Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου: Ἡ μάσκα



Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου


Ἡ μά­σκα


ΣΚΥΨΕ καὶ φί­λη­σε μὲ λα­χτά­ρα τὸ φρυγ­μέ­νο, στε­γνὸ στό­μα τοῦ ἄν­τρα μὲ τὴ μά­σκα. Πᾶ­νε δέ­κα μέ­ρες ποὺ δὲν τὴν ἔ­βγα­λε λε­πτό, ἔ­ψα­ξε κι ἀ­πό­ψε μά­ται­α γιὰ τὰ μά­τια του. Θυ­μή­θη­κε τὰ Κα­λο­καί­ρια στὸ χω­ριό, ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ στὴ ρε­μα­τιά, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ πα­τέ­ρα καὶ τὰ δια­ρκῆ σχό­λια τῆς μά­νας τους. Τὸ παι­δι­κό του σῶ­μα ἄ­χνι­ζε, κι ἄρ­χι­σε νὰ τὴν ψά­χνει δι­στα­χτι­κὰ μέ­ς στὸ σκο­τά­δι, κι ἐ­κεί­νη, ἡ μι­κρό­τε­ρη ἀ­π’ τὰ κο­ρί­τσια, χτυ­πο­κάρ­δι­σε καὶ μπουμ­πού­κια­σε ἀ­πό­το­μα μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀ­παί­τη­σή του. Καὶ τό­τε σφα­λι­στὰ τὰ εἶ­χε τὰ μά­τια του. Πο­τὲ δὲν ξα­να­λα­χτά­ρι­σε ἔ­τσι οὔ­τε μὲ τὰ παι­διὰ οὔ­τε μὲ τὰ ἐγ­γό­νια της.

       Δί­πλα τους τὸ μη­χά­νη­μα τοῦ ὀ­ξυ­γό­νου πά­φλα­ζε μα­ταί­ω­ση σὰ με­τρο­νό­μος. Τῆς ζή­τη­σε ψι­θυ­ρι­στὰ τὴν πά­πια, τὸν βο­ή­θη­σε μὲ χέ­ρια γυ­μνὰ καὶ τὸν κοι­τοῦ­σε λαί­μαρ­γα, τώ­ρα ποὺ αὐ­τὸς πά­λι κρυ­βό­ταν, τὸν με­γά­λο της ἀ­δελ­φὸ ποὺ ἔ­χα­νε.

       Ἀ­π’ τὴν μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα ἡ γυ­ναί­κα του πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε βου­βή.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἔ­χει συμ­με­τά­σχει ὡς προ­σκε­κλη­μέ­νη σὲ τέσ­σε­ρα δι­ε­θνῆ φε­στι­βὰλ ποί­η­σης: Τουρ­κί­α (2012), Θεσ­σα­λο­νί­κη (2013), Ἀ­θή­να (2013), Κρο­α­τί­α (2015). Ἀ­πὸ τὸ 2010 συν­δι­ευ­θύ­νει μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἐ­πι­με­λή­θη­κε μα­ζί του τρεῖς ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος στὶς ἐκδόσεις Γα­βρι­η­λί­δης. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο Τύ­πο καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά, Ρω­σι­κά, Τουρ­κι­κὰ καὶ Κρο­α­τι­κά. Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Εἰ­κα­στι­κοῦ Ἐ­πι­με­λη­τη­ρί­ου Ἑλ­λά­δας, τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ Κύ­κλου Ποι­η­τῶν. Τε­λευ­ταί­ο της βι­βλί­ο: Τὸ πρὶν καὶ τὸ με­τὰ τὴν παύ­λα (ποιήματα· Γα­βρι­η­λί­δης, 2018). Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα: www.ironikopoulou.gr

Φωτογραφία: Παναγιώτης Παπαθεοδωρόπουλος (1958-2015).


			
Διαφημίσεις

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου: Χρι­στού­γεν­να, χι­ό­νι καὶ βρο­χή



Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου


Χρι­στού­γεν­να, χι­ό­νι καὶ βρο­χή


ΡΙΞΕ ἕ­να ἀ­κό­μη κρόσ­σι ἀ­ση­μέ­νιας βρο­χῆς στὸ κλα­ρί, ζου­λών­τας νευ­ρι­κὰ τὸ ὑ­πό­λοι­πο μα­τσά­κι στὴν ἱ­δρω­μέ­νη της πα­λά­μη. Ὑ­πο­τί­θε­ται πὼς ἔ­πρε­πε νὰ τὶς βά­λει προ­σε­κτι­κὰ μί­α-μί­α. Μὰ βρο­χὴ καὶ χι­ό­νι μα­ζὶ δὲν πᾶ­νε, ψι­θύ­ρι­σε ὁ μι­κρὸς λο­ξο­κοι­τών­τας γιὰ ἐ­νι­σχύ­σεις τὴν ἀ­δελ­φή του. Ἐ­κεί­νη τοῦ ἔ­γνε­ψε ἀ­ό­ρι­στα, εἶ­χε κου­ρα­στεῖ, ὅ­τι καὶ νὰ ἔ­λε­γε τὸ ἀ­γό­ρι ἡ μη­τρι­κὴ δι­α­τα­γὴ ἦ­ταν ρη­τή, ἀ­φοῦ ὑ­πῆρ­χε ἡ βρο­χὴ στὴν κού­τα μὲ τὰ πο­λυ­και­ρι­σμέ­να χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα, θὰ τὴν ἔ­βα­ζαν ὁ­πωσ­δή­πο­τε. Ἡ ἀ­νά­σα τοῦ μου­χλι­α­σμέ­νου κου­τιοῦ ἁ­πλώ­θη­κε σὰν ἀ­να­στε­ναγ­μὸς σ’ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ δω­μά­τιο.

