Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης – Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου – Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη: 83 Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν


[Κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ἀρ­χὲς Σε­πτεμ­βρί­ου 2017 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη ὁ τό­μος 83 Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν (σελ. 288, μὲ ἐξώφυλλο τῆς Ἡρῶς Νικοπούλου), μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴν δε­κα­πεν­τα­ε­τί­α ἀ­πὸ τὴν τρο­μο­κρα­τι­κὴ ἐ­πί­θε­ση στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης: μιὰ ἀν­θο­λο­γί­α ἀ­πὸ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ παγ­κό­σμια δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­α γιὰ τὸ γε­γο­νός, προ­ϊ­ὸν συ­νερ­γα­σί­ας τοῦ Ἱ­στο­λο­γί­ου μας μὲ τὴν μη­νια­ία ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση γιὰ τὸ βι­βλί­ο The BooksJournal. Τὸν τό­μο μπο­ρεῖ­τε νὰ τὸν ἀ­να­ζη­τή­σε­τε στὰ κεν­τρι­κὰ βι­βλι­ο­πω­λεῖα κα­θὼς καὶ ἀ­πὸ τὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῶν ἐκ­δό­σε­ων Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη (Ἀν­δρέ­α Με­τα­ξᾶ 28 & Θε­μι­στο­κλέ­ους, Ἐ­ξάρ­χεια) (δεῖ­τε καὶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φὴ 27-11-2017, ὅπου καὶ κατάλογος ἀνθολογουμένων). Ἐ­δῶ, πρὸς ἐ­νη­μέ­ρω­ση τῶν ἀ­να­γνω­στῶν μας, ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­ου­με τὸ «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα» τῶν ἀν­θο­λό­γων:]


Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης – Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου – Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη


83 Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν


[«…Ὁ βομ­βι­στὴς γί­νε­ται κομ­μά­τια, στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α κομ­μα­τά­κια, καὶ θραύ­σμα­τα τῆς σάρ­κας καὶ τῶν ὀ­στῶν του ἐ­κτο­ξεύ­ον­ται μὲ τέ­τοι­α δύ­να­μη καὶ τα­χύ­τη­τα ποὺ σφη­νώ­νον­ται, πα­γι­δεύ­ον­ται στὸ σῶ­μα ὅ­ποι­ου βρί­σκε­ται σὲ ἀ­κτί­να βο­λῆς… Αὐ­τὰ ὀ­νο­μά­ζον­ται ὀρ­γα­νι­κὰ θραύ­σμα­τα.»]

Ντὸν Ντε­Λίλ­λο, Ἄν­θρω­πος σὲ πτώ­ση (μτφ. Ἔ­φη Φρυ­δᾶ)


Οἱ «83 Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δὲν» εἶ­ναι ἡ πρώ­τη ἀν­θο­λο­γί­α λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ποὺ πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε μὲ θέ­μα ἢ ἀ­φορ­μὴ τὴν ἐ­πέ­τει­ο τῶν δε­κα­πέν­τε χρό­νων ἀ­πὸ τὴν μοι­ραί­α 11/09/2001 καὶ τὴν πτώ­ση τῶν Δί­δυ­μων Πύρ­γων τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Οἱ ἐ­πι­πτώ­σεις ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πί­θε­σης ξε­τυ­λί­γον­ται ἀ­κό­μα ἀλ­λά­ζον­τας τὸν τρό­πο ποὺ βλέ­που­με καὶ ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε τὰ πράγ­μα­τα, δί­νον­τας νέ­ες ὀ­πτι­κὲς γω­νί­ες στὸν κό­σμο. Ἡ εἰ­κό­να τοῦ ἀ­σφα­λοῦς καὶ ἄ­τρω­του δυ­τι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ ἀμ­φι­σβη­τή­θη­κε, ἡ ἀμ­φι­βο­λί­α τρύ­πω­σε γιὰ τὰ κα­λά, δί­νον­τας τὸν τό­νο της, στὶς σκέ­ψεις καὶ στὰ συ­ναι­σθή­μα­τα πολ­λῶν.

       Ὁ ἀ­φι­ε­ρω­μα­τι­κὸς αὐ­τὸς τό­μος, προ­ϊ­ὸν συ­νερ­γα­σί­ας τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ τῆς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης γιὰ τὸ βι­βλί­ο Books’ Journal, πε­ρι­λαμ­βά­νει, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὶς με­τα­φρά­σεις ξέ­νων δι­η­γη­μά­των, συ­νερ­γα­σί­ες γνω­στῶν Ἑλ­λή­νων συγ­γρα­φέ­ων ποὺ κλή­θη­καν νὰ λά­βουν μέ­ρος στὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα, ἀλ­λὰ καὶ συμ­με­το­χὲς νέ­ων συγ­γρα­φέ­ων καὶ φί­λων ἀ­να­γνω­στῶν τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου καὶ τῆς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης, ποὺ κα­τό­πιν πρό­σκλη­σης ὑ­πέ­βα­λαν μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά τους καὶ ἐ­πι­λέ­χθη­καν ἀ­πὸ κρι­τι­κὴ ἐ­πι­τρο­πή. Ἡ κρι­τι­κὴ ἐ­πι­τρο­πὴ συγ­κρο­τή­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη, τὴν Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ τὴν Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη. Τὸ σύ­νο­λο τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν δι­η­γη­μά­των τοῦ τό­μου εἶ­ναι πε­νήν­τα ἕ­ξι.

       Τὸ ἱ­στο­λό­γιο Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ ἀ­φο­σί­ω­ση τὰ τε­λευ­ταῖ­α ἕ­ξι χρό­νια ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μὲ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα. Μέ­νον­τας, λοι­πόν, πι­στοὶ στὴν ἄ­πο­ψη ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ μιὰ πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα καὶ ἀ­παι­τη­τι­κὴ φόρ­μα ποὺ ἀ­ξί­ζει τὸν κό­πο νὰ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται, ζη­τή­σα­με ἀ­πὸ τοὺς ἕλ­λη­νες συγ­γρα­φεῖς νὰ στεί­λουν συ­νερ­γα­σί­ες καὶ συμ­με­το­χὲς μὲ ἀ­νώ­τα­το ὅ­ριο τὶς τρι­α­κό­σι­ες λέ­ξεις. Αὐ­τὸ φυ­σι­κὰ δὲν γι­νό­ταν νὰ ἰ­σχύ­σει γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἐ­πι­λέ­ξα­με νὰ με­τα­φρά­σου­με ἀ­πὸ ἄλ­λες γλῶσ­σες.

