Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ: Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ πιδκιαύλιν


Nikolaou-Chantzimichail,Nikos-OAnthroposMeToPidkiaylin-Eikona-01


Νί­κος Νι­κο­λά­ου-Χα­τζη­μι­χα­ήλ


 

Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ πιδκιαύλιν


02-KappaΟΥΒΑΛΟΥΣΕ ἀ­πὸ γεν­νη­σι­μιοῦ του μιὰ πά­θη­ση στὴ μέ­ση καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε οὔ­τε νὰ στα­θεῖ ὄρ­θιος, οὔ­τε βέ­βαι­α νὰ περ­πα­τή­σει. Τὶς πιὸ πολ­λὲς ὧ­ρες κα­θό­τα­νε σ’ ἕ­να χα­μη­λὸ σκα­μνά­κι μὲ τὰ πό­δια τεν­τω­μέ­να μπρο­στά. Τὸ μι­κρὸ σπι­τά­κι του ἦ­ταν πλά­ι στὸ σπί­τι τοῦ ἀ­δελ­φοῦ του, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χαν ἄ­ρι­στες σχέ­σεις. Ὅ­λη τὴν πε­ρι­ου­σί­α ποὺ εἶ­χε, τὴν εἶ­χε ἐκ­χω­ρή­σει σ’ αὐ­τὸν γιὰ νὰ τὴ δου­λεύ­ει, μὰ κι ὁ ἀ­δελ­φός του, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ τὴν πρά­ξη του αὐ­τή, θε­ω­ροῦ­σε πὼς ἦ­ταν χρέ­ος του νὰ βο­η­θᾶ ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν κα­λύ­τε­ρα τὸν βα­σα­νι­σμέ­νο ἀ­δελ­φό του. Ἦ­ταν μιὰ ὑ­πό­σχε­ση ποὺ εἶ­χε δώ­σει στὸν πα­τέ­ρα του καὶ τὴν κρα­τοῦ­σε.

       Ἕ­να χα­μη­λὸ τρα­πε­ζά­κι ποὺ ἦ­ταν δί­πλα του εἶ­χε πά­νω μιὰ μι­κρὴ λάμ­πα τοῦ πε­τρε­λαί­ου καὶ μιὰ νε­ρο­κο­λο­κύ­θα. Ἐ­κεῖ ἔ­τρω­γε τὸ λι­γο­στὸ φα­γη­τὸ ποὺ τοῦ ἔ­φερ­νε ὁ ἀ­δελ­φός, ἡ νύ­φη ἢ τὰ ἀ­νί­ψια του καὶ τοῦ γέ­μι­ζαν τὴ νε­ρο­κο­λο­κύ­θα του μὲ μαῦ­ρο στερ­κὸ κρα­σὶ ποὺ τὸ ἀ­πο­λάμ­βα­νε κά­θε βρά­δυ. Τὸ κρε­βά­τι του, κι αὐ­τὸ χα­μη­λό, γιὰ νὰ μπο­ρεῖ νὰ ξα­πλώ­νει χω­ρὶς βο­ή­θεια. Τί ὕ­πνο ἔ­κα­νε, ἕ­νας Θε­ὸς τὸ ξέ­ρει: σὲ ὀρ­θὴ γω­νί­α πάν­τα κι ὅ­ταν ἤ­θε­λε νὰ γυ­ρί­σει ἀ­πὸ τὸ ἄλ­λο πλευ­ρὸ μπερ­δεύ­ον­ταν οἱ κου­βέρ­τες καὶ τὰ σεν­τό­νια καὶ τὸν κού­ρα­ζαν πιὸ πο­λύ. Εἶ­χε πο­λὺ λί­γα ἔ­πι­πλα στὸ μι­κρὸ σπι­τά­κι, ἕ­να ντου­λα­πά­κι, στὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­βα­ζε τα ροῦ­χα του, ποὺ τὰ μά­ζευ­ε μιὰ φο­ρὰ τὴ βδο­μά­δα χρό­νια τώ­ρα μιὰ γυ­ναί­κα τοῦ χω­ριοῦ καὶ τὰ ἔ­πλε­νε ἐ­πὶ πλη­ρω­μῇ, κι ἕ­να αἰ­ω­ρού­με­νο μι­κρὸ ντου­λα­πά­κι, μέ­σα στὸ ὁ­ποῖ­ο φύ­λα­γε λί­γα χα­λού­μια ποὺ τοῦ ἔ­φερ­ναν οἱ βο­σκοὶ τοῦ χω­ριοῦ. Τὸ ἀ­νε­βο­κα­τέ­βα­ζε μὲ τὴ βο­ή­θεια ἑ­νὸς λε­πτοῦ σχοι­νιοῦ ποὺ τὸ στε­ρέ­ω­νε σὲ ἕ­να με­γά­λο καρ­φὶ στὸν τοῖ­χο.

