Γιάννης Νικολούδης: Δὲν ξέρω

.

Nikoloudis,Giannis-DenKsero-Eikona-03b

.

Γιά­ννης Νι­κο­λού­δης

 

Δὲν ξέ­ρω

 

02-PiΕΡΥΣΙ ἔ­φτα­σα ἐ­δῶ. Τὸ λέ­ω συ­χνὰ στὸν ἑ­αυ­τό μου γιὰ νὰ τὸ θυ­μᾶ­μαι. Για­τί εὔ­κο­λα ξε­χνᾶς ἐ­δῶ. Ξε­χνᾶς τί θὲς νὰ κά­νεις. Ξε­χνᾶς ἂν ἔ­χεις κά­τι νὰ κά­νεις. Ξε­χνᾶς ὅ­τι ξε­χνᾶς.

       Μιὰ πα­ρα­ζα­λι­σμέ­νη ἔ­κτα­ση μὲ πευ­κό­δεν­τρα καὶ εὐ­κα­λύ­πτους ἁ­πλώ­νε­ται πά­νω ἀ­π’ τὸ πα­λιὸ γερ­μα­νι­κὸ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο στὴν ἀ­να­το­λι­κὴ πα­ρυ­φὴ τῆς κω­μό­πο­λης. Τὸ ἔ­φτια­ξαν λέ­ει οἱ να­ζῆ­δες με­τὰ τὴ μά­χη τῆς Κρή­της. Σκο­ποὶ κοι­μοῦν­ται στὰ καί­ρια ση­μεῖ­α του, σὲ ἀ­πο­θῆ­κες ὁ­πλι­σμοῦ, σὲ νη­σί­δες πρα­τη­ρί­ων καυ­σί­μων. Τὶς αἴ­θρι­ες μέ­ρες ἀ­πο­γει­ώ­νον­ται καὶ προ­σγει­ώ­νον­ται μα­χη­τι­κά. Σκιρ­τά­ει ἡ ρα­θυ­μί­α τοῦ τό­που. Μπε­κρῆ­δες βγαί­νουν ἀ­π’ τὰ κα­φε­νεῖ­α καὶ ἀ­τε­νί­ζουν τὰ ἀ­ε­ρο­πλά­να στὸ φόν­το ἑ­νὸς ἄ­χρω­μου οὐ­ρα­νοῦ.

      «Θὰ πέ­σουν λο­κατ­ζῆ­δες, πέ­ρα στὴ Κα­λύ­βα τοῦ λα­οῦ», λέ­ει.

      «Ἄ­σκη­ση;»

      «Ναί. Κά­θε χρό­νο αὐ­τὸ γί­νε­ται.»

      «Μὲ ἔ­στει­λε νὰ μοῦ δώ­σε­τε τὸ τι­μο­λό­γιο.»

      «Ποι­ό τι­μο­λό­γιο;»

      Πα­ρα­πα­τά­ει. Κορ­δό­νια σά­λιου μου­σκεύ­ουν τὸ που­λό­βερ του. Ἕ­να μά­τσο λο­γα­ρια­σμοὶ αἰ­ω­ροῦν­ται σὰν φρε­νι­α­σμέ­να λε­πι­δό­πτε­ρα στὸν ἀ­έ­ρα ποὺ ση­κώ­νει ἕ­να ἀ­ε­ρό­θερ­μο. «Ποι­ό τι­μο­λό­γιο;», ξα­να­λέ­ει.

      «Θὰ ξα­να­πε­ρά­σω», τοῦ κά­νω.

      Μιὰ γά­τα ἁ­πλώ­νε­ται σὰν χαλ­κο­μα­νί­α στὴν ἐ­παρ­χι­ώ­τι­κη ἄ­σφαλ­το. Κά­ποι­ος ἔ­χει πα­ρα­γε­μί­σει τὸ ἀ­νοι­χτό της στό­μα μὲ ἕ­να μι­κρὸ ντο­μα­τά­κι. Τὰ σω­θι­κά της ξε­πλέ­νον­ται ἀ­πὸ μιὰ ἥ­συ­χη βρο­χή. Ὅ­ταν ζοῦ­σε τὴν ἔ­λε­γα Ζα­χα­ρέ­νια. Νι­α­ού­ρι­ζε σὰν κα­το­λί­σθη­ση ζά­χα­ρης. Δὲν θυ­μᾶ­μαι πό­τε τὴν πά­τη­σαν.

      «Στὸ ἔ­δω­σε;», μοῦ λέ­ει ὅ­ταν μπῶ μέ­σα.

      «Ἔ, ὄ­χι.»

      «Για­τί;»

      «Δὲν ξέ­ρω.»

      «Τί ἦ­ταν νὰ σοῦ δώ­σει;»

      «Δὲν θυ­μᾶ­μαι.»

      «Καὶ για­τί δὲν σοῦ τὸ ἔ­δω­σε;»

      «Ἔ…»

      Βλα­στη­μά­ει. Κο­πα­νά­ει τὰ χέ­ρια του στὸ γρα­φεῖ­ο. «Νὰ πά­ρει ὁ δι­ά­ο­λος μιὰ δου­λειὰ δὲν εἶ­σαι ἱ­κα­νὸς νὰ κά­νεις.» Βρί­ζει θε­οὺς καὶ δαί­μο­νες. Πί­νει κα­φὲ καὶ ξα­να­βρί­ζει. Καὶ ἔ­πει­τα: «Τί ἦ­ταν νὰ σοῦ δώ­σει;»

      «Νὰ τὸν πά­ρω τη­λέ­φω­νο νὰ τὸν ρω­τή­σω;»

      «Ναί, πά­ρε τον».

      Δὲν θυ­μᾶ­μαι τὸ νού­με­ρό του. Καὶ τὸ τη­λέ­φω­νό μας εἶ­ναι κομ­μέ­νο. Τοῦ τὸ λέ­ω.

      «Δὲν πει­ρά­ζει», λέ­ει.

      Τὸ μού­χρω­μα σκο­τει­νιά­ζει τὴν πε­ρι­ο­χὴ καὶ ἡ ἐ­πι­χεί­ρη­ση γί­νε­ται μιὰ κουμ­πό­τρυ­πα κά­τω ἀ­π’ τὸ κόκ­κι­νο.

      «Ἀ­φεν­τι­κό, θὰ τὰ ποῦ­με αὔ­ριο», τοῦ λέ­ω.

      «Γειά σου.»

      Μᾶλ­λον ἀ­πό­ψε θὰ ση­κω­θῶ καὶ θὰ φύ­γω. Ἅ­παξ καὶ θυ­μη­θῶ ἀ­πὸ ποῦ ἦρ­θα, θὰ εἶ­ναι τὸ πρῶ­το πρά­μα ποὺ θὰ κά­νω.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Γιά­ννης Νι­κο­λού­δης (Κρή­τη, 1989). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Φωτογραφία: Κωστῆς Μπακόπουλος (βλ. καὶ http://bakopoulos.com/)

 

Advertisements