       Στό­χος μας εἶ­ναι νὰ πα­ρου­σι­ά­σου­με ἕ­να κα­λὸ δεῖγ­μα καὶ ἀ­πὸ τὴν δι­ε­θνῆ μυ­θο­πλα­στι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ μὲ ἀ­φορ­μὴ ἢ θέ­μα ἐμ­πνευ­σμέ­νο ἀ­πὸ τὰ γε­γο­νό­τα τῆς 11ης Σε­πτεμ­βρί­ου, γι’ αὐ­τὸ ἐ­πι­λέ­ξα­με καὶ συμ­πε­ρι­λά­βα­με δι­η­γή­μα­τα, ποὺ με­τέ­φρα­σαν εἰ­δι­κὰ γιὰ τὸν ἀ­φι­ε­ρω­μα­τι­κὸ αὐ­τὸ τό­μο συ­νερ­γά­τες με­τα­φρα­στές, τὰ ὁ­ποῖ­α δη­μο­σι­εύ­ον­ται γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν Ἑλ­λά­δα. Ἡ πη­γὴ ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α ἀν­τλή­σα­με τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κὰ κεί­με­να —με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων τοῦ ση­μαν­τι­κοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ σκη­νο­θέ­τη Ντά­ρεν Ἀ­ρα­νόφ­σκι, τοῦ Πί­τερ Κά­ρεϋ, τῆς Τζό­ις Κά­ρολ Ὄ­ουτς— εἶ­ναι ἡ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ἀν­θο­λο­γί­α μὲ τί­τλο 110 Stories. New York Writes after September 11 μὲ ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Urlich Baer, ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 2002 ἀ­πὸ τὸ New York University Press. Ἐ­πί­σης ἔ­χου­με συμ­πε­ρι­λά­βει κά­ποι­α ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τα ποὺ εἶ­χε δη­μο­σι­εύ­σει ἡ ἐ­φη­με­ρί­δα Guardian στὰ δε­κά­χρο­να τῆς ἐ­πί­θε­σης, τὸ 2011. Ἡ με­τα­φρα­στι­κὴ πα­λέ­τα τοῦ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος πέ­ραν τῆς ἀγ­γλι­κῆς γλώσ­σας εἶ­ναι ἐμ­πλου­τι­σμέ­νη μὲ ἕ­να ἐ­κτε­νὲς δι­ή­γη­μα τοῦ ση­μαν­τι­κοῦ Ρώ­σου συγ­γρα­φέ­α Βλαν­τι­μὶρ Βλαν­τμέ­λι, μὲ ἕ­να του γνω­στοῦ πο­λυ­με­τα­φρα­σμέ­νου σύγ­χρο­νου Βούλ­γα­ρου συγ­γρα­φέ­α Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νωφ, με­τα­φρα­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸν συ­νερ­γά­τη μας Σπύ­ρο Παπ­πᾶ —ποὺ εἶ­χε καὶ τὴν ἀρ­χι­κὴ ἰ­δέ­α γιὰ τὸ σχε­τι­κὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα—, κα­θὼς καὶ μὲ ἕ­ξι ἰ­σπα­νό­φω­να δι­η­γή­μα­τα (ἀ­πὸ Ἰσπα­νί­α, Μα­ρό­κο, Ἀρ­γεν­τι­νή, Με­ξι­κὸ καὶ Που­έρ­το Ρί­κο), ποὺ κά­νουν τὴν πρώ­τη τους ἐμ­φά­νι­ση στὸν ἔν­τυ­πο κό­σμο μὲ τὸν τό­μο αὐ­τό.

       Αὐ­τὴ ἡ συ­να­γω­γὴ δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς χῶ­ρες καὶ γλῶσ­σες μᾶς δί­νει ἀρ­κε­τὰ πλού­σια εἰ­κό­να γιὰ τὸν ἀν­τί­κτυ­πο ποὺ εἶ­χε δι­ε­θνῶς τὸ κα­θο­ρι­στι­κὸ γε­γο­νὸς τῆς 11ης Σε­πτεμ­βρί­ου. Ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­τα, σὲ κά­θε θε­μα­τι­κὴ συ­νά­θροι­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων πάν­τα ἔ­χει ἐν­δι­α­φέ­ρον ἡ ποι­κι­λί­α τῶν προ­σεγ­γί­σε­ων κα­θὼς καὶ οἱ συγ­κλί­σεις/συμ­πτώ­σεις ὅ­που καὶ ἂν ὑ­πάρ­χουν. Πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν, στὸν πα­ρόν­τα τό­μο ἀν­θο­λο­γοῦν­ται δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν ἔν­νοι­ες καὶ ὅ­ρους τοῦ σκα­κιοῦ: ὁ Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης μὲ τὸ «Ρο­κέ» του – εἰ­δι­κὴ κί­νη­ση στὸ σκά­κι ὅ­που συμ­με­τέ­χουν ὁ βα­σι­λιὰς καὶ ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο πύρ­γους, ἡ Ἄν­να Βερ­ροι­ο­πού­λου μὲ τὸ «Σάχ», ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της μὲ τὸν ὅ­ρο «Γκαμ­πί» – θυ­σιά­ζεις κά­τι ση­μαν­τι­κὸ γιὰ νὰ πε­τύ­χεις μα­κρο­πρό­θε­σμα «Μάτ»· ἢ ἀλ­λοῦ, στὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ Γιά­ννη Εὐ­στα­θιά­δη καὶ τῆς Ἀγ­γε­λι­κῆς Στρα­τη­γο­πού­λου ὅ­που ἡ ἔν­νοι­α τῆς πτώ­σης στὸ κε­νὸ προ­σεγ­γί­ζε­ται μὲ μου­σι­κοὺς ὅ­ρους. Ὁ Βα­σί­λης Κα­ρα­γιά­ννης καὶ ὁ Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης, πά­λι, ἐ­πι­ση­μαί­νουν τὴν εἰ­ρω­νι­κὴ σύμ­πτω­ση τοῦ ἑ­ορ­τα­σμοῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Δι­δύ­μου τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς πτώ­σης τῶν Δί­δυ­μων Πύρ­γων! Ἐ­νῶ τὰ δι­η­γή­μα­τα τῆς Μα­ρί­ας Κου­γι­ουμ­τζῆ, τῆς Ἰ­ω­άν­νας Ἀμ­πα­τζῆ, καὶ τοῦ Γι­ώρ­γου Λυ­κο­τρα­φί­τη πι­ά­νον­τας τὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ νή­μα­τος καὶ δί­νον­τας φω­νὴ στὸν τρο­μο­κρά­τη, φω­τί­ζουν τὴν ἀ­πέν­ταν­τι πλευ­ρά. Ση­μαν­τι­κὸ ρό­λο δι­α­δρα­μα­τί­ζει, στὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ Νί­κου Κα­τσα­λί­δα καὶ τοῦ Νί­κου Νι­κο­λά­ου-Χα­τζη­μι­χα­ήλ, ὡς συμ­βο­λι­κὸς τό­πος καὶ τὸ γρα­φι­κὸ ἐκ­κλη­σά­κι τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου, ποὺ βρι­σκό­ταν στὴ βά­ση τῶν Πύρ­γων καὶ κα­τα­στρά­φη­κε ὁ­λο­σχε­ρῶς. Ἡ Ἀγ­γε­λι­κὴ Σι­δη­ρᾶ, ἡ Χρυ­σο­ξέ­νη Προ­κο­πά­κη καὶ ὁ Δη­μή­τρης Τού­λιος λει­τουρ­γών­τας ἀν­τι­στι­κτι­κὰ συν­δέ­ουν ὑ­παρ­ξια­κὰ τὴν πτώ­ση τῶν Δι­δύ­μων μὲ τὸν το­κε­τὸ καὶ νέ­α ζω­ή. Τέ­λος, ὁ Δη­μή­τρης Φύσ­σας πα­ρα­θέ­τει τὶς δύ­ο ἐκ δι­α­μέ­τρου ἀν­τί­θε­τες ἐκ­δο­χὲς τοῦ ἴ­διου γε­γο­νό­τος ταυ­τό­χρο­να, ἐ­πι­λέ­γον­τας νὰ φα­νεῖ αὐ­τὸ καὶ ὡς εἰ­κό­να μέ­σῳ τῆς δι­α­μόρ­φω­σης τοῦ κει­μέ­νου του σὲ ὁ­ρι­ζόν­τια δι­ά­τα­ξη καὶ χω­ρί­ζον­τάς το στὸ πρῶ­το μέ­ρος στὴ μέ­ση.


Ὁ Ντὸν Ντε­Λίλ­λο στὸ βι­βλί­ο του Ἄν­θρω­πος σὲ πτώ­ση —ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 2010 ἀ­πὸ τὸ Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ον τῆς Ἑ­στί­ας σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Ἔ­φης Φρυ­δᾶ—, καὶ ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πλέ­ον συ­ζη­τη­μέ­νη μέ­χρι στιγ­μῆς σχε­τι­κὴ συγ­γρα­φι­κὴ κα­τά­θε­ση, προ­σεγ­γί­ζει τὸ θέ­μα μέ­σα ἀ­πὸ τὸν δια­ρκῆ ὑ­παρ­ξια­κὸ καὶ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸ ἀ­να­προσ­δι­ο­ρι­σμὸ τῶν ἡ­ρώ­ων του ποὺ μοιά­ζει νὰ ἔ­χουν χά­σει τὰ σα­φῆ γνω­στά τους πε­ρι­γράμ­μα­τα καὶ ἐ­πι­χει­ροῦν δια­ρκῶς νὰ ξα­να­ταυ­τι­στοῦν μὲ αὐ­τά. Ἐν­δι­α­μέ­σως ὅ­μως ἐ­ναλ­λάσ­σει τὶς ἐν­δό­μυ­χες σκέ­ψεις ἢ τοὺς δι­α­λό­γους τῶν χα­ρα­κτή­ρων πα­ρεμ­βάλ­λον­τας κά­θε τό­σο σπα­ρα­κτι­κὲς πε­ρι­γρα­φὲς ὅ­πως αὐ­τὴ ποὺ φι­λο­ξε­νοῦ­με ὡς ἐ­πι­γρα­φὴ στὴν ἀρ­χὴ τοῦ πα­ρόν­τος εἰ­σα­γω­γι­κοῦ ση­μει­ώ­μα­τος, ποὺ λει­τουρ­γοῦν σὰν ἐ­νι­σχυ­τὲς τῆς χα­μη­λό­φω­νης ἀ­φή­γη­σής του καὶ σὰν νέ­α φίλ­τρα ἀν­τί­λη­ψης καὶ θέ­α­σης τοῦ κό­σμου. Ἡ τρο­μα­κτι­κὴ δύ­να­μη τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης πε­ρι­γρα­φῆς εἶ­ναι τέ­τοι­ας ὑ­φῆς ποὺ τε­λι­κὰ με­τα­τρέ­πε­ται σὲ δύ­να­μη με­τα­μορ­φω­τι­κή των συ­νει­δή­σε­ων ποὺ τὴν δι­α­βά­ζουν.