       Ἡ με­τα­κί­νη­σή του γι­νό­ταν πο­λὺ δύ­σκο­λα καὶ μὲ πο­λὺ με­γά­λη προ­σπά­θεια. Τρα­βοῦ­σε τὴν ἄ­κρη τῆς μαύ­ρης βρά­κας του μπρο­στὰ καὶ τὴν στε­ρέ­ω­νε, ἀ­φοῦ τὴν περ­νοῦ­σε μέ­σα στὴν πο­λύ­φυλ­λη ζώ­στρα του, με­τὰ ἄ­φη­νε τὰ χέ­ρια κά­τω στὴ γῆ, ἔ­βα­ζε δύ­να­μη στοὺς καρ­ποὺς κι ἔ­σπρω­χνε τὸ σῶ­μα του λί­γο μπρο­στὰ μέ­χρι ἐ­κεῖ ποὺ τὰ γό­να­τα μπο­ροῦ­σαν νὰ καμ­φθοῦν, πρὶν ἀρ­χί­σει ὁ πό­νος. Ἔ­κα­νε τὸ ἴ­διο ξα­νὰ καὶ ξα­νά, μέ­χρι νὰ φτά­σει στὸν προ­ο­ρι­σμό του. Αὐ­τὸ ὅ­μως τοῦ προ­κα­λοῦ­σε πολ­λὴ κού­ρα­ση, κυ­ρί­ως στὰ χέ­ρια κι ἔ­τσι ἀ­πέ­φευ­γε τὶς με­τα­κι­νή­σεις. Ὅ­ταν συ­ναν­τοῦ­σε κά­ποι­ον στὸ δρό­μο του, κα­θὼς ἦ­ταν χα­μη­λά, ἔ­πρε­πε νὰ βγά­λει τὸ πλα­τύ­γυ­ρο ψά­θι­νο κα­πέ­λο του, γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ τὸν δεῖ. Ἀ­γα­ποῦ­σε τοὺς συγ­χω­ρια­νούς του ἀλ­λὰ κι αὐ­τοὶ εἶ­χαν τὰ ἴ­δια συ­ναι­σθή­μα­τα καὶ πάν­τα ἐκ­δή­λω­ναν τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τους γιὰ νὰ τὸν βο­η­θή­σουν, ἂν τοὺς εἶ­χε ἀ­νάγ­κη. Ἦ­ταν καὶ κά­ποι­ες στιγ­μὲς ποὺ ἔ­νι­ω­θε τό­σο ἀ­σή­μαν­τος, ἕ­να ἄ­χρη­στο πλά­σμα στὸν κό­σμο, ποὺ σερ­νό­ταν σὰν σκου­λή­κι στὸ χῶ­μα.