       Ἡ Ἰ­φι­γέ­νεια συ­νέ­χι­ζε ἀ­νό­ρε­χτα νὰ στο­λί­ζει τὸ δέν­τρο μό­νη της. Ἔ­σκυ­ψε, ἀ­κούμ­πη­σε προ­σε­κτι­κὰ πλά­ι στὴ φάτ­νη τὰ δύ­ο πλα­στι­κὰ προ­βα­τά­κια ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σε ἀ­πὸ μι­κρή, νὰ χου­χου­λιά­ζουν τὸ βρέ­φος. Κά­θε τό­σο τὴν ἔ­πνι­γε ὁ λευ­κὸς κα­πνὸς Γκω­λου­άζ, ποὺ ξε­φυ­σοῦ­σε μὲ μα­νί­α ἡ μά­να της ἐ­νάν­τια σὲ ἀ­ό­ρα­το ἐ­χθρό, στρι­φο­γυρ­νών­τας ἀ­νά­με­σα στὰ παι­χνί­δια, τά­χα νὰ τὰ ἰ­σι­ώ­σει. Ὡ­ραῖ­ο εἶ­ναι ἔ­τσι, ψέλ­λι­σε ὁ μι­κρός, τρε­μο­παί­ζον­τας τὰ δα­κρυ­σμέ­να ἀ­π’ τὸν κα­πνὸ μά­τια του, μπο­ροῦ­με νὰ τὸν κρα­τή­σου­με γιὰ σύν­νε­φο, ἔ; Ἡ Μ. προ­σπα­θών­τας νὰ μὴν πέ­σει ἡ στά­χτη στὸ χα­λί, ἔ­σπα­σε τε­λι­κὰ τὴν πιὸ με­γά­λη, τὴν πιὸ ὄ­μορ­φη μπά­λα. Κλώ­τση­σε τὸ ἀ­ση­μὶ κου­φά­ρι. Ἄι­ι, τὸ καλ­τσὸν κοκ­κί­νι­σε. Ἡ ὀρ­γὴ τῆς κι­τρί­νι­σε τὸ πρό­σω­πο. Αὐ­τή, κλει­δω­μέ­νη στὸ σπί­τι μὲ τὰ παι­διά, κι αὐ­τὸς ἀλ­λοῦ. Ποι­ός ξέ­ρει ποῦ καὶ μὲ ποι­ά.

       Ἡ Ἰ­φι­γέ­νεια σκόρ­πι­ζε τώ­ρα βι­α­στι­κὰ τ’ ἀ­ση­μέ­νια κρόσ­σια ἀ­νά­με­σα ἀ­π’ τὶς μπά­λες. Ἡ βρο­χὴ στὸ δω­μά­τιο δυ­νά­μω­σε ρα­γδαῖ­α, ση­κώ­θη­κε ξαφ­νι­κὸς ἀ­έ­ρας, κου­δού­νι­σαν τὰ κρε­μα­σμέ­να τρί­γω­να, ρί­γη­σαν τά­ραν­δοι κι ἐ­λά­φια, τὰ κλα­διὰ ἀ­να­δεύ­τη­καν ξη­λώ­θη­κε τὸ μπαμ­πα­κέ­νιο χι­ό­νι.

       Πά­ω γιὰ τσι­γά­ρα, φώ­να­ξε μέ­σ’ στὴν κο­σμο­χα­λα­σιὰ ἡ Μ. καὶ κο­πά­νι­σε πί­σω της τὴν πόρ­τα.

       Εἶ­δες τε­λι­κὰ πό­σο κα­λὴ εἶ­ναι ἡ βρο­χὴ εἶ­πε ἡ Ἰ­φι­γέ­νεια καὶ ἕ­σφι­ξε τὸ μι­κρὸ στὴν ἀγ­κα­λιά της. Στὸ περ­βά­ζι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου τὸ εἶ­χε ἤ­δη στρώ­σει, στὸ βά­θος ἡ λε­ω­φό­ρος ἔ­λαμ­πε κά­τα­σπρη.


 


Πηγή: ἐφ. Αὐγή, ἔν­θε­το «Ἀ­να­γνώ­σεις», Κυ­ρι­ακή, 23 Δε­κεμ­βρί­ου 2018.

Νι­κο­πού­λου, Ἡ­ρώ. (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τέσσερεις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Τὸ πρὶν καὶ τὸ με­τὰ τὴν παύ­λα (ποι­ή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2018). Συν­δι­ευ­θύ­νει μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἐ­πι­με­λή­θη­κε μα­ζί του τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15 καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16 (Γα­βρι­η­λί­δης). Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο στὰ ἑλ­λη­νι­κά, ἀγ­γλι­κά, ρω­σι­κά, τουρ­κι­κὰ καὶ σέρ­βι­κα. Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Εἰ­κα­στι­κοῦ Ἐ­πι­με­λη­τη­ρί­ου Ἑλ­λά­δας, τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ Κύ­κλου Ποι­η­τῶν. Ἐ­πί­σης δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα:

www.ironikopoulou.gr


Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης – Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου – Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη: 83 Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν


[Κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ἀρ­χὲς Σε­πτεμ­βρί­ου 2017 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη ὁ τό­μος 83 Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν (σελ. 288, μὲ ἐξώφυλλο τῆς Ἡρῶς Νικοπούλου), μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴν δε­κα­πεν­τα­ε­τί­α ἀ­πὸ τὴν τρο­μο­κρα­τι­κὴ ἐ­πί­θε­ση στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης: μιὰ ἀν­θο­λο­γί­α ἀ­πὸ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ παγ­κό­σμια δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­α γιὰ τὸ γε­γο­νός, προ­ϊ­ὸν συ­νερ­γα­σί­ας τοῦ Ἱ­στο­λο­γί­ου μας μὲ τὴν μη­νια­ία ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση γιὰ τὸ βι­βλί­ο The BooksJournal. Τὸν τό­μο μπο­ρεῖ­τε νὰ τὸν ἀ­να­ζη­τή­σε­τε στὰ κεν­τρι­κὰ βι­βλι­ο­πω­λεῖα κα­θὼς καὶ ἀ­πὸ τὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῶν ἐκ­δό­σε­ων Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη (Ἀν­δρέ­α Με­τα­ξᾶ 28 & Θε­μι­στο­κλέ­ους, Ἐ­ξάρ­χεια) (δεῖ­τε καὶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φὴ 27-11-2017, ὅπου καὶ κατάλογος ἀνθολογουμένων). Ἐ­δῶ, πρὸς ἐ­νη­μέ­ρω­ση τῶν ἀ­να­γνω­στῶν μας, ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­ου­με τὸ «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα» τῶν ἀν­θο­λό­γων:]


Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης – Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου – Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη


83 Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν


[«…Ὁ βομ­βι­στὴς γί­νε­ται κομ­μά­τια, στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α κομ­μα­τά­κια, καὶ θραύ­σμα­τα τῆς σάρ­κας καὶ τῶν ὀ­στῶν του ἐ­κτο­ξεύ­ον­ται μὲ τέ­τοι­α δύ­να­μη καὶ τα­χύ­τη­τα ποὺ σφη­νώ­νον­ται, πα­γι­δεύ­ον­ται στὸ σῶ­μα ὅ­ποι­ου βρί­σκε­ται σὲ ἀ­κτί­να βο­λῆς… Αὐ­τὰ ὀ­νο­μά­ζον­ται ὀρ­γα­νι­κὰ θραύ­σμα­τα.»]

Ντὸν Ντε­Λίλ­λο, Ἄν­θρω­πος σὲ πτώ­ση (μτφ. Ἔ­φη Φρυ­δᾶ)


Οἱ «83 Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δὲν» εἶ­ναι ἡ πρώ­τη ἀν­θο­λο­γί­α λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ποὺ πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε μὲ θέ­μα ἢ ἀ­φορ­μὴ τὴν ἐ­πέ­τει­ο τῶν δε­κα­πέν­τε χρό­νων ἀ­πὸ τὴν μοι­ραί­α 11/09/2001 καὶ τὴν πτώ­ση τῶν Δί­δυ­μων Πύρ­γων τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Οἱ ἐ­πι­πτώ­σεις ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πί­θε­σης ξε­τυ­λί­γον­ται ἀ­κό­μα ἀλ­λά­ζον­τας τὸν τρό­πο ποὺ βλέ­που­με καὶ ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε τὰ πράγ­μα­τα, δί­νον­τας νέ­ες ὀ­πτι­κὲς γω­νί­ες στὸν κό­σμο. Ἡ εἰ­κό­να τοῦ ἀ­σφα­λοῦς καὶ ἄ­τρω­του δυ­τι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ ἀμ­φι­σβη­τή­θη­κε, ἡ ἀμ­φι­βο­λί­α τρύ­πω­σε γιὰ τὰ κα­λά, δί­νον­τας τὸν τό­νο της, στὶς σκέ­ψεις καὶ στὰ συ­ναι­σθή­μα­τα πολ­λῶν.

       Ὁ ἀ­φι­ε­ρω­μα­τι­κὸς αὐ­τὸς τό­μος, προ­ϊ­ὸν συ­νερ­γα­σί­ας τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ τῆς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης γιὰ τὸ βι­βλί­ο Books’ Journal, πε­ρι­λαμ­βά­νει, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὶς με­τα­φρά­σεις ξέ­νων δι­η­γη­μά­των, συ­νερ­γα­σί­ες γνω­στῶν Ἑλ­λή­νων συγ­γρα­φέ­ων ποὺ κλή­θη­καν νὰ λά­βουν μέ­ρος στὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα, ἀλ­λὰ καὶ συμ­με­το­χὲς νέ­ων συγ­γρα­φέ­ων καὶ φί­λων ἀ­να­γνω­στῶν τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου καὶ τῆς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης, ποὺ κα­τό­πιν πρό­σκλη­σης ὑ­πέ­βα­λαν μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά τους καὶ ἐ­πι­λέ­χθη­καν ἀ­πὸ κρι­τι­κὴ ἐ­πι­τρο­πή. Ἡ κρι­τι­κὴ ἐ­πι­τρο­πὴ συγ­κρο­τή­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη, τὴν Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ τὴν Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη. Τὸ σύ­νο­λο τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν δι­η­γη­μά­των τοῦ τό­μου εἶ­ναι πε­νήν­τα ἕ­ξι.

       Τὸ ἱ­στο­λό­γιο Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ ἀ­φο­σί­ω­ση τὰ τε­λευ­ταῖ­α ἕ­ξι χρό­νια ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μὲ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα. Μέ­νον­τας, λοι­πόν, πι­στοὶ στὴν ἄ­πο­ψη ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ μιὰ πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα καὶ ἀ­παι­τη­τι­κὴ φόρ­μα ποὺ ἀ­ξί­ζει τὸν κό­πο νὰ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται, ζη­τή­σα­με ἀ­πὸ τοὺς ἕλ­λη­νες συγ­γρα­φεῖς νὰ στεί­λουν συ­νερ­γα­σί­ες καὶ συμ­με­το­χὲς μὲ ἀ­νώ­τα­το ὅ­ριο τὶς τρι­α­κό­σι­ες λέ­ξεις. Αὐ­τὸ φυ­σι­κὰ δὲν γι­νό­ταν νὰ ἰ­σχύ­σει γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἐ­πι­λέ­ξα­με νὰ με­τα­φρά­σου­με ἀ­πὸ ἄλ­λες γλῶσ­σες.

