τι μα­κρι­νὰ ξα­δέρ­φια νὰ τοῦ ἀ­πο­σπά­σουν χρή­μα­τα γιὰ νὰ με­τα­να­στέ­ψουν στὸν Κα­να­δά. «Ὁ­ρί­στε μας», εἶ­πε τὸ με­ση­μέ­ρι, ἀ­φοῦ δι­η­γή­θη­κε ὅ­λο σύγ­χυ­ση τὴν πε­ρι­πέ­τειά του, «μά­θα­νε πὼς γα­μι­ό­μα­στε, πλα­κώ­σα­νε κι οἱ γύ­φτοι». Τὸ χέ­ρι τοῦ πα­τέ­ρα ξε­κόλ­λη­σε ἀ­στρα­πια­ῖα ἀ­π’ τὸ πο­τή­ρι, ποὺ κρα­τοῦ­σε καὶ ἦρ­θε νὰ μοῦ πα­γώ­σει μιὰ ἰ­δέ­α χα­μό­γε­λου, κρί­νον­τας του­λά­χι­στον ἀ­γε­νῆ τὴν γκρι­μά­τσα μου. Γιὰ με­γά­λο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα καὶ μὲ μπερ­δε­μέ­να αἰ­σθή­μα­τα θε­ω­ροῦ­σα τοὺς γύ­φτους καὶ τὰ μα­κρι­νὰ ξα­δέρ­φια συ­νώ­νυ­μους, ἂν ὄ­χι συγ­γε­νεῖς. Σ’ αὐ­τούς, λοι­πόν, τοὺς κα­βγά­δες ὅ­ταν ὁ μπαμ­πὰς ἔ­βλε­πε πὼς ἡ για­γιὰ κοκ­κί­νι­ζε, γούρ­λω­νε τὰ μά­τια της χω­ρὶς νὰ μπο­ρεῖ νὰ βγά­λει λέ­ξη πα­ρὰ μό­νο μή, σσσσσ, ἄχ, ὢχ καὶ τέ­τοι­α, ἔ­λε­γε, «ἐ­λᾶ­τε, ἐ­λᾶ­τε τώ­ρα, ἂς κοι­τά­ζει ὁ κα­θέ­νας τὴ δου­λειά του». Αὐ­τὲς οἱ μά­χες τῶν ἰ­δε­ῶν καὶ τῶν προ­σώ­πων ἐ­κό­πα­ζαν πλή­ρως ἐ­κεῖ κά­που στὸν κα­φέ, ὁ­πό­τε συ­νή­θως μι­λοῦ­σαν «χαλ­βά». Ἔ­τσι ἔ­λε­γε ὁ θεῖ­ος Κω­στά­κης, κά­νον­τας τὴ σκα­λι­στὴ ρά­χη τῆς κα­ρέ­κλας νὰ τρί­ζει, «λοι­πόν, ἂς μι­λή­σου­με χαλ­βά».

      Ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­πο­με­σή­με­ρο, μὲ τὴ μυ­ρου­διὰ τῆς πρώ­της βρο­χῆς ξε­γλί­στρη­σα ἀ­π’ τὸ τρα­πέ­ζι τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἡ για­γιὰ τσί­ρι­ζε, ὁ Τσι­γάν­τες, ὁ Τσι­γάν­τες, καὶ ὁ θεῖ­ος Πλά­των ἀ­να­πο­δο­γύ­ρι­ζε μιὰ πι­α­τέ­λα κοκ­κι­νι­στό, κά­νον­τας μιὰ ἀ­δέ­ξια κί­νη­ση συμ­βι­βα­σμοῦ τῶν πνευ­μά­των. Στὸν κῆ­πο τὰ τζι­τζί­κια, ὁ ἀ­πό­η­χος τῆς τρα­πε­ζα­ρί­ας, καὶ πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα ὁ γλυ­κὸς βόμ­βος τοῦ ἀ­ε­ρο­πλά­νου. Μὲ τὸ μέ­τω­πο κολ­λη­μέ­νο στὸ βρεγ­μέ­νο μέ­ταλ­λο πά­ω κι ἔρ­χο­μαι κλω­τσών­τας καὶ σπρώ­χνον­τας τὴν πόρ­τα πρὸς τὰ πί­σω. Ὁ θεῖ­ος Πλά­των ἔ­χει κα­τα­φέ­ρει νὰ ὑ­ψω­θεῖ πά­νω ἀ­π’ τὶς φω­νὲς τῶν ἄλ­λων καὶ ἐ­πι­βάλ­λει τὴ σι­ω­πή του λέ­γον­τας, τὰ κου­κιὰ εἶ­ναι με­τρη­μέ­να ὅ­πως οἱ μέ­ρες τους. Πα­ρα­τη­ρῶ, σὰν τὸν πο­λυ­βο­λη­τὴ τοῦ ἀ­ε­ρο­πλά­νου, τὸ κλει­στὸ φύλ­λο τῆς πόρ­τας νὰ μὲ πλη­σιά­ζει καὶ τὰ βρεγ­μέ­να ἀ­ρα­βουρ­γή­μα­τά της νὰ με­γε­θύ­νον­ται. Στριγ­γλίζει καὶ τραν­τά­ζε­ται ἡ βα­ριὰ πόρ­τα καὶ τὸ τρυ­φε­ρὸ μουγ­κρη­τὸ τοῦ ἀ­ε­ρο­πλά­νου δι­α­περ­νᾶ καὶ κομ­μα­τιά­ζει τ’ αὐ­τιά μου κα­τε­βαί­νον­τας βα­θιὰ στὸ στο­μά­χι μου. Νι­ώ­θω τῆς καρ­διᾶς μου τὸ τί­ναγ­μα κα­θὼς τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, δὲν ἀ­κού­γε­ται τώ­ρα τί­πο­τ’ ἄλ­λο, βογ­κᾶ κι ἀ­να­τα­ρά­ζει τὰ μέ­σα μου καὶ τὰ κομ­μά­τια τους, σὰν ἀ­πὸ ναυά­γιο, τα­ρα­κου­νιοῦν­ται καὶ φτά­νουν κυ­μα­τι­στὰ στὶς ἄ­κρες του κορ­μιοῦ μου. Οἱ στά­λες τῆς βρεγ­μέ­νης πόρ­τας πλημ­μύ­ρι­σαν τὰ μά­τια μου καὶ τά ‘­κλει­σα. Ἀρ­γό­τε­ρα ἄλ­λα θὰ λέ­ει ἡ για­γιά, ἄλ­λα ὁ μπαμ­πάς, ἄλ­λα ὁ ἕ­νας κι ἄλ­λα ὁ ἄλ­λος. Ἡ για­γιὰ ἔ­τρε­χε πρὸς τὴ με­ριά μου φω­νά­ζον­τας, «για­βρή μου τὸ χε­ρά­κι του», καὶ πὼς στε­κό­μουν μπρο­στὰ στὴν καγ­κε­λό­πορ­τα ντοῦ­ρος, ἂν καὶ χλω­μὸς νὰ κοι­τά­ζω τὰ μα­τω­μέ­να κομ­μά­τια δέρ­μα­τος. Ὁ μπαμ­πὰς εἶ­πε, «ἀ­νο­η­σί­ες. Λι­πο­θύ­μη­σε καὶ τὸν κα­τε­βά­σα­με στὸ Πρώ­των Βο­η­θει­ῶν». Μιὰ ἄλ­λη ἐκ­δο­χὴ ἔ­λε­γε πὼς μοῦ βγῆ­κε μιὰ φω­νή, σκού­ξι­μο ὄ­χι ἀ­στεῖ­α, ποὺ ὣς καὶ τὰ τζι­τζί­κια τρό­μα­ξαν καὶ πρὸς στιγ­μὴν σώ­πα­σαν.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Τὸ τρυ­φε­ρὸ δέρ­μα (ἔκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, Ἀ­θή­να, 1982).

 

Δη­μή­τρης Νόλ­λας (Ἀ­δρια­νὴ Δρά­μας, 1940). Δι­ή­γη­μα, Νου­βέ­λα, Μυ­θι­στό­ρη­μα. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­θή­να καὶ τὴν Φραν­κφούρ­τη Νο­μι­κὰ καὶ Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α καὶ στὶς Βρυ­ξέλ­λες Κι­νη­μα­το­γρά­φο. Δί­δα­ξε τε­χνι­κὴ σε­να­ρί­ου στὸ τμῆ­μα ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας τοῦ Παν­τεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου ἐ­νῶ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ‘­80 συ­νερ­γά­στη­κε σὲ σε­νά­ρια κι­νη­μα­το­γρα­φι­κῶν καὶ τη­λε­ο­πτι­κῶν πα­ρα­γω­γῶν μὲ τοὺς σκη­νο­θέ­τες Χα­τζῆ, Πα­να­γι­ω­τό­που­λο, Ἀγ­γε­λό­που­λο, Σμα­ρα­γδῆ, Λαμ­πρι­νὸ καὶ Βούλ­γα­ρη. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Δι­ε­τέ­λε­σε πρό­ε­δρος τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Κέν­τρου Βι­βλί­ου (Ε­ΚΕ­ΒΙ) ἀ­πὸ τὸ 2004 ἕ­ως τὸ 2007. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Πο­λυ­ξέ­νη (Νου­βέ­λα, ἔκδ. Βέρ­γος, Ἀ­θή­να, 1974).Τε­λευ­ταῖ­ο του: Ὁ και­ρὸς τοῦ κα­θε­νὸς (Μυ­θι­στό­ρη­μα, ἔκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2010).

 

 

Advertisements