       Ὅ­μως, δὲν ἦ­ταν ἄ­χρη­στος. Κά­θε ἄλ­λο, ἦ­ταν μο­να­δι­κὸς στὴν πε­ρι­ο­χὴ καὶ τὸ πιδ­κια­ύλιν του ξα­κου­στό. Ἔρ­χον­ταν οἱ βο­σκοὶ μα­ζὶ μὲ τὶς κου­δοῦ­νες τους καὶ πα­ράγ­γελ­ναν. Κι αὐ­τὸς ξυ­πνοῦ­σε πρὶν χα­ρά­ξει, καὶ «σύ­ρε καὶ νὰ πᾶς, λά­μνε καὶ νὰ πᾶς», ἔ­φτα­νε στὴ βρύ­ση τοῦ χω­ριοῦ, στὸν κα­λα­μι­ώ­να, δι­ά­λε­γε τὰ κα­λύ­τε­ρα κα­λά­μια καὶ με­τὰ ἀ­πὸ τὴν ἀ­ρο­δάφ­νη δι­ά­λε­γε τὸ κλω­νά­ρι ποὺ θὰ ἔ­βγα­ζε τὶς κα­λύ­τε­ρες πίν­νες. Ὕ­στε­ρα, μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο, γύ­ρι­ζε στὸ σπι­τά­κι του με­τὰ ἀ­πὸ πολ­λὲς στά­σεις γιὰ ξε­κού­ρα­ση, ἔ­χον­τας δε­μέ­να στὴν πλά­τη κα­λά­μια καὶ ἀ­ρο­δάφ­νη. Τὴν τέ­χνη του, ποὺ εἶ­χε μά­θει ἀ­πὸ τὸν παπ­πού του, πο­λὺ λί­γοι τὴν ἤ­ξε­ραν. Τὰ σύ­νερ­γά του δὲν ἦ­ταν πολ­λά. Ἕ­να κα­λὰ ἀ­κο­νι­σμέ­νο μα­χαι­ρά­κι κι ἕ­να σου­βλί. Ἄ­κου­γε καὶ ξα­νά­κου­γε πολ­λὲς φο­ρὲς τὴν κου­δού­να ποὺ τοῦ ἔ­φερ­ναν γιὰ νὰ ἐμ­πε­δώ­σει τὸν ἦ­χο της, ὥ­στε τὸ πιδ­κια­ύλιν ποὺ θὰ κα­τα­σκεύ­α­ζε, νὰ βγά­ζει τὸν ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς ἁρ­μο­νι­κὸ ἦ­χο. Ἔ­κα­νε στὸ μυα­λό του ὑ­πο­λο­γι­σμοὺς κι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ με­ρι­κὲς μέ­ρες, ὅ­σο κρα­τοῦ­σε αὐ­τὴ ἡ δι­α­δι­κα­σί­α καὶ ὡ­ρί­μα­ζαν μέ­σα του τὰ δε­δο­μέ­να, ἄρ­χι­ζε δου­λειὰ καὶ ἤ­ξε­ρε ποι­ό μέ­ρος ἀ­πὸ τὸ κα­λά­μι θὰ κό­ψει, πό­σο μα­κρὺ καὶ πό­σο χον­τρὸ θὰ ἦ­ταν, πῶς θὰ ἦ­ταν ἡ πίν­να καὶ τέ­λος ποι­ές θὰ ἦ­ταν οἱ ἀ­πο­στά­σεις στὶς τρύ­πες. Δὲν ὑ­πῆρ­χε τί­πο­τε στὴν τύ­χη. Ἦ­ταν ὅ­λα με­λε­τη­μέ­να σύμ­φω­να μὲ τὶς ὑ­πο­δεί­ξεις τοῦ προ­γό­νου του· καὶ ἦ­ταν αὐ­τὸς ὁ λό­γος ποὺ ὅ­ταν τὰ πα­ρέ­δι­δε, ζη­τοῦ­σε νὰ μα­κα­ρί­ζουν τὸν παπ­πού.

       Εἶ­χε κι ὁ ἴ­διος πολ­λὰ γλυ­κό­λα­λα καὶ τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα ἔ­παι­ζε γιὰ λί­γο, δι­α­λέ­γον­τας τὸ πιὸ κα­τάλ­λη­λο γιὰ κά­θε σκο­πό. Τέ­λος, ἔ­παιρ­νε τὸ πιδ­κια­ύλιν τοῦ παπ­ποῦ του, ποὺ ἦ­ταν ντυ­μέ­νο μὲ δέρ­μα φι­διοῦ, καὶ ἔ­παι­ζε μιὰ δι­κή του σύν­θε­ση.

       Σή­με­ρα δὲν ξύ­πνη­σε. Εἶ­χε τε­λει­ώ­σει τὸ λά­δι στὸ καν­τή­λι του. Τὸ προ­η­γού­με­νο βρά­δυ, χω­ρὶς κα­νέ­να πρό­βλη­μα, κοι­μή­θη­κε κα­νο­νι­κά, μὰ ἔ­μελ­λε αὐ­τὸς νὰ εἶ­ναι ὁ τε­λευ­ταῖ­ος του ὕ­πνος, ὁ αἰ­ώ­νιος. Ἡ εἴ­δη­ση με­τα­δό­θη­κε σὲ ὅ­λο το χω­ριὸ μὲ ἕ­να συν­θη­μα­τι­κὸ σφύ­ριγ­μα ποὺ ἀ­κού­στη­κε μέ­χρι τὸ για­λὸ καὶ με­τέ­φε­ρε στοὺς ἀ­γροὺς καὶ στὰ λαγ­κά­δια τὸ δυ­σά­ρε­στο νέο.