       Στό­χος μας εἶ­ναι νὰ πα­ρου­σι­ά­σου­με ἕ­να κα­λὸ δεῖγ­μα καὶ ἀ­πὸ τὴν δι­ε­θνῆ μυ­θο­πλα­στι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ μὲ ἀ­φορ­μὴ ἢ θέ­μα ἐμ­πνευ­σμέ­νο ἀ­πὸ τὰ γε­γο­νό­τα τῆς 11ης Σε­πτεμ­βρί­ου, γι’ αὐ­τὸ ἐ­πι­λέ­ξα­με καὶ συμ­πε­ρι­λά­βα­με δι­η­γή­μα­τα, ποὺ με­τέ­φρα­σαν εἰ­δι­κὰ γιὰ τὸν ἀ­φι­ε­ρω­μα­τι­κὸ αὐ­τὸ τό­μο συ­νερ­γά­τες με­τα­φρα­στές, τὰ ὁ­ποῖ­α δη­μο­σι­εύ­ον­ται γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν Ἑλ­λά­δα. Ἡ πη­γὴ ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α ἀν­τλή­σα­με τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κὰ κεί­με­να —με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων τοῦ ση­μαν­τι­κοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ σκη­νο­θέ­τη Ντά­ρεν Ἀ­ρα­νόφ­σκι, τοῦ Πί­τερ Κά­ρεϋ, τῆς Τζό­ις Κά­ρολ Ὄ­ουτς— εἶ­ναι ἡ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ἀν­θο­λο­γί­α μὲ τί­τλο 110 Stories. New York Writes after September 11 μὲ ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Urlich Baer, ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 2002 ἀ­πὸ τὸ New York University Press. Ἐ­πί­σης ἔ­χου­με συμ­πε­ρι­λά­βει κά­ποι­α ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τα ποὺ εἶ­χε δη­μο­σι­εύ­σει ἡ ἐ­φη­με­ρί­δα Guardian στὰ δε­κά­χρο­να τῆς ἐ­πί­θε­σης, τὸ 2011. Ἡ με­τα­φρα­στι­κὴ πα­λέ­τα τοῦ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος πέ­ραν τῆς ἀγ­γλι­κῆς γλώσ­σας εἶ­ναι ἐμ­πλου­τι­σμέ­νη μὲ ἕ­να ἐ­κτε­νὲς δι­ή­γη­μα τοῦ ση­μαν­τι­κοῦ Ρώ­σου συγ­γρα­φέ­α Βλαν­τι­μὶρ Βλαν­τμέ­λι, μὲ ἕ­να του γνω­στοῦ πο­λυ­με­τα­φρα­σμέ­νου σύγ­χρο­νου Βούλ­γα­ρου συγ­γρα­φέ­α Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νωφ, με­τα­φρα­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸν συ­νερ­γά­τη μας Σπύ­ρο Παπ­πᾶ —ποὺ εἶ­χε καὶ τὴν ἀρ­χι­κὴ ἰ­δέ­α γιὰ τὸ σχε­τι­κὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα—, κα­θὼς καὶ μὲ ἕ­ξι ἰ­σπα­νό­φω­να δι­η­γή­μα­τα (ἀ­πὸ Ἰσπα­νί­α, Μα­ρό­κο, Ἀρ­γεν­τι­νή, Με­ξι­κὸ καὶ Που­έρ­το Ρί­κο), ποὺ κά­νουν τὴν πρώ­τη τους ἐμ­φά­νι­ση στὸν ἔν­τυ­πο κό­σμο μὲ τὸν τό­μο αὐ­τό.