       Μὲ πα­ρό­μοι­α πρό­θε­ση καὶ ἐλ­πί­δα ἐ­πι­χει­ρή­σα­με τὸ ἀ­νὰ χεί­ρας ἀ­φι­έ­ρω­μα ἐλ­πί­ζον­τας στὴ με­τα­μορ­φω­τι­κή του δρά­ση. Ὅ­πως τὰ μι­κρο­σκο­πι­κὰ «ὀρ­γα­νι­κὰ θραύ­σμα­τα» τῆς σάρ­κας καὶ τῶν ὀ­στῶν τοῦ βομ­βι­στῆ κα­τὰ τὶς ἐ­κρή­ξεις τῶν τρο­μο­κρα­τι­κῶν ἐ­πι­θέ­σε­ων σφη­νώ­νον­ται, κά­πο­τε γιὰ πάν­τα, στὰ σώ­μα­τα ὅ­σων βρί­σκον­ται σὲ ἀ­κτί­να βο­λῆς, συγ­χω­νεύ­ον­τας δρά­στη καὶ θύ­μα σὲ μιὰ νέ­α ἔμ­βια μνή­μη τοῦ τρα­γι­κοῦ συμ­βάν­τος, ἔ­τσι καὶ τὰ μι­κρο­κεί­με­να τοῦ τό­μου κα­θὼς ἔρ­χον­ται νὰ ἐν­σφη­νω­θοῦν μὲ τὸν δρα­στι­κό τους τρό­πο καὶ λό­γο στὸ σῶ­μα τῆς ἴ­διας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, συ­ναι­ρών­τας ἐ­ρέ­θι­σμα καὶ ἀ­πό­κρι­ση σὲ ἕ­να, ἀ­ξι­ώ­νουν τὴν δι­κή τους νέ­α καὶ μο­να­δι­κὴ κά­θε φο­ρὰ λο­γο­τε­χνι­κὴ κα­τα­νό­η­ση καὶ μνή­μη τῆς με­γά­λης ἱ­στο­ρι­κῆς τρα­γω­δί­ας, ποὺ σκιά­ζει καὶ θὰ σκιά­ζει τὶς μέ­ρες μας.



Πη­γή: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης – Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου – Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (ἐ­πι­μέ­λεια), 83 Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν. Ἀν­θο­λο­γί­α (ἐκδ. Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να, 2017, σελ. 288), «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα», σσ. 11-16.

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.

 

Νι­κο­πού­λου, Ἡ­ρώ. (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἀ­σφα­λὴς πό­λη (δι­η­γή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2015). Συν­δι­ευ­θύ­νει μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἐ­πι­με­λή­θη­κε μα­ζί του τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14, Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15 καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16 (Γα­βρι­η­λί­δης). Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο στὰ ἑλ­λη­νι­κά, ἀγ­γλι­κά, ρω­σι­κά, τουρ­κι­κὰ καὶ σέρ­βι­κα. Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Εἰ­κα­στι­κοῦ Ἐ­πι­με­λη­τη­ρί­ου Ἑλ­λά­δας, τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ Κύ­κλου Ποι­η­τῶν. Ἐ­πί­σης δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα: www.ironikopoulou.gr

Σταγ­κου­ρά­κη, Ἕ­λε­να (Χα­νιά, 1984). Με­τά­φρα­ση. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ καὶ πρὸς τὰ γερ­μα­νι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά, τὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ τὰ ἑλ­λη­νι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο κι ἔ­χει ὁ­λο­κλη­ρώ­σει με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὰ ἀν­θρώ­πι­να δι­και­ώ­μα­τα ὡς ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ Δι­ε­θνοῦς Κι­νή­μα­τος Ποι­η­τρι­ῶν (MPI) στὴν Ἑλ­λά­δα, δι­ορ­γα­νώ­νον­τας τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ συμ­με­το­χὴ στὸ ἐ­τή­σιο δι­ε­θνὲς φε­στι­βὰλ «Κραυ­γὴ γυ­ναι­κῶν» («Grito de Mujer»). Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ εἶ­ναι μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ Νέ­ου Πλα­νό­διου. Ἔ­χει ἀν­θο­λο­γή­σει καὶ με­τα­φρά­σει τὴν ποί­η­ση τῆς Οὐ­ρου­γουα­νῆς ποι­ή­τριας Ἰ­δέ­α Βι­λα­ρί­νιο στὸ βι­βλί­ο Τὸ ἄν­θος τῆς στά­χτης (Gutenberg, 2015).


		
Advertisements

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου – Γιά­ννης Πα­τί­λης: Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16. Ἅλ­μα Τρι­πλοῦν.


[Κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ἀρ­χὲς Ἰ­ου­λί­ου 2017 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης ὁ τρί­τος τό­μος τῆς ἐ­τή­σιας ἀν­θο­λο­γί­ας μας ἀ­πὸ τὴν ὕ­λη τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μὲ τί­τλο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16. 56 Μι­κρὰ Δι­η­γή­μα­τα (σελ. 288, μὲ ἐξὠφυλλο τῆς Ἡρῶς Νικοπούλου). Μπο­ρεῖ­τε νὰ τὸν ἀ­να­ζη­τή­σε­τε στὰ κεν­τρι­κὰ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­α κα­θὼς καὶ ἀ­πὸ τὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῶν ἐκ­δό­σε­ων Γα­βρι­η­λί­δης (Ἁ­γί­ας Εἰ­ρή­νης 17, Μο­να­στη­ρά­κι) (δεῖ­τε καὶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φὴ 26-11-2017, ὅπου καὶ κατάλογος ἀνθολογουμένων). Ἐ­δῶ, πρὸς ἐ­νη­μέ­ρω­ση τῶν ἀ­να­γνω­στῶν μας, ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­ου­με τὸ «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα» τῶν ἀν­θο­λό­γων:]


Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου – Γιά­ννης Πα­τί­λης


Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16

Ἅλ­μα Τρι­πλοῦν

 

Ε ΤΟΝ ΑΝΑ ΧΕΙΡΑΣ ΤΟΜΟ συμ­πλη­ρώ­νον­ται τρί­α χρό­νια δια­ρκοῦς πα­ρου­σί­ας τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι στὸν ἔν­τυ­πο χῶ­ρο. Πα­ρό­λη τὴ δύ­σκο­λη οἰ­κο­νο­μι­κὴ συγ­κυ­ρί­α τοῦ πα­ρόν­τος, ποὺ πλήτ­τει ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸ βι­βλί­ο, οἱ ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης καὶ ὁ φί­λος Σά­μης στή­ρι­ξαν τὸ ἐγ­χεί­ρη­μά μας γιὰ τρί­τη χρο­νιά, δεί­χνον­τας ἔ­τσι πὼς ὁ κό­σμος τοῦ χαρ­τιοῦ καὶ ὁ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸς τοῦ Δι­α­δι­κτύ­ου μπο­ροῦν συ­νερ­γα­ζό­με­νοι νὰ συμ­βι­ώ­νουν – ἀ­κό­μη!


