Ἡρὼ Νικοπούλου: Μικρὲς ἐξομολογήσεις

Nikopoulou,Iro-MikresEksomologiseis-Eikona-02

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου


 

Μι­κρὲς ἐ­ξο­μο­λο­γή­σεις

 


11-Mi-800px-Letter_M_from_the_Fantastic_AlphabetΕ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ γλί­στρη­σε ἁ­πα­λὰ τὸ κλει­δὶ στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα. Κλεί­δω­σε, φυ­λά­κι­σέ με, ψι­χά­λι­σε στ’ αὐ­τιά του ἡ ἀ­νά­μνη­ση τῆς φω­νῆς της. Εἰ­σέ­πνευ­σε βα­θιὰ τὸ σκο­τά­δι καὶ τὴν κλει­σού­ρα τοῦ χώ­ρου· τὸν τύ­λι­ξε πά­χνη ὕ­πνου πα­χιὰ ἀ­να­κα­τε­μέ­νη μὲ μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ βρα­σμέ­νο κου­νου­πί­δι καὶ πο­λυ­και­ρι­σμέ­νο τη­γα­νί­δι· τὸ χνῶ­το τοῦ σπι­τιοῦ τὸν ρού­φη­ξε ἀ­πό­το­μα μέ­σα, στη­ρί­χτη­κε μὲ τὴν πλά­τη στὴν πόρ­τα κι ἕ­να αἴ­σθη­μα μα­ται­ό­τη­τας τὸν πλημ­μύ­ρι­σε τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ποὺ οἱ παλ­μοί του ἡ­σύ­χα­ζαν, ἐ­δῶ του­λά­χι­στον ἦ­ταν ἀ­σφα­λής. Ἔ­κλει­σε ἀ­θό­ρυ­βα ἀ­φή­νον­τας πί­σω του τὴν βο­ὴ τῆς νύ­χτας. Ἔ­βγα­λε τὰ πα­πού­τσια καὶ προ­χώ­ρη­σε ψη­λα­φι­στά.

       Στὸ βά­θος τοῦ σα­λο­νιοῦ ἔ­πε­φτε ἀ­κό­μα μο­νό­το­νο τὸ χι­ό­νι τῆς ΥΕΝΕΔ. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­κρί­νει τί­πο­τ’ ἄλ­λο στὰ σκο­τει­νά. Ἦ­ταν κα­νεὶς στὸ δω­μά­τιο; Τό­σο τὸ χει­ρό­τε­ρο, σκέ­φτη­κε ἀ­να­ση­κώ­νον­τας τοὺς ὤ­μους. Ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε βι­α­στι­κά. Ἤ­θε­λε νὰ κρα­τή­σει γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του ὅ­σα συ­νέ­βη­σαν, χω­ρὶς πε­ρι­γρα­φὲς καὶ συ­ζη­τή­σεις. Ἔ­στω γιὰ λί­γο ἀ­κό­μα. Οἱ ξέ­νες φω­νὲς τοῦ ‘κλε­βαν τὶς εἰ­κό­νες, αὐ­τὸ πιὰ τὸ ἤ­ξε­ρε σί­γου­ρα. Μό­λις τὰ πε­ρι­έ­γρα­φε, τὰ γε­γο­νό­τα ἐ­ξα­τμί­ζον­ταν σὰν μα­γι­κὰ τζί­νι, σὰν νὰ μὴν εἶ­χαν συμ­βεῖ πο­τέ. Μά­ται­α πά­λευ­ε με­τὰ νὰ ἀ­να­συν­θέ­σει, σκη­νές, λέ­ξεις αἰ­σθή­μα­τα, ὅ­λα εἶ­χαν κά­νει φτε­ρά. Ἔ­κλει­νε τὰ μά­τια σφι­χτά, ἐ­ξό­ρι­ζε τὸ φῶς καὶ συγ­κεν­τρω­νό­ταν, ἄρ­χι­ζε νὰ τὰ σκέ­φτε­ται μὲ τὴ σει­ρά, ἵ­δρω­νε ὧ­ρες ἀ­τέ­λει­ω­τες χω­ρὶς ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ἡ ὀ­θό­νη ἦ­ταν πά­λι ἄ­γρα­φη, παρ­θέ­νο λευ­κὸ ἢ βε­λού­δι­νο μαῦ­ρο ἀ­βύσ­σου, τὸ ἴ­διο ἀ­φό­ρη­το.

       Ἔ­σπρω­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου του ἀ­να­κου­φι­σμέ­νος, τώ­ρα θὰ τὴν ἔ­κλει­νε πί­σω του καὶ γι’ ἀ­πό­ψε θὰ εἶ­χε σω­θεῖ, ὅ­ταν ἀ­κού­στη­κε σχε­δὸν δί­πλα του ὁ ψί­θυ­ρος.

       — Λοι­πὸν πῶς πῆ­γε;

       Τι­νά­χτη­κε ἀ­λα­φι­α­σμέ­νος, τε­λι­κὰ πά­λι δὲν τὴν γλί­τω­σε.

       — Ἄσε, θὰ στὰ πῶ αὔ­ριο.

       — Κα­λά αὔ­ριο, ἀλ­λὰ τί ἔ­γι­νε, πῶς πῆ­γε;

       Ὅ­μως ἐ­κεῖ­νος ἤ­θε­λε νὰ χα­ρεῖ τὰ ἐ­πι­νί­κια αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ μὲ τὸ δι­κό του ρυθ­μό, χω­ρὶς πί­ε­ση.

       — Κα­λὰ πῆ­γε, ἄν­τε κοι­μή­σου.

       — Τε­λι­κὰ ἦρ­θε μό­νη της;

       — Ὄ­χι, ἀλ­λὰ νυ­στά­ζω.

       —Μη μοῦ πεῖς πὼς ἔ­φε­ρε πά­λι τὴν φί­λη της.

       — Τὴν ἔ­φε­ρε…

       — Καὶ τί ἔ­κα­νες;

       — Ἄ­σε με, σοῦ λέ­ω νυ­στά­ζω.

       — Μὴ μοῦ πεῖς… καὶ τὶς δύ­ο!

       — Ἔ, ναὶ ρὲ μά­να, καὶ τὶς δύ­ο, κα­λη­νύ­χτα. Κο­πά­νι­σε τὴν πόρ­τα καὶ δυ­να­τὰ τὸ κε­φά­λι του πά­νω της. Ὁ νοῦς του πλημ­μύ­ρι­σε πά­λι ἀ­πὸ τὸ χυ­λῶ­δες μουρ­μου­ρη­τὸ τοῦ πα­λιοῦ και­ροῦ.

       Τὸ σπί­τι τους ἦ­ταν πάν­το­τε ὑ­πο­φω­τι­σμέ­νο. Τὰ χα­μη­λὰ πορ­τα­τὶφ τοῦ σα­λο­νιοῦ ἔ­κα­ναν τὰ πάν­τα νὰ μοιά­ζουν μου­χλι­α­σμέ­να. Ναί, σὰν νὰ τὴν μύ­ρι­ζε τὴ μού­χλα τοῦ φαι­νό­ταν. Εἶ­χε πο­τί­σει τὰ ὑ­φά­σμα­τα, τὰ ἔ­πι­πλα, τὸ ἴ­διο του τὸ δέρ­μα. Καὶ οἱ ψι­θυ­ρι­στὲς φω­νί­τσες τῶν θειά­δων του ψι­λο­βε­λο­νι­ές, πον­τα­ρι­σι­ὲς στὰ κρόσ­σια τοῦ ἀ­έ­ρα, στὸ ρεῦ­μα τῶν φω­τα­γω­γῶν, κλέ­φτες ἀγ­κα­θω­τοὶ πε­τού­με­νοι στὸ ἀ­νοι­γό­κλει­σμα μιᾶς πόρ­τας. Μι­κρὰ ζω­ύ­φια τὰ λό­για τους, μι­κρού­λι­κες ψι­λὲς κα­τσα­ρι­δοῦ­λες ποὺ τρε­χα­λί­ζα­νε χα­μέ­νες καὶ χα­ρού­με­νες ἀ­πὸ ‘δῶ κι ἀ­πὸ ‘κεῖ. Τὰ μπου­κω­μέ­να στό­μα­τα τῶν θειά­δων ποὺ ψέ­κα­ζαν ὁ­λό­γυ­ρα ἀ­λε­σμέ­νες λέ­ξεις, σκέ­ψεις, ἀ­λή­θειες καὶ ψέ­μα­τα, ἁ­λώ­νι­ζαν καὶ ἤ­ξε­ραν· ἤ­ξε­ραν καὶ δι­α­κρι­τι­κὰ κρυ­φο­γε­λοῦ­σαν, καὶ προ­παν­τὸς ἡ­ρω­ι­κὰ σι­ω­ποῦ­σαν, ὅ­λο γε­λά­κια καὶ στρα­βο­μου­τσου­νι­ά­σμα­τα, καὶ σταυ­ρο­κο­πή­μα­τα, κι ἔ­φτυ­ναν τὸν κόρ­φο τους, πώ πώ, γιὰ σκέ­ψου τί κρί­μα, τί κρί­μα, δυ­ὸ μέ­τρα πα­λι­κά­ρι νὰ μήν…, κι ἡ μά­να του τά­χα νὰ τὶς μα­λώ­νει πὼς «σι­γά, κα­λὲ σι­γὰ πιά, προ­σέ­χτε, ὄ­χι μπρο­στά του, μὴ σᾶς κα­τα­λά­βει ὅ­τι τὸ ξέ­ρε­τε, δὲν κά­νει, θὰ γί­νει χει­ρό­τε­ρα».

       Κι ἐ­κεῖ­νος συ­νερ­γοῦ­σε στὸ θέ­α­τρο, ποὺ ἔ­λε­γε πὼς δὲν κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι αὐ­τὲς ἤ­ξε­ραν ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ δὲν ἔ­πρε­πε νὰ ξέ­ρουν. Κι ὅ­λο προ­σπα­θοῦ­σε ἐ­κεῖ­νος νὰ τὸ ξε­πε­ρά­σει. Κι ὅ­λο ἔ­κα­νε και­νούρ­γι­ες σχέ­σεις, κι ὅ­λα χά­λα­γαν σχε­δὸν ἀ­μέ­σως καὶ πάν­τως σί­γου­ρα μό­λις μι­λοῦ­σε μα­ζί της κι ἄρ­χι­ζε τὶς πε­ρι­γρα­φές. Για­τί δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μὴν τῆς μι­λή­σει. Δὲν γι­νό­ταν. Δὲν κρα­τι­ό­ταν. Ἔ­τσι εἶ­χε μά­θει. Οὔ­τε αὐ­τὸς τὸ μπο­ροῦ­σε, οὔ­τε αὐ­τὴ τὸ ἐ­πέ­τρε­πε. Οὔ­τε καὶ τὸ ἄν­τε­χε ἐ­πί­σης. Ἄλ­λω­στε ἀ­πὸ μι­κρός τῆς ἔ­λε­γε τὰ πάν­τα, ἦ­ταν ὁ ἄρ­ρη­τος ὅ­ρος της γιὰ τὴν ἀ­πα­ρα­βί­α­στη συμ­μα­χί­α τους, γιὰ τὴν ἀ­μέ­ρι­στη ἀ­γά­πη της. Ἦ­ταν ἡ ἄ­φα­τη συμ­φω­νί­α τους. Ἀλ­λὰ κι ἐ­κεῖ­νος ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρά του ἔ­νι­ω­θε δι­και­ω­μέ­νος μέ­σα ἀ­πὸ τὶς φω­τι­ὲς ποὺ ἄνα­βαν οἱ δι­η­γή­σεις του στὰ μά­τια της. Δι­πλα­σι­α­ζό­ταν ὁ κό­σμος του. Πολ­λα­πλα­σι­α­ζό­ταν ἡ χα­ρά, ἡ ἔν­τα­ση, ἡ αὐ­το­πε­ποί­θη­σή του· «γιὰ νὰ χαί­ρε­ται τό­σο, θὰ πεῖ πὼς κα­λὰ τὰ κα­τά­φε­ρα» ἔ­λε­γε μέ­σα του· ὣς κι ὁ ἔ­ρω­τάς του ἀ­κό­μα, ὅ­ταν μιὰ φο­ρὰ πί­στε­ψε πὼς ἦ­ταν τέ­τοι­ος, ὑ­ψώ­θη­κε στὰ μά­τια του λαμ­πρό­τε­ρος, ἂν καὶ κρά­τη­σε μό­λις δυ­ὸ τρεῖς ὧ­ρες μέ­χρι τὴν ἀ­πο­μυ­θο­ποί­η­ση τῆς ἐ­ξι­στό­ρη­σης· ἔ­πει­τα ὅ­λα χά­θη­καν, εἰ­κό­νες, ἀ­τμό­σφαι­ρες, συ­ναι­σθή­μα­τα, ἔ­γι­ναν κα­πνός.

       Καὶ δὲν χόρ­ται­νε Αὐ­τή, πο­τὲ δὲ χόρ­ται­νε· προ­σπα­θοῦ­σε ἐ­κεῖ­νος, μὰ δὲν μπο­ροῦ­σε μὲ τί­πο­τα νὰ στο­μώ­σει τὴν ἀ­δη­φά­γο ἀ­νάγ­κη της. Τὶς νύ­χτες τὴν ἔ­βλε­πε στὸν ὕ­πνο του σὰν μι­κρὸ πει­να­σμέ­νο που­λί, ἡ ἴ­δια πάν­τα εἰ­κό­να: ἄ­φτε­ρο, γυ­μνὸ που­λὶ μὲ τε­ρά­στιο ἀ­νοιγ­μέ­νο στό­μα καὶ κλει­στὰ προ­ε­ξέ­χον­τα μά­τια νὰ τοῦ κρά­ζει. Σὰν αὐ­τὰ ποὺ εἶ­χε δεῖ κά­πο­τε σὲ ντο­κι­μαν­τέρ, καὶ πῶς φώ­να­ζαν τρε­λα­μέ­να μό­λις κα­τα­λά­βαι­ναν πὼς πλη­σιά­ζει τρο­φή. Τσί­ρι­ζαν ἀ­νοι­γο­κλεί­νον­τας μὲ ἀ­πελ­πι­σί­α τὰ χα­ο­τι­κά, ἀ­παι­τη­τι­κά τους στό­μα­τα. Ἀ­φο­πλι­στι­κά. Μό­νο πει­να­σμέ­νο στό­μα ἦ­ταν. Ὄ­χι, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τῆς ἀρ­νη­θεῖ. Τά­ι­ζε. Τά­ι­ζε, καὶ τρε­φό­ταν. Μὲ λά­θος τρο­φή. Μιὰ μη­χα­νὴ οἱ λέ­ξεις ποὺ ἄ­λε­θαν τὴν τρο­φὴ καὶ γιὰ τοὺς δύ­ο. Πάν­τα τῆς τὰ ἔ­λε­γε ὅ­λα.

       Τὸν Ἄλ­λον, πά­λι τὸν θυ­μό­ταν μό­νο ἀ­πὸ τὸν βή­χα του. Καὶ ἀ­πὸ τὶς ξαφ­νι­κές του κα­τα­κλί­σεις μέ­ρα με­ση­μέ­ρι μὲ τὸν ἥ­λιο ἔ­ξω νὰ λάμ­πει. Καὶ ἀ­πὸ τὴν κα­τα­θλι­πτι­κὴ σι­ω­πὴ ποὺ πλά­κω­νε ἐ­ξαι­τί­ας του τὸ σπί­τι μέ­χρι νὰ ση­κω­θεῖ. Καὶ ἀ­πὸ τὸ πτυ­ε­λο­δο­χεῖ­ο, ἐ­πί­σης. Αὐ­τή, τὸ μό­νο ποὺ τοῦ ‘λέ­γε γιὰ Ἐ­κεῖ­νον ὅ­ταν τὴν ἔ­πι­α­νε τὸ κα­λό της καὶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ κλα­φτεῖ γιὰ τὴ μοί­ρα της, ἦ­ταν, πώς: «πάν­τως σὰ μάρ­μα­ρο, βρὲ παι­δί μου, σὰ μάρ­μα­ρο ἡ πλά­τη του, λευ­κὸ πεν­τε­λι­κό, ἀ­ψε­γά­δια­στο, σὰν αὐ­τὸ ποὺ πρό­τει­νε στοὺς μα­τσω­μέ­νους πε­λά­τες γιὰ τὰ μνή­μα­τα τὸν κα­λὸ κα­ρὸ ποὺ δού­λευ­ε ἀ­κό­μα». Τα­ξί­δευ­αν τό­τε τὰ μά­τια της μα­κριὰ ἄ­δεια­ζαν, στράγ­γι­ζαν σὰν ξε­ρὲς λί­μνες, καὶ ὕ­στε­ρα συ­νέ­χι­ζε: «Πῶς νὰ τὸ κά­νου­με, μιὰ φο­ρὰ φτιά­νεις τὴ στερ­νή σου κα­τοι­κί­α», ἔ­παιρ­νε κον­τὴ ἀ­νά­σα καὶ συμ­πλή­ρω­νε ψι­θυ­ρι­στὰ σὰν πα­θι­α­σμέ­να: «κι ἀ­κό­μα, σκέ­ψου, ὁ­λό­λευ­κη εἶ­ναι».

       Ἔ­πει­τα κα­τρα­κυ­λών­τας τὸ χέ­ρι της τοῦ χά­ι­δευ­ε τὴν πλά­τη μέ­σα ἀπ’ τὸ που­κά­μι­σο κι ἀ­πό­σω­νε: «σ’ αὐ­τὸ τοῦ ἔ­μοια­σες, μό­νο ποὺ ἡ δι­κή σου εἶ­ναι πιὸ λεί­α».


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πη­γή: Ἀ­σφα­λὴς πό­λη (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015).

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958). Ποίηση, Πεζογραφία, Ζωγραφική. Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ δυ­ὸ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Ἀσφαλής πόλη (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δημοσιευθεί στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο.

Διαφημίσεις

Ἡρὼ Νικοπούλου: Ὄψεις καὶ κατόψεις ἑνὸς νέου οἰκήματος


Nikopoulou,Iro-OpseisKaiKatopseisEnosOikimatos-Eikona-01

[Τὸ πα­ρα­κά­τω κεί­με­νο ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πρώ­τη ἀ­πὸ τὶς τέσ­σε­ρις εἰ­ση­γή­σεις ποὺ ἔ­γι­ναν στὸ κοι­νὸ στὶς 9 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2015, ἡ­μέ­ρα πα­ρου­σί­α­σης τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14 στὸν χῶ­ρο τῶν ἐκ­δό­σε­ων Γα­βρι­η­λί­δης. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴν βρα­διὰ τῆς πα­ρου­σί­α­σης στὸ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φὴ τῆς 16ης Μαρ­τί­ου 2015.]


Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου


Ὄ­ψεις καὶ κα­τό­ψεις ἑ­νὸς νέ­ου οἰ­κή­μα­τος

Μι­κρὸ σκα­ρί­φη­μα-ὁ­δοι­πο­ρι­κό


01-HttaΤΑΝ ΠΑΝΩ στὴν ἐμ­φά­νι­ση τῆς κρίσης, τὴν ὥ­ρα ποὺ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι κοι­τοῦ­σαν νὰ πε­ρι­κό­ψουν τὶς δα­πά­νες τους καὶ νὰ μὴν κά­νουν νέ­α ἀ­νοίγ­μα­τα· τό­τε ἀ­κρι­βῶς, ποὺ ἀ­πο­φα­σί­σα­με μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη νὰ φτιά­ξου­με ἕ­να και­νούρ­γιο σπί­τι.

       Ἡ κοι­νή μας ἀ­γά­πη καὶ ἐ­να­σχό­λη­ση μὲ τὴν λο­γο­τε­χνί­α, μᾶς κά­νει νὰ συ­ζη­τᾶ­με μὲ τὶς ὧ­ρες γιὰ κεί­με­να δι­κά μας καὶ ἄλ­λων, γιὰ μορ­φὲς καὶ ρεύ­μα­τα, γιὰ τά­σεις καὶ στά­σεις προ­σώ­πων καὶ ἐν­τύ­πων, συ­χνὰ μὲ τέ­τοι­ο πά­θος ποὺ ἡ Ρω­ξά­νη, ἡ σο­φή μας γά­τα, μπαί­νει στὴ μέ­ση καὶ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται ἀ­νή­συ­χη προ­σπα­θών­τας νὰ μᾶς μοι­ρά­σει τὰ δί­κια. Ἡ ἀ­γά­πη ὅ­μως γιὰ τὴ μι­κρὴ φόρ­μα ἦ­ταν κοι­νὴ κι εὔ­κο­λα συμ­φω­νή­σα­με στὰ σχέ­δια τοῦ νέ­ου σπι­τιοῦ της. Κά­πως ἔ­τσι, τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2009 στὸ πο­λυ­μορ­φι­κὸ γρα­φεῖ­ο-ἐρ­γα­στή­ριο-ἐν­δι­αί­τη­μα τῆς Νέ­ας Σμύρ­νης καὶ ὥ­ρα ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὴ γεν­νή­θη­κε ἡ ἰ­δέ­α γιὰ τὸ ἰ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι.

       Τὸν ἴ­διο πε­ρί­που και­ρό, τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 2009 με­τὰ καὶ ἀ­πὸ σχε­τι­κὲς συ­ζη­τή­σεις ποὺ κά­να­με μὲ τὸν συ­νερ­γά­τη καὶ φί­λο, συγ­γρα­φέ­α καὶ με­τα­φρα­στή, Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη, ἀ­πο­φα­σί­σα­με νὰ ἑ­τοι­μά­σουμε στὸ Πλα­νό­διον δύ­ο ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος· ἕ­να ἀγ­γλό­φω­νου κι ἕ­να ἑλ­λη­νι­κοῦ. Στὸ ὀ­πι­σθό­φυλ­λο τοῦ τεύ­χους 47 δη­μο­σι­εύ­θη­κε σχε­τι­κὴ πρό­σκλη­ση συμ­με­το­χῆς ποὺ ζη­τοῦ­σε μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα μὲ πλο­κὴ ἕ­ως 750 λέ­ξεις. Οἱ πρῶ­τοι κα­νό­νες/ὅ­ροι/ὅ­ρια εἶ­χαν μπεῖ. Οἱ τρεῖς τό­μοι ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν ἀ­πὸ τὸ ἔν­τυ­πο Πλα­νό­διον μὲ τὴν συ­νε­πι­μέ­λεια καὶ τῶν τρι­ῶν, ἄρ­δευ­αν καὶ ταυ­το­χρό­νως προί­κι­ζαν μὲ ὕ­λη, τὸ ἱ­πτά­με­νο ψη­φια­κὸ ἱ­στο­λό­γιο «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι», ποὺ ἐν τῷ με­τα­ξὺ —προ­λαβαί­νο­ντας τὸ τεῦ­χος τοῦ Ἰ­ου­νί­ου, μὲ τὸ ὁ­ποῖο θὰ ξε­κι­νοῦ­σε ἡ Ἀν­θο­λο­γία— πῆ­ρε μορ­φὴ καὶ ὑ­πό­στα­ση στὸν ἱ­στο­χῶ­ρο τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2010, δι­α­τη­ρών­τας ὡ­στό­σο ὅ­λα τα τυ­πο­γρα­φι­κὰ με­ρά­κια ποὺ ὑ­πῆρ­χαν καὶ στὸ ἔν­τυ­πο Πλα­νό­διον μέ­χρι κε­ραί­ας ἢ γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια μέ­χρι βα­ρεί­ας.

       Τὸ τα­ξί­δι εἶ­χε ἀρ­χί­σει.


Προ­σω­πι­κά, μὲ τὴν μι­κρὴ φόρ­μα ἔ­χω κα­η­μὸ καὶ πάν­τα μὲ ἐ­νέ­πνε­ε καὶ μὲ κα­θο­δη­γοῦ­σε ἡ ἄ­πο­ψη τοῦ Μπόρ­χες ὅ­τι δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ γρά­φου­με μυ­θι­στο­ρή­μα­τα/πο­τα­μοὺς τὴν στιγ­μὴ ποὺ μπο­ροῦ­με νὰ ποῦ­με τὰ ἴ­δια στὶς λί­γες σε­λί­δες ἑ­νὸς δι­η­γή­μα­τος. Θε­ω­ρῶ πὼς εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ ἀ­πο­δο­θοῦν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς πε­ρι­πλο­κό­τη­τες μὲ λί­γες λέ­ξεις καὶ βρί­σκω ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα τὴν δυ­να­τό­τη­τα τῆς δη­μι­ουρ­γι­κῆς ἐμ­πλο­κῆς τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, ποὺ συμ­βαί­νει μό­νο ὅ­ταν ἀ­φή­νε­ται χῶ­ρος καὶ σ΄ αὐ­τόν, δη­λα­δὴ ὅ­ταν δὲν εἶ­ναι ὅ­λα εἰ­πω­μέ­να καὶ λυ­μέ­να ἀ­πὸ τὸν συγ­γρα­φέ­α.

       Τέσ­σε­ρα χρό­νια τώ­ρα δι­α­βά­ζου­με καὶ ξε­χω­ρί­ζου­με κεί­με­να: καὶ ἀ­πὸ τὰ πο­λυ­ά­ριθ­μα ποὺ μᾶς στέλ­νουν, καὶ ἀ­πο­θη­σαυ­ρί­ζον­τας ἀ­πὸ πα­λαι­ό­τε­ρες συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των, καὶ ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ —ἔ­στω δειγ­μα­το­λη­πτι­κῶς— ἐ­πι­λέ­γο­ντας ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαι­ό­τη­τα καὶ τὸν με­σαί­ω­να, φτά­νο­ντας μέ­χρι τοὺς νε­ώ­τε­ρους χρό­νους καὶ τοὺς δύο τε­λευ­ταί­ους αἰῶ­νες, 19ο καὶ 20ο. Ἡ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση ποὺ νι­ώ­θω μὲ κά­θε ἐ­πι­λο­γὴ καὶ ἀ­νάρ­τη­ση εἶ­ναι με­γά­λη, γιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς λό­γους κά­θε φο­ρά. Ἄλ­λο­τε για­τί συ­στή­νου­με στὸ ἑλ­λη­νι­κὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ κοι­νὸ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἕ­ναν ξέ­νο συγ­γρα­φέ­α ἐ­λά­χι­στα γνω­στὸ στὴν Ἑλ­λά­δα, συχνὰ μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­να ἀ­φι­έ­ρω­μα κα­μω­μέ­νο μὲ τὴν πο­λύ­τι­μη συ­νερ­γα­σί­α τῶν φί­λων/με­τα­φρα­στῶν μας πάν­τα ἀ­π’ εὐ­θεί­ας ἀ­πὸ τὴν γλώσ­σα τοῦ πρω­τό­τυ­που, ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα αὐ­τὸ ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται τοῦ­τον τὸν και­ρὸ μὲ φι­λο­λο­γι­κὴ ἐμ­βρί­θεια ἀ­πὸ τὸν φί­λο καὶ συ­νερ­γά­τη Συ­με­ὼν Σταμ­που­λοῦ γιὰ τὸν βι­εν­νέ­ζο μι­νια­του­ρί­στα Πέ­τερ Ἄλ­τεν­μπεργκ, ἄλ­λο­τε πά­λι, για­τί ἀ­να­κα­λύ­πτου­με στὸ δί­κτυ­ο πὼς ὑ­πάρ­χουν ἤ­δη δρα­μα­το­ποι­η­μέ­να ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα φιλ­μά­κια γιὰ τὰ ἀ­ναρ­τη­μέ­να μας δι­η­γή­μα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­ξι­ο­ποι­οῦ­με κι ἐ­μεῖς ἐμ­πλου­τί­ζον­τας καὶ μὲ αὐτὰ τὴν ὕ­λη μας…

       Ἔ­πει­τα, ὑ­πάρ­χει ἐ­κεί­νη ἡ ξε­χω­ρι­στὴ χα­ρὰ ὅ­ταν ξα­να­να­κα­λύ­πτεις ξε­χα­σμέ­νους συγ­γρα­φεῖς, λη­σμο­νη­μέ­να κεί­με­να ποὺ ὅ­μως δι­α­τη­ροῦν τὰ ἀ­ρώ­μα­τά τους ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα, κι ἀ­ξί­ζουν τὴν προ­σο­χή μας, ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα τὰ πε­ζὰ τῆς κων­σταν­τι­νου­πο­λί­τισ­σας Ἀ­λε­ξάν­δρας Πα­πα­δο­πού­λου ἢ τοῦ Ἀ­θα­νά­σιου Γκρά­βα­λη, κ.ἄ. Ἐ­πί­σης, ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι μὲ τὸ ἰ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι κα­θὼς καὶ μὲ τὴν τω­ρι­νὴ ἔν­τυ­πη Ἀν­θο­λο­γία συμ­με­τέ­χου­με στὴν ἐ­ξά­πλω­ση τῆς νέ­ας αὐ­τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς φόρ­μας καὶ στὴν δι­α­μόρ­φω­ση τῆς αἰ­σθη­τι­κῆς της.

       Τώ­ρα, ὅ­σον μὲ ἀ­φο­ρᾶ προ­σω­πι­κά, ἔ­χουν ὑ­πάρ­ξει καὶ πε­ρι­πτώ­σεις πιὸ δη­μι­ουρ­γι­κῆς ἐμ­πλο­κῆς μου, ὅ­πως συ­νέ­βη μὲ τὴ γνω­στὴ φρά­ση, τὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ να­νο­δι­ή­γη­μα, ποὺ ἀ­πο­δί­δε­ται στὸν Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ: «Πρὸς πώ­λη­ση: παι­δι­κὰ πα­πού­τσια, ἐν­τε­λῶς ἀ­φό­ρε­τα.»

       Στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἱ­στο­ρί­α μὲ δαι­μό­νι­ζε πάν­τα τὸ σχε­δὸν αὐ­το­νο­ή­τως ὑ­πο­νο­ού­με­νο με­λὸ σκη­νι­κό. Στοι­χη­μά­τι­σα, λοι­πόν, μὲ τὸν ἑ­αυ­τό μου γρά­φο­ντας ἕ­να δι­ή­γη­μα μὲ τί­τλο Τὰ Δῶ­ρα —τὸ ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ­τε νὰ βρεῖ­τε ἀ­ναρ­τη­μέ­νο στὸ ἱ­στο­λό­γιο— ποὺ ἔ­χει ἴ­διο θέ­μα ἀλ­λὰ καὶ ἀν­τι­στρα­τεύ­ε­ται καὶ ἀν­τι­στρέ­φει ἐν­τε­λῶς τὸ με­λο­δρα­μα­τι­κὸ τό­νο ποὺ ὑ­πο­βάλ­λει τὸ κεί­με­νο τοῦ Χέ­μιν­γου­εϊ.

       Σί­γου­ρα, ὅ­λα αὐ­τὰ εἶ­ναι δῶ­ρα τοῦ τα­ξι­διοῦ. Καὶ μι­λᾶ­με γιὰ με­γά­λο τα­ξί­δι μὲ πλού­σιο φορ­τί­ο, γι’ αὐ­τὸ καὶ τὸ σπί­τι/κι­βω­τὸς ποὺ προ­σπα­θή­σα­με νὰ φτι­ά­ξου­με μὲ τὸν Γιά­ννη εἶ­ναι ὅ­σο γί­νε­ται πιὸ εὐ­ρύ­χω­ρο. Ἔ­χει κεν­τρι­κὸ χῶ­ρο ὑ­πο­δο­χῆς τῆς κά­θε νέ­ας ἀ­νάρ­τη­σης, καὶ πολ­λὲς δι­α­κλα­δώ­σεις. Ἀ­ρι­στε­ρὰ βρί­σκον­ται: συ­νεν­τεύ­ξεις συγ­γρα­φέ­ων, οἱ με­τα­φρα­στὲς τῶν 12 γλωσ­σῶν, βιν­τε­ο­σκο­πη­μέ­νες ἀ­να­γνώ­σεις, θε­μα­τι­κὲς καὶ ὑ­φο­λο­γι­κὲς κα­τη­γορι­ο­ποι­ή­σεις τῆς ὕ­λης, κ.ἄ. Δε­ξιά μας συ­ναν­τᾶ­με τὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος, κεί­με­να ἀ­να­φο­ρᾶς σχε­τι­κὰ μὲ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα, τὴν με­γά­λη λί­στα τῶν πα­λαι­ῶν καὶ νε­ό­τε­ρων συγ­γρα­φέ­ων ποὺ φι­λο­ξε­νοῦν­ται, καί, στὸ τέ­λος τῆς δε­ξιᾶς στή­λης, τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν ἑλ­λή­νων συγ­γρα­φέ­ων ποὺ ἔ­χου­με με­τα­φρά­σει στὰ ἀγ­γλι­κά, ἀ­νοί­γο­ντας μὲ τὸν τρό­πο αὐ­τὸ ἕ­να μι­κρὸ πα­ρά­θυ­ρο πρὸς τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πε­ζο­γρα­φία γιὰ τὸν ἀγ­γλό­φω­νο ἀ­να­γνώ­στη.

       Γιὰ νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σου­με τὸ μέ­γε­θος τοῦ ἐγ­χει­ρή­μα­τος μὲ ὅ­ρους τοῦ ἔν­τυ­που κό­σμου, μιὰ ποὺ ἡ δι­κτυα­κὴ εἰ­κό­να συ­νή­θως μᾶς ἐ­ξα­πα­τᾶ, μι­λᾶ­με γιὰ ἕ­να ὑ­λι­κὸ κει­μέ­νων ποὺ θὰ ἰ­σο­δυ­να­μοῦ­σε, μέ­χρι σή­με­ρα, μὲ πε­ρί­που 2000 ἐ­κτυ­πω­μέ­νες σε­λί­δες Α4, ἢ μὲ δύ­ο τρο­φαν­τοὺς τό­μους τῶν 1000 σε­λί­δων ἕ­κα­στος, ἢ μὲ ὀ­κτὼ τεύ­χη πε­ρι­ο­δι­κοῦ, ὅ­πως τοῦ Πλα­νό­δι­ου, τῶν 250 σε­λί­δων τὸ κα­θέ­να.

       Μιὰ Ἀν­θο­λο­γί­α ἀ­πὸ τὸ ὑ­λι­κὸ αὐ­τὸ – στὴν οὐ­σί­α μιὰ Ἀν­θο­λο­γί­α Ἀν­θο­λο­γί­ας, τὴν σκε­φτό­μα­σταν ἀ­πὸ και­ρὸ καὶ μά­λι­στα σὲ ἐ­τή­σια βά­ση, καὶ χαι­ρό­μα­στε ἰ­δι­αί­τε­ρα αὐ­τὴ τὴν ἔκ­δο­ση, για­τί εἶ­ναι ὁ τρό­πος μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­στρέ­φου­με τὴν δου­λειά μας στὸ κό­σμο ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο προ­ερ­χό­μα­στε, στὸν κό­σμο τοῦ ἔν­τυ­που βι­βλί­ου.

       Συ­νε­χί­ζο­ντας ἔ­τσι νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νου­με τὸ τα­ξί­δι.


                                                                                   Νέ­α Σμύρ­νη 05.01.2015


 Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ δυ­ὸ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Ἑλ­λη­νι­στὶ ὁ γρί­φος (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2013). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο.

http://ironikopoulou.gr/

Ἡρὼ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης: Ἱστορίες Μπονζάι 2014. Τετραετὲς ἀπάνθισμα.

.

Nikopoulou-Patilis-IstoriesBonsai'14-Anthologia-200dpi

.

[Μό­λις κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης ἀν­θο­λο­γί­α ἀ­πὸ τὴν ὕλη τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας μὲ τί­τλο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14. 83 Μι­κρὰ Δι­η­γή­μα­τα (σελ. 368). Μπο­ρεῖ­τε νὰ τὴν ἀ­να­ζη­τή­σε­τε στὰ κεν­τρι­κὰ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­α (δεῖτε καὶ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος», ἐγγραφὴ 19-11-2014). Ἐ­δῶ, πρὸς ἐ­νη­μέ­ρω­ση τῶν ἀ­να­γνω­στῶν μας, ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­ου­με τὸ «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα» τῶν ἀν­θο­λό­γων:]

.

Ἡρὼ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης

.

Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι 2014

Τε­τρα­ε­τὲς Ἀ­πάν­θι­σμα

.

06-Taph-Century_Mag_Illuminated_T_HobbemaA Ο­ΓΔΟΝ­ΤΑ ΤΡΙΑ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ πα­ρόν­τος τό­μου συ­νι­στοῦν μιὰ πε­ρι­ε­κτι­κὴ ἀν­θο­λό­γη­ση ἀ­πὸ τὰ 566 δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἀ­ναρ­τή­θη­καν στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα μας Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ἀ­πὸ τὴν ἡ­μέ­ρα ἐκ­κί­νη­σής της στὶς 5 Ἀ­πρι­λίου τοῦ 2010 ἕ­ως καὶ τὸν Σε­πτέμ­βριο τοῦ 2014, τῆς χρο­νιᾶς ποὺ δι­α­νύ­ου­με.

       Ὡ­ρι­σμέ­νως, τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἀ­πάν­θι­σμα ἀ­πο­τε­λεῖ στὴν οὐ­σί­α του μιὰ ἀν­θο­λο­γία ἀν­θο­λο­γί­ας, ἐ­πει­δὴ αὐ­τὸς ἀ­κρι­βῶς ἦ­ταν καὶ πα­ρα­μέ­νει ὁ ἀρ­χι­κὸς σχε­δια­σμὸς τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου: νὰ εἶ­ναι στὸν με­γα­λύ­τε­ρο δυ­να­τὸ βαθ­μὸ τὸ ἴ­διο μιὰ διαρ­κὴς ἀν­θο­λο­γί­α. Ὁ χα­ρα­κτή­ρας αὐ­τός, κρί­σι­μος γιὰ τὴν ποι­ό­τη­τα τῶν δη­μο­σι­ευ­ό­με­νων κει­μέ­νων, δι­α­σφα­λί­ζε­ται σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ μὲ τρεῖς τρό­πους: (α) μὲ τὴν ἀν­θο­λό­γη­ση ἀ­πὸ τὸ τυ­πω­μέ­νο πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἀ­πό­θε­μα τοῦ πα­ρελ­θόν­τος ἐ­κεί­νων τῶν δι­η­γη­μά­των ποὺ ὡς ἔρ­γα τῆς τέ­χνης τοῦ λό­γου θε­ω­ροῦ­με ὡς κα­λύ­τε­ρα· (β) μὲ τὴν ἐ­πι­λο­γὴ ἀ­πὸ τὶς πο­λυ­ά­ριθ­μες συ­νερ­γα­σί­ες ποὺ μᾶς στέλ­νουν ἀ­να­γνῶ­στες τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου, στὴν πλει­ο­νό­τη­τά τους νέ­οι λο­γο­τέ­χνες, τῶν πε­ζῶν ἐ­κεί­νων ποὺ κρί­νου­με ἀ­ξι­α­νά­γνω­στα, δί­χως νὰ λεί­πουν συ­χνά ἀ­πὸ αὐ­τά —ὅ­πως θὰ δι­α­πι­στώ­σει ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἀ­πὸ τὴν πα­ρού­σα συ­να­γω­γή— καὶ τὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ δείγ­μα­τα, ποὺ δὲν ἔ­χουν νὰ ζη­λέ­ψουν τί­πο­τα ἀ­πὸ τὰ ἀν­τί­στοι­χα κα­τα­ξι­ω­μέ­νων λο­γο­τε­χνῶν, Ἑλ­λή­νων καὶ ξέ­νων· (γ) μὲ τὴν ἔκ­κλη­σή μας πρὸς τοὺς συ­νερ­γά­τες μας με­τα­φρα­στὲς νὰ δι­α­λέ­γουν γιὰ τὶς με­τα­φρά­σεις τους τὰ κα­λύ­τε­ρα καὶ πά­ντως ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κό­τε­ρα δείγ­μα­τα τοῦ εἴ­δους ἀ­πὸ τὰ ξε­νό­γλωσ­σα δι­α­βά­σμα­τά τους· στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι πε­ριτ­τὸ νὰ θυ­μί­σου­με ὅ­τι οἱ με­τα­φρά­σεις γί­νον­ται αὐ­στη­ρὰ ἀ­πὸ τὴν γλώσ­σα τοῦ πρω­τό­τυ­που, ἐ­νῶ μνη­μο­νεύ­ε­ται σχο­λα­στι­κὰ ἡ ξε­νό­γλωσ­ση πη­γὴ τῆς δη­μο­σί­ευ­σής του.

       Χα­ρα­κτη­ρί­ζον­τας πα­ρα­πά­νω τὴν ἀν­θο­λό­γη­ση αὐ­τὴ ὡς «πε­ρι­ε­κτι­κή», ἐν­νο­οῦ­με πὼς προ­σπα­θή­σα­με ἡ ἐ­πι­λο­γὴ τῶν κει­μέ­νων νὰ ἱ­κα­νο­ποι­εῖ ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ κρι­τή­ριο τῆς ποι­ό­τη­τας καὶ σει­ρὰ ἄλ­λων:

       — Νὰ πε­ρι­έ­χει με­τα­φρά­σεις δι­η­γη­μά­των καὶ ἀ­πὸ τὶς δώ­δε­κα ξέ­νες γλῶσ­σες ἀ­πὸ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἔ­χουν γί­νει μέ­χρι στιγ­μῆς με­τα­γλωτ­τί­σεις στὸ ἱ­στο­λό­γιο, ἐ­νῶ ἡ σχέ­ση τῶν με­τα­φρα­σμέ­νων πρὸς τὰ ἐλ­λη­νι­κὰ νὰ πα­ρα­μέ­νει ἰ­σορ­ρο­πη­μέ­νη.

       — Νὰ ἱ­κα­νο­ποι­εῖ σὲ ἔ­κτα­ση ὅ­λα τὰ ἀ­ριθ­μη­τι­κὰ κρι­τή­ρια ποὺ ἡ δι­ε­θνὴς βι­βλι­ο­γρα­φί­α καὶ πρα­κτι­κὴ θέ­τει γιὰ τὸ «εἶ­δος» «μι­κρὸ δι­ή­γη­μα»: ἀ­πὸ τὸ ὑ­πέρ­μι­κρο (μέ­χρι 200 λέ­ξεις) καὶ τὸ πο­λὺ σύν­το­μο (200-1000 λέ­ξεις) ἕ­ως τὸ σύν­το­μο (1000-2000 λέ­ξεις). Ἔ­τσι, ἂν ἐ­ξαι­ρέ­σου­με τὸ «μη­δε­νό­λε­ξο» καὶ ὡς ἐκ τού­του «ἀ­ό­ρα­το» —πλὴν τοῦ τί­τλου— μπον­ζά­ι τοῦ Γκι­γέρ­μο Σαμ­πέ­ριο «Τὸ Φάν­τα­σμα», ὁ ἀ­να­γνώ­στης τῶν σε­λί­δων αὐ­τῶν θὰ συ­ναν­τή­σει με­γά­λη ποι­κι­λί­α σμι­κρό­τη­τας: ἀ­πὸ τὸ λι­λι­πού­τει­ο «Μυ­θι­στό­ρη­μα τρό­μου» μὲ τέσ­σε­ρις λέ­ξεις στὸ πρω­τό­τυ­πο τοῦ Ἀν­τρὲς Νέ­ου­μαν —ποὺ στὴν ἑλ­λη­νι­κή του ἀ­πό­δο­ση συρ­ρι­κνώ­θη­κε ἔ­τι πε­ραι­τέ­ρω σέ.­.. δύ­ο!— ἕ­ως τὸν μι­κρὸ «γί­γαν­τα» τῶν δύ­ο χι­λιά­δων λέ­ξε­ων τοῦ δι­η­γή­μα­τος γιὰ τὸν ἰ­σπα­νι­κὸ ἐμ­φύ­λιο πό­λε­μο «Πα­ρά­θυ­ρα τῶν τε­λευ­ταί­ων στιγ­μῶν» τοῦ Χου­ὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα.

       — Νὰ ἐκ­τυ­λίσ­σει ἐ­κτε­νὲς ὑ­φο­λο­γι­κὸ φά­σμα, ποὺ νὰ πε­ρι­λαμ­βά­νει με­τα­ξὺ ἄλ­λων τὸ φαν­τα­στι­κό, τὸν ρε­α­λι­σμό, τὴν ψυ­χο­γρα­φί­α, τὸν ἐ­σω­τε­ρι­κὸ μο­νό­λο­γο, τὴν αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α, τὸ μυ­στή­ριο, τὴν δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα, τὸ ἀ­πρό­ο­πτο, τὴν ἀ­να­τρο­πή. Ἀν­τι­στοί­χως πλα­τειὰ προ­κύ­πτει ἀ­πὸ μιὰ τέ­τοια ἐ­πι­λο­γὴ καὶ ἡ θε­μα­το­λο­γί­α τῶν κει­μέ­νων μὲ προ­ε­ξάρ­χου­σα πάν­τα τὴν κρίση στὶς οἰ­κο­γε­νεια­κὲς καὶ ἐ­ρω­τι­κὲς σχέ­σεις

       Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὰ ἑλ­λη­νι­κὰ κεί­με­να, ἀ­να­ζη­τών­τας προ­δρο­μι­κὲς μορ­φὲς τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας, δι­ευ­ρύ­να­με τὸν χρο­νο­λο­γι­κὸ ὁ­ρί­ζον­τα τῆς ἔ­ρευ­νάς μας πρὸς τὰ πί­σω, συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­τας, ἔ­στω καὶ δειγ­μα­το­λη­πτι­κῶς, κεί­με­να ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαι­ό­τη­τα καὶ τὸν με­σαί­ω­να, ὅ­σο καί ἀ­πὸ τοὺς νε­ώ­τε­ρους χρό­νους, τὸν 19ο αἰ­ώ­να καὶ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ, σὲ ποι­κί­λες γλωσ­σι­κὲς μορ­φές: ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ τὴν κα­θα­ρεύ­ου­σα ἕ­ως τὴν τρέ­χου­σα κα­θο­μι­λου­μέ­νη, χω­ρὶς νὰ ἀ­πο­κλεί­ου­με τὰ το­πι­κὰ ἰ­δι­ώ­μα­τα, μὲ τέσ­σε­ρα ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ γλωσ­σι­κὰ δείγ­μα­τα γραμ­μέ­να σ’ αὐ­τά (λε­σβια­κό, κερ­κυ­ρα­ϊ­κό, κρη­τι­κὸ καὶ πε­λο­πον­νη­σια­κό).

       Ὡς πρὸς τὴν κα­τά­τα­ξη τῶν κει­μέ­νων ἀ­πο­φα­σί­σα­με νὰ ἀ­κο­λου­θή­σου­με ἀρ­χὴ ἁ­πλὴ καὶ ἑ­νια­ία, σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­ποῖ­α ἀν­τι­με­τω­πί­σα­με ὅ­λα τὰ πε­ζά, πρω­τό­τυ­πα ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἑ­τε­ρό­γλωσ­σα με­τα­φρα­σμέ­να, ὡς ἰ­σό­τι­μα λο­γο­τε­χνι­κὰ ἔρ­γα τῆς γλώσ­σας ὑ­πο­δο­χῆς, το­πο­θε­τών­τας τα σὲ ἀ­πό­λυ­τη ἀλ­φα­βη­τι­κὴ σει­ρὰ μὲ βά­ση τὸ ἐ­πί­θε­το τοῦ ὀ­νό­μα­τος τῶν δη­μι­ουρ­γῶν τους. Στὸν κοι­νὸ ὁ­ρί­ζον­τα τῆς μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας, ἀ­φή­σα­με ἔ­τσι τὶς συμ­πτώ­σεις νὰ ἀ­να­δεί­ξουν —μα­ζὶ μὲ τὸν παγ­κό­σμιο δι­α­χρο­νι­κό του χα­ρα­κτή­ρα— τὴν πλού­σια ποι­κι­λί­α τοῦ εἴ­δους, πα­ρα­κι­νών­τας ἐμ­μέ­σως τὸν ἀ­να­γνώ­στη σὲ ἐ­πι­στρο­φι­κή, αὐ­το­σχέ­δια, ἐ­λεύ­θε­ρη καὶ μὴ γραμ­μι­κὴ σχέ­ση μὲ τὰ πε­ρι­ε­χό­με­να τοῦ τό­μου.

       Τέλος, γιὰ τὴν κα­λύ­τε­ρη κα­τα­νό­η­ση τῶν ἀ­πό­ψε­ών μας ὡς πρὸς τὸ «εἶ­δος» τοῦ «μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος» καὶ τὴν σχέ­ση του μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α τῶν γραμ­μά­των καὶ τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, κα­θὼς καὶ γιὰ τὸν ὅ­ρο «μπον­ζά­ι» ποὺ προ­τεί­νου­με γι’ αὐ­τό, προ­σθέ­σα­με ἕ­να μι­κρὸ σχε­τι­κὸ ἐ­πί­με­τρο στὸ τέ­λος.

. 

* * *

.

Ἡ ἐ­πα­να­φο­ρὰ αὐ­τῶν τῶν κει­μέ­νων ἀ­πὸ τὸν νέ­ο κό­σμο τοῦ Δι­α­δι­κτύ­ου στὸν «ἀ­περ­χό­με­νο» πα­ρα­δο­σια­κὸ τοῦ Τυ­πω­μέ­νου Βι­βλί­ου, ἔ­χει γιὰ μᾶς ἕ­ναν ἰ­δι­αί­τε­ρο ὅ­σο καὶ κρί­σι­μο χα­ρα­κτή­ρα: συμ­βο­λί­ζει τὴν βα­θύ­τε­ρη συγ­γέ­νεια αὐ­τῶν τῶν δύ­ο ἠ­πεί­ρων τοῦ πνεύ­μα­τος καὶ τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, κά­τι ποὺ συ­νη­θέ­στα­τα πα­ρα­γνω­ρί­ζε­ται στὸ δι­α­δί­κτυο. Ἔ­χου­με ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νως ὑ­πο­στη­ρί­ξει ὅ­τι ἡ ἐ­κρη­κτι­κὴ ἀλ­λα­γὴ ποὺ ἐπέ­φε­ραν τὰ Νέ­α Μέ­σα στὴ Τυ­πο­γρα­φί­α ἔρ­χε­ται ὄ­χι τό­σο γιὰ νὰ ἀ­να­τρέ­ψει, ὅ­σο γιὰ νὰ «ὁ­λο­κλη­ρώ­σει» τὴν με­γά­λη γου­τεμ­βέρ­γεια ἐ­πα­νά­στα­ση, δι­α­νοί­γον­τάς την σὲ ἕ­να συ­ναρ­πα­στι­κὸ ὅ­σο και ἄ­γνω­στο μέλ­λον.­.. Τὴν ὀρ­γα­νι­κὴ ἐν­τέ­λει συ­νέ­χεια αὐ­τῶν τῶν κό­σμων ὑ­πο­στη­ρί­ξα­με ἐμ­πρά­κτως στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα μας Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι με­τα­φέ­ρον­τας ἐ­κεῖ, στὸν δι­α­δι­κτυα­κὸ κό­σμο, τὶς αἰ­σθη­τι­κές, τυ­πο­τε­χνι­κὲς καὶ δε­ο­ντο­λο­γι­κὲς ἀρ­χὲς τοῦ κό­σμου τοῦ ἐ­ντύ­που.

       Τώ­ρα, μὲ τὸν τό­μο αὐ­τό —ποὺ ἐ­πι­θυ­μί­α μας εἶ­ναι ὡς ἀν­θο­λο­γί­α ἀν­θο­λο­γί­ας νὰ ἐ­πα­νέρ­χε­ται ἀ­νὰ τα­κτὰ χρο­νι­κὰ δι­α­στή­μα­τα—, ὁ φαν­τα­στι­κὸς τυ­πο­γρα­φι­κὸς Ἰ­α­νός, τοῦ ὁ­ποί­ου τὸ νεανικὸ καὶ ρευ­στὸ πρόσωπο ἀ­νέ­δει­ξε πρὶν δύο μό­λις δε­κα­ε­τί­ες τὸ Δι­α­δί­κτυο, ἔρ­χε­ται τώ­ρα νὰ ἐ­ξι­σο­ρ­ρο­πη­θεῖ ἀ­να­δρο­μι­κῶς ἀ­πὸ τὸ στε­ρε­ό­τε­ρο καὶ ἐ­γκυ­ρό­τε­ρο πρό­σω­πο τῆς Ἔντυπης Πα­ρά­δο­σης.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Ἡρὼ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης, Ἱστορίες Μπονζάι ’14. 83 Μι­κρὰ Δ­ι­­η­­γή­μα­τα. Μιὰ Ἀν­θο­λο­γία (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2014, σελ. 368), «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα», σσ. 11-15.

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ δυ­ὸ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Ἑλ­λη­νι­στὶ ὁ γρί­φος (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2013). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο.

Γιά­ννης Πα­τί­λης (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴν δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση (1970-2010). Δη­μο­σί­ευ­σε δέ­κα συλ­λο­γὲς ποι­η­μά­των του, κα­θὼς καὶ δο­κί­μια, κρι­τι­κὲς καὶ φι­λο­λο­γι­κὲς με­λέ­τες. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­διον (1986-2012) καὶ δι­α­τη­ρεῖ τὶς ἐκ­δό­σεις του. Τὸ 2010 ἵ­δρυ­σε τὴν δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι τὴν ὁ­ποί­α συν­δι­ευ­θύ­νει ἔ­κτο­τε μὲ τὴν πε­ζο­γρά­φο Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου.

 .

Ἡρὼ Νικοπούλου: Δεκαπενταύγουστος

.

14

.

Ἡρὼ Νι­κο­πού­λου

 

Δε­κα­πεν­ταύ­γου­στος

.

01-Omegaχ, ἡ πι­α­τέ­λα! Εὔ­η, Εὔ­η πρό­σε­χε, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο σκα­λὶ εἶ­ναι πιὸ χα­μη­λό.

Ἀ­κο­λού­θη­σαν ἀ­πα­νω­τοὶ κρό­τοι, γυ­α­λι­κὰ ποὺ θρυ­ψα­λι­ά­στη­καν, μα­χαι­ρο­πή­ρου­να κρο­τά­λι­σαν στιγ­μια­ῖα στὶς πλά­κες κα­ρύ­στου τοῦ κή­που, μιὰ πα­ρα­τε­τα­μέ­νη στριγ­γλιὰ καὶ ἀ­π’ τὸ βά­θος μιὰ μι­σο­πνιγ­μέ­νη χρι­στο­πα­να­γί­α.

          Ἡ Εὔ­η χά­μω ἀ­νά­σκε­λα στη­ριγ­μέ­νη στοὺς ἀγ­κῶ­νες ξέ­μει­νε νὰ κοι­τᾶ τρι­γύ­ρω της τὰ σκορ­πι­σμέ­να με­ζε­δά­κια, λου­κά­νι­κα Φραγ­κφούρ­της, Με­τσο­βί­τι­κο κα­πνι­στό, Μπλὲ τυ­ρὶ ποὺ τὸ πλα­σά­ρι­ζαν στοὺς κα­λε­σμέ­νους γιὰ ροκ­φόρ, ἀγ­γου­ρά­κια καὶ πα­στὲς σαρ­δέλ­λες. Τὸ φου­στά­νι της εἶ­χε μα­ζευ­τεῖ ψη­λὰ στὰ πό­δια καὶ ἀ­πο­κά­λυ­πτε τὸ ρο­δα­κι­νὶ της ἐ­σώ­ρου­χο. Ὁ Λε­ω­νί­δας ἔ­τρε­ξε καὶ τὴ σή­κω­σε τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος.

          Εὐ-αγ­γε­λί­α σοῦ λέ­ει…, τε­λι­κὰ δὲν ἀ­πο­δεί­χθη­κε καὶ τό­σο …εὐ­χά­ρι­στη ἀγ­γε­λί­α… Ἐ­γὼ ξέ­ρω πὼς ἀ­πὸ τό­τε ποὺ μπῆ­κε στὸ σπί­τι μας τὸν ἔ­χα­σα. Ὅ­λο μα­ζί της ἀ­σχο­λεῖ­ται. Ὅ­σο ἦ­ταν μὲ τὴ μά­να της εἴ­μα­σταν ἥ­συ­χοι, ἀλ­λὰ βλέ­πεις δὲν προ­γραμ­μα­τί­ζον­ται ὅ­λα. Ποῦ νὰ τὸ ΄ξε­ρα πὼς θὰ τὴ φορ­τω­νό­μου­να καὶ μά­λι­στα στὴν πιὸ ἄ­χα­ρη ἡ­λι­κί­α, στὴν πιὸ ἀν­τι­δρα­στι­κή. Καὶ κεί­νος μὲς στὶς τύ­ψεις νὰ τρέ­χει ἀ­πὸ πί­σω της, νὰ τὴν μα­ζεύ­ει μὴ καὶ τοῦ πη­δη­χτεῖ. Καὶ εἶ­ναι καὶ θρη­σκευ­ά­με­νοι· καὶ οἱ δυ­ό. Νη­στεί­α, με­τά­λη­ψη καὶ ἀ­πο­χὴ ὁ με­γά­λος. Νη­στεί­α, με­τά­λη­ψη καὶ κα­μιὰ ξε­πέ­τα ἡ μι­κρή. Πο­τὲ δὲν κα­τά­λα­βα πὼς τὰ τα­χτο­ποι­οῦν ἔ­τσι, ποὺ τὰ χω­ρᾶ­νε καὶ τὰ δυ­ό. Νο­μί­ζω κά­νουν σκόν­το πό­τε στὸ ἕ­να, πό­τε στὸ ἄλ­λο, μιὰ τὸ σῶ­μα, μιὰ ἡ ψυ­χή. Λοι­πόν, αὐ­τὸ πο­τὲ πρὶν δὲν τὸ ἀ­ξι­ο­λό­γη­σα. Κα­κῶς! Ὁ Λε­ω­νί­δας κοι­μᾶ­ται ὄρ­θιος τὸν ὕ­πνο τοῦ δι­καί­ου, ἐ­γὼ ὅ­μως τὴν κα­τα­λα­βαί­νω ὅ­πο­τε γυρ­νά­ει ἀ­πὸ ραν­τε­βου­δά­κι, πὼς λάμ­πει ὁ­λό­κλη­ρη. Κι ἄλ­λο­τε πὼς μα­ραί­νε­ται σὰν ἀ­πό­τι­στο γι­α­σε­μί. Κλει­στὸ κο­ρί­τσι ὅ­μως, στρεί­δι, λέ­ξη δὲν χα­ρί­ζει. Ἐλ­πί­ζω νὰ μὴ χρεια­στεῖ νὰ φτά­σου­με στὰ ἄ­κρα.

          Καὶ  κά­θε χρό­νο στὴ γι­ορ­τή μου ἡ ἴ­δια ἱ­στο­ρί­α, συγ­γε­νεῖς, τρα­πε­ζώ­μα­τα, τὸ τε­ρά­στιο σό­ι τοῦ Λε­ω­νί­δα κι ὅ­λα στὴν πλά­τη μου. Ποὺ νὰ μὴ γι­όρ­τα­ζα, ξι­νό μοῦ βγαί­νει. Κι ἡ Εὔ­η το­πο­τη­ρη­τής, νὰ κό­βει κί­νη­ση, τί πά­ει στρα­βά, τί πά­ει λά­θος. Εἶ­ναι καὶ κα­λο­μα­θη­μέ­νη, δὲν κου­νά­ει τὸ χε­ρά­κι της νὰ μὲ βο­η­θή­σει λί­γο. Ὁ­ρί­στε, μιὰ δου­λειὰ εἶ­πε νὰ κά­νει καὶ τὰ ‘κά­νε μαν­τά­ρα. Νὰ μοῦ ‘λειπε. Ὅ­λα ἕ­τοι­μα τὰ πε­ρι­μέ­νει, σὰν τὸν μπαμ­πά­κα της. Ἔμ­πλε­ξα! Ἔμ­πλε­ξα ἄ­σχη­μα. Ἐ­γὼ ποὺ καυ­χι­ό­μου­να γιὰ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α μου —κά­νον­τας τὰ ξι­νὰ γλυ­κὰ βέ­βαι­α—, ὅ­τι παι­διὰ σκυ­λιὰ δὲν ἔ­χω κι ὅ­που θέ­λω πά­ω – μὲ τὸ Λε­ω­νί­δα πάν­τα, τώ­ρα πού μᾶς κα­τσι­κώ­θη­κε ἡ μι­κρὴ πριγ­κί­πι­σα δὲν μπο­ροῦ­με νὰ κου­νή­σου­με ρού­πι. Νὰ τὰ φρον­τι­στή­ρια, ἄν­τε τὰ δι­α­βά­σμα­τα, κα­θη­με­ρι­νὸ μα­γεί­ρε­μα καὶ τε­λει­ω­μὸ δὲν ἔ­χουν. Γιὰ τὸ σι­δέ­ρω­μα δὲν θὰ μι­λή­σω…Εὐ­τυ­χῶς ποὺ τε­λει­ώ­νει φέ­τος νὰ μπεῖ σὲ κα­μιὰ σχο­λὴ νὰ ἠ­συ­χά­σου­με, ἂν προ­λά­βει βέ­βαι­α για­τί ἔ­τσι ὅ­πως τὴν κό­βω θὰ ‘χου­με ἄλ­λα.

          Νὰ μὲ συμ­πα­θοῦ­σε του­λά­χι­στον λι­γου­λά­κι…Κι εἶ­ναι κι ὄ­μορ­φο πα­νά­θε­μά το. Ὅ­ταν γε­λά­ει —σπα­νί­ως— κά­νει κά­τι λακ­κά­κια στὰ μά­γου­λα σὰν νε­ρο­λι­μνοῦ­λες. Ἀλ­λὰ δὲν μὲ χω­νεύ­ει, δυ­στυ­χῶς. Τί νὰ κά­νου­με; Οὔ­τε κι ἐ­γώ… ἄλ­λω­στε.

          Ὁ ἀ­στρά­γα­λος τῆς Εὔ­ης κοκ­κί­νι­σε καὶ πρή­στη­κε σχε­δὸν ἀ­μέ­σως. Αὐ­τὸ τὸ πέ­σι­μο ἦ­ταν ὅ­τι κα­λύ­τε­ρο μπο­ροῦ­σε νὰ τῆς συμ­βεῖ γιὰ Δε­κα­πεν­ταύ­γου­στο. Οὕ­τως ἢ ἄλ­λως βα­ρι­ό­ταν θα­νά­σι­μα τὶς οἰ­κο­γε­νεια­κὲς μα­ζώ­ξεις, ὅ­που τὰ σό­για ξι­φουλ­κοῦ­σαν μὲ πα­ρα­γε­μι­σμέ­να στό­μα­τα ἀ­νά­με­σα σὲ σου­βλι­στὰ ἀρ­νιὰ καὶ χον­το­κομ­μέ­να ἀ­στεῖ­α, ὁ­πό­τε χά­ρι­σε στὴν ὁμή­γυ­ρη ἕ­να πο­νε­μέ­νο πλὴν ἡ­ρω­ι­κὸ χα­μό­γε­λο ὅ­λο λακ­κά­κια καὶ ζή­τη­σε νὰ τὴν ρυ­μουλ­κί­σουν στὸν ἐ­πά­νω ὄ­ρο­φο. Ὁ Λε­ω­νί­δας τὴν ἀ­νέ­βα­σε στὸ δω­μά­τιό της, τῆς ἔ­δω­σε ἕ­να πα­ρη­γη­ρη­τι­κὸ φι­λὶ καὶ ὑ­πο­σχέ­θη­κε πὼς θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει σύν­το­μα. Τὴν ἡ­συ­χί­α τοῦ δω­μα­τί­ου δι­έ­κο­πτε ἡ ἀρ­γό­συρ­τη ὑ­πνω­τι­σμέ­νη κραυ­γὴ τῶν τζιτ­ζι­κι­ῶν. Ἐ­κεῖ εἶ­χε ὅ­λο τὸ χρό­νο νὰ προ­βλη­μα­τι­στεῖ γιὰ τὴν κα­τά­στα­σή της. Με­τὰ ἀ­πὸ ὤ­ρα ἀ­να­ρω­τή­θη­κε πὼς γί­νε­ται μιὰ ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη κραυ­γὴ στὸ τέ­λος νὰ ἀ­κού­γε­ται ὑ­πνω­τι­κὴ κι ὑ­πνω­τι­σμέ­νη.

          Ἤ­ξε­ρε πο­λὺ κα­λὰ πὼς ἡ Δέ­σποι­να δὲν τὴν χώ­νευ­ε, πό­σο μᾶλ­λον τώ­ρα ποὺ τῆς ἔ­σπα­σε καὶ τὴν κα­λὴ πι­α­τέ­λα. Κι ἦ­ταν κρί­μα για­τί ἐ­κεί­νη ἀ­π’ ὅ­ταν ὀρ­φά­νε­ψε χρει­α­ζό­ταν ἐ­πει­γόν­τως μά­να, ἀλ­λὰ δὲν βρῆ­κε πο­τὲ τὸν τρό­πο νὰ τῆς τὸ δεί­ξει. Ἡ Εὔ­η ζύ­γι­σε προ­σε­κτι­κὰ τὶς σκέ­ψεις της κοι­τών­τας τὸ τα­βά­νι καὶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ συ­νει­δη­το­ποί­η­σε πὼς δὲν ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς ἔ­τσι τὰ πράγ­μα­τα, δὲν τὴν χρει­α­ζό­ταν ἐ­πει­γόν­τως ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή. Ἀν­τι­θέ­τως τὸν πρῶ­το και­ρὸ τῆς γύ­ρι­ζαν τ’ ἄν­τε­ρα ποὺ ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ ζή­σει μα­ζί τους· αἰ­σθα­νό­ταν πὼς τὴν ξε­γέ­λα­σαν μὲ δι­πλὴ προ­δο­σί­α πρῶ­τα ὁ θά­να­τος τῆς μά­νας της, κι ἔ­πει­τα ἡ ξέ­νη γυ­ναί­κα πλά­ι στὸν πα­τέ­ρα της ποὺ ἀν­τά­ρια­ζε νὰ τὴ βλέ­πει. Ἀλ­λὰ ὅ­ταν τῆς κα­τα­λά­για­σε ὁ θυ­μὸς —πράγ­μα ποὺ τῆς πή­ρε πά­νω ἀ­πὸ τρί­α χρό­νια, ὅ­λο τὸ γυ­μνά­σιο καὶ κά­τι ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη λυ­κεί­ου, ἐ­κεῖ πάν­τως ὅ­ταν ἦ­ταν πιὰ ἕ­τοι­μη νὰ ξε­σπά­σει καὶ νὰ ἀ­φε­θεῖ στὸ θρῆ­νο, τό­τε αἰ­σθάν­θη­κε πὼς τὴν χρει­α­ζό­τα­ν. Ἀλ­λὰ πο­τὲ δὲν τόλ­μη­σε νὰ ἐκ­φρά­σει τὴν ἀ­νάγ­κη της, ἄλ­λω­στε ἦ­ταν σί­γου­ρη πὼς θὰ ‘τρω­γε πόρ­τα, τὸ ‘βλε­πε στὰ μά­τια της, στὶς κι­νή­σεις της ὅ­ταν τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε μή­πως κα­τορ­θώ­σει καὶ βρεῖ ρωγ­μὴ στὰ συ­ναι­σθή­μα­τά της, μιὰ μι­κρὴ σχι­σμού­λα γιὰ νὰ κουρ­νιά­σει. Ὅ­μως ἡ Δέ­σποι­να ἦ­ταν πο­λὺ σκλη­ρὴ μα­ζί της κι ὅ­λο μοῦ­τρα στὸν πα­τέ­ρα της. Ἡ Εὔ­η ἀ­να­τρί­χια­σε σύγ­κορ­μη στὴ σκέ­ψη του. Οὔ­τε ποὺ μπο­ρού­σε νὰ δι­α­νο­η­θεῖ νὰ τοῦ πεῖ τί τῆς συ­νέ­βαι­νε. Ἡ σκέ­ψη της τὴ μιὰ στιγ­μὴ γι­νό­ταν διαυ­γής καὶ τὴν ἀ­μέ­σως ἑ­πό­με­νη θό­λω­νε κι ἔ­ψα­χνε γιὰ δι­και­ο­λο­γί­ες. Γι’ αὐ­τὸ κι αὐ­τὴ τὸ ΄ριξε στοὺς ἔ­ρω­τες…

          Οἱ φω­νὲς ἀ­νέ­βαι­ναν ἀ­πὸ τὸν πί­σω κῆ­πο μπου­κω­μέ­νες ἀπ’ τὴ ζέ­στη, σὰ χα­λα­σμέ­να μπά­σα φω­νη­τι­κὰ πα­λιᾶς ἑλ­λη­νι­κῆς ται­νί­ας. Ἀ­νά­με­σα κυ­μα­τι­στὰ γε­λά­κια, σό­κιν μι­σο­πνιγ­μέ­να στὰ κρα­σιὰ καὶ στὰ τσί­που­ρα. Τῆς ἦρ­θε ἀ­να­γού­λα. Κι αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ δὲν κα­τόρ­θω­σε νὰ κρα­τη­θεῖ, δὲν πρό­λα­βε κὰν νὰ γυ­ρί­σει στὸ πλά­ι, ἔ­κα­νε ἐ­με­τὸ ἀ­νά­σκε­λα.

          Ἡ Δέ­σποι­να ἀ­νε­βο­κα­τέ­βαι­νε δια­ρκῶς τὶς σκά­λες κου­βα­λών­τας δι­ά­φο­ρα, τώ­ρα σει­ρὰ εἶ­χαν τὰ φροῦ­τα καὶ τὰ γλυ­κά. Ἡ Εὔ­η ἄ­κου­γε τὰ βή­μα­τά της ποὺ προ­σπερ­νοῦ­σαν ἀ­δι­ά­φο­ρα μπρο­στὰ ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιό της καὶ δαγ­κω­νό­ταν. Εἶ­χε δη­λώ­σει βέ­βαι­α πὼς δὲν θὰ ἔ­τρω­γε, καὶ ὅ­ταν τῆς ἔ­δω­σαν παυ­σί­πο­νο ὑ­πο­σχέ­θη­κε ὅ­τι θὰ κοι­μό­ταν μέ­χρι νὰ μπο­ρέ­σουν νὰ βροῦν για­τρό. Ὡ­στό­σο ὅ­σο περ­νοῦ­σε ἡ ὥ­ρα ὁ ἀ­στρά­γα­λός της πο­νοῦ­σε καὶ στὴν πα­ρα­μι­κρὴ κί­νη­ση. Τὴν πῆ­ρε τὸ πα­ρά­πο­νο. Προ­σπά­θη­σε μὲ κά­τι χαρ­το­μάν­τη­λα νὰ μα­ζέ­ψει ὅ­σο μπο­ροῦ­σε τὰ δύ­σο­σμα ὑ­γρά τοῦ στο­μά­χου της. Τὸ δω­μά­τιο βρω­μο­κο­ποῦ­σε ξι­νί­λα, τῆς ἦρ­θε δεύ­τε­ρη ἀ­να­γού­λα, αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ δὲν θὰ τὴν γλί­τω­νε, θὰ τὴν ἔ­παιρ­ναν εἴ­δη­ση καὶ μὲ τὸ πό­δι τούμ­πα­νο μᾶλ­λον δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κι­νη­θεῖ γιὰ μέ­ρες κι ἑ­πο­μέ­νως θὰ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ δι­ευ­θε­τή­σει τὸ ζή­τη­μά της μὲ τὸν τρό­πο ποὺ ἤ­ξε­ρε μό­νη της. Ἦ­ταν ἐγ­κλω­βι­σμέ­νη καὶ κου­ρα­σμέ­νη. Ὅ­λα μέ­σα της κου­βά­ρι, σκη­νές, λέ­ξεις, ἀ­πο­φά­σεις, συ­ναι­σθή­μα­τα.

          Ξύ­πνη­σε ἀ­πὸ τὰ ἑ­ορ­τα­στι­κὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­στή­ρια κορ­να­ρί­σμα­τα. Τὰ σό­για ἀ­πο­χω­ροῦ­σαν με­τὰ βα­ΐ­ων κι ὅ­λη ἡ γει­το­νιὰ κου­δού­νι­ζε συν­θη­μα­τι­κά. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ πά­ει στὴν του­α­λέ­τα κου­τσαί­νον­τας. Στὸ δι­ά­δρο­μο δι­α­σταυ­ρώ­θη­κε μὲ τὸν πα­τέ­ρα της ποὺ ὅ­μως ἦ­ταν πο­λὺ πι­ω­μέ­νος γιὰ νὰ τὴν βο­η­θή­σει. Ξα­να­κλεί­στη­κε στὸ δω­μά­τιό της κι ἀ­φουγ­κρα­ζό­ταν τοὺς ἤ­χους τοῦ σπι­τιοῦ. Σύν­το­μα ἐν­τό­πι­σε τὸ βα­ρὺ ρο­χα­λη­τὸ τοῦ Λε­ω­νί­δα. Τὰ πη­γαι­νέ­λα τῆς Δέ­ποι­νας συ­νε­χί­στη­καν μέ­χρι λί­γο πρὶν τὰ με­σά­νυ­χτα. Ὅ­λα μό­νη της τὰ κά­νει πά­λι, σκέ­φτη­κε ἡ Εὔ­η καὶ σὰν νὰ τὴν συμ­πό­νε­σε. Τὴν ἄ­κου­σε νὰ μα­ζεύ­ει τὶς πλιὰν κα­ρέ­κλες καὶ τὰ τρα­πέ­ζια τοῦ κή­που, νὰ βά­ζει ἀ­πα­νω­τὰ πλυν­τή­ρια γιὰ τὰ πιά­τα, νὰ πλέ­νει τα­ψιὰ καὶ κα­τσα­ρό­λες, νὰ κρύ­βει κο­ψί­δια καὶ γλυ­κὰ γιὰ τὴν ἑ­πο­μέ­νη καὶ νὰ φι­λεύ­ει μὲ τὰ ὑ­πο­λείμ­μα­τα τὰ ὀρ­φα­νά τοῦ κή­που. Εἶ­χε ψώ­νιο μὲ τὶς γά­τες. Ἦ­ταν τὰ μω­ρά της. Ἕ­να ζε­στὸ ρεῦ­μα τρέ­μι­σε βα­θειά της.

          Ἡ Δέ­σποι­να ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου ἁ­πα­λά. Πλη­σί­α­σε τὸ κρε­βά­τι τῆς Εὔ­ης νυ­χο­πα­τών­τας. Ἡ φι­γού­ρα της ἔ­χον­τας πί­σω τὸ φῶς τοῦ δι­α­δρό­μου φέγ­γι­σε ψη­λό­λι­γνη. Τῆς μπού­κω­σε τὴν μύ­τη ἡ μπα­γι­ά­τι­κη ὀ­σμὴ τοῦ ἐ­με­τοῦ. Προ­σπά­θη­σε νὰ δι­α­κρί­νει στὸ μι­σο­σκό­τα­δο τὸ χτυ­πη­μέ­νο πό­δι. Σκέ­πα­σε ἐ­λα­φρὰ μὲ τὸ σεν­τό­νι τὸ ἱδρω­μέ­νο σώ­μα τοῦ κο­ρι­τσιοῦ.

          — Θέ­λεις νὰ κά­τσεις γιὰ λί­γο; Ἡ φω­νὴ τῆς Εὔ­ης μό­λις ποὺ ἀ­κού­στη­κε.

          — Ἄ, ξύ­πνια εἶ­σαι; Πο­νᾶς; ψι­θύ­ρι­σε ἡ Δέ­σποι­να.

          — Ἀρ­κε­τά…

          Ἡ Δέ­σποι­να τῆς ἔ­σφι­ξε μα­λα­κὰ τὸν καρ­πὸ τοῦ χε­ριοῦ.

          — Αὔ­ριο, θὰ ΄ρθεῖ για­τρός, δὲν θὰ ΄ναι τί­πο­τα, θὰ δεῖς θὰ πε­ρά­σει μὲ λί­γες μέ­ρες ἀ­κι­νη­σί­α.

          — Λί­γες μέ­ρες…εἶ­ναι πολ­λές.

          — Ἔ­κα­νες πά­λι ἐ­με­τό;

          Τὸ κο­ρί­τσι ξε­ρο­κα­τά­πι­ε καὶ δὲν μί­λη­σε.

          — Πρέ­πει νὰ μά­θεις νὰ κά­νεις ὑ­πο­μο­νή, δὲν μᾶς ἔρ­χον­ται ὅ­λα ρό­δι­να.

          — Ὅ­σο γι’ αὐ­τό…τὸ ἐμ­πέ­δω­σα νω­ρίς.

          — Ναὶ ξέ­ρω…

          Τῆς ξα­νά­σφι­ξε τὸ χέ­ρι ποὺ τώ­ρα ἦ­ταν μού­σκε­μα καὶ συ­νέ­χι­σε,

          — …κι ἐ­γὼ δὲν ἤ­μουν ἴ­σως ὅ,τι χρει­α­ζό­σουν, ὅ,τι πε­ρί­με­νες…

          Ἔ­μει­ναν γιὰ λί­γο σι­ω­πη­λές, ἔ­πει­τα ἡ Δέ­σποι­να πρό­σθε­σε,

          — …ἂν καὶ θὰ τὸ ΄θε­λα.

          — Πο­τὲ δὲν εἶ­ναι ἀρ­γά, εἶ­πε τρέ­μον­τας ἡ Εὔ­η κι ἀ­να­ση­κώ­θη­κε ἐ­λα­φρά.

          Ἡ Δέ­σποι­να ἔ­νι­ω­σε νὰ ἀ­να­δύ­ε­ται ἕ­να καυ­τὸ κύ­μα ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα τοῦ κο­ρι­τσιοῦ καὶ ἵ­δρω­σε ἀ­πό­το­μα. «Μᾶλ­λον σή­κω­σε πυ­ρε­τό» σκέ­φτη­κε, κι ἄ­πλω­σε τὸ χέ­ρι πρὸς τὸ μέ­τω­πο τῆς Εὔ­ης γιὰ νὰ τὴν θερ­μο­με­τρή­σει, ἡ κο­πέ­λα πα­ρερ­μη­νεύ­ον­τας τὴν κί­νη­ση χύ­θη­κε λυ­τρω­μέ­νη στὴν ἀγ­κα­λιά της κι ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει γο­ε­ρά. Τὸ ξαφ­νι­α­σμέ­νο κορ­μὶ τῆς Δέ­σποι­νας τραν­τά­χτη­κε συ­θέ­με­λα. Ἔ­μει­ναν ἔ­τσι ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νες ὅ­σο χρει­ά­στη­κε γιὰ νὰ μα­λα­κώ­σουν οἱ ἁρ­μοὶ στὸ ὥ­ρι­μο σῶ­μα καὶ νὰ ἀ­νοί­ξουν τὰ βου­λω­μέ­να πε­ρά­σμα­τα· νὰ βρεῖ ἡ ρο­ὴ τοῦ αἵ­μα­τος τὰ σω­στὰ μο­νο­πά­τια, νὰ γί­νει τὸ μέ­σα ρεῦ­μα ἀ­να­πνο­ὴ καὶ ν’ ἀρ­θρώ­σει λέ­ξεις.

          — Μὴ φο­βᾶ­σαι εἶ­μαι δί­πλα σου, ψι­θύ­ρι­σε.

          — Κά­νε κά­τι Δέ­σποι­να, βο­ή­θη­σέ με αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ νὰ τὸ κρα­τή­σω, τὴν κοί­τα­ξε ἐ­πί­μο­να μὲ μά­τια ἕ­τοι­μα νὰ σπά­σουν· ἔ­πει­τα μὲ σκυμ­μέ­νο τὸ κε­φά­λι συ­νέ­χι­σε, καὶ θὰ ‘χου­με δυ­ὸ νὰ γι­ορ­τά­ζου­με τοῦ χρό­νου στὴ γι­ορ­τή σου.

 .Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἑλ­λη­νι­στί: ὁ γρί­φος, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀθήνα, 2013 (πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἐφ. Ἡ Αὐ­γή, 15 Αὐγούστου 2012).

Ἡρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀθή­να, 1958). Σπού­δα­σε Ζω­γρα­φικὴ καὶ Σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀνω­τά­τη Σχολὴ Καλῶν Τε­χνῶν τῆς Ἀθή­νας. Πα­ράλ­λη­λα γρά­φει ποί­η­ση καὶ πε­ζο­γρα­φί­α. Πρῶτο της βι­βλί­ο: «Ὁ μύ­θος τοῦ ὁδοι­πό­ρου» (Ἀθή­να, ποί­η­ση, 1986), τε­λευ­ταῖο της βι­βλί­ο: «Ἑλλη­νι­στί: ὁ γρί­φος» (δι­η­γή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).

.

Ἡρὼ Νικοπούλου: Τὰ δῶρα

.

______~1..

.

Ἡρὼ Νικοπούλου

Τὰ δῶρα

.

06-Htta-426px-Halvdan_Svartes_saga-Initial-G__MuntheΠΩΛΙΝ ΦΑΪΦΕΡ ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΣΕ μὲ δυ­σκο­λί­α τὸ τε­λευ­ταῖ­ο προ­σώ­ρας δῶ­ρο στὸ μι­κρὸ ἀ­πο­θη­κά­κι κά­τω ἀ­πὸ τὴ σκά­λα. Ἔ­κλει­σε τὴν πόρ­τα μὲ δυ­σκο­λί­α καὶ ξε­φύ­ση­ξε λα­χα­νι­α­σμέ­νη. Δὲν εἶ­χε ἀ­παλ­λα­γεῖ ἀ­κό­μα ἀ­π’ ὅ­λα τὰ πε­ριτ­τὰ κι­λὰ τῆς ἐγ­κυ­μο­σύ­νης. Εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ στέλ­νει ξα­νὰ τὶς ἀν­τα­πο­κρί­σεις της στὸ Vanity Fair, ἀλ­λὰ δὲν τολ­μοῦ­σε νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὰ γρα­φεῖ­α πρὶν ἀ­πο­κα­τα­στα­θεῖ ἐν­τε­λῶς ἡ σι­λου­έ­τα της. Ἴ­σι­ω­σε τὴ ρα­φὴ στὶς κάλ­τσες της καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε χα­μο­γε­λών­τας στὸ σα­λό­νι. Ὁ εὔ­θυ­μος ἦ­χος τοῦ κου­δου­νιοῦ τῆς ἐ­ξώ­πορ­τας ἀ­νάγ­γελ­λε δια­ρκῶς και­νούρ­γιους ἐ­πι­σκέ­πτες. Ἡ οἰ­κια­κὴ βο­η­θὸς ἔ­τρε­χε ν’ ἀ­νοί­ξει, πα­ρα­λάμ­βα­νε κα­πέ­λα, παλ­τὰ καὶ δῶ­ρα γιὰ τὸν φρε­σκο­βα­φτι­σμέ­νο Πά­τρικ καὶ τὰ στοί­βα­ζε στὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ λι­βιν­γκρούμ. Τὴν ἑ­πο­μέ­νη, ὅ­ταν ἡ Πω­λὶν ξε­κί­νη­σε ν’ ἀ­νοί­γει τὰ δῶ­ρα, τὴν πε­ρί­με­νε μιὰ πα­ρά­ξε­νη ἔκ­πλη­ξη. Σχε­δὸν ἕ­να πα­ρὰ ἕ­να τὰ πέν­τε πρῶ­τα κου­τιὰ ἀ­πο­κά­λυ­πταν μι­κρο­σκο­πι­κὰ πα­που­τσά­κια σὲ δι­ά­φο­ρα σχέ­δια καὶ χρώ­μα­τα. Ἡ Πω­λὶν ἔ­βα­λε ἕ­να δί­σκο στὸ πι­κάπ, ἕ­να τζὶν τό­νικ μὲ πά­γο καὶ φώ­να­ξε τὸν ἄν­τρα της. Συ­νέ­χι­σαν μα­ζὶ τὸ ἄ­νοιγ­μα καὶ με­τὰ τὸ τέ­ταρ­το ζευ­γά­ρι ἄρ­χι­σαν γε­λών­τας τὰ στοι­χή­μα­τα. Στὸ τέ­λος οἱ κα­τά­πλη­κτοι γο­νεῖς μέ­τρη­σαν συ­νο­λι­κὰ δώ­δε­κα ζευ­γά­ρια πα­που­τσά­κια στὸ ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς νού­με­ρο γιὰ τὸ βλα­στά­ρι τους, ποὺ σὰν νὰ κα­τά­λα­βε πε­ρὶ τί­νος ἐ­πρό­κει­το τοὺς πλη­σί­α­σε μπου­σου­λών­τας μὲ τα­χύ­τη­τα. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ κοι­τά­χτη­καν οἱ τρεῖς τους κα­τά­μα­τα. Με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να ἀ­κό­μα ξέ­σπα­σμα γέ­λιου μέ­χρι δα­κρύ­ων, ἡ Πω­λὶν εἶ­πε πὼς ἀ­πο­κλεί­ε­ται νὰ τὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν ὅ­λα, για­τὶ τὰ πο­δα­ρά­κια τῶν παι­δι­ῶν με­γα­λώ­νουν πιὸ γρή­γο­ρα κι ἀ­πὸ τὰ δρο­σε­ρὰ ρα­πα­νά­κια τοῦ κή­που τους.  Τὸ πο­λὺ ποὺ θὰ χρει­α­ζό­ταν ὁ μι­κρὸς σ’ αὐ­τὸ τὸ νού­με­ρο ἦ­ταν δύo-τρί­α ζευ­γά­ρια· «καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα;…» ἀ­να­ρω­τή­θη­κε ξα­να­βά­ζον­τάς τα μη­χα­νι­κὰ μέ­σα στὰ κου­τιά, «ἂν ἤ­μουν του­λά­χι­στον μέ­λος σὲ φι­λαν­θρω­πι­κὴ ὀρ­γά­νω­ση γιὰ παι­διά, θὰ πι­ά­να­νε τό­πο», μουρ­μού­ρι­σε, «οἱ ἄ­νερ­γοι ὅ­μως τῆς λέ­σχης μας τί νὰ τὰ κά­νουν;». «Πο­λὺ ἁ­πλό» εἶ­πε ὁ ἄν­τρας της παίρ­νον­τας κά­ποι­α κου­τιὰ στὴν ἀγ­κα­λιὰ του κα­θὼς ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο, «θὰ τὰ που­λή­σου­με καὶ θὰ δώ­σου­με τὰ χρή­μα­τα στὸ σύλ­λο­γο…». Ἡ Πω­λὶν ἀ­φοῦ κρά­τη­σε στὴν ἄ­κρη τρί­α ζευ­γά­ρια ἔ­κλει­σε καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κου­τὶ φω­νά­ζον­τας, «ἐν­τά­ξει, καὶ πῶς θὰ τὸ κά­νου­με;…» «Μὲ μιὰ ἀγ­γε­λί­α στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα» ἀ­κού­στη­κε ἡ φω­νὴ του ὑ­πό­κω­φη κά­τω ἀ­π’ τὴ σκά­λα. «Καὶ τί θὰ λέ­με, δη­λα­δή…» ξα­να­φώ­να­ξε, δαγ­κώ­νον­τας ἤ­δη ἕ­να μο­λύ­βι. «Ἁ­πλού­στα­το… Γρά­φεις;…» «Ἀ­κού­ω…:»

       «Γιὰ πού­λη­μα: παι­δι­κὰ πα­πού­τσια, ἐν­τε­λῶς ἀ­φό­ρε­τα.»

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 Ἡρώ Νικοπούλου: ( Ἀθήνα, 1958). Σπούδασε Ζωγραφικὴ καὶ Σκηνογραφία στὴν Ἀνω­τά­τη Σχολὴ Καλῶν Τεχνῶν τῆς Ἀθήνας. Παράλληλα γράφει ποίηση καὶ πε­ζο­γραφία. Πρῶτο της βιβλίο: «Ὁ μύθος τοῦ ὁδοιπόρου» (Ἀθήνα, ποίη­ση, 1986), τελευταῖο της βιβλίο: «Ἑλληνιστί: ὁ γρίφος» (διηγήματα, Γαβριη­λί­δης, 2013).

.

Ἡρὼ Νικοπούλου: Τὸ ραντεβού

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου

 

Τὸ ραν­τε­βού

 .

Ο ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΚΟΥΔΟΥΝΙΖΕ ἐ­πί­μο­να μέ­σα στὴ νύ­χτα. Ἦ­ταν τρεῖς τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα. Ὁ Ἴ­σμα κα­θό­ταν μὲ τὸ πρό­σω­πο ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὶς πα­λά­μες του καὶ κοι­τοῦ­σε θλιμ­μέ­νος τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ση κλή­σης. Ἡ Ἰ­ρί­να ἦ­ταν πάν­τα ἐ­πί­μο­νη. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το ἔ­τος τῆς σχο­λῆς τὴν εἶ­χε ξε­χω­ρί­σει· τοῦ εἶ­χε κά­νει ἐν­τύ­πω­ση τὸ ἐ­πει­σό­διο μὲ τὶς ση­μει­ώ­σεις, τό­τε ποὺ ἡ Ἰ­ρί­να εἶ­χε δι­α­πλη­κτι­στεῖ ἄ­γρια μ’ ἕ­ναν Ἕλ­λη­να συμ­φοι­τη­τή, ἐ­πει­δὴ τῆς εἶ­χε ζη­τή­σει ἀν­τάλ­λαγ­μα γιὰ νὰ δώ­σει τὶς ση­μει­ώ­σεις του. Ἦ­ταν πο­λὺ δυ­να­μι­κὸ κι ὄ­μορ­φο κο­ρί­τσι, πράγ­μα ποὺ ὑ­πο­γράμ­μι­ζε μιὰ χο­ρο­πη­δη­χτὴ χρυ­σὴ ἀ­λο­γο­ου­ρά. Ἐ­κεῖ­νος ἐ­ρω­τεύ­τη­κε τὴν ἔμ­φυ­τη χα­ρὰ ποὺ ἀ­νά­βλυ­ζε ἀ­πὸ μέ­σα της κι ἐ­κεί­νη μᾶλ­λον τὴν βου­βή του λύ­πη, ποὺ τὴν πῆ­ρε γιὰ στο­χα­σμό. Πράγ­μα ποὺ δὲν ἦ­ταν ὁ­λό­τε­λα λά­θος, μιὰ ποὺ ὁ ἀ­σφα­λὴς μέ­σα στὶς βε­βαι­ό­τη­τές του Ἴ­σμα μό­λις συν­δέ­θη­κε —κα­τὰ πα­ρέκ­κλι­ση τῶν κα­νό­νων— μα­ζί της ἄρ­χι­σε νὰ βλέ­πει ἕ­να κομ­μά­τι μιᾶς ἄλ­λης πραγ­μα­τι­κό­τη­τας ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κῆς ἀ­π’ αὐ­τὴ ποὺ τοῦ εἶ­χαν μά­θει. Εἶ­χε κρα­τή­σει τὴ σχέ­ση τους κρυ­φὴ ἀ­π’ τοὺς δι­κούς του. Τὸν ἔ­φτα­ναν οἱ ἀμ­φι­βο­λί­ες του, δὲν εἶ­χε τὸ σθέ­νος νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει καὶ τοὺς ἄλ­λους. Κα­θη­σύ­χα­ζε τὸν ἑ­αυ­τό του μὲ τὴ σκέ­ψη πὼς ἡ Ἰ­ρί­να ἦ­ταν ἁ­πλῶς μιὰ ξέ­νη γυ­ναί­κα, ἕ­να παι­χνί­δι γι’ αὐ­τὸν ὅ­πως ὅ­λες οἱ ἄλ­λες.

       Σή­με­ρα λί­γες ὧ­ρες νω­ρί­τε­ρα τῆς εἶ­χε ζη­τή­σει νὰ χω­ρί­σουν. Ἐ­κεί­νη με­τὰ τὴν πρώ­τη ἔκ­πλη­ξη δι­α­τή­ρη­σε τὴν ἀ­ξι­ο­πρέ­πειά της καὶ τὸν ρώ­τη­σε μό­νο μιὰ φο­ρά, για­τί. Ἐ­πέ­στρε­φε στὴν πα­τρί­δα του, τῆς εἶ­πε, γιὰ νὰ ἀρ­ρα­βω­νια­στεῖ. Ἡ Ἰ­ρί­να ἔ­βα­λε τὰ γέ­λια, τοῦ ἔ­ρι­ξε ἕ­να εἰ­ρω­νι­κὸ βλέμ­μα γε­μά­το ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση, ἄ­φη­σε στὸ τρα­πε­ζά­κι χρή­μα­τα γιὰ τὸ πο­τό της, πῆ­ρε τὴν τσάν­τα της κι ἔ­φυ­γε.