       Αὐ­τὴ ἡ συ­να­γω­γὴ δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς χῶ­ρες καὶ γλῶσ­σες μᾶς δί­νει ἀρ­κε­τὰ πλού­σια εἰ­κό­να γιὰ τὸν ἀν­τί­κτυ­πο ποὺ εἶ­χε δι­ε­θνῶς τὸ κα­θο­ρι­στι­κὸ γε­γο­νὸς τῆς 11ης Σε­πτεμ­βρί­ου. Ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­τα, σὲ κά­θε θε­μα­τι­κὴ συ­νά­θροι­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων πάν­τα ἔ­χει ἐν­δι­α­φέ­ρον ἡ ποι­κι­λί­α τῶν προ­σεγ­γί­σε­ων κα­θὼς καὶ οἱ συγ­κλί­σεις/συμ­πτώ­σεις ὅ­που καὶ ἂν ὑ­πάρ­χουν. Πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν, στὸν πα­ρόν­τα τό­μο ἀν­θο­λο­γοῦν­ται δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν ἔν­νοι­ες καὶ ὅ­ρους τοῦ σκα­κιοῦ: ὁ Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης μὲ τὸ «Ρο­κέ» του – εἰ­δι­κὴ κί­νη­ση στὸ σκά­κι ὅ­που συμ­με­τέ­χουν ὁ βα­σι­λιὰς καὶ ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο πύρ­γους, ἡ Ἄν­να Βερ­ροι­ο­πού­λου μὲ τὸ «Σάχ», ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της μὲ τὸν ὅ­ρο «Γκαμ­πί» – θυ­σιά­ζεις κά­τι ση­μαν­τι­κὸ γιὰ νὰ πε­τύ­χεις μα­κρο­πρό­θε­σμα «Μάτ»· ἢ ἀλ­λοῦ, στὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ Γιά­ννη Εὐ­στα­θιά­δη καὶ τῆς Ἀγ­γε­λι­κῆς Στρα­τη­γο­πού­λου ὅ­που ἡ ἔν­νοι­α τῆς πτώ­σης στὸ κε­νὸ προ­σεγ­γί­ζε­ται μὲ μου­σι­κοὺς ὅ­ρους. Ὁ Βα­σί­λης Κα­ρα­γιά­ννης καὶ ὁ Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης, πά­λι, ἐ­πι­ση­μαί­νουν τὴν εἰ­ρω­νι­κὴ σύμ­πτω­ση τοῦ ἑ­ορ­τα­σμοῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Δι­δύ­μου τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς πτώ­σης τῶν Δί­δυ­μων Πύρ­γων! Ἐ­νῶ τὰ δι­η­γή­μα­τα τῆς Μα­ρί­ας Κου­γι­ουμ­τζῆ, τῆς Ἰ­ω­άν­νας Ἀμ­πα­τζῆ, καὶ τοῦ Γι­ώρ­γου Λυ­κο­τρα­φί­τη πι­ά­νον­τας τὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ νή­μα­τος καὶ δί­νον­τας φω­νὴ στὸν τρο­μο­κρά­τη, φω­τί­ζουν τὴν ἀ­πέν­ταν­τι πλευ­ρά. Ση­μαν­τι­κὸ ρό­λο δι­α­δρα­μα­τί­ζει, στὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ Νί­κου Κα­τσα­λί­δα καὶ τοῦ Νί­κου Νι­κο­λά­ου-Χα­τζη­μι­χα­ήλ, ὡς συμ­βο­λι­κὸς τό­πος καὶ τὸ γρα­φι­κὸ ἐκ­κλη­σά­κι τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου, ποὺ βρι­σκό­ταν στὴ βά­ση τῶν Πύρ­γων καὶ κα­τα­στρά­φη­κε ὁ­λο­σχε­ρῶς. Ἡ Ἀγ­γε­λι­κὴ Σι­δη­ρᾶ, ἡ Χρυ­σο­ξέ­νη Προ­κο­πά­κη καὶ ὁ Δη­μή­τρης Τού­λιος λει­τουρ­γών­τας ἀν­τι­στι­κτι­κὰ συν­δέ­ουν ὑ­παρ­ξια­κὰ τὴν πτώ­ση τῶν Δι­δύ­μων μὲ τὸν το­κε­τὸ καὶ νέ­α ζω­ή. Τέ­λος, ὁ Δη­μή­τρης Φύσ­σας πα­ρα­θέ­τει τὶς δύ­ο ἐκ δι­α­μέ­τρου ἀν­τί­θε­τες ἐκ­δο­χὲς τοῦ ἴ­διου γε­γο­νό­τος ταυ­τό­χρο­να, ἐ­πι­λέ­γον­τας νὰ φα­νεῖ αὐ­τὸ καὶ ὡς εἰ­κό­να μέ­σῳ τῆς δι­α­μόρ­φω­σης τοῦ κει­μέ­νου του σὲ ὁ­ρι­ζόν­τια δι­ά­τα­ξη καὶ χω­ρί­ζον­τάς το στὸ πρῶ­το μέ­ρος στὴ μέ­ση.


Ὁ Ντὸν Ντε­Λίλ­λο στὸ βι­βλί­ο του Ἄν­θρω­πος σὲ πτώ­ση —ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 2010 ἀ­πὸ τὸ Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ον τῆς Ἑ­στί­ας σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Ἔ­φης Φρυ­δᾶ—, καὶ ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πλέ­ον συ­ζη­τη­μέ­νη μέ­χρι στιγ­μῆς σχε­τι­κὴ συγ­γρα­φι­κὴ κα­τά­θε­ση, προ­σεγ­γί­ζει τὸ θέ­μα μέ­σα ἀ­πὸ τὸν δια­ρκῆ ὑ­παρ­ξια­κὸ καὶ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸ ἀ­να­προσ­δι­ο­ρι­σμὸ τῶν ἡ­ρώ­ων του ποὺ μοιά­ζει νὰ ἔ­χουν χά­σει τὰ σα­φῆ γνω­στά τους πε­ρι­γράμ­μα­τα καὶ ἐ­πι­χει­ροῦν δια­ρκῶς νὰ ξα­να­ταυ­τι­στοῦν μὲ αὐ­τά. Ἐν­δι­α­μέ­σως ὅ­μως ἐ­ναλ­λάσ­σει τὶς ἐν­δό­μυ­χες σκέ­ψεις ἢ τοὺς δι­α­λό­γους τῶν χα­ρα­κτή­ρων πα­ρεμ­βάλ­λον­τας κά­θε τό­σο σπα­ρα­κτι­κὲς πε­ρι­γρα­φὲς ὅ­πως αὐ­τὴ ποὺ φι­λο­ξε­νοῦ­με ὡς ἐ­πι­γρα­φὴ στὴν ἀρ­χὴ τοῦ πα­ρόν­τος εἰ­σα­γω­γι­κοῦ ση­μει­ώ­μα­τος, ποὺ λει­τουρ­γοῦν σὰν ἐ­νι­σχυ­τὲς τῆς χα­μη­λό­φω­νης ἀ­φή­γη­σής του καὶ σὰν νέ­α φίλ­τρα ἀν­τί­λη­ψης καὶ θέ­α­σης τοῦ κό­σμου. Ἡ τρο­μα­κτι­κὴ δύ­να­μη τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης πε­ρι­γρα­φῆς εἶ­ναι τέ­τοι­ας ὑ­φῆς ποὺ τε­λι­κὰ με­τα­τρέ­πε­ται σὲ δύ­να­μη με­τα­μορ­φω­τι­κή των συ­νει­δή­σε­ων ποὺ τὴν δι­α­βά­ζουν.

       Μὲ πα­ρό­μοι­α πρό­θε­ση καὶ ἐλ­πί­δα ἐ­πι­χει­ρή­σα­με τὸ ἀ­νὰ χεί­ρας ἀ­φι­έ­ρω­μα ἐλ­πί­ζον­τας στὴ με­τα­μορ­φω­τι­κή του δρά­ση. Ὅ­πως τὰ μι­κρο­σκο­πι­κὰ «ὀρ­γα­νι­κὰ θραύ­σμα­τα» τῆς σάρ­κας καὶ τῶν ὀ­στῶν τοῦ βομ­βι­στῆ κα­τὰ τὶς ἐ­κρή­ξεις τῶν τρο­μο­κρα­τι­κῶν ἐ­πι­θέ­σε­ων σφη­νώ­νον­ται, κά­πο­τε γιὰ πάν­τα, στὰ σώ­μα­τα ὅ­σων βρί­σκον­ται σὲ ἀ­κτί­να βο­λῆς, συγ­χω­νεύ­ον­τας δρά­στη καὶ θύ­μα σὲ μιὰ νέ­α ἔμ­βια μνή­μη τοῦ τρα­γι­κοῦ συμ­βάν­τος, ἔ­τσι καὶ τὰ μι­κρο­κεί­με­να τοῦ τό­μου κα­θὼς ἔρ­χον­ται νὰ ἐν­σφη­νω­θοῦν μὲ τὸν δρα­στι­κό τους τρό­πο καὶ λό­γο στὸ σῶ­μα τῆς ἴ­διας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, συ­ναι­ρών­τας ἐ­ρέ­θι­σμα καὶ ἀ­πό­κρι­ση σὲ ἕ­να, ἀ­ξι­ώ­νουν τὴν δι­κή τους νέ­α καὶ μο­να­δι­κὴ κά­θε φο­ρὰ λο­γο­τε­χνι­κὴ κα­τα­νό­η­ση καὶ μνή­μη τῆς με­γά­λης ἱ­στο­ρι­κῆς τρα­γω­δί­ας, ποὺ σκιά­ζει καὶ θὰ σκιά­ζει τὶς μέ­ρες μας.



Πη­γή: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης – Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου – Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (ἐ­πι­μέ­λεια), 83 Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν. Ἀν­θο­λο­γί­α (ἐκδ. Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να, 2017, σελ. 288), «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα», σσ. 11-16.

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.

 

Νι­κο­πού­λου, Ἡ­ρώ. (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἀ­σφα­λὴς πό­λη (δι­η­γή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2015). Συν­δι­ευ­θύ­νει μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἐ­πι­με­λή­θη­κε μα­ζί του τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14, Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15 καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16 (Γα­βρι­η­λί­δης). Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο στὰ ἑλ­λη­νι­κά, ἀγ­γλι­κά, ρω­σι­κά, τουρ­κι­κὰ καὶ σέρ­βι­κα. Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Εἰ­κα­στι­κοῦ Ἐ­πι­με­λη­τη­ρί­ου Ἑλ­λά­δας, τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ Κύ­κλου Ποι­η­τῶν. Ἐ­πί­σης δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα: www.ironikopoulou.gr

Σταγ­κου­ρά­κη, Ἕ­λε­να (Χα­νιά, 1984). Με­τά­φρα­ση. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ καὶ πρὸς τὰ γερ­μα­νι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά, τὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ τὰ ἑλ­λη­νι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο κι ἔ­χει ὁ­λο­κλη­ρώ­σει με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὰ ἀν­θρώ­πι­να δι­και­ώ­μα­τα ὡς ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ Δι­ε­θνοῦς Κι­νή­μα­τος Ποι­η­τρι­ῶν (MPI) στὴν Ἑλ­λά­δα, δι­ορ­γα­νώ­νον­τας τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ συμ­με­το­χὴ στὸ ἐ­τή­σιο δι­ε­θνὲς φε­στι­βὰλ «Κραυ­γὴ γυ­ναι­κῶν» («Grito de Mujer»). Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ εἶ­ναι μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ Νέ­ου Πλα­νό­διου. Ἔ­χει ἀν­θο­λο­γή­σει καὶ με­τα­φρά­σει τὴν ποί­η­ση τῆς Οὐ­ρου­γουα­νῆς ποι­ή­τριας Ἰ­δέ­α Βι­λα­ρί­νιο στὸ βι­βλί­ο Τὸ ἄν­θος τῆς στά­χτης (Gutenberg, 2015).



		

	

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου – Γιά­ννης Πα­τί­λης: Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16. Ἅλ­μα Τρι­πλοῦν.


[Κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ἀρ­χὲς Ἰ­ου­λί­ου 2017 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης ὁ τρί­τος τό­μος τῆς ἐ­τή­σιας ἀν­θο­λο­γί­ας μας ἀ­πὸ τὴν ὕ­λη τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μὲ τί­τλο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16. 56 Μι­κρὰ Δι­η­γή­μα­τα (σελ. 288, μὲ ἐξὠφυλλο τῆς Ἡρῶς Νικοπούλου). Μπο­ρεῖ­τε νὰ τὸν ἀ­να­ζη­τή­σε­τε στὰ κεν­τρι­κὰ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­α κα­θὼς καὶ ἀ­πὸ τὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῶν ἐκ­δό­σε­ων Γα­βρι­η­λί­δης (Ἁ­γί­ας Εἰ­ρή­νης 17, Μο­να­στη­ρά­κι) (δεῖ­τε καὶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φὴ 26-11-2017, ὅπου καὶ κατάλογος ἀνθολογουμένων). Ἐ­δῶ, πρὸς ἐ­νη­μέ­ρω­ση τῶν ἀ­να­γνω­στῶν μας, ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­ου­με τὸ «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα» τῶν ἀν­θο­λό­γων:]


Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου – Γιά­ννης Πα­τί­λης


Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16

Ἅλ­μα Τρι­πλοῦν

 

Ε ΤΟΝ ΑΝΑ ΧΕΙΡΑΣ ΤΟΜΟ συμ­πλη­ρώ­νον­ται τρί­α χρό­νια δια­ρκοῦς πα­ρου­σί­ας τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι στὸν ἔν­τυ­πο χῶ­ρο. Πα­ρό­λη τὴ δύ­σκο­λη οἰ­κο­νο­μι­κὴ συγ­κυ­ρί­α τοῦ πα­ρόν­τος, ποὺ πλήτ­τει ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸ βι­βλί­ο, οἱ ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης καὶ ὁ φί­λος Σά­μης στή­ρι­ξαν τὸ ἐγ­χεί­ρη­μά μας γιὰ τρί­τη χρο­νιά, δεί­χνον­τας ἔ­τσι πὼς ὁ κό­σμος τοῦ χαρ­τιοῦ καὶ ὁ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸς τοῦ Δι­α­δι­κτύ­ου μπο­ροῦν συ­νερ­γα­ζό­με­νοι νὰ συμ­βι­ώ­νουν – ἀ­κό­μη!


Ἀ­πὸ τὶς 168 ἐ­πι­λεγ­μέ­νες ἀ­ναρ­τή­σεις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας στὴ χρο­νιὰ ποὺ μᾶς πέ­ρα­σε, ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τοῦ Σε­πτεμ­βρί­ου τοῦ 2015 ἕ­ως τὰ τέ­λη τοῦ Σε­πτεμ­βρί­ου 2016, ξε­δι­α­λέ­ξα­με πε­ραι­τέ­ρω τὰ 56 μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα (ἀ­πὸ 53 συγ­γρα­φεῖς Ἕλ­λη­νες καὶ ξέ­νους) ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἐ­δῶ. Ἀ­πὸ τὰ πε­ζὰ αὐ­τὰ τὰ 35 εἶ­ναι ἑλ­λη­νι­κά (14 δη­μο­σι­εύ­θη­καν γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα μας), ἐ­νῶ τὰ ξε­νό­γλωσ­σα 21 προ­ερ­χό­με­να ἀ­πὸ 6 γλῶσ­σες: 10 ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά, ἀ­πὸ 3 ἀγ­γλι­κὰ καὶ ρω­σι­κά, ἀ­πὸ 2 ἰ­τα­λι­κὰ καὶ κα­τα­λα­νι­κὰ καὶ 1 ἀ­πὸ τὰ ἑ­βρα­ϊ­κά. Ὁ πο­λυ­ε­θνι­κὸς πο­λι­τι­σμι­κὸς χα­ρα­κτή­ρας τους συν­δυ­α­ζό­με­νος μὲ τὴν με­γά­λη ποι­κι­λί­α τοῦ ὕ­φους καὶ τὴν πλού­σια θε­μα­τι­κὴ δη­μι­ουρ­γεῖ γιὰ μιὰ ἀ­κό­μη φο­ρὰ ἕ­να πο­λύ­χρω­μο λο­γο­τε­χνι­κὸ ψη­φι­δω­τὸ ποὺ κα­το­πτρί­ζει τὴν ἀ­στεί­ρευ­τη τρο­πι­κό­τη­τα τοῦ νέ­ου εἴ­δους: τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος.

       Τὴν ἀν­θο­λο­γι­κὴ συ­να­γω­γὴ τῶν πε­ζο­γρα­φη­μά­των κλεί­νει τὸ συ­νη­θι­σμέ­νο μας δο­κι­μια­κὸ ἐ­πί­με­τρο μὲ τὰ θε­ω­ρη­τι­κὰ κεί­με­να, μαρ­τυ­ρί­α τοῦ δια­ρκοῦς προ­βλη­μα­τι­σμοῦ τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας γιὰ τὸ φαι­νό­με­νο τῆς μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας.

 


Πη­γή: Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου – Γιά­ννης Πα­τί­λης, Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16. 56 Μι­κρὰ Δι­η­γή­μα­τα. Μιὰ Ἀν­θο­λο­γί­α (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2016, σελ. 288), «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα», σσ. 7-10.

­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Ἀ­σφα­λὴς πό­λη (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο.

Γιά­ννης Πα­τί­λης (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴν δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση (1970-2010). Δη­μο­σί­ευ­σε ἕν­τε­κα συλ­λο­γὲς ποι­η­μά­των του, κα­θὼς καὶ δο­κί­μια, κρι­τι­κὲς καὶ φι­λο­λο­γι­κὲς με­λέ­τες. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­διον (1986-2012) καὶ δι­α­τη­ρεῖ τὶς ἐκ­δό­σεις του. Τὸ 2010 ἵ­δρυ­σε τὴν δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι τὴν ὁ­ποί­α συν­δι­ευ­θύ­νει ἔ­κτο­τε μὲ τὴν πε­ζο­γρά­φο Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου.



		

	

Iró Nikopulu: El innegociable valor de las cosas



Iró Nikopulu


El innegociable valor de las cosas


ientras transportaban la pesada guillotina al sótano del castillo, un clavo aflojado cayó sobre la nieve recién caída. Los ojos del herrero brillaron de alegría, se agachó y lo cogió disimuladamente; hacía tiempo que quería reparar el asa derecho de la pila bautismal chapada en oro.



Fuente: Primera publicación: Dip Genertion (2017).

Iró Nikopulu (Atenas, 1958). Estudió pintura y escenografía en la Facultad de Bellas Artes en Atenas. Ha expuesto sus obras tanto en Grecia como en el extranjero. Escribe poesía, novelas y cuentos. Su último libro Ασφαλής πόλης (Editorial Γαβριηλίδης, 2015) Co-dirige el blog de minicuentos Πλανόδιον Ἱστορίες Μπονζάι. Sus poemas, cuentos artículos han sido publicados en revistas y en prensa diaria.

Traducción:

Konstantinos Paleologos (Atenas, 1963) es doctor en Filología Española por la Universidad de Granada. Trabaja como profesor titular de “Traductología aplicada, Traducción de literatura española al griego” en el Departamento de Filología Italiana de la Universidad Aristóteles de Salónica. Además enseña Literatura Española en la Universidad Abierta de Grecia, Lengua Española en el Centro de Lenguas Extranjeras de la Universidad de Atenas y Traducción del español al griego en el programa interdepartamental de postgrado de Traducción e Interpretación de la Universidad de Aristóteles de Salónica. Ha traducido del español al griego obras de F. García Lorca, E. Sábato, E. Pardo Bazán, M. Altolaguirre, I. Aldecoa, M. Vázquez Montalbán, J. Llamazares, R. Chirbes, J. Ayesta, L. M. Panero, A. Bryce Echenique, A. Trapiello, A. Gamoneda, F. Brines, A. Méndez, A. Cueto, T. Segovia, F. Iwasaki, G. Arriaga, É. Mendoza, Q. Monzó, S. Pàmies, M. Veiga, E. Nolla, S. de Toro, A. Buero Vallejo, M. de Unamuno, O. Girondo entre otros.



		

	

Ἡρὼ Νικοπούλου: Ἡ ἀδιαπραγμάτευτη ἀξία τῶν πραγμάτων


Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου


Ἡ ἀ­δι­α­πραγ­μά­τευ­τη ἀ­ξί­α τῶν πραγ­μά­των


ΑΘΩΣ με­τέ­φε­ραν τὴ βα­ριὰ γκι­λο­τί­να στὸ ὑ­πό­γει­ο τοῦ κά­στρου ἕ­να λα­σκα­ρι­σμέ­νο καρ­φὶ ἔ­πε­σε στὸ φρέ­σκο χι­ό­νι. Τὸ μά­τι τοῦ σι­δε­ρὰ γυ­ά­λι­σε ἀ­πὸ χα­ρά, ἔ­σκυ­ψε καὶ τὸ ἅρ­πα­ξε κρυ­φά· ἀ­πὸ και­ρὸ ἤ­θε­λε νὰ ἐ­πι­δι­ορ­θώ­σει τὸ δε­ξὶ χε­ρού­λι τῆς χρυ­σο­ποί­κιλ­της κο­λυμ­πή­θρας.

 

 

Πη­γή: Δη­μο­σι­εύ­τη­κε σὲ πρώ­τη μορ­φὴ στὸ περιοδικὸ Deep generation.

Ἡρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Ἀσφαλὴς πόλη (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο.


Iró Nikopulu: Los obsequios


Nikopoulou,Iro-TaDora-Eikona-01


Iró Nikopulu

 

Los obsequios


08-Ro-Chronica_Polonorum_PAULIN Pfeiffer colocó con dificultad el último, por el momento, regalo en la pequeña bodeguita bajo la escalera. Cerró la puerta con apuro y suspiró jadeante. No había perdido todavía los kilos demás del embarazo. Había comenzado a enviar otra vez sus reportajes a Vanity Fair, pero no se atrevía a pasar por las oficinas sin antes recuperar completamente la silueta. Enderezó la costura de sus medias y regresó sonriendo al salón. El alegre sonido del timbre de la puerta de entrada anunciaba sin parar nuevas visitas. La empleada doméstica corría para abrir, recogía sombreros, abrigos y regalos para Patrick, el recién bautizado y, los apilaba en la parte de atrás del living room. Al día siguiente, cuando Paulin comenzó a abrir los regalos, le esperaba una insólita sorpresa. Más o menos en las primeras cinco cajas –una sí otra no– había zapatitos microscópicos de diferentes diseños y colores. Paulin puso un disco en el tocadiscos, un gin tónic con hielo y llamó a su marido. Continuaron abriéndolas juntos y después del cuarto par empezaron las apuestas riéndose. Al final, los sorprendidos padres contaron en total doce pares de zapatitos del mismo número para su retoño, quien como si supiera de lo que se trataba se acercó a ellos gateando con rapidez. Por un momento se miraron los tres directamente a los ojos. Tras un nuevo estallido de risas hasta llorar, Paulin dijo que era imposible que los usara todos, porque los piececitos de los niños crecen más rápido que los frescos rabanitos de su huerto. A lo sumo lo que necesitaría el pequeño eran dos o tres pares del mismo número. «¿Y el resto?… », se preguntó colocándolos otra vez dentro de la caja de manera inconsciente… «Si fuera por lo menos miembro de alguna organización filantrópica para niños, merecería la pena», susurró; «sin embargo, a los desempleados de nuestra asociación, ¿de qué les sirven?». «Muy simple», dijo su marido tomando algunas cajas en sus brazos, mientras salía de la habitación. «Los venderemos y daremos el dinero a la asociación…». Paulin, tras apartar tres pares, cerró la última caja gritando, «vale, pero ¿cómo lo haremos?…». «Con un anuncio en el periódico», se oyó la voz sorda de él bajo las escaleras. «Y entonces ¿qué escribimos…?», volvió a gritar, mordisqueando ya un lápiz. «Muy simple… Pones…». «Te escucho…».

       «Vendo: zapatos de bebé, sin usar».


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Fuente: Primera publicación blog Planodion – Historias Bonsái, 24 de enero de 2014

Iró Nikopulu (Atenas, 1958). Estudió pintura y escenografía en la Facultad de Bellas Artes en Atenas. Ha expuesto sus obras tanto en Grecia como en el extranjero. Escribe poesía, novelas y cuentos. Su último libro Ασφαλής πόλης (Editorial Γαβριηλίδης, 2015) Co-dirige el blog de minicuentos Πλανόδιον Ἱστορίες Μπονζάι. Sus poemas, cuentos artículos han sido publicados en revistas y en prensa diaria.

Traducción: Marisol Fuentes

Revisión: Konstantinos Paleologos