Ἀ­πὸ τὶς 168 ἐ­πι­λεγ­μέ­νες ἀ­ναρ­τή­σεις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας στὴ χρο­νιὰ ποὺ μᾶς πέ­ρα­σε, ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τοῦ Σε­πτεμ­βρί­ου τοῦ 2015 ἕ­ως τὰ τέ­λη τοῦ Σε­πτεμ­βρί­ου 2016, ξε­δι­α­λέ­ξα­με πε­ραι­τέ­ρω τὰ 56 μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα (ἀ­πὸ 53 συγ­γρα­φεῖς Ἕλ­λη­νες καὶ ξέ­νους) ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἐ­δῶ. Ἀ­πὸ τὰ πε­ζὰ αὐ­τὰ τὰ 35 εἶ­ναι ἑλ­λη­νι­κά (14 δη­μο­σι­εύ­θη­καν γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα μας), ἐ­νῶ τὰ ξε­νό­γλωσ­σα 21 προ­ερ­χό­με­να ἀ­πὸ 6 γλῶσ­σες: 10 ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά, ἀ­πὸ 3 ἀγ­γλι­κὰ καὶ ρω­σι­κά, ἀ­πὸ 2 ἰ­τα­λι­κὰ καὶ κα­τα­λα­νι­κὰ καὶ 1 ἀ­πὸ τὰ ἑ­βρα­ϊ­κά. Ὁ πο­λυ­ε­θνι­κὸς πο­λι­τι­σμι­κὸς χα­ρα­κτή­ρας τους συν­δυ­α­ζό­με­νος μὲ τὴν με­γά­λη ποι­κι­λί­α τοῦ ὕ­φους καὶ τὴν πλού­σια θε­μα­τι­κὴ δη­μι­ουρ­γεῖ γιὰ μιὰ ἀ­κό­μη φο­ρὰ ἕ­να πο­λύ­χρω­μο λο­γο­τε­χνι­κὸ ψη­φι­δω­τὸ ποὺ κα­το­πτρί­ζει τὴν ἀ­στεί­ρευ­τη τρο­πι­κό­τη­τα τοῦ νέ­ου εἴ­δους: τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος.

       Τὴν ἀν­θο­λο­γι­κὴ συ­να­γω­γὴ τῶν πε­ζο­γρα­φη­μά­των κλεί­νει τὸ συ­νη­θι­σμέ­νο μας δο­κι­μια­κὸ ἐ­πί­με­τρο μὲ τὰ θε­ω­ρη­τι­κὰ κεί­με­να, μαρ­τυ­ρί­α τοῦ δια­ρκοῦς προ­βλη­μα­τι­σμοῦ τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας γιὰ τὸ φαι­νό­με­νο τῆς μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας.

 


Πη­γή: Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου – Γιά­ννης Πα­τί­λης, Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16. 56 Μι­κρὰ Δι­η­γή­μα­τα. Μιὰ Ἀν­θο­λο­γί­α (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2016, σελ. 288), «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα», σσ. 7-10.

­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Ἀ­σφα­λὴς πό­λη (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο.

Γιά­ννης Πα­τί­λης (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴν δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση (1970-2010). Δη­μο­σί­ευ­σε ἕν­τε­κα συλ­λο­γὲς ποι­η­μά­των του, κα­θὼς καὶ δο­κί­μια, κρι­τι­κὲς καὶ φι­λο­λο­γι­κὲς με­λέ­τες. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­διον (1986-2012) καὶ δι­α­τη­ρεῖ τὶς ἐκ­δό­σεις του. Τὸ 2010 ἵ­δρυ­σε τὴν δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι τὴν ὁ­ποί­α συν­δι­ευ­θύ­νει ἔ­κτο­τε μὲ τὴν πε­ζο­γρά­φο Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου.


Iró Nikopulu: El innegociable valor de las cosas



Iró Nikopulu


El innegociable valor de las cosas


ientras transportaban la pesada guillotina al sótano del castillo, un clavo aflojado cayó sobre la nieve recién caída. Los ojos del herrero brillaron de alegría, se agachó y lo cogió disimuladamente; hacía tiempo que quería reparar el asa derecho de la pila bautismal chapada en oro.



Fuente: Primera publicación: Dip Genertion (2017).

Iró Nikopulu (Atenas, 1958). Estudió pintura y escenografía en la Facultad de Bellas Artes en Atenas. Ha expuesto sus obras tanto en Grecia como en el extranjero. Escribe poesía, novelas y cuentos. Su último libro Ασφαλής πόλης (Editorial Γαβριηλίδης, 2015) Co-dirige el blog de minicuentos Πλανόδιον Ἱστορίες Μπονζάι. Sus poemas, cuentos artículos han sido publicados en revistas y en prensa diaria.

Traducción:

Konstantinos Paleologos (Atenas, 1963) es doctor en Filología Española por la Universidad de Granada. Trabaja como profesor titular de “Traductología aplicada, Traducción de literatura española al griego” en el Departamento de Filología Italiana de la Universidad Aristóteles de Salónica. Además enseña Literatura Española en la Universidad Abierta de Grecia, Lengua Española en el Centro de Lenguas Extranjeras de la Universidad de Atenas y Traducción del español al griego en el programa interdepartamental de postgrado de Traducción e Interpretación de la Universidad de Aristóteles de Salónica. Ha traducido del español al griego obras de F. García Lorca, E. Sábato, E. Pardo Bazán, M. Altolaguirre, I. Aldecoa, M. Vázquez Montalbán, J. Llamazares, R. Chirbes, J. Ayesta, L. M. Panero, A. Bryce Echenique, A. Trapiello, A. Gamoneda, F. Brines, A. Méndez, A. Cueto, T. Segovia, F. Iwasaki, G. Arriaga, É. Mendoza, Q. Monzó, S. Pàmies, M. Veiga, E. Nolla, S. de Toro, A. Buero Vallejo, M. de Unamuno, O. Girondo entre otros.



		

	

Ἡρὼ Νικοπούλου: Ἡ ἀδιαπραγμάτευτη ἀξία τῶν πραγμάτων


Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου


Ἡ ἀ­δι­α­πραγ­μά­τευ­τη ἀ­ξί­α τῶν πραγ­μά­των


ΑΘΩΣ με­τέ­φε­ραν τὴ βα­ριὰ γκι­λο­τί­να στὸ ὑ­πό­γει­ο τοῦ κά­στρου ἕ­να λα­σκα­ρι­σμέ­νο καρ­φὶ ἔ­πε­σε στὸ φρέ­σκο χι­ό­νι. Τὸ μά­τι τοῦ σι­δε­ρὰ γυ­ά­λι­σε ἀ­πὸ χα­ρά, ἔ­σκυ­ψε καὶ τὸ ἅρ­πα­ξε κρυ­φά· ἀ­πὸ και­ρὸ ἤ­θε­λε νὰ ἐ­πι­δι­ορ­θώ­σει τὸ δε­ξὶ χε­ρού­λι τῆς χρυ­σο­ποί­κιλ­της κο­λυμ­πή­θρας.

 

 

Πη­γή: Δη­μο­σι­εύ­τη­κε σὲ πρώ­τη μορ­φὴ στὸ περιοδικὸ Deep generation.

Ἡρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Ἀσφαλὴς πόλη (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο.