       Τὸ τη­λέ­φω­νο χτύ­πη­σε πά­λι κα­τὰ τὶς τέσ­σε­ρις τὸ πρω­ί, αὐ­τὴ τὴν φο­ρὰ ἡ Ἰ­ρί­να ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ἀ­φή­σει μή­νυ­μα στὸν τη­λε­φω­νη­τή, ἡ φω­νὴ της ἀ­κού­στη­κε τυ­πι­κή. «Ἔ­λα Ἰ­σμα­ήλ, ἐ­γὼ εἶ­μαι, δὲν πρό­λα­βα νὰ σοῦ πῶ… μὲ εἰ­δο­ποί­η­σαν ἀ­πὸ τὴν ἀ­σφα­λι­στι­κὴ ἑ­ται­ρεί­α ποὺ εἶ­χα στεί­λει τὸ βι­ο­γρα­φι­κό μου, αὔ­ριο στὶς ὀ­κτώ τὸ πρω­ὶ ἔ­χω ραν­τε­βοὺ γιὰ τὴν πρώ­τη συ­νέν­τευ­ξη στὰ γρα­φεῖ­α τους…Ξέ­ρεις, βρί­σκον­ται στὸ Βό­ρει­ο Πύρ­γο ἀ­κρι­βῶς δέ­κα ὀ­ρό­φους κά­τω ἀ­πὸ τὴν κα­φε­τέ­ρια ποὺ εἴ­μα­σταν χθές. Μὲ τὴν εὐ­και­ρί­α θέ­λω νὰ σοῦ ἐ­πι­στρέ­ψω ἐ­κεῖ­νο τὸ δα­χτυ­λί­δι ποὺ μοῦ χά­ρι­σες πέ­ρυ­σι, ἄλ­λω­στε θὰ σοῦ χρεια­στεῖ. Θὰ σὲ πε­ρι­μέ­νω ἐ­κεῖ στὶς ἐν­νιὰ πα­ρὰ τέ­ταρ­το.»

       Τὰ χέ­ρια τοῦ Ἰ­σμα­ὴλ ἔ­τρε­μαν ἐ­λα­φρὰ πά­νω στὸ μο­χλὸ τοῦ πι­λο­τη­ρί­ου. Ἔ­στρι­ψε μὲ ἀ­κί­νη­το τὸ κε­φά­λι τὴν κό­ρη τοῦ μα­τιοῦ πρὸς τὸν Ἀμ­πντούλ, θὰ ἦ­ταν μιὰ πε­ριτ­τὴ ἥτ­τα ἂν ὁ σύν­τρο­φός του ἀν­τι­λαμ­βα­νό­ταν ὁ­τι­δή­πο­τε. Τὸν εἶ­δε νὰ κρα­τᾶ μὲ σι­γου­ριὰ τὸ πι­στό­λι πί­σω ἀ­πὸ τὸν αὐ­χέ­να τοῦ κυ­βερ­νή­τη. Μέ­χρις ἐ­δῶ ὅ­λα εἶ­χαν πά­ει ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως τὰ εἶ­χαν σχε­διά­σει, πε­τοῦ­σαν στὶς τρεῖς χι­λιά­δες πό­δια πά­νω ἀ­πὸ τὸ Μαν­χά­ταν. Ἡ μέ­ρα ἦ­ταν ἡ­λι­ό­λου­στη, τὸ ρο­λό­ι τοῦ ταμ­πλὼ ἔ­δει­χνε ἐν­νέ­α πα­ρὰ εἴ­κο­σι. Σὲ λί­γο ὅ­λα θὰ ἦ­ταν πα­ρελ­θόν. Ἕ­να λαμ­πρό, ἕ­να ἔν­δο­ξο πα­ρελ­θὸν ποὺ θὰ δι­καί­ω­νε ὅ­λες τὶς ἄ­γρυ­πνες νύ­χτες του, ὅ­λες τὶς προ­κα­τα­βο­λι­κές του τύ­ψεις, ὅ­λα τα ἐ­ρω­τή­μα­τα καὶ τὶς κρυ­φὲς ἀ­νο­μο­λό­γη­τες ἀμ­φι­βο­λί­ες.

       Οἱ μάρ­τυ­ρες εἶ­ναι στε­φα­νω­μέ­νοι μό­νο ἀ­πὸ βε­βαι­ό­τη­τες.

  

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958).  Ζω­γρα­φι­κή, ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φία. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν της Ἀθηνας. Πρῶ­το της βι­βλί­ο: Ὁ Μύ­θος τοῦ Ὁ­δοι­πό­ρου (Ποί­η­ση, Ἀ­θή­να, 1986). Τε­λευ­ταῖ­ο της: Ἑλληνιστί:ὁ γρίφος (Διηγήματα, ἔκδ. Γαβριηλίδης, 2013).

http://ironikopoulou.gr/

Ἡρὼ Νικοπούλου: Ἡ διεκδίκηση

.

Ἡρὼ Νι­κο­πού­λου

 .

Ἡ δι­εκ­δί­κη­ση 

 .

 Ε ΘΑ ΜΟΥ ΔΩΣΕΙΣ ἀ­π’ τὸ πα­γω­τό σου;

— Ὄ­χι, τῆς ἀ­πάν­τη­σα ξε­ρά.

— Μὰ ἔ­λα δῶ­σ’ μου, ἐ­πέ­μει­νε, μοῦ τὸ εἶ­χες ὑ­πο­σχε­θεῖ.

         Γύ­ρι­σα καὶ τῆς ἔ­ρι­ξα φαρ­μα­κε­ρὴ μα­τιὰ.

         — Πό­τε; τὴν ρώ­τη­σα.

         — Πῶς, ἀ­φοῦ εἴ­μα­στε φί­λες…, καὶ βί­δω­σε μὲ ἡ­μι­κυ­κλι­κὴ κί­νη­ση τὸ δε­ξί της πό­δι στὸ πε­ζο­δρό­μιο.

        Ἔ­γλυ­φα τὸ πα­γω­τό μου ὅ­σο πιὸ προ­κλη­τι­κὰ κι ἡ­δο­νι­κὰ μπο­ροῦ­σα κα­τα­βάλ­λον­τας ταυ­το­χρό­νως προ­σπά­θεια νὰ ἀν­τα­πε­ξέλ­θω τοὺς πε­ρι­σπα­σμοὺς τῆς κα­τσα­ρῆς ἔν­ρι­νης φω­νῆς της.

        — Ἀ­φοῦ εἴ­μα­στε…, ἐ­πα­νέ­λα­βε ἔν­το­να.

         Δὲν ἀ­πάν­τη­σα.

        — Τί, δὲν εἴ­μα­στε; Εἶ­χε φέ­ρει τὸ πρό­σω­πό της ἱ­κε­τευ­τι­κὰ κον­τὰ στὸ δι­κό μου κι ἔ­ψα­χνε γιὰ τὰ μά­τια μου. Κρύ­φτη­κα πί­σω ἀ­πὸ μιὰ γεν­ναί­α χα­ψιά. Δὲν μί­λη­σε γιὰ λί­γο κι εἶ­πα πὼς τὸ πῆ­ρε ἀ­πό­φα­ση, πὼς πα­ραι­τή­θη­κε, κι ἄρ­χι­σα νὰ χα­λα­ρώ­νω. Ἤ­μα­σταν κα­θι­σμέ­νες στὸ μο­να­δι­κὸ κε­ρα­μι­δὶ παγ­κά­κι τοῦ σταθ­μοῦ, τὰ ὑ­πό­λοι­πα, γιὰ ἄ­γνω­στο λό­γο, ἦ­ταν πρά­σι­να. Ὅ­σο ἔ­τρω­γα κου­νοῦ­σα τὰ πό­δια μου ρυθ­μι­κὰ καὶ τράν­τα­ζα τὸ κά­θι­σμα, κά­τι ποὺ ἤ­ξε­ρα πὼς τὴν ἐ­νο­χλοῦ­σε. Ὁ ἀ­έ­ρας ἦ­ταν ἤ­δη ζε­στὸς καὶ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο γιὰ τὸ κέν­τρο μᾶς εἶ­παν πὼς θὰ περ­νοῦ­σε σὲ δέ­κα λε­πτά. Τῆς ἔ­ρι­ξα μιὰ κλε­φτὴ μα­τιά. Τὸ ὀ­στε­ῶ­δες πρό­σω­πό της γυ­ά­λι­ζε ἀ­πὸ κόμ­πους ἱ­δρώ­τα, κά­ποι­α σκόρ­πια τσου­λού­φια εἶ­χαν κολ­λή­σει στὸ φαρ­δὺ μέ­τω­πο, κοι­τοῦ­σε τὰ πα­πού­τσια της, τὰ κοί­τα­ξα κι ἐ­γώ, ἦ­ταν οἱ γνω­στὲς φθαρ­μέ­νες πρώ­ην λευ­κὲς ἐλ­βι­έ­λες, ποὺ φό­ρα­γε τὰ τε­λευ­ταῖ­α τρί­α χρό­νια σὰν νὰ μὴν με­γά­λω­νε αὐ­τὴ ὅ­πως τὰ ὑ­πό­λοι­πα παι­διά.

         Τὴν Ἐλ­πι­νί­κη δὲν τὴν παί­ζα­νε στὴ γει­το­νιά, τὴν λέ­γα­νε κολ­λι­τσί­δα καὶ τὴν ἀ­πέ­φευ­γαν. Κά­τι ἐ­πά­νω της φαλ­τσά­ρι­ζε, κά­τι σπά­ρα­ζε καὶ προ­κα­λοῦ­σε. Ἐ­γὼ δὲν πο­λυ­κα­τα­λά­βαι­να, πό­τε τὴν ἔ­κα­να χά­ζι, πό­τε μὲ ἐ­νο­χλοῦ­σε. Ὅ­ταν μὲ ξε­λί­γω­νε μὲ τὴν ἐ­πι­μο­νή της γιὰ νὰ παί­ξου­με καὶ δε­χό­μουν, τὸ ἀν­τάλ­λαγ­μα ἦ­ταν ὅ­τι ἐ­γὼ θά ’­κα­να κου­μάν­το. Ἔ­παι­ζα μα­ζί της ἕ­να παι­χνί­δι ἄ­γριο καὶ πα­ρά­ξε­νο. Μό­νο μα­ζί της. Κι ἤ­μουν πάν­τα ἡ γά­τα.

         Τὰ δε­κά­λε­πτα περ­νοῦν καὶ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἀ­κό­μα νὰ φα­νεῖ, ἡ ζέ­στη εἶ­ναι βα­ριά, προ­κα­λεῖ δύ­σπνοι­α. Δι­α­σκε­δά­ζω κά­νον­τας μὲ τὴν γλώσ­σα σχή­μα­τα στὸ πα­γω­τό μου καὶ ἀ­πο­λαμ­βά­νω τὴν μουγ­κα­μά­ρα της. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ φαί­νε­ται πὼς ἡ νί­κη ἦ­ταν εὔ­κο­λη. Τὴν λο­ξο­κοι­τά­ζω πά­λι, ἔ­χει τὸ κε­φά­λι ἀ­κό­μη σκυμ­μέ­νο, οἱ κόμ­ποι τοῦ αὐ­χέ­να εἶ­ναι ρυθ­μι­κὰ πα­ράλ­λη­λοι μὲ τὰ κλα­διὰ τῆς νε­α­ρῆς κλαί­ου­σας πί­σω ἀ­π’ τὸ φρά­χτη. Στὶς ἄ­κρες τῶν χει­λι­ῶν μιὰ πα­χιὰ λευ­κὴ κόλ­λα μαρ­τυ­ρᾶ πὼς ἔ­χει κο­ριά­σει ἀ­πὸ τὴν δί­ψα. Ἡ ἀμ­φι­θυ­μί­α μου ἀρ­χί­ζει νὰ γέρ­νει πρὸς τὴν λύ­πη­ση. Ξαφ­νι­κά,

         — Ἔ­τσι εἶ­σαι; μοῦ κά­νει, καὶ μὲ τα­χύ­τα­τη, ἀ­πο­φα­σι­στι­κὴ κί­νη­ση ἐκ­σφεν­δο­νί­ζει μί­α ρι­πὴ πη­χτοῦ σά­λιου ποὺ προ­σγει­ώ­νε­ται πά­νω στὸ πα­γω­τό μου, ἀ­κρι­βῶς δί­πλα ἀ­πὸ τὴν λα­χτα­ρι­στὴ φρά­ου­λα, ποὺ τὴν ἄ­φη­να γιὰ τὸ τέ­λος. Ἀ­κι­νη­το­ποι­ή­θη­κα γιὰ νὰ ἀ­πορ­ρο­φή­σω τοὺς κρα­δα­σμοὺς τοῦ πυ­ρο­βο­λι­σμοῦ. Πρὶν προ­λά­βω νὰ ἀ­να­κτή­σω τὴν αὐ­το­κυ­ρι­αρ­χί­α μου ξέ­σπα­σε σὲ θριαμβευ­τι­κὰ γέ­λια.

         — Βλέ­πεις τί κα­λὴ ποὺ μπο­ρεῖς νὰ γί­νεις; τώ­ρα θὰ μοῦ τὸ δώ­σεις…

         Μὲ ἀρ­γὴ τε­λε­τουρ­γι­κὴ κί­νη­ση ἁ­πλώ­νει καὶ βου­τά­ει τὸ κυ­πελ­λά­κι ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια μου.

         — …ὅ­λο…

         Δὲν ξα­να­παί­ξα­με πο­τέ.

 .

.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση. 

 

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να 1958). Ποι­ή­τρια, πε­ζο­γρά­φος, ζω­γρά­φος. Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν της Ἀθήνας. Πρῶ­το της βι­βλί­ο:  Ὁ μῦ­θος τοῦ ὁ­δοι­πό­ρου (1986, ποί­η­ση). Ἔχει δημοσιεύσει τὶς συλλογές διηγημάτων Ὀμελέτα μὲ μανιτάρια (ἐκδ. Νεφέλη, Ἀθήνα, 2007) καὶ Ἑλληνιστί: ὁ γρίφος (έκδ. Γαβριηλίδης, 2013).

http://ironikopoulou.gr/