       Ἡ κη­δεί­α ἔ­γι­νε τὸ ἀ­πό­γευ­μα καὶ ἦ­ταν ὅ­λο τὸ χω­ριό. Τὸ φέ­ρε­τρο το­πο­θε­τή­θη­κε σὲ ἕ­να εἰ­δι­κὰ κα­τα­σκευ­α­σμέ­νο τρο­χή­λα­το καὶ τὸν συ­νό­δευ­αν οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ φαί­νον­ταν πιὸ λυ­πη­μέ­νοι ἀ­π’ ὅ­λους γιὰ τὸν θά­να­τό του: οἱ βο­σκοί, φυ­σι­κά, ποὺ ἔ­χα­ναν τὸν μο­να­δι­κό τους τε­χνί­τη, τὸν ἀ­γα­πη­μέ­νο τους φί­λο.

       Ἡ πομ­πὴ προ­χω­ροῦ­σε ἀρ­γὰ πρὸς τὸ κοι­μη­τή­ριο τοῦ χω­ριοῦ καὶ ἕ­νας ἕ­νας ἔ­βγα­ζε μὲ δά­κρυ­α στὰ μά­τια ἀ­πὸ τὸν κόρ­φο του τὸ πιδ­κια­ύλιν του καὶ ἔ­παι­ζε ἕ­ναν σκο­πό. Μέ­χρι τὸ κοι­μη­τή­ριο πρό­λα­βαν κι ἔ­παι­ξαν ὅ­λοι. Ἔ­βγαι­νε λυ­πη­τε­ρὸς ὁ ἦ­χος ἀ­πὸ τὰ ὄρ­γα­να ποὺ ὁ ἴ­διος εἶ­χε κα­τα­σκευά­σει. Κι ὅ­ταν τὸν κα­τέ­βα­σαν, ἔ­παι­ξαν ὅ­λοι μα­ζὶ μὲ τὸν τρό­πο ποὺ αὐ­τὸς ἔ­παι­ζε.

       Τὸν ἔ­θα­ψαν κα­θι­στό. Σὰν ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πο. Δὲν μπο­ροῦ­σαν, ἄλ­λω­στε, νὰ κά­νουν καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κά. Ἔ­τσι μό­νο θὰ εἶ­χε αἰ­ώ­νια ξε­κού­ρα­ση.


πιδ­κια­ύλιν· αὐ­λός.
πίν­να· τὸ γλωσ­σί­δι τοῦ αὐ­λοῦ (ἀ­πὸ τὸ ἄρχ. πίν­να).

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: ἀπὸ τὸν τόμο 20 διηγήματα, Κάρβας ἐκδόσεις, Λευκωσία, 2014.

Νί­κος Νι­κο­λά­ου-Χα­τζη­μι­χα­ήλ (Βασίλι Κύ­πρου, 1948). Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἑλ­λα­δι­κὰ καὶ κυ­πρια­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὸ χει­ρό­γρα­φο ποί­η­μα «Καρ­πα­σί­α» (1984). Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἡ κό­ρη τοῦ Δρα­γου­μά­νου (Με­ταίχ­μιο, 2003) τι­μή­θη­κε μὲ τὸ πρῶ­το κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο δι­η­γή­μα­τος.

Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ: Ὁ γάμος δὲν ἔγινε ποτέ

 

 

Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ

 

Ὁ γά­μος δὲν ἔ­γι­νε πο­τέ

 

Ι ΛΙΓΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ποὺ ἦρ­θαν στὴν ἐκ­δή­λω­ση σὲ αἴ­θου­σα τῆς Παι­δα­γω­γι­κῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας ―τώ­ρα αἴ­θου­σα ἐκ­δη­λώ­σε­ων τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου―, ποὺ ἔ­γι­νε μὲ τὴν εὐ­και­ρί­α ἑ­νὸς χρό­νου ἀ­πὸ τὸ θά­να­το τοῦ Δα­σκά­λου, πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν προ­σε­χτι­κὰ τὸν κύ­ριο Στ., τὸν τρί­το ὁ­μι­λη­τή, καὶ δὲν πῆ­ραν εἴ­δη­ση γιὰ τὸ φο­νι­κό.

       Νὰ μοῦ ἐ­πι­τρέ­ψε­τε ὅ­μως νὰ σᾶς πῶ πρῶ­τα ἕ­να πα­ρα­μύ­θι, τὴν Κου­τσου­κου­τού*, ὅ­πως τὸ ἄ­κου­σα στὰ μέ­σα τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1950 ἀ­πὸ τὴ για­γιά μου, ποὺ μᾶς ἔ­λε­γε πολ­λὰ πα­ρα­μύ­θια. Ὅ­σα ὅ­μως καὶ νὰ μᾶς ἔ­λε­γε δὲν χορ­ταί­να­με καὶ τῆς ζη­τού­σα­με ἐ­πί­μο­να νὰ μᾶς πεῖ κι ἄλ­λα. Κι ἡ για­γιὰ ἄλ­λο ποὺ δὲν ἤ­θε­λε! Ὧ­ρες ἀ­τε­λεί­ω­τες μᾶς τα­ξί­δευ­ε σὲ κό­σμους μα­κρι­νούς, πα­ρά­ξε­νους καὶ ἀ­φύ­σι­κους κι ἀ­λί­μο­νο σὲ ὅ­ποι­ον τολ­μοῦ­σε νὰ δι­α­κό­ψει τὸ τα­ξί­δι!

 

       Μιὰ φο­ρὰ κι ἕ­ναν και­ρό, ἦ­ταν μιὰ Κου­τσου­κου­τού. Ἡ Κου­τσου­κου­τοὺ ἤ­θε­λεν ἄν­τρα, για­τὶ με­γά­λω­σε, καὶ μιὰ κα­λὴν ἡ­μέ­ραν ξε­κί­νη­σε νὰ βρεῖ ἄν­τρα. Σύ­ρε καὶ νὰ πᾶς, λά­μνε καὶ νὰ πᾶς, βρί­σκει ἕ­να βο­σκό. «Γειά σου, Κου­τσου­κου­τού» λα­λεῖ της. «Γειά σου» λα­λεῖ του ἡ Κου­τσου­κου­τού. «Ἔ, ποῦ πά­εις ἔ­τσι βι­α­στι­κή;» «Πά­ω νὰ βρῶ ἄν­τρα» λα­λεῖ του. «Δὲν μὲ παίρ­νεις ἐ­μέ­να;» «Παίρ­νω σε, ἀλ­λὰ πῶς θὰ μὲ δέρ­νεις;» «Μὲ τὴ μα­τσού­κα ποὺ δέρ­νω τὲς κου­δέλ­λες* μου» «Ὄ­χι, δὲν σὲ παίρ­νω, θὰ μοῦ σπά­σεις τὰ κο­κα­λά­κια μου» λα­λεῖ του κι ἔ­φυ­γεν.

       Λά­μνε καὶ νὰ πᾶς, σύ­ρε καὶ νὰ πᾶς, ἡ Κου­τσου­κου­τοὺ βρί­σκει ἕ­ναν κα­μη­λά­ρη. «Γειά σου, Κου­τσου­κου­τού» λα­λεῖ της. «Γειά σου» λα­λεῖ του ἐ­κεί­νη. «Ἔ, γιὰ ποῦ τό ’­βα­λες ἔ­τσι βι­α­στι­κή;» «Πάω νὰ βρῶ ἄν­τρα» λα­λεῖ του. «Δὲν μὲ παίρ­νεις ἐ­μέ­να;» «Παίρ­νω σε, ἀλ­λὰ πῶς θὰ μὲ δέρ­νεις;» «Μὲ τὸ κα­μη­λό­σχοι­νο ποὺ δέρ­νω τὲς κα­μῆ­λες μου» λα­λεῖ της. «Ὄ­ι, μά­να μου, θὰ μοῦ σπά­σεις τὰ κο­κα­λά­κια μου». Καὶ βού­ραν* ἡ Κου­τσου­κου­τοὺ νὰ φύ­ει.­..

       Λά­μνε καὶ νὰ πᾶς, σύ­ρε καὶ νὰ πᾶς, ἡ Κου­τσου­κου­τοὺ βρί­σκει ἕ­να πον­τι­κού­ιν*. «Γειά σου, Κου­τσου­κου­τού μου» λα­λεῖ της. «Γειά σου, πον­τι­κού­ιν μου» λα­λεῖ του ἡ Κου­τσου­κου­τού. «Ἔ, ποῦ πά­εις ἔ­τσι βι­α­στι­κή;» λα­λεῖ της. «Πάω νὰ βρῶ ἄν­τρα». «Δὲν μὲ παίρ­νεις ἐ­μέ­να;» «Παίρ­νω σε, ἀλ­λὰ πῶς θὰ μὲ δέρ­νεις;» «Μὲ τὸ νου­ρού­ιν* μου» λα­λεῖ της τὸ πον­τι­κού­ιν. «Μὲ τὸ νου­ρού­ιν σου; Παίρ­νω σε, παίρ­νω σε!» λα­λεῖ του.

       Ἄν­τε, τὸ πον­τι­κού­ιν ἐ­πῆ­ρε την ἔσ­σω* τοὺς γο­νιούς του, νὰ τοὺς γνω­ρί­σει τὴν Κου­τσου­κου­τού, νὰ δεῖ καὶ κεί­νη τὸ σπί­τι του. Κι ὕ­στε­ρα ‘ποὺ λί­γον και­ρὸν ἐ­κά­μαν τὸν γά­μον τους, ἐ­πῆ­ραν βι­ο­λά­ρη­δες καὶ λα­γου­τά­ρη­δες κι ἐ­τρῶ­γαν κι ἐ­πί­ναν τρεῖς ἡ­μέ­ρες καὶ τρεῖς νύ­χτες. Ἐ­κα­λέ­σαν μας καὶ ‘μᾶς, μὰ δὲν μπο­ρέ­σα­με νὰ πᾶ­μεν στὸν γά­μο τους. Καὶ ζῆ­σαν κεῖ­νοι κα­λὰ καὶ μεῖς κα­λύ­τε­ρα!

 

       Ὁ ὁ­μι­λη­τὴς λοι­πόν, γιὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω τώ­ρα στὸ φο­νι­κό, πε­ρι­έ­γρα­φε μιὰ προ­σω­πι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α ποὺ εἶ­χε μὲ τὸν Δά­σκα­λο καὶ συγ­κε­κρι­μέ­να τὴ στιγ­μὴ ὅ­που ὁ Δά­σκα­λος προ­σπα­θοῦ­σε νὰ βρεῖ τὸ χρῶ­μα ποὺ θὰ ταί­ρια­ζε κα­λύ­τε­ρα στὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο κά­ποι­ας ἔκ­δο­σης καὶ με­λε­τοῦ­σε γιὰ ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα τὶς ἀ­πο­χρώ­σεις τῆς ἐ­λιᾶς κοι­τών­τας ἀ­πὸ τὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο τὸ το­πί­ο τῆς Λάρ­να­κας, ποὺ ἦ­ταν λου­σμέ­νο στὶς πρω­ι­νὲς ἀ­χτί­δες τοῦ ἥ­λιου. Ἦ­ταν ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἔ­νι­ω­σα μέ­σα μου κά­τι νὰ σπά­ει…

       Ἡ εἰ­κό­να σὲ πλή­ρη ἀ­νά­πτυ­ξη. Ἡ για­γιὰ λέ­ει τὸ πα­ρα­μύ­θι κα­θι­σμέ­νη σὲ χα­μη­λὸ σκα­μνά­κι κι ἐ­μεῖς τὰ παι­διά, ξα­πλω­μέ­να στὴν κου­ρε­λού, ποὺ εἶ­ναι ἁ­πλω­μέ­νη χά­μω στὴν αὐ­λὴ τοῦ σπι­τιοῦ, πα­ρα­κο­λου­θοῦ­με μὲ εὐ­λά­βεια κά­τω ἀ­πὸ τὰ ἀ­μέ­τρη­τα λαμ­πε­ρὰ ἀ­στέ­ρια τοῦ κα­λο­και­ρι­νοῦ οὐ­ρα­νοῦ. Ποῦ καὶ ποῦ, οἱ μυ­στι­κοὶ ἦ­χοι τῆς νύ­χτας μᾶς ἀ­πο­σποῦν γιὰ λί­γο τὴν προ­σο­χή.

       Μιὰ φο­ρὰ κι ἕ­ναν και­ρό, ἦ­ταν μιὰ Κου­τσου­κου­τού. Ἀ­κοῦς γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὴ λέ­ξη καὶ ἄ­θε­λά σου τὴν ἐ­πα­να­λαμ­βά­νεις: «Κου­τσου­κου­τού». Σχε­δὸν δὲν ἔ­χεις γνω­ρί­σει τὸ μι­κρὸ ζω­ά­κι. Νά το ὅ­μως ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ ἀ­πό­ψε δί­πλα σου ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια, ἀ­θέ­α­το ἀ­πὸ τοὺς πιὸ πολ­λούς.

       Σύ­ρε καὶ νὰ πᾶς, λά­μνε καὶ νὰ πᾶς, βρί­σκει ἕ­να βο­σκό, συ­νε­χί­ζει ἡ για­γιά. Καὶ χαί­ρε­σαι για­τί δὲν τὴν παν­τρεύ­τη­κε, για­τί θὰ τῆς ἔ­σπα­ζε τὰ κο­κα­λά­κια της μὲ τὴ μαγ­κού­ρα του. Καὶ χαί­ρε­σαι ἀ­κό­μα πιὸ πο­λὺ για­τί ξε­φεύ­γει καὶ ἀ­πὸ τὸν κα­μη­λι­έ­ρη καὶ τὸ φο­βε­ρὸ κα­μη­λό­σχοι­νό του. Καὶ πε­ρι­μέ­νεις μὲ ἀ­γω­νί­α ποι­ὰ θὰ εἶ­ναι ἡ ἑ­πό­με­νη συ­νάν­τη­ση.

       Ὁ ὁ­μι­λη­τὴς βρί­σκε­ται ἀ­κό­μη στὶς ἀ­πο­χρώ­σεις τοῦ πρά­σι­νου κι ἐ­σὺ πα­ρα­κο­λου­θεῖς τὴ μι­κρὴ ὕ­παρ­ξη νὰ πο­ρεύ­ε­ται μέ­σα στὸ δι­ά­δρο­μο, μέ­σα στὸ με­γά­λο χέ­ρι τοῦ Θε­οῦ, γιὰ νὰ συ­ναν­τή­σει τὸν ἄν­τρα ποὺ τῆς ται­ριά­ζει.

       Περ­νᾶ δί­πλα ἀ­πὸ τὸν κύ­ριο Κα­τσα­ρό, τὸν ἀρ­χι­συν­τά­χτη τῆς Ἐ­λευ­θε­ρί­ας.

       «Μὲ παίρ­νεις γιὰ ἄν­τρα σου;»

       «Σὲ παίρ­νω».

       «Πῶς θὰ μὲ δέρ­νεις;»

       «Θὰ σὲ πο­τί­ζω δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κὸ με­λά­νι καὶ θὰ σοῦ χα­ρί­ζω ἀ­τέ­λει­ω­τες ὧ­ρες μο­να­ξιᾶς.»

       Προ­χω­ρεῖ χω­ρὶς νὰ τοῦ ἀ­παν­τή­σει.

       Περ­νᾶ δί­πλα ἀ­πὸ ἕ­ναν ἄ­γνω­στο. Τὴ βλέ­πει λο­ξὰ μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ του. Τὸ πε­πρω­μέ­νο της δὲν εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ νό­μι­ζα. Τῆς ἀ­πο­μέ­νουν μό­νο λί­γες στιγ­μὲς ζω­ῆς. Ποι­ός τῆς ἔ­χει ἐ­πι­τρέ­ψει νὰ κυ­κλο­φο­ρεῖ στὸν με­γά­λο δι­ά­δρο­μο; Καί, πρὶν προ­λά­βει νὰ ἀν­ταλ­λά­ξει χαι­ρε­τι­σμό, αὐ­τὸς ση­κώ­νε­ται, ση­μα­δεύ­ει μὲ τὴ φτέρ­να καὶ ἡ μι­κρὴ ὕ­παρ­ξη ἰ­σο­πε­δώ­νε­ται ἀ­φή­νον­τας τὸν ἄ­δει­ο ἦ­χο τῆς σι­ω­πῆς της. Ἀ­κο­λου­θεῖ ἀ­κό­μα μιὰ ὁ­ρι­ζόν­τια κί­νη­ση τοῦ πο­διοῦ καὶ ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται κά­τω ἀ­πὸ τὰ κα­θί­σμα­τα. O ἄ­γνω­στος κά­θε­ται στὴ θέ­ση του, κορ­δώ­νον­τας ἀ­πὸ εὐ­χα­ρί­στη­ση, ὅ­τι τά­χα ἐ­ξε­τέ­λε­σε τὸ κα­θῆ­κον του μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α, καὶ χαί­ρε­ται τὴν πε­ρι­γρα­φὴ τοῦ ὁ­μι­λη­τῆ. Χαί­ρε­ται τὶς ἀ­πο­χρώ­σεις τοῦ πρά­σι­νου τῆς ἐ­λιᾶς στὸ πρω­ι­νὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου.

       Ἡ συ­νάν­τη­ση ἔ­χει συν­τε­λε­σθεῖ ἀ­να­πάν­τε­χα, ὄ­χι ὅ­μως μὲ τὸ μι­κρὸ πον­τι­κά­κι, καὶ ἡ δι­κή σου εἰ­κό­να δι­α­λύ­ε­ται. Τ’ ἀ­στέ­ρια σβή­νουν καὶ μα­ζί τους οἱ ἦ­χοι τῆς νύ­χτας. Αὐ­τὸς ὁ γά­μος δὲν ἔ­γι­νε πο­τέ. Δὲν ἔ­γι­ναν τρα­πέ­ζια, δὲν ἔ­παι­ξαν βι­ο­λιὰ καὶ λα­γοῦ­τα γιὰ τρεῖς μέ­ρες καὶ τρεῖς νύ­χτες. Μέ­νεις γιὰ λί­γες στιγ­μὲς χω­ρὶς ἀ­να­πνο­ή. Ἀ­να­τα­ρά­ζε­σαι. Θέ­λεις κά­τι νὰ πεῖς. Δὲν τὸ κά­νεις για­τί θὰ γε­λοι­ο­ποι­η­θεῖς βέ­βαι­α. Σι­ω­πᾶς καὶ θυ­μᾶ­σαι τοὺς στί­χους τοῦ ποι­η­τῆ:

 

       Κι ὅ­μως ὅ­ση προ­σο­χὴ καὶ σύ­νε­ση κι ἂν κα­τα­βάλ­λω

       Ἔκ­θε­το εἶ­μαι σ’ ὅ­λους τους κιν­δύ­νους

       Καὶ τί­πο­τα ἄλ­λο δὲν προ­βάλ­λω

       Πα­ρὰ τὴν ἑ­λι­κο­ει­δὴ σι­ω­πή μου κι ἀ­να­μέ­νω

       Μέ­σα στὸ χέ­ρι τὸ με­γά­λο τοῦ Θε­οῦ.

       Ἡ φτέρ­να σου βέ­βαι­α γνω­ρί­ζει

       Τὸν ἄ­δει­ο ἦ­χο τῆς εὔ­θραυ­στης βα­σι­λεί­ας μου.*

 

       Νὰ για­τί δὲν πή­γα­με στὸ γά­μο, για­γιά. Ὄ­χι για­τί δὲν μᾶς χω­ροῦ­σε τὸ μι­κρὸ σπι­τά­κι τῆς Κου­τσου­κου­τοῦς ἢ ὅ­τι εἴ­χα­με πολ­λὲς δου­λει­ές. Ἁ­πλὰ ὁ γά­μος αὐ­τὸς δὲν εἶ­χε γί­νει πο­τέ. Πάν­το­τε κά­ποι­ος Πη­λέ­ας ἐ­πεμ­βαί­νει καὶ δι­α­κό­πτει τὸ ἔρ­γο τοῦ Θε­οῦ. Πάν­το­τε κά­ποι­α Με­τά­νει­ρα ἐ­πεμ­βαί­νει καὶ δι­α­κό­πτει τὰ ἔρ­γα τὰ κα­λά.

 

   (2001)

 

Γλωσ­σά­ρι:

κου­τσου­κου­τού· εἶ­δος καν­θά­ρου.

κου(δ)έλ­λες· προ­βα­τί­νες.

βού­ραν· ἔ­τρε­χε (βου­ρῶ: τρέ­χω).

πον­τι­κού­ιν· πον­τι­κά­κι.

νου­ρού­ιν· ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὸ τῆς οὐ­ρᾶς, οὐ­ρί­τσα.

ἔσ­σω· στὸ σπί­τι.

 

Οἱ στί­χοι εἶ­ναι ἀ­πὸ τὸ ποί­η­μα «Τὸ Σα­λιγ­κά­ρι», τοῦ Θε­ο­δό­ση Νι­κο­λά­ου (Εἰ­κό­νες, Κύ­προς, 1988, σελ. 43).

 

 

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Νί­κος Νι­κο­λά­ου-Χα­τζη­μι­χα­ήλ, Ἡ κό­ρη τοῦ δρα­γου­μά­νου (δι­η­γή­μα­τα, Με­ταίχ­μιο, Ἀθήνα, 2003).

 

Νί­κος Νι­κο­λά­ου-Χα­τζη­μι­χα­ήλ (Βασίλι Κύ­πρου, 1948). Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἑλ­λα­δι­κὰ καὶ κυ­πρια­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὸ χει­ρό­γρα­φο ποί­η­μα «Καρ­πα­σί­α» (1984). Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἡ κό­ρη τοῦ Δρα­γου­μά­νου (Με­ταίχ­μιο, 2003) τι­μή­θη­κε μὲ τὸ πρῶ­το κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο δι­η­γή­μα­τος.