Iró Nikopulu: Los obsequios


Nikopoulou,Iro-TaDora-Eikona-01


Iró Nikopulu

 

Los obsequios


08-Ro-Chronica_Polonorum_PAULIN Pfeiffer colocó con dificultad el último, por el momento, regalo en la pequeña bodeguita bajo la escalera. Cerró la puerta con apuro y suspiró jadeante. No había perdido todavía los kilos demás del embarazo. Había comenzado a enviar otra vez sus reportajes a Vanity Fair, pero no se atrevía a pasar por las oficinas sin antes recuperar completamente la silueta. Enderezó la costura de sus medias y regresó sonriendo al salón. El alegre sonido del timbre de la puerta de entrada anunciaba sin parar nuevas visitas. La empleada doméstica corría para abrir, recogía sombreros, abrigos y regalos para Patrick, el recién bautizado y, los apilaba en la parte de atrás del living room. Al día siguiente, cuando Paulin comenzó a abrir los regalos, le esperaba una insólita sorpresa. Más o menos en las primeras cinco cajas –una sí otra no– había zapatitos microscópicos de diferentes diseños y colores. Paulin puso un disco en el tocadiscos, un gin tónic con hielo y llamó a su marido. Continuaron abriéndolas juntos y después del cuarto par empezaron las apuestas riéndose. Al final, los sorprendidos padres contaron en total doce pares de zapatitos del mismo número para su retoño, quien como si supiera de lo que se trataba se acercó a ellos gateando con rapidez. Por un momento se miraron los tres directamente a los ojos. Tras un nuevo estallido de risas hasta llorar, Paulin dijo que era imposible que los usara todos, porque los piececitos de los niños crecen más rápido que los frescos rabanitos de su huerto. A lo sumo lo que necesitaría el pequeño eran dos o tres pares del mismo número. «¿Y el resto?… », se preguntó colocándolos otra vez dentro de la caja de manera inconsciente… «Si fuera por lo menos miembro de alguna organización filantrópica para niños, merecería la pena», susurró; «sin embargo, a los desempleados de nuestra asociación, ¿de qué les sirven?». «Muy simple», dijo su marido tomando algunas cajas en sus brazos, mientras salía de la habitación. «Los venderemos y daremos el dinero a la asociación…». Paulin, tras apartar tres pares, cerró la última caja gritando, «vale, pero ¿cómo lo haremos?…». «Con un anuncio en el periódico», se oyó la voz sorda de él bajo las escaleras. «Y entonces ¿qué escribimos…?», volvió a gritar, mordisqueando ya un lápiz. «Muy simple… Pones…». «Te escucho…».

       «Vendo: zapatos de bebé, sin usar».


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Fuente: Primera publicación blog Planodion – Historias Bonsái, 24 de enero de 2014

Iró Nikopulu (Atenas, 1958). Estudió pintura y escenografía en la Facultad de Bellas Artes en Atenas. Ha expuesto sus obras tanto en Grecia como en el extranjero. Escribe poesía, novelas y cuentos. Su último libro Ασφαλής πόλης (Editorial Γαβριηλίδης, 2015) Co-dirige el blog de minicuentos Πλανόδιον Ἱστορίες Μπονζάι. Sus poemas, cuentos artículos han sido publicados en revistas y en prensa diaria.

Traducción: Marisol Fuentes

Revisión: Konstantinos Paleologos



		

	

Ἡρὼ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης: Ἱστορίες Μπονζάι ’15. Ἐτήσιος ἀμητός.


Nikopoulou-Patilis-IstoriesBonsai'15-Anthologia-200dpi


[Κυ­κλο­φό­ρη­σε τέλη Δεκεμβρίου 2015 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης ὁ δεύτερος τό­μος τῆς ἐτήσιας ἀν­θο­λο­γί­ας μας ἀ­πὸ τὴν ὕλη τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μὲ τί­τλο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15. 61 Μι­κρὰ Δι­η­γή­μα­τα (σελ. 296). Μπο­ρεῖ­τε νὰ τὸν ἀ­να­ζη­τή­σε­τε στὰ κεν­τρι­κὰ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­α κα­θὼς καὶ ἀ­πὸ τὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῶν ἐκ­δό­σε­ων Γα­βρι­η­λί­δης (Ἁ­γί­ας Εἰ­ρή­νης 17, Μο­να­στη­ρά­κι) (δεῖτε καὶ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος», ἐγγραφὴ 02-02-2016). Ἐ­δῶ, πρὸς ἐ­νη­μέ­ρω­ση τῶν ἀ­να­γνω­στῶν μας, ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­ου­με τὸ «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα» τῶν ἀν­θο­λό­γων:]


Ἡρὼ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης


Ἱστορίες Μπον­ζάι ’15.

Ἐτήσιος ἀμητός.


02-PiΑΡΟΥΣΙΑΖΟΝΤΑΣ ἕ­ναν χρό­νο πρὶν στοὺς φί­λους τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος τὸν τό­μο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14 το­νί­ζα­με τὸν ἀν­θο­λο­γι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τοῦ ἐγ­χει­ρή­μα­τός μας. Συγ­κεν­τρώ­να­με τό­τε 83 μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα ἀν­θο­λο­γη­μέ­να ἀ­πὸ ἕ­ναν πο­λὺ με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­ριθ­μὸ πε­ζῶν, πού, μὲ ἀν­θο­λο­γι­κὸ κρι­τή­ριο πά­λι, εἶ­χαν πα­ρου­σια­στεῖ κα­τὰ τὰ προ­η­γού­με­να τεσ­σε­ρά­μι­σι χρό­νια ἀ­πὸ τὶς στῆ­λες τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ἀν­θο­λο­γι­κὸ καὶ πά­λι χα­ρα­κτή­ρα ἔ­χει καὶ ἡ τω­ρι­νή μας συ­να­γω­γή. Μό­νο ποὺ ἡ ἀν­θο­λο­γι­κή της δε­ξα­με­νὴ ἔ­χει πε­ρι­ο­ρι­στεῖ στὰ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα μας τὴν χρό­νια ποὺ τώ­ρα δι­α­τρέ­χου­με, καὶ συγ­κε­κρι­μέ­να ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τοῦ Σε­πτεμ­βρί­ου τοῦ 2014 ἕ­ως τὰ τέ­λη τοῦ Σε­πτεμ­βρί­ου 2015. Ἐ­ξάλ­λου αὐ­τὸ εἴ­χα­με εὐ­χη­θεῖ κλεί­νον­τας τὴν εἰ­σα­γω­γή μας μὲ τὸν τί­τλο «Τε­τρα­ε­τὲς ἀ­πάν­θι­σμα» στὸν προ­η­γού­με­νο τό­μο: νὰ πα­ρα­χω­ρή­σει τὴν θέ­ση του σὲ μιὰ τα­κτι­κὴ ἐ­τή­σια ἔκ­δο­ση μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος. Καὶ αὐ­τὸ γί­νε­ται τώ­ρα. Ἂ­πὸ τὰ πε­ζὰ λοι­πὸν ποὺ ἀ­ναρ­τή­θη­καν στὸ ἱ­στο­λό­γιό μας κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο αὐ­τή, πα­ρου­σι­ά­ζου­με ἐ­δῶ 61 ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ μᾶς ἄ­ρε­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο.

       Μο­λο­νό­τι ἡ ἀν­θο­λο­γι­κὴ βά­ση πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται τώ­ρα χρο­νο­λο­γι­κῶς, τὸ κρι­τή­ριο τῆς πε­ρι­ε­κτι­κό­τη­τας (: ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κό­τη­τα σὲ πη­γές, γλῶσ­σες, εἴ­δη, ἔ­κτα­ση) πα­ρα­μέ­νει ὑ­ψη­λό. Ἔ­τσι ὁ τό­μος πε­ρι­έ­χει 39 ἑλ­λη­νι­κὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ 22 ἀ­πὸ 7 ἄλ­λες γλῶσ­σες (: 7 ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά, 4 ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ 4 ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, 3 ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά, 2 ἀ­πὸ τὰ βουλ­γα­ρι­κά, καὶ ἀ­πὸ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κὰ καὶ ρω­σι­κά). Ἀ­πὸ τὰ 39 ἑλ­λη­νι­κὰ δι­η­γή­μα­τα, τὰ 28 ἀν­τλοῦν­ται ἀ­πὸ ἔν­τυ­πες πη­γὲς ἐ­νῶ τὰ 11 ἀ­πὸ τὰ πρω­το­δη­μο­σι­ευ­ό­με­να στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα μας. Ἀ­να­λό­γως ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ον­ται οἱ δι­ά­φο­ρες ὑ­φο­λο­γι­κὲς κα­τη­γο­ρί­ες κα­θὼς καὶ οἱ τρεῖς (συμ­βα­τι­κὲς) πο­σο­τι­κὲς ὑ­πο­δι­αι­ρέ­σεις τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος σὲ ὑ­πέρ­μι­κρο (ἕ­ως 200 λέ­ξεις), πο­λὺ σύν­το­μο (200-1000 λέ­ξεις) καὶ σύν­το­μο (1000-2000 λέ­ξεις) δι­ή­γη­μα.


       Κά­θε χρό­νο ποὺ περ­νᾶ τὸ δι­ε­θνὲς ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα τό­σο στὸ πε­δί­ο τῆς πρα­κτι­κῆς, δη­μι­ουρ­γι­κῆς ἔκ­φρα­σης τῶν προ­σώ­πων ὅ­σο καὶ σὲ ἐ­κεῖ­νο τῶν θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ ἐ­πι­στη­μο­λο­γι­κῶν προ­σεγ­γί­σε­ων στὸ εἶ­δος, αὐ­ξά­νε­ται κα­τα­κό­ρυ­φα. Μό­λις πρὶν ἕ­να χρό­νο, τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2014, ἔ­γι­νε τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὸ Κεν­τά­κι τῶν ΗΠΑ, ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζε­ται τὸ ἑ­πό­με­νο δι­ε­θνὲς συ­νέ­δριο στὸ Neuquen τῆς Αρ­γεν­τι­νῆς τὸ 2016. Ἀ­πὸ τὴν ἵ­δρυ­σή του, τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2010, τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας πα­ρα­κο­λου­θεῖ μὲ σει­ρὰ ἄρ­θρων καὶ συ­νεν­τεύ­ξε­ων τὶς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς προ­σεγ­γί­σεις καὶ ἐ­ξε­λί­ξεις στὸ εἶ­δος. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ἀ­πὸ τὸν προ­η­γού­με­νο τό­μο μας κα­θι­ε­ρώ­σα­με νὰ ὑ­πάρ­χει κά­θε φο­ρὰ ἕ­να «Ἐ­πί­με­τρο» ἐ­πι­κεν­τρω­μέ­νο ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸν θε­ω­ρη­τι­κὸ λό­γο γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ἀν­τι­κεί­με­νο τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος καὶ τῆς μέ­ρι­μνάς μας: τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα. Στὸ φε­τι­νό μας ἐ­πί­με­τρο πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται τρί­α τέ­τοι­α ἀ­ξι­ο­πρό­σε­κτα κεί­με­να: ἑ­νὸς Βά­σκου συγ­γρα­φέ­α καὶ κρι­τι­κοῦ λο­γο­τε­χνί­ας, τῶν τρι­ῶν ἱ­δρυ­τῶν τῆς πιὸ δι­ά­ση­μης ἀν­θο­λο­γί­ας flash fiction τοῦ ἀγ­γλό­φω­νου κό­σμου καὶ τὰ κύ­ρια συμ­πε­ρά­σμα­τα τοῦ 8ου Δι­ε­θνοῦς Συ­νε­δρί­ου Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ προ­α­να­φέ­ρα­με.


* * *


Ἡ πα­ρού­σα «ἀ­κα­τα­στα­σί­α» τοῦ Δι­α­δι­κτύ­ου, ἡ κα­τα­στα­­τι­κὴ καὶ πο­λι­τι­κῶς ἐ­πι­θυ­μη­τή, μα­ζὶ μὲ τὴν λυ­τρω­τι­κὴ γιὰ ὁ­μά­δες καὶ ἄ­το­μα ἐ­λευ­θε­ρί­α τῆς ἔκ­φρα­σης, μᾶς μα­θαί­νει καὶ κά­τι ποὺ ὡς αὐ­το­νό­η­το μέ­χρι χθὲς σή­με­ρα τεί­νου­με νὰ τὸ ξε­χά­σου­με ὁ­λο­σχε­ρῶς: ὅ­τι ἔκ­φρα­ση συ­νι­στᾶ πρω­τί­στως μορ­φὴ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου, καὶ τό­σο ἡ μορ­φὴ ὅ­σο καὶ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο ἀ­πο­τε­λοῦν ἀ­πο­κτή­μα­τα ἀ­κρι­βὰ πού, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ συγ­κρό­τη­ση ἐκ­φρα­ζο­μέ­νου προ­σώ­που, προ­ϋ­πο­θέ­τουν καλ­λι­έρ­γεια καὶ κρι­τή­ρια, δη­λα­δὴ ἐ­νερ­γὴ συμ­πα­ρου­σί­α παι­δεί­ας, πα­ρά­δο­σης καὶ συ­νέ­χειας. Στὸν κό­σμο τοῦ ἐν­τύ­που οἱ προ­ϋ­πο­θέ­σεις αὐ­τὲς —μο­λο­νό­τι δὲν ὑ­πῆρ­χαν παν­τοῦ καὶ πάν­τα— γι­νόν­του­σαν εὐ­κο­λό­τε­ρα ἀν­τι­λη­πτές. Ὁ ἀ­πὸ τὰ κά­τω ἐκ­πο­λι­τι­σμὸς τοῦ κυ­βερ­νο­χώ­ρου, ὁ ἀν­τί­θε­τος τό­σο στὶς ἐ­ξου­σι­α­στι­κὲς χει­ρα­γω­γή­σεις κρα­τῶν καὶ συμ­φε­ρόν­των ὅ­σο καὶ στὸ αὐ­το­μα­τι­κὸ καὶ ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτο ψυ­χόρ­μη­το τῆς ἐ­πι­θυ­μί­ας τοῦ κα­θε­νός, εἶ­ναι ἕ­να στοί­χη­μα ποὺ δὲν πρέ­πει νὰ χα­θεῖ. Στὴν προ­σπά­θεια αὐ­τὴ ὁ ἔν­τυ­πος κό­σμος μὲ τὶς ἀ­ξί­ες καὶ τὰ θε­σμι­σμέ­να ἀ­πὸ αἰ­ῶ­νες κρι­τή­ριά του πα­ρα­μέ­νει συμ­πα­ρα­στά­της μας.

       Καὶ σ’ αὐ­τὸν ἐ­πι­στρέ­φου­με γιὰ μιὰ ἀ­κό­μη φο­ρά.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἡρὼ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης, Ἱστορίες Μπονζάι ’15. 61 Μι­κρὰ Δ­ι­­η­­γή­μα­τα. Μιὰ Ἀν­θο­λο­γία (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2015, σελ. 296), «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα», σσ. 7-12.

­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Ἀσφαλὴς πόλη (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο.

Γιά­ννης Πα­τί­λης (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴν δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση (1970-2010). Δη­μο­σί­ευ­σε ἕντεκα συλ­λο­γὲς ποι­η­μά­των του, κα­θὼς καὶ δο­κί­μια, κρι­τι­κὲς καὶ φι­λο­λο­γι­κὲς με­λέ­τες. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­διον (1986-2012) καὶ δι­α­τη­ρεῖ τὶς ἐκ­δό­σεις του. Τὸ 2010 ἵ­δρυ­σε τὴν δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι τὴν ὁ­ποί­α συν­δι­ευ­θύ­νει ἔ­κτο­τε μὲ τὴν πε­ζο­γρά­φο Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου.



		

	

Ἡρὼ Νικοπούλου: Μικρὲς ἐξομολογήσεις

Nikopoulou,Iro-MikresEksomologiseis-Eikona-02

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου


 

Μι­κρὲς ἐ­ξο­μο­λο­γή­σεις

 


11-Mi-800px-Letter_M_from_the_Fantastic_AlphabetΕ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ γλί­στρη­σε ἁ­πα­λὰ τὸ κλει­δὶ στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα. Κλεί­δω­σε, φυ­λά­κι­σέ με, ψι­χά­λι­σε στ’ αὐ­τιά του ἡ ἀ­νά­μνη­ση τῆς φω­νῆς της. Εἰ­σέ­πνευ­σε βα­θιὰ τὸ σκο­τά­δι καὶ τὴν κλει­σού­ρα τοῦ χώ­ρου· τὸν τύ­λι­ξε πά­χνη ὕ­πνου πα­χιὰ ἀ­να­κα­τε­μέ­νη μὲ μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ βρα­σμέ­νο κου­νου­πί­δι καὶ πο­λυ­και­ρι­σμέ­νο τη­γα­νί­δι· τὸ χνῶ­το τοῦ σπι­τιοῦ τὸν ρού­φη­ξε ἀ­πό­το­μα μέ­σα, στη­ρί­χτη­κε μὲ τὴν πλά­τη στὴν πόρ­τα κι ἕ­να αἴ­σθη­μα μα­ται­ό­τη­τας τὸν πλημ­μύ­ρι­σε τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ποὺ οἱ παλ­μοί του ἡ­σύ­χα­ζαν, ἐ­δῶ του­λά­χι­στον ἦ­ταν ἀ­σφα­λής. Ἔ­κλει­σε ἀ­θό­ρυ­βα ἀ­φή­νον­τας πί­σω του τὴν βο­ὴ τῆς νύ­χτας. Ἔ­βγα­λε τὰ πα­πού­τσια καὶ προ­χώ­ρη­σε ψη­λα­φι­στά.

       Στὸ βά­θος τοῦ σα­λο­νιοῦ ἔ­πε­φτε ἀ­κό­μα μο­νό­το­νο τὸ χι­ό­νι τῆς ΥΕΝΕΔ. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­κρί­νει τί­πο­τ’ ἄλ­λο στὰ σκο­τει­νά. Ἦ­ταν κα­νεὶς στὸ δω­μά­τιο; Τό­σο τὸ χει­ρό­τε­ρο, σκέ­φτη­κε ἀ­να­ση­κώ­νον­τας τοὺς ὤ­μους. Ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε βι­α­στι­κά. Ἤ­θε­λε νὰ κρα­τή­σει γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του ὅ­σα συ­νέ­βη­σαν, χω­ρὶς πε­ρι­γρα­φὲς καὶ συ­ζη­τή­σεις. Ἔ­στω γιὰ λί­γο ἀ­κό­μα. Οἱ ξέ­νες φω­νὲς τοῦ ‘κλε­βαν τὶς εἰ­κό­νες, αὐ­τὸ πιὰ τὸ ἤ­ξε­ρε σί­γου­ρα. Μό­λις τὰ πε­ρι­έ­γρα­φε, τὰ γε­γο­νό­τα ἐ­ξα­τμί­ζον­ταν σὰν μα­γι­κὰ τζί­νι, σὰν νὰ μὴν εἶ­χαν συμ­βεῖ πο­τέ. Μά­ται­α πά­λευ­ε με­τὰ νὰ ἀ­να­συν­θέ­σει, σκη­νές, λέ­ξεις αἰ­σθή­μα­τα, ὅ­λα εἶ­χαν κά­νει φτε­ρά. Ἔ­κλει­νε τὰ μά­τια σφι­χτά, ἐ­ξό­ρι­ζε τὸ φῶς καὶ συγ­κεν­τρω­νό­ταν, ἄρ­χι­ζε νὰ τὰ σκέ­φτε­ται μὲ τὴ σει­ρά, ἵ­δρω­νε ὧ­ρες ἀ­τέ­λει­ω­τες χω­ρὶς ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ἡ ὀ­θό­νη ἦ­ταν πά­λι ἄ­γρα­φη, παρ­θέ­νο λευ­κὸ ἢ βε­λού­δι­νο μαῦ­ρο ἀ­βύσ­σου, τὸ ἴ­διο ἀ­φό­ρη­το.

       Ἔ­σπρω­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου του ἀ­να­κου­φι­σμέ­νος, τώ­ρα θὰ τὴν ἔ­κλει­νε πί­σω του καὶ γι’ ἀ­πό­ψε θὰ εἶ­χε σω­θεῖ, ὅ­ταν ἀ­κού­στη­κε σχε­δὸν δί­πλα του ὁ ψί­θυ­ρος.

       — Λοι­πὸν πῶς πῆ­γε;

       Τι­νά­χτη­κε ἀ­λα­φι­α­σμέ­νος, τε­λι­κὰ πά­λι δὲν τὴν γλί­τω­σε.

       — Ἄσε, θὰ στὰ πῶ αὔ­ριο.

       — Κα­λά αὔ­ριο, ἀλ­λὰ τί ἔ­γι­νε, πῶς πῆ­γε;

       Ὅ­μως ἐ­κεῖ­νος ἤ­θε­λε νὰ χα­ρεῖ τὰ ἐ­πι­νί­κια αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ μὲ τὸ δι­κό του ρυθ­μό, χω­ρὶς πί­ε­ση.

       — Κα­λὰ πῆ­γε, ἄν­τε κοι­μή­σου.

       — Τε­λι­κὰ ἦρ­θε μό­νη της;

       — Ὄ­χι, ἀλ­λὰ νυ­στά­ζω.

       —Μη μοῦ πεῖς πὼς ἔ­φε­ρε πά­λι τὴν φί­λη της.

       — Τὴν ἔ­φε­ρε…

       — Καὶ τί ἔ­κα­νες;

       — Ἄ­σε με, σοῦ λέ­ω νυ­στά­ζω.

       — Μὴ μοῦ πεῖς… καὶ τὶς δύ­ο!

       — Ἔ, ναὶ ρὲ μά­να, καὶ τὶς δύ­ο, κα­λη­νύ­χτα. Κο­πά­νι­σε τὴν πόρ­τα καὶ δυ­να­τὰ τὸ κε­φά­λι του πά­νω της. Ὁ νοῦς του πλημ­μύ­ρι­σε πά­λι ἀ­πὸ τὸ χυ­λῶ­δες μουρ­μου­ρη­τὸ τοῦ πα­λιοῦ και­ροῦ.

       Τὸ σπί­τι τους ἦ­ταν πάν­το­τε ὑ­πο­φω­τι­σμέ­νο. Τὰ χα­μη­λὰ πορ­τα­τὶφ τοῦ σα­λο­νιοῦ ἔ­κα­ναν τὰ πάν­τα νὰ μοιά­ζουν μου­χλι­α­σμέ­να. Ναί, σὰν νὰ τὴν μύ­ρι­ζε τὴ μού­χλα τοῦ φαι­νό­ταν. Εἶ­χε πο­τί­σει τὰ ὑ­φά­σμα­τα, τὰ ἔ­πι­πλα, τὸ ἴ­διο του τὸ δέρ­μα. Καὶ οἱ ψι­θυ­ρι­στὲς φω­νί­τσες τῶν θειά­δων του ψι­λο­βε­λο­νι­ές, πον­τα­ρι­σι­ὲς στὰ κρόσ­σια τοῦ ἀ­έ­ρα, στὸ ρεῦ­μα τῶν φω­τα­γω­γῶν, κλέ­φτες ἀγ­κα­θω­τοὶ πε­τού­με­νοι στὸ ἀ­νοι­γό­κλει­σμα μιᾶς πόρ­τας. Μι­κρὰ ζω­ύ­φια τὰ λό­για τους, μι­κρού­λι­κες ψι­λὲς κα­τσα­ρι­δοῦ­λες ποὺ τρε­χα­λί­ζα­νε χα­μέ­νες καὶ χα­ρού­με­νες ἀ­πὸ ‘δῶ κι ἀ­πὸ ‘κεῖ. Τὰ μπου­κω­μέ­να στό­μα­τα τῶν θειά­δων ποὺ ψέ­κα­ζαν ὁ­λό­γυ­ρα ἀ­λε­σμέ­νες λέ­ξεις, σκέ­ψεις, ἀ­λή­θειες καὶ ψέ­μα­τα, ἁ­λώ­νι­ζαν καὶ ἤ­ξε­ραν· ἤ­ξε­ραν καὶ δι­α­κρι­τι­κὰ κρυ­φο­γε­λοῦ­σαν, καὶ προ­παν­τὸς ἡ­ρω­ι­κὰ σι­ω­ποῦ­σαν, ὅ­λο γε­λά­κια καὶ στρα­βο­μου­τσου­νι­ά­σμα­τα, καὶ σταυ­ρο­κο­πή­μα­τα, κι ἔ­φτυ­ναν τὸν κόρ­φο τους, πώ πώ, γιὰ σκέ­ψου τί κρί­μα, τί κρί­μα, δυ­ὸ μέ­τρα πα­λι­κά­ρι νὰ μήν…, κι ἡ μά­να του τά­χα νὰ τὶς μα­λώ­νει πὼς «σι­γά, κα­λὲ σι­γὰ πιά, προ­σέ­χτε, ὄ­χι μπρο­στά του, μὴ σᾶς κα­τα­λά­βει ὅ­τι τὸ ξέ­ρε­τε, δὲν κά­νει, θὰ γί­νει χει­ρό­τε­ρα».

       Κι ἐ­κεῖ­νος συ­νερ­γοῦ­σε στὸ θέ­α­τρο, ποὺ ἔ­λε­γε πὼς δὲν κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι αὐ­τὲς ἤ­ξε­ραν ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ δὲν ἔ­πρε­πε νὰ ξέ­ρουν. Κι ὅ­λο προ­σπα­θοῦ­σε ἐ­κεῖ­νος νὰ τὸ ξε­πε­ρά­σει. Κι ὅ­λο ἔ­κα­νε και­νούρ­γι­ες σχέ­σεις, κι ὅ­λα χά­λα­γαν σχε­δὸν ἀ­μέ­σως καὶ πάν­τως σί­γου­ρα μό­λις μι­λοῦ­σε μα­ζί της κι ἄρ­χι­ζε τὶς πε­ρι­γρα­φές. Για­τί δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μὴν τῆς μι­λή­σει. Δὲν γι­νό­ταν. Δὲν κρα­τι­ό­ταν. Ἔ­τσι εἶ­χε μά­θει. Οὔ­τε αὐ­τὸς τὸ μπο­ροῦ­σε, οὔ­τε αὐ­τὴ τὸ ἐ­πέ­τρε­πε. Οὔ­τε καὶ τὸ ἄν­τε­χε ἐ­πί­σης. Ἄλ­λω­στε ἀ­πὸ μι­κρός τῆς ἔ­λε­γε τὰ πάν­τα, ἦ­ταν ὁ ἄρ­ρη­τος ὅ­ρος της γιὰ τὴν ἀ­πα­ρα­βί­α­στη συμ­μα­χί­α τους, γιὰ τὴν ἀ­μέ­ρι­στη ἀ­γά­πη της. Ἦ­ταν ἡ ἄ­φα­τη συμ­φω­νί­α τους. Ἀλ­λὰ κι ἐ­κεῖ­νος ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρά του ἔ­νι­ω­θε δι­και­ω­μέ­νος μέ­σα ἀ­πὸ τὶς φω­τι­ὲς ποὺ ἄνα­βαν οἱ δι­η­γή­σεις του στὰ μά­τια της. Δι­πλα­σι­α­ζό­ταν ὁ κό­σμος του. Πολ­λα­πλα­σι­α­ζό­ταν ἡ χα­ρά, ἡ ἔν­τα­ση, ἡ αὐ­το­πε­ποί­θη­σή του· «γιὰ νὰ χαί­ρε­ται τό­σο, θὰ πεῖ πὼς κα­λὰ τὰ κα­τά­φε­ρα» ἔ­λε­γε μέ­σα του· ὣς κι ὁ ἔ­ρω­τάς του ἀ­κό­μα, ὅ­ταν μιὰ φο­ρὰ πί­στε­ψε πὼς ἦ­ταν τέ­τοι­ος, ὑ­ψώ­θη­κε στὰ μά­τια του λαμ­πρό­τε­ρος, ἂν καὶ κρά­τη­σε μό­λις δυ­ὸ τρεῖς ὧ­ρες μέ­χρι τὴν ἀ­πο­μυ­θο­ποί­η­ση τῆς ἐ­ξι­στό­ρη­σης· ἔ­πει­τα ὅ­λα χά­θη­καν, εἰ­κό­νες, ἀ­τμό­σφαι­ρες, συ­ναι­σθή­μα­τα, ἔ­γι­ναν κα­πνός.

       Καὶ δὲν χόρ­ται­νε Αὐ­τή, πο­τὲ δὲ χόρ­ται­νε· προ­σπα­θοῦ­σε ἐ­κεῖ­νος, μὰ δὲν μπο­ροῦ­σε μὲ τί­πο­τα νὰ στο­μώ­σει τὴν ἀ­δη­φά­γο ἀ­νάγ­κη της. Τὶς νύ­χτες τὴν ἔ­βλε­πε στὸν ὕ­πνο του σὰν μι­κρὸ πει­να­σμέ­νο που­λί, ἡ ἴ­δια πάν­τα εἰ­κό­να: ἄ­φτε­ρο, γυ­μνὸ που­λὶ μὲ τε­ρά­στιο ἀ­νοιγ­μέ­νο στό­μα καὶ κλει­στὰ προ­ε­ξέ­χον­τα μά­τια νὰ τοῦ κρά­ζει. Σὰν αὐ­τὰ ποὺ εἶ­χε δεῖ κά­πο­τε σὲ ντο­κι­μαν­τέρ, καὶ πῶς φώ­να­ζαν τρε­λα­μέ­να μό­λις κα­τα­λά­βαι­ναν πὼς πλη­σιά­ζει τρο­φή. Τσί­ρι­ζαν ἀ­νοι­γο­κλεί­νον­τας μὲ ἀ­πελ­πι­σί­α τὰ χα­ο­τι­κά, ἀ­παι­τη­τι­κά τους στό­μα­τα. Ἀ­φο­πλι­στι­κά. Μό­νο πει­να­σμέ­νο στό­μα ἦ­ταν. Ὄ­χι, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τῆς ἀρ­νη­θεῖ. Τά­ι­ζε. Τά­ι­ζε, καὶ τρε­φό­ταν. Μὲ λά­θος τρο­φή. Μιὰ μη­χα­νὴ οἱ λέ­ξεις ποὺ ἄ­λε­θαν τὴν τρο­φὴ καὶ γιὰ τοὺς δύ­ο. Πάν­τα τῆς τὰ ἔ­λε­γε ὅ­λα.

       Τὸν Ἄλ­λον, πά­λι τὸν θυ­μό­ταν μό­νο ἀ­πὸ τὸν βή­χα του. Καὶ ἀ­πὸ τὶς ξαφ­νι­κές του κα­τα­κλί­σεις μέ­ρα με­ση­μέ­ρι μὲ τὸν ἥ­λιο ἔ­ξω νὰ λάμ­πει. Καὶ ἀ­πὸ τὴν κα­τα­θλι­πτι­κὴ σι­ω­πὴ ποὺ πλά­κω­νε ἐ­ξαι­τί­ας του τὸ σπί­τι μέ­χρι νὰ ση­κω­θεῖ. Καὶ ἀ­πὸ τὸ πτυ­ε­λο­δο­χεῖ­ο, ἐ­πί­σης. Αὐ­τή, τὸ μό­νο ποὺ τοῦ ‘λέ­γε γιὰ Ἐ­κεῖ­νον ὅ­ταν τὴν ἔ­πι­α­νε τὸ κα­λό της καὶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ κλα­φτεῖ γιὰ τὴ μοί­ρα της, ἦ­ταν, πώς: «πάν­τως σὰ μάρ­μα­ρο, βρὲ παι­δί μου, σὰ μάρ­μα­ρο ἡ πλά­τη του, λευ­κὸ πεν­τε­λι­κό, ἀ­ψε­γά­δια­στο, σὰν αὐ­τὸ ποὺ πρό­τει­νε στοὺς μα­τσω­μέ­νους πε­λά­τες γιὰ τὰ μνή­μα­τα τὸν κα­λὸ κα­ρὸ ποὺ δού­λευ­ε ἀ­κό­μα». Τα­ξί­δευ­αν τό­τε τὰ μά­τια της μα­κριὰ ἄ­δεια­ζαν, στράγ­γι­ζαν σὰν ξε­ρὲς λί­μνες, καὶ ὕ­στε­ρα συ­νέ­χι­ζε: «Πῶς νὰ τὸ κά­νου­με, μιὰ φο­ρὰ φτιά­νεις τὴ στερ­νή σου κα­τοι­κί­α», ἔ­παιρ­νε κον­τὴ ἀ­νά­σα καὶ συμ­πλή­ρω­νε ψι­θυ­ρι­στὰ σὰν πα­θι­α­σμέ­να: «κι ἀ­κό­μα, σκέ­ψου, ὁ­λό­λευ­κη εἶ­ναι».

       Ἔ­πει­τα κα­τρα­κυ­λών­τας τὸ χέ­ρι της τοῦ χά­ι­δευ­ε τὴν πλά­τη μέ­σα ἀπ’ τὸ που­κά­μι­σο κι ἀ­πό­σω­νε: «σ’ αὐ­τὸ τοῦ ἔ­μοια­σες, μό­νο ποὺ ἡ δι­κή σου εἶ­ναι πιὸ λεί­α».


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πη­γή: Ἀ­σφα­λὴς πό­λη (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015).

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958). Ποίηση, Πεζογραφία, Ζωγραφική. Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ δυ­ὸ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Ἀσφαλής πόλη (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δημοσιευθεί στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο.