Περικλῆς Σφυρίδης: Στὴ μνή­μη τοῦ Ἀλ­μπέρ­του Νὰρ καὶ τοῦ ἄλ­λου Ἀλ­μπέρ­του

.

Nar,Almpertos

.

Περικλῆς Σφυρίδης

 .

Στὴ μνή­μη τοῦ Ἀλ­μπέρ­του Νὰρ καὶ τοῦ ἄλ­λου Ἀλ­μπέρ­του

 .

08-Omikron-Century_Mag_Illuminated_O_KovalevskyΤΑΝ ΤΟ 1994 βγῆ­κα στὴ σύν­τα­ξη ἦ­ταν σὰ νὰ πῆ­ρα δι­α­ζύ­γιο ἀ­πὸ τὴν ἰ­α­τρι­κή. Ἔ­χω πεῖ κι ἄλ­λες φο­ρὲς πὼς εἶ­χα δι­πλὴ ζω­ή. Παν­τρεύ­τη­κα τὴν ἰ­α­τρι­κὴ ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα δι­α­τη­ροῦ­σα μα­κρο­χρό­νιο δε­σμὸ μὲ τὴν ἐ­ρω­μέ­νη μου λο­γο­τε­χνί­α. Τὸ 1994, λοι­πόν, εἶ­ναι ἡ χρο­νιὰ ποὺ ἐγ­κα­τέ­λει­ψα τὸ συ­ζυ­γι­κὸ ρε­τι­ρὲ καὶ με­τα­κό­μι­σα στὴν γκαρ­σο­νι­έ­ρα τῆς ἐ­ρω­μέ­νης μου, χω­ρὶς βέ­βαι­α νὰ δι­α­κό­ψω ἀ­πό­το­μα καὶ ὁ­ρι­στι­κά τους δε­σμούς μου μὲ τὴ σύ­ζυ­γο. Στὸ κά­τω κά­τω της γρα­φῆς καὶ πο­λι­τι­σμέ­νοι ἄν­θρω­ποι εἴ­μα­στε κι οὔ­τε σφα­χτή­κα­με γιὰ τὴ γκό­με­να. Ὑ­πῆρ­χαν ἄλ­λω­στε καὶ οἱ ὑ­πο­χρε­ώ­σεις. Μι­σὸ καὶ πα­ρα­πά­νω χρό­νο ποὺ δι­α­μέ­νω στὸ νη­σὶ ποὺ δὲν δι­α­θέ­τει καρ­δι­ο­λό­γο εἶ­ναι δυ­να­τόν, ὅ­ταν μὲ κα­λοῦν σὲ κά­ποι­ο σο­βα­ρὸ καρ­δι­ο­λο­γι­κὸ πε­ρι­στα­τι­κό, νὰ ἐ­πι­κα­λε­σθῶ τὸ δι­α­ζύ­γιο; Βέ­βαι­α οἱ ἐ­πι­σκέ­ψεις μου στὴν συ­ζυ­γι­κὴ ἑ­στί­α ἀ­ραί­ω­σαν μὲ τὰ χρό­νια —δὲν πα­ρα­κο­λου­θῶ πιὰ οὔ­τε ἰ­α­τρι­κὰ συ­νέ­δρια κι οὔ­τε δι­α­βά­ζω ἰ­α­τρι­κὰ συγ­γράμ­μα­τα— ἀλ­λὰ κά­τι συ­νά­δελ­φοι ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νὰ μὲ θυ­μοῦν­ται καὶ νὰ μοῦ στέλ­νουν τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ «Ἰ­α­τρι­κὰ θέ­μα­τα» τοῦ Ἰ­α­τρι­κοῦ Συλ­λό­γου ποὺ κά­πο­τε εἶ­χα δι­α­τε­λέ­σει πρό­ε­δρος. Τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ αὐ­τὸ —ὅ­πως κι ἄλ­λα πα­ρό­μοι­α— δὲν τὸ δι­α­βά­ζω· ἁ­πλῶς τὸ ξε­φυλ­λί­ζω ξα­πλω­μέ­νος συ­νή­θως στὸ κρε­βά­τι μου λί­γο πρὶν μὲ πά­ρει ὁ ὕ­πνος. Στὸ τε­λευ­ταῖ­ο μά­λι­στα τεῦ­χος του, Σε­πτέμ­βρης τοῦ 2005, ἀ­νά­με­σά σε ἐ­πι­στη­μο­νι­κὲς ἐρ­γα­σί­ες καὶ συν­δι­κα­λι­στι­κὰ αἰ­τή­μα­τα, εἶ­δα νὰ ἀ­να­δύ­ε­ται τὸ δι­ή­γη­μα «Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός» τοῦ φί­λου μου Ἀλ­μπέρ­του Νάρ, ποὺ λί­γους μῆ­νες πρὶν ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὴ γε­νέ­θλια πό­λη. Ἤ­μουν στὸ νη­σὶ ὅ­ταν πλη­ρο­φο­ρή­θη­κα τὴν ἀ­πο­δη­μί­α ἀ­πὸ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ἀ­να­λύ­θη­κα σὲ λυγ­μοὺς για­τὶ δὲν ἤ­μουν ἐ­κεῖ, δὲν μπό­ρε­σα οὔ­τε μ’ ἕ­να λου­λού­δι καὶ λί­γο χῶ­μα νὰ τὸν ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σω, μό­νο ἀρ­γό­τε­ρα τη­λε­φώ­νη­σα στὴ σύ­ζυ­γό του Ἐλ­βί­ρα καὶ τὴ συλ­λυ­πή­θη­κα. Ὅ­πως δὲν ἤ­μουν ἐ­κεῖ γιὰ νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σω τὸν ἄλ­λον Ἀλ­μπέρ­το πα­ρὰ ἔ­μα­θα καὶ τὴ δι­κή του ἀ­να­χώ­ρη­ση ἀ­πὸ τὸ γε­νέ­θλιο τό­πο του, μιὰ κω­μό­πο­λη τῆς κεν­τρι­κῆς Γερ­μα­νί­ας, μὲ ἕ­να σύν­το­μο σὰν τη­λε­γρά­φη­μα γράμ­μα τῆς γυ­ναί­κας του Μά­γδας. Ψυ­χρὸ πράγ­μα καὶ τὸ γυα­λὶ καὶ τὸ χαρ­τί, σκέ­φτη­κα, ὅ­ταν γνω­στο­ποι­οῦν τὴν ἀ­πο­δη­μί­α προ­σφι­λῶν προ­σώ­πων.

       Τὴ συγ­κί­νη­ση δι­α­δέ­χτη­κε ἡ ἔκ­πλη­ξη κα­θὼς δὲν εἶ­χα πο­τὲ δι­α­βά­σει δι­ή­γη­μα σὲ ἰ­α­τρι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κό, κι ὁ Ἀλ­μπέρ­τος τὴ μό­νη σχέ­ση ποὺ εἶ­χε μὲ τὴν ἰ­α­τρι­κὴ ἦ­ταν πὼς ὑ­πῆρ­ξε συ­χνὰ ἀ­σθε­νής της. Τὸν θυ­μᾶ­μαι νὰ τα­λαι­πω­ρεῖ­ται νέ­ος ἀ­κό­μα ἀ­πὸ σάκ­χα­ρο καὶ βου­λω­μέ­νες ἀρ­τη­ρί­ες κι ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πὸ πέ­τρες στὴ χο­λὴ κι ὅ­πο­τε τὸν ἐ­πι­σκέ­φτη­κα σὲ κλι­νι­κὲς καὶ νο­σο­κο­μεῖ­α δὲν ἄ­κου­σα πο­τὲ πα­ρά­πο­να γιὰ ὅ­σα τὸν εἶ­χαν βρεῖ κι ὑ­πέ­φε­ρε. Εἶ­χε ἀκ­μαῖ­ο ἠ­θι­κὸ καὶ λα­χτά­ρα γιὰ ζω­ὴ ἀ­κό­μα καὶ στὴ τε­λευ­ταί­α πε­ρι­πέ­τεια τῆς ὑ­γεί­ας του, μιὰ μορ­φὴ καρ­κί­νου τοῦ αἵ­μα­τος. Δὲν ξέ­ρω ἂν αὐ­τή του ἡ αἰ­σι­ο­δο­ξί­α ἦ­ταν ἕ­νας τοῖ­χος πί­σω ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἤ­θε­λε νὰ κρύ­ψει τὸ πρό­σω­πό του, ἂν κρί­νω ἀ­πὸ τὸ δι­ή­γη­μά του «Κα­λὴ ἀ­νάρ­ρω­ση», ποὺ ἀ­φο­ρᾶ μιὰ μό­νο ὀ­δυ­νη­ρὴ ἐμ­πει­ρί­α ἀ­πὸ τὶς πολ­λὲς ποὺ ἔ­ζη­σε. Ση­κώ­θη­κα κι ἀ­να­ζή­τη­σα τὸ βι­βλί­ο ποὺ δη­μο­σί­ευ­σε τὸ δι­ή­γη­μα κι ἄρ­χι­σα νὰ τὸ δι­α­βά­ζω ξα­νὰ ὑ­πο­γραμ­μί­ζον­τας μὲ φω­σφο­ροῦ­χο μαρ­κα­δό­ρο τὸ τέ­λος του.

 .

       Ντύ­νο­μαι κα τ μα­ζεύ­ω. Ρί­χνω μι τε­λευ­ταί­α μα­τιὰ μή­πως κα ξέ­χα­σα τί­πο­τα. Τε­λι­κὰ δν ἦ­ταν κα τό­σο τρα­γι­κό. Ἀ­πὸ τ με­γά­λο πα­ρά­θυ­ρο πα­ρα­τη­ρῶ τν πό­λη μας πο ἀ­να­δύ­ε­ται σι­γὰ σι­γὰ ἀ­πο­τι­νά­ζον­τας τ γκρί­ζο τῆς ὁ­μί­χλης. Μᾶλ­λον θ μα­ται­ω­θοῦν σή­με­ρα ο πτή­σεις. Αὔ­ριο με­θαύ­ριο, ἀ­πὸ ἕ­να ἄλ­λο πα­ρά­θυ­ρο μ θέ­α τν κεν­τρι­κὴ λε­ω­φό­ρο θ πα­ρα­κο­λου­θῶ ξα­νὰ τ μπο­τι­λι­α­ρί­σμα­τα, τς πα­ρε­λά­σεις, τς δι­α­δη­λώ­σεις. Θ ἀ­ξι­ο­λο­γῶ τ δια­ρκῆ φθο­ρά μου, θ συ­νε­χί­ζω ν πε­ρι­φέ­ρω τν κα­τὰ τ ἄλ­λα ἀ­νώ­δυ­νη πα­ρου­σί­α μου, θ ὑ­πο­χω­ρῶ προ­θυ­μό­τα­τα στ κε­λεύ­σμα­τα, θ ἀ­να­γνω­ρί­ζω αὐ­θεν­τί­ες, θ πα­ρα­μέ­νω ἀ­κί­νη­τος στό­χος. Κα γέ­ρας γι τς ὁ­ποι­εσ­δή­πο­τε ἐ­πι­δό­σεις μου μό­νο το ξε­ζού­μι­σμα.

       Τ ἐ­ξι­τή­ριο εἶ­ναι ἕ­τοι­μο κα μπο­ρῶ ν πά­ω στ κα­λό. Μο εὔ­χον­ται κα­λὴ ἀ­νάρ­ρω­ση. Κι ἐ­γὼ τος εὐ­χα­ρι­στῶ ἀ­πὸ καρ­διᾶς κα προ­ε­τοι­μά­ζο­μαι. Ν ἀ­ναρ­ρώ­σω βέ­βαι­α, ὅ­μως ἀ­πὸ τί κα ἀ­πὸ ποι­όν;

 .

       Τὰ ἴ­δια μου εἶ­χε πεῖ καὶ ὁ ἄλ­λος Ἀλ­μπέρ­τος ὅ­ταν, ὡς για­τρός, τὸν συμ­βού­λε­ψα νὰ κό­ψει τὸ πι­ο­τό, ποὺ τοῦ κα­τέ­τρω­γε τὸ συ­κώ­τι γιὰ νὰ ἀ­ναρ­ρώ­σει. «Ἀ­πὸ τί καὶ γιὰ ποι­όν;» ἀ­να­ρω­τή­θη­κε τὸ κα­λο­καί­ρι ἐ­κεῖ­νο τοῦ 1964 στὸ τα­βερ­νά­κι τῆς Νέ­ας Φώ­κιας στὴ Χαλ­κι­δι­κή, ὅ­που τὸν φι­λο­ξέ­νη­σα γιὰ ἕ­να πε­ρί­που μή­να. Τὸν θυ­μᾶ­μαι νὰ ση­κώ­νε­ται κά­θε μέ­ρα πρω­ί, νὰ κά­νει τὸ μπά­νιο του στὴ θά­λασ­σα κι ὕ­στε­ρα νὰ τὴν ἀ­ρά­ζει στὸ κα­φε­νεῖ­ο τοῦ χω­ριοῦ, πα­ρέ­α μὲ κά­τι ψα­ρά­δες ποὺ δὲν κα­τα­λά­βαι­νε τὴ γλώσ­σα τους καὶ νὰ πί­νει συ­νε­χῶς οὖ­ζο μὲ ἐ­λά­χι­στους με­ζέ­δες —σχε­δὸν ξε­ρο­σφύ­ρι— κι ἀρ­γὰ τὸ σού­ρου­πο νὰ ἐ­πι­στρέ­φει τρε­κλί­ζον­τας στὸ σπί­τι, νὰ τρώ­ει κά­τι ἀ­νό­ρε­χτα κι ὕ­στε­ρα νὰ συ­ζη­τά­ει μὲ τὸν πα­τέ­ρα μου —λί­γα γερ­μα­νι­κὰ ὁ γέ­ρος μου, λί­γα ἑλ­λη­νι­κὰ ὁ Ἀλ­μπέρ­τος— γιὰ τὰ πε­ρα­σμέ­να, τὴν Κα­το­χή, θαρ­ρεῖς μυ­στι­κὰ δι­κά τους πράγ­μα­τα, ποὺ οἱ ἄλ­λοι δὲν ἔ­πρε­πε νὰ μά­θουν. Γιὰ σκο­τω­μοὺς δι­κῶν του στὸ μέ­τω­πο ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὰ ἐγ­κλή­μα­τα ποὺ εἶ­δε νὰ δι­α­πράτ­τουν ἐ­δῶ οἱ φα­να­τι­κοὶ τῶν Ἒς Ἒς συμ­πα­τρι­ῶ­τες του, κι ἀ­κό­μα γιὰ βα­σα­νι­στή­ρια ποὺ σα­κά­τε­ψαν τὸ σῶ­μα του —πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν ψυ­χὴ του— ὅ­ταν πο­λε­μών­τας μὲ τὸν Ρό­μελ στὴν Ἀ­φρι­κὴ πι­ά­στη­κε αἰχ­μά­λω­τος. Ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς κι οἱ λί­γοι Ἑ­βραῖ­οι ποὺ ἐ­πι­βί­ω­σαν ἀ­πὸ τὰ κο­λα­στή­ρια τοῦ Ἄ­ου­σβιτς-Μπιρ­γκε­νά­ου καὶ Μπέρ­γκεν Μπέλ­σεν καὶ ἐ­πέ­στρε­φαν ἕ­νας ἕ­νας, ἐ­ρεί­πια ὅ­λοι, μὲ πρῶ­το με­τὰ τὴν ἐ­πά­νο­δό τους ἐν­δι­αί­τη­μα τὸ πα­λιὸ καὶ μι­σο­ρη­μαγ­μέ­νο τρε­λο­κο­μεῖ­ο τῆς Κοι­νό­τη­τας, κον­τὰ στὸ σταθ­μό, καὶ δὲ μι­λοῦ­σαν σὲ κα­νέ­να γιὰ τὰ ὅ­σα εἴ­χα­νε συμ­βεῖ καὶ ὑ­πέ­φε­ραν για­τὶ κα­νεὶς δὲν θὰ τοὺς πί­στευ­ε. Καὶ θυ­μή­θη­κα πά­λι τὰ ὅ­σα μοῦ εἶ­χε πεῖ καὶ γρά­ψει ὁ Ἀλ­μπέρ­τος γιὰ «Τὸ πα­λιὸ τρε­λο­κο­μεῖ­ο»:

 .

       Κι ἔ­τσι ἄρ­χι­σαν ν κα­τα­φεύ­γουν ἐ­κεῖ ο λί­γοι πο σώ­θη­καν, σν ἀ­πὸ θαῦ­μα, κα γυ­ρί­ζον­τας πί­σω δν εἴ­χα­νε πι πο τν κε­φα­λὴν κλῖ­ναι. Κα κα­θὼς νέ­α ἄ­νοι­ξη φάν­τα­ζε ν τος προ­κα­λεῖ, βι­ά­ζον­ταν ὅ­λοι τους ν ξα­να­κερ­δί­σουν τ σπα­σμέ­να μις νι­ό­της σπα­τα­λη­μέ­νης τό­σο ἄ­δι­κα […]

       Κι ἔ­τρε­ξαν ν γι­ου­χά­ρου­νε κά­τι δι­κούς τους προ­δό­τες, πο τος δι­κά­ζα­νε τό­τε, μέ­χρι πο τν ἅρ­πα­ξε ὁ πρό­ε­δρος κα βρόν­τη­ξε τν κου­δού­να κα φο­βέ­ρι­σε πς θ προ­στά­ξει ν’ ἀ­δειά­σουν τν αἴ­θου­σα. Κα στή­σα­νε κα τος πρώ­τους ψι­λο­καυ­γά­δες καί, τ κυ­ρι­ό­τε­ρο, μπλέ­χτη­καν κα τ πρῶ­τα εἰ­δύλ­λια. Ἔ­τσι, κά­ποι­α Κυ­ρια­κὴ ρα­βί­νος εὐ­λό­γη­σε μο­νο­μιᾶς δε­κά­ξι και­νούρ­για ζευ­γά­ρια κι ἀ­κο­λού­θη­σε πα­νη­γύ­ρι τρι­κού­βερ­το! Μέ­χρι πο βά­λα­νε στοί­χη­μα ποι­οὶ θ πρω­το­πι­ά­σου­νε παι­δί! Ὅ­μως τ στοί­χη­μα κα­νεὶς δν τ κέρ­δι­σε, μι κα τ πρῶ­τα γεν­νη­τού­ρια τ γι­όρ­τα­σαν ὄ­χι ο νι­ό­παν­τροι ἀλ­λὰ ο ἄλ­λοι, τ ζευ­γά­ρι τ μο­να­δι­κὸ πο γλί­τω­σε, ἄν­τρας μα­ζὶ κα γυ­ναί­κα. Κι εἶ­παν πς ἤ­τα­νε θέ­λη­μα Θε­οῦ ν καρ­πί­σει πρώ­τη μή­τρα ἐ­κεί­νης πού, κα­θὼς ὅ­λοι τους ξέ­ρα­νε, ο τρι­σκα­τά­ρα­τοι τ με­τα­χει­ρί­στη­καν γι πει­ρα­μα­τό­ζω­ο κι ἤ­τα­νε σί­γου­ρο πι πς ἀ­πό­μει­νε στεί­ρα.

 .

       Ἦ­ταν θέ­λη­μα Θε­οῦ ψι­θυ­ρί­ζω καὶ ἀ­να­λο­γί­ζο­μαι τὸ ἔ­τος 1947 τό­τε ποὺ γεν­νή­θη­κε ὁ Ἀλ­μπέρ­τος κι δι­κοί του μὲ τὸν ἐρ­χο­μὸ τοῦ πο­λυ­πό­θη­του γιοῦ προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ μα­ζέ­ψουν τὰ κομ­μά­τια τους καὶ νὰ στή­σουν ξα­νὰ σπι­τι­κὸ μὲ στε­ρή­σεις καὶ νέ­α βά­σα­να, ἐ­νῶ οἱ δι­κοί μας, πρὶν ἀ­κό­μα ἀ­να­σά­νουν καὶ χορ­τά­σουν ἀ­πὸ τὴν πεί­να τῆς Κα­το­χῆς, ἄρ­χι­σαν πά­λι νὰ τσα­κώ­νον­ται καὶ νὰ σκο­τώ­νον­ται ποι­οὶ θὰ κου­μαν­τά­ρου­νε τὸν τό­πο, ἢ γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, ποι­ῶν ξέ­νων τα συμ­φέ­ρον­τα θὰ ὑ­πη­ρε­τή­σουν. Ἦ­ταν θέ­λη­μα Θε­οῦ νὰ γεν­νη­θεῖ ὁ Ἀλ­μπέρ­τος μὲ τὶς περ­γα­μη­νές του, γιὰ νὰ «ἀ­να­βι­ώ­σει» χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα τὴν ἱ­στο­ρί­α αἰ­ώ­νων τῶν Ἑ­βραί­ων τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, ποὺ κυ­νη­γη­μέ­νοι ἀ­πὸ παν­τοῦ ἔ­φτα­σαν στὴν πό­λη αὐ­τὴ γιὰ νὰ χτί­σουν πά­λι συ­να­γω­γὲς μὲ ὀ­νό­μα­τα ποὺ τοὺς θύ­μι­ζαν τὶς ἄλ­λο­τε πα­τρί­δες τους, πρὶν ὁ πα­ρα­λο­γι­σμός, ἡ ὑ­πέρ­τα­τη «Ὕ­βρις» σκορ­πί­σει ἀ­κό­μα κι ὅ­τι μπο­ροῦ­σε νὰ θυ­μί­σει τὴν πα­ρου­σί­α τους.

 .

       παπ­πούς μου λοι­πὸν ἦ­ταν ψα­ράς, πα­τέ­ρας μου μα­ραγ­κὸς κι μά­να μου κα­πνερ­γά­τισ­σα. Αὐ­τοὶ ο τί­τλοι μου, αὐ­τὲς ο περ­γα­μη­νές μου κα δν μπο­ρῶ ν στα­θῶ που­θε­νὰ χω­ρὶς ν τς μνη­μο­νεύ­σω. Μό­νο πο δν εἶ­μαι βέ­βαι­ος ν τς μνη­μο­νεύ­ω σω­στά, μι ὁ­λό­κλη­ρη ζω­ή, ση­μει­ώ­νον­τας τ ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τά μου πρῶ­τα στν πλά­κα μ τ κον­τύ­λι, ὕ­στε­ρα στ χαρ­τί, μ μο­λύ­βι μαῦ­ρο κα ξυ­λομ­πο­γι­ές, κα πι ὕ­στε­ρα μ ἀ­κρι­βὸ στυ­λὸ δι­αρ­κεί­ας, ἐ­γὼ πο τς συ­νε­χί­ζω, ἐ­γώ, τέ­κνο το 115210 κα τς 40041, ἐ­γὼ πο προ­σπα­θῶ ν ἀρ­θρώ­σω τν ὅ­ποι­ο λό­γο μου ἀ­να­ζη­τών­τας, μά­ται­α ἴ­σως, τ ἀ­νά­λο­γο ὕ­φος κι ἀ­κό­μα τώ­ρα, πο χα­ρά­ζω αὐ­τὲς τς γραμ­μές, δν ξέ­ρω ἀ­λή­θεια ἂν τ κα­τά­φε­ρα κι οὔ­τε ξέ­ρω ν θ τ κα­τα­φέ­ρω ἐ­πι­τέ­λους πο­τέ.

 .

       Τὸν ἀ­κού­ω νὰ μοῦ μι­λά­ει ξα­νὰ γιὰ τὰ δι­α­πι­στευ­τή­ριά του κι οὔ­τε κα­τά­λα­βα πὼς βρέ­θη­κε νὰ κά­θε­ται στὴν ἄ­κρη τοῦ κρε­βα­τιοῦ μου. Ἀ­να­ση­κώ­νο­μαι, τὸν ἀγ­κα­λιά­ζω καὶ ξε­σπῶ σὲ δά­κρυ­α, «ἀ­δελ­φέ μου Ἀλ­μπέρ­το», τοῦ λέ­ω, «ξέ­ρω ὅ­τι ἐ­σὺ πο­τὲ δὲν ἔ­φυ­γες για­τί εἶ­σαι “Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός, ποὺ στὰ ἑ­βρα­ϊ­κὰ πά­ει νὰ πεῖ ἄν­τρας ρω­μα­λέ­ος κι εὔ­στρο­φος”, ὅ­πως μου εἶ­χες δώ­σει τὴν ἐ­ξή­γη­ση. Ἐ­σὺ πο­τὲ δὲν θ’ ἄ­φη­νες “τὴν πό­λη σου, τὶς ρί­ζες σου”. Ἀλ­λὰ τί κα­μώ­μα­τα εἶ­ναι τώ­ρα αὐ­τὰ νά ’­χεις ἀμ­φι­βο­λί­ες γιὰ τὸ ἔρ­γο σου, τὴν ἀ­πο­στο­λή σου; Πές μου δὲν ἐ­μνη­μό­νευ­σες σω­στὰ ὅ­λους τοὺς ἀ­νώ­νυ­μους δι­κούς σου; Τὸν πα­τέ­ρα σου Λε­ὸν τὸ μα­ραγ­κὸ καὶ τὸ φί­λο του Δα­βί­κο τὸ ρά­πτη, ποὺ μέ­σα ἀ­πὸ πα­λι­ὲς φω­το­γρα­φί­ες ἀ­να­βί­ω­σες καὶ δι­α­φύ­λα­ξες τὴ ζω­ή τους ὅ­λη καὶ τὰ πά­θη τους στὰ στρα­τό­πε­δα τοῦ θα­νά­του; Τὸ ἴ­διο δὲν ἔ­κα­νες καὶ γιὰ τὴ μά­να σου; Δὲν μοῦ εἶ­πες ὅ­τι τὴ γνώ­ρι­σε ὁ πα­τέ­ρας σου σὲ μιὰ δί­κη γιὰ νὰ πι­στο­ποι­η­θεῖ ὁ θά­να­τος στὰ κρε­μα­τό­ρια μιᾶς ἄλ­λης ἑ­βραί­ας παν­τρε­μέ­νης; Θυ­μᾶ­σαι πῶς σοῦ τὴν πε­ρι­έ­γρα­ψε ὁ Δα­βί­κος; “Ξε­κλη­ρι­σμέ­νη κι αὐ­τὴ ὅ­πως ὅ­λοι μας. Καὶ σι­νά­φι, φτω­χο­λο­γιά, κα­πνερ­γά­τισ­σα. Ἀ­πὸ μι­κρὴ στοῦ “Σπί­ρερ”, στὴν “Αὐ­στρο-Ἑλ­λη­νι­κή”… Καὶ πεν­τά­μορ­φη κού­κλα…­”. Ἀλ­λὰ καὶ τοὺς ἄλ­λους τοὺς πα­λιούς, τὸν μα­κρι­νὸ ἐ­κεῖ­νο παπ­πού σου ποῦ πε­τσό­κο­ψε ἕ­ναν ἕ­ναν τους σα­ράν­τα γε­νί­τσα­ρους γιὰ νὰ σώ­σει τὴ γει­το­νο­πού­λα του Ἐ­στρέ­α, ἐ­κεί­νη τὴ μα­κρι­νὴ για­γιά σου ποὺ τὴν παν­τρεύ­τη­κε, ἐ­σὺ δὲν τοὺς ἀ­νά­στη­σες μέ­σα στὰ βι­βλί­α σου; Γιὰ τοὺς ἀ­νώ­νυ­μους μι­λῶ, για­τὶ τοὺς ἄλ­λους, τοὺς ἐ­πώ­νυ­μους, τὸν ἀρ­χι­ρα­βί­νο Κό­ρετς καὶ τὴν πα­ρέ­α του, θὰ τοὺς πα­ρα­λά­βει νὰ τοὺς δι­κά­σει ἡ ἱ­στο­ρί­α. Τί ἤ­ξε­ρα ἐ­γὼ μω­ρὲ γιὰ τὶς συ­να­γω­γές σας, τὰ τρα­γού­δια καὶ τὶς πα­ροι­μί­ες σας πρὶν σὲ γνω­ρί­σω; Πά­ψε λοι­πὸν νὰ ἀμ­φι­βά­λεις. Ἐ­πι­τέ­λε­σες στὸ ἀ­κέ­ραι­ο το κα­θῆ­κον σου μὲ μιὰ μνή­μη καυ­τή, βα­σα­νι­στι­κή, ποὺ ζη­τοῦ­σε τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σή της, γιὰ νὰ μὴν γί­νουν τὰ πε­ρα­σμέ­να ξε­χα­σμέ­να. Αὐ­τὴ τὴ μνή­μη ποὺ ἐ­γὼ ἀ­πο­κα­λῶ στὰ δι­κά μου γρα­φτὰ ”πα­λίν­δρο­μο” καὶ κα­νεὶς δὲν μὲ κα­τα­λα­βαί­νει. Ἀλ­λὰ ξέ­ρω ἐ­γὼ ποι­οὶ καὶ για­τί ἔ­σπει­ραν μέ­σα σου τὸ κου­κού­τσι τῆς ἀμ­φι­βο­λί­ας. Σὲ θυ­μᾶ­μαι στὴν αἴ­θου­σα δι­α­λέ­ξε­ων τῆς Δη­μο­τι­κῆς Βι­βλι­ο­θή­κης Συ­κε­ῶν, τό­τε ποὺ ὁ δή­μαρ­χος σὲ τί­μη­σε μὲ πλα­κέ­τα —μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους Σα­λο­νι­κιοὺς πε­ζο­γρά­φους— γιὰ τὴ συ­νει­σφο­ρά σου στὰ γράμ­μα­τα τῆς πό­λης μας, νὰ δα­κρύ­ζεις καὶ νὰ λὲς πὼς τέ­τοι­α τι­μὴ δὲν ἀ­ξι­ώ­θη­κες πο­τὲ ἀ­πὸ τοὺς δι­κούς σου. Εἶ­ναι ἀν­θρώ­πι­νο Ἀλ­μπέρ­το, ὅ­ταν πε­ρά­σει ἡ λαί­λα­πα καὶ ξε­χα­στεῖ, νὰ μᾶς μα­ραγ­κιά­ζουν οἱ μι­κρό­τη­τες μιᾶς ἀ­σή­μαν­της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας.»

       Κα­θὼς μι­λῶ καὶ ἀγ­κα­λιά­ζω τὸν Ἀλ­μπέρ­το βλέ­πω ξαφ­νι­κὰ τὸν ἄλ­λο Ἀλ­μπέρ­το νὰ κά­θε­ται κι αὐ­τός, σκυ­φτὸς καὶ πάν­τα θλιμ­μέ­νος, στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ κρε­βα­τιοῦ μου καὶ νὰ πί­νει γου­λιὰ γου­λιὰ οὖ­ζο ἀ­πὸ ἕ­να μπου­κα­λά­κι ποὺ τὸ εἶ­χε πάν­τα μα­ζί του, ὅ­πως τό­τε στὴ Χαλ­κι­δι­κὴ κι ἀρ­γό­τε­ρα στὴν πα­τρί­δα του ποὺ πῆ­γα, τὸν βρῆ­κα καὶ μὲ φι­λο­ξέ­νη­σε, νὰ κά­θε­ται σκυ­φτός, πρό­σω­πο σπα­σμέ­νο —σχε­δὸν γέ­ρος— μὲ κεῖ­να τὰ γα­λά­ζια μά­τια του, τὰ μό­να ποὺ ἔ­μει­ναν ἀ­ναλ­λοί­ω­τα ἀ­πὸ τὶς κα­κου­χί­ες καὶ τὸ χρό­νο, νὰ στά­ζουν πα­ρά­πο­νο. Ἀ­φή­νω τὸν ἕ­ναν Ἀλ­μπέρ­το κι ἀγ­κα­λιά­ζω τὸν ἄλ­λο, «ἀ­δελ­φέ μου», τοῦ λέ­ω, «τί σύμ­πτω­ση, πῶς ἀ­πὸ δῶ κι ἐ­σύ, τέ­τοια ὥ­ρα, πε­ρα­σμέ­να με­σά­νυ­χτα; Ποι­ὸς ἄ­νε­μος σ’ ἔ­φε­ρε ἀ­πὸ τὴ Γερ­μα­νί­α ἐ­δῶ;» Δί­στα­σε λί­γο ἀλ­λὰ τε­λι­κὰ ἀ­πο­φά­σι­σε —ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια— νὰ μι­λή­σει. «Δὲν μπο­ρῶ νὰ ἡ­συ­χά­σω», μοῦ εἶ­πε, «καὶ πε­ρι­φέ­ρο­μαι ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ κεῖ κου­βα­λών­τας τὸ κρί­μα τῆς ὑ­πέρ­τα­της “Ὕ­βρε­ως” ἐ­νῶ εἶ­μαι κι ἐ­γὼ θύ­μα της. Τὸ Μάρ­τη τοῦ 1943 ὅ­ταν ἀ­πὸ τὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη ἀ­να­χω­ροῦ­σαν οἱ πρῶ­τοι συρ­μοὶ γιὰ τὸ Ἄ­ου­σβιτς, κά­ποι­οι ἄλ­λοι ἀ­να­χω­ροῦ­σαν μὲ προ­ο­ρι­σμοὺς τὸν καύ­σω­να τῆς Λι­βύ­ης ἢ τὸν πα­γε­τώ­να τοῦ ρω­σι­κοῦ χει­μώ­να. Δὲν τὰ ἔ­γρα­ψες αὐ­τά, δὲν τὰ μνη­μό­νευ­σες; Ἦρ­θα λοι­πόν, μι­κρὲ ἀ­δελ­φέ μου, νὰ τὰ πεῖς ξα­νά, νὰ τὰ “ἀ­να­βι­ώ­σεις”, τώ­ρα ποὺ τὸ γρα­φτό σου αὐ­τὸ θὰ δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὴ Γερ­μα­νί­α, μπὰς καὶ ξα­πο­στά­σω λί­γο ἀ­πὸ τὴν πε­ρι­πλά­νη­ση.»

       Πε­τά­χτη­κα ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι κι ἅρ­πα­ξα ἀ­π’ τὴ βι­βλι­ο­θή­κη τὸ βι­βλί­ο μου Ψυ­χὴ μπλ κα κόκ­κι­νη, ὅ­που μνη­μο­νεύ­ω κι ἐ­γὼ τὴ ζω­ὴ καὶ τὰ πά­θη τῶν δι­κῶν μου προ­σφι­λῶν κε­κοι­μη­μέ­νων.

 .

       μη­τέ­ρα μου ση­κώ­θη­κε ­πως πάν­τα νω­ρίς, ­να­ψε φω­τιὰ στ φου­φοὺ μ πε­λε­κού­δια πο μα­ζεύ­α­με ­πὸ τ πα­ρα­πλεύ­ρως ξυ­λουρ­γεῖ­ο κι ­βα­λε τ μπρί­κι το κα­φὲκα­φὲ τς Κα­το­χῆς, πι πο­λὺ ρε­βί­θι κα­βουρ­ντι­σμέ­νο. Μπαί­νει στν κου­ζί­να Ἀλ­μπέρ­τος, πρω­ι­νός, φρε­σκο­ξυ­ρι­σμέ­νος κι ἀ­ρω­μα­τι­σμέ­νος, «Γκοτ μόρ­γκεν», χαι­ρε­τά­ει, «Μόρ­γκεν», λέ­ει κι μά­να μου κα τν κα­λη­με­ρί­ζει. «Κα­φέ;» ρω­τά­ει Ἀλ­μπέρ­τος κα μυ­ρί­ζει τν ἀ­τμό­σφαι­ρα σν σκύ­λος, «Για­βόλ», ἀ­παν­τά­ει ἡ μά­να μου, πο εἶ­χε ἀρ­χί­σει ν μα­θαί­νει κά­ποι­ες λέ­ξεις γερ­μα­νι­κές, «Θέ­λεις;» Ἀλ­μπέρ­τος κά­θε­ται στ τρα­πέ­ζι, μά­να το σερ­βί­ρει, ρου­φά­ει ἀ­π’ τ φλι­τζά­νι, κα­φὲς ζε­στὸς ἀλ­λὰ ἄ­νο­στος, ξι­νί­ζει ἀ­νε­παί­σθη­τα τὰ μοῦ­τρα του, ὅ­μως ἀ­δειά­ζει τ φλι­τζά­νι ἀ­πὸ εὐ­γέ­νεια. Τν ἄλ­λη μέ­ρα φέρ­νει δῶ­ρο ἕ­να σα­κου­λά­κι κα­νο­νι­κὸ κα­φέ. Ἐ­γώ, πι­τσι­ρι­κὰς ἐν­νέ­α χρό­νων, ἀ­δύ­να­το κα μαυ­ρι­δε­ρὸ ἀ­γό­ρι πο ἔ­δει­χνα κα­τὰ πο­λὺ μι­κρό­τε­ρος, ἔ­κο­βα συ­χνὰ κί­νη­ση, ν δ τί γί­νε­ται, τί ὑ­πάρ­χει μέ­σα στ δω­μά­τιο τν δύ­ο Γερ­μα­νῶν. Μι μέ­ρα μ φω­νά­ζει Ἀλ­μπέρ­τος, «Κόμ, κόμ», μπαί­νω στ δω­μά­τιο, πλη­σιά­ζω, μ βά­ζει ν κα­θί­σω πά­νω στ κρε­βά­τι κι ἀρ­χί­ζει ν μο δεί­χνει φω­το­γρα­φί­ες, τ μά­να του, τν πα­τέ­ρα του, τ σπί­τι τους στ Γερ­μα­νί­α. Μο βά­ζει κο­λό­νια στ μαλ­λιὰ κα μ μα­θαί­νει ν με­τρῶ γερ­μα­νι­κὰ ἀ­πὸ τ ἕ­να ἕ­ως τ δέ­κα. Τ ἴ­διο βρά­δυ φέρ­νει στ μά­να δυ­ὸ βα­ζά­κια, ἕ­να μ μέ­λι κι ἕ­να μ βού­τυ­ρο, κρυ­φά, τυ­λιγ­μέ­να ἐ­πι­με­λῶς σ μι ἐ­φη­με­ρί­δα. «Μποῦ­τερ οντ χό­νιγκ φρ Πε­ρι­κλῆς», λέ­ει. Μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα κά­θι­σε ν φά­ει μα­ζί μας με­λι­τζά­νες για­χνὶ ἦ­ταν κα­λο­καί­ρι κι πα­τέ­ρας ὅ­λο κι ἐ­ξοι­κο­νο­μοῦ­σε ζαρ­ζα­βα­τι­κά κα μ πῆ­ρε στ γό­να­τά του λέ­γον­τας στος γο­νεῖς μου «Πε­ρι­κλῆς ἲ­στ μά­ιν κλά­ι­νερ μπροῦν­τερ», ὅ­τι δη­λα­δὴ ἤ­μουν ὁ μι­κρὸς ἀ­δελ­φός, κα πρέ­πει ν ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι σν τέ­τοι­ο μ φρόν­τι­ζε. Θυ­μᾶ­μαι ὅ­τι ἔ­τρω­γε μα­ζί μας ἀρ­κε­τὲς φο­ρές, θε­ω­ρών­τας τ μά­να μου ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ μα­γεί­ρισ­σα. Στ σπί­τι ἔ­φερ­νε πάν­τα μι­σὴ ὁ­λό­κλη­ρη κου­ρα­μά­να κι ,τι ἄλ­λο κα­τόρ­θω­νε ν ἐ­ξοι­κο­νο­μή­σει ἀ­πὸ τν καν­τί­να τους, πάν­τα κρυ­φὰ κα μ προ­σο­χή, για­τί νο­μί­ζω ὅ­τι τος ἀ­πα­γό­ρευ­αν ν δη­μι­ουρ­γοῦν φι­λι­κὲς σχέ­σεις μ τς ἑλ­λη­νι­κὲς οἰ­κο­γέ­νει­ες, ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν ζοῦ­σαν κά­τω ἀ­πὸ τν ἴ­δια στέ­γη. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς στν κοι­νή μας τρα­πε­ζα­ρί­α ἐρ­χό­ταν κι Ὄ­σβαλτ, ἀλ­λὰ ἦ­ταν τύ­πος βα­ρύς, σχε­δὸν ἀ­γέ­λα­στος, κα δ θυ­μᾶ­μαι ν ἦ­ταν ἀ­νοι­χτο­χέ­ρης ὅ­πως ὁ Ἀλ­μπέρ­τος. Περ­νοῦν ο μῆ­νες, Ἀλ­μπέρ­τος νι­ώ­θει σν στ σπί­τι του, ἀ­πο­κα­λεῖ «μα­μὰ» τ μά­να μου, ἔ­μα­θε λί­γα ἑλ­λη­νι­κά, ἐ­μεῖς λί­γα γερ­μα­νι­κά, βο­η­θοῦ­σαν κα ο χει­ρο­νο­μί­ες, πε­ρισ­σό­τε­ρο τὰ συ­ναι­σθή­μα­τα, γι ν κα­τα­λα­βαί­νου­με ἐ­μεῖς τος οἰ­κό­σι­τους Γερ­μα­νοὺς κι ἐ­κεῖ­νοι τος ὑ­πο­τε­λεῖς τους σπι­το­νοι­κο­κύ­ρη­δες. Ὅ­λα αὐ­τὰ ὅ­μως κρυ­φά, μέ­σα πάν­τα στ σπί­τι, πο­τὲ ἔ­ξω στ φα­νε­ρά, οὔ­τε βόλ­τα μα­ζί τους μα­ζί μας. Μι μέ­ρα μπαί­νω στ σά­λα, ὅ­που ἡ μο­να­δι­κὴ σόμ­πα πο ἔ­και­γε πρι­ο­νί­δι, μά­να δί­πλα της στέ­γνω­νε κά­τι ροῦ­χα, πα­τέ­ρας μ τν Ἀλ­μπέρ­το μι­λοῦ­σαν του­λά­χι­στον προ­σπα­θοῦ­σαν ν συ­νο­μι­λή­σουν πι πέ­ρα, πά­νω στ σόμ­πα λί­γες φέ­τες κου­ρα­μά­νας γί­νον­ταν φρυ­γα­νι­ές, πο μ τ λά­δι τς Σκύ­ρου τέ­λει­ω­νε ἤ­δη ἦ­ταν τ συ­νη­θι­σμέ­νο βρα­δι­νό μας γεῦ­μα. Μπαί­νω λοι­πὸν στ σά­λα, στέ­κο­μαι προ­σο­χή, χτυ­πά­ω τ πό­δια μου ὅ­πως ο Γερ­μα­νοὶ στρα­τι­ῶ­τες, τεν­τώ­νω τ δε­ξί μου χέ­ρι κα φω­νά­ζω: «Χά­ι Χί­τλερ!» Βλέ­πω τν πα­τέ­ρα μου ν κε­ρώ­νει, τ μά­να ν ξαφ­νι­ά­ζε­ται, Ἀλ­μπέρ­τος ἀν­τὶ ν χα­ρεῖ γι’ αὐ­τὸν ἐ­ξάλ­λου τ ἔ­κα­να ἐκ­δη­λώ­νει φα­νε­ρὰ τ δυ­σφο­ρί­α του. Ξα­να­ση­κώ­νω τ χέ­ρι κα πά­λι χαι­ρε­τῶ, «Χά­ι Χί­τλερ», κα τό­τε Ἀλ­μπέρ­τος κά­νει μι χει­ρο­νο­μί­α ἀ­πο­δο­κι­μα­σί­ας, «Σά­ι­ζερ», λέ­ει, σκα­τὰ δη­λα­δή. Κι ἤ­ξε­ρε τί ἔ­λε­γε, για­τὶ σ λί­γο τοῦ ἦρ­θε με­τά­θε­ση γι τ Ἄ­φρι­κα Κρπ το Ρό­μελ, ἀλ­λὰ χει­ρό­τε­ρη ἀ­κό­μα ἡ με­τά­θε­ση το Ὄ­σβαλτ γι τ ἀ­να­το­λι­κὸ μέ­τω­πο. ἕ­νας θ πο­λε­μοῦ­σε τος Ἄγ­γλους στν καύ­σω­να τς Λι­βύ­ης κι ἄλ­λος τος Ρώ­σους στν πα­γε­τώ­να το σο­βι­ε­τι­κοῦ χει­μώ­να. Ἔ­πε­σαν στν ἀγ­κα­λιὰ τς μά­νας μου κι ἔ­κλαι­γαν σν παι­διά της. Κα κα­λά, ἀ­πὸ τν Ἀλ­μπέρ­το τ πε­ρι­μέ­να­με, ὄ­χι ὅ­μως κι ἀ­πὸ τν Ὄ­σβαλτ, πο ἦ­ταν ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τος κι ἔ­λε­γε συ­νέ­χεια «Μα­μά, Ὄ­σβαλτ Ρού­σια κα­ποὺτ» κα μ τ χέ­ρι ἔ­δει­χνε ὅ­τι θ το ἔ­κο­βαν τ λαι­μό. Ὅ­ταν φι­λη­θή­κα­με κι ἔ­φυ­γαν μ τος γυ­λιοὺς κα τ ὅ­πλα τους κι ἄ­δεια­σε τ δω­μά­τιο, νι­ώ­σα­με ν’ ἀ­δειά­ζει κά­πως ψυ­χή μας. Πι­στεύ­α­με ὅ­τι δ θ τος ξα­να­βλέ­πα­με πο­τέ, τ ἴ­διο κι ἐ­κεῖ­νοι, ὅ­πως μ δι­α­βε­βαί­ω­σε ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ χρό­νια κι Ἀλ­μπέρ­τος. Στ με­τα­ξὺ ἕ­σφι­ξε τ κρύ­ο, τέ­λει­ω­σε τ ζω­ο­γό­νο σκυ­ρια­νὸ λα­δά­κι, ἔ­λει­ψαν κα ο γερ­μα­νι­κὲς κου­ρα­μά­νες. μά­να μ κρύ­α καρ­διὰ μ πῆ­ρε ἀ­πὸ τ χέ­ρι κα μ’ ἔ­γρα­ψε στ συσ­σί­τιο το Ἐ­ρυ­θροῦ Σταυ­ροῦ.

 .

       Κα­θὼς τέ­λει­ω­σα ἐ­γὼ μὲ τὰ δι­κά μου, βλέ­πω τὸν Ἀλ­μπέρ­το Νὰρ νὰ ση­κώ­νε­ται καὶ ν’ ἀγ­κα­λιά­ζει τὸν ἄλ­λον Ἀλ­μπέρ­το ποὺ λέ­γε­ται στὸ ἐ­πώ­νυ­μο Στὸκ καὶ νὰ γί­νον­ται οἱ δυ­ό τους ἕ­να σύμ­πλεγ­μα κα­η­μοῦ καὶ πί­κρας. Ἀ­νοί­γω κι ἐ­γὼ τὰ χέ­ρια μου καὶ τοὺς πε­ρι­κλεί­ω ἐν­τός μου καὶ τοὺς ρω­τῶ, «Πέ­στε μου ἀ­δέλ­φια, για­τί δὲν θέ­λω νὰ φύ­γω κι ἐ­γὼ μὲ τὴν ἀ­πο­ρί­α, ἐ­σεῖς ποὺ τώ­ρα πε­τᾶ­τε πά­νω ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θόν, πα­ρόν, ἴ­σως καὶ μέλ­λον, κα­θὼς ἐ­πι­βι­ώ­νε­τε ἐν τοῖς οὐ­ρα­νοῖς, ποι­ὸς ὁ λό­γος, για­τί καὶ γιὰ ποι­οὺς ἔ­γι­νε αὐ­τὸς ὁ πό­λε­μος, αὐ­τὴ ἡ συμ­φο­ρά, τώ­ρα ποὺ τὸ Ντα­χά­ου, τὸ Ἄ­ου­σβιτς καὶ Μπέρ­γκεν Μπέλ­σεν ἔ­γι­ναν του­ρι­στι­κὰ ἀ­ξι­ο­θέ­α­τα μιᾶς φρί­κης ἀ­νο­μο­λό­γη­της;» Δὲν ἀ­παν­τοῦν κι ἐ­γὼ πε­τι­έ­μαι κά­θι­δρος ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι· τὸ κε­φά­λι μου βα­ρὺ ἀλ­λὰ στὸ βίν­τε­ο τοῦ μυα­λοῦ μου χα­μο­γε­λᾶ­νε οἱ εἰ­κό­νες τους. Δί­πλα μου πε­τα­μέ­να στὸ πά­τω­μα τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ τοῦ Ἰ­α­τρι­κοῦ Συλ­λό­γου, τὰ βι­βλί­α τοῦ Νὰρ καὶ τὸ ἄλ­λο, τὸ δι­κό μου, ποὺ ἐ­σω­κλεί­ει τὰ οἰ­κο­γε­νεια­κά μου πά­θη τρι­ῶν γε­νι­ῶν. Τὰ παίρ­νω καὶ τὰ το­πο­θε­τῶ μ’ εὐ­λά­βεια στὴ βι­βλι­ο­θή­κη κι ἀ­μέ­σως ἀ­νοί­γω συρ­τά­ρια καὶ βρί­σκω τὸ κου­τὶ μὲ τὶς πα­λι­ὲς κι ἐ­γὼ φω­το­γρα­φί­ες, ψά­χνον­τας γιὰ τὴ φω­το­γρα­φί­α ἐ­κεί­νη τοῦ ἄλ­λου Ἀλ­μπέρ­του τῆς Κα­το­χῆς. Τὴ βρί­σκω καὶ τὴν το­πο­θε­τῶ κι αὐ­τὴ στὴ βι­βλι­ο­θή­κη κα­θὼς τὸν ἀ­να­βι­ώ­νω μέ­σα στὴ στρα­τι­ω­τι­κὴ στο­λή του «λε­πτό, ξαν­θό, μὲ γραμ­μέ­νο πρό­σω­πο καὶ καλ­λί­γραμ­μη μύ­τη, μά­τια γα­λά­ζια, πρό­τυ­πο ἰ­δα­νι­κό της ἀ­ρεί­ας φυ­λῆς». Πά­ω στὴν κου­ζί­να καὶ ψή­νω κα­φέ· κον­τεύ­ει νὰ ξη­με­ρώ­σει. Πα­ρη­γο­ρι­έ­μαι μὲ τὴ σκέ­ψη ὅ­τι τὰ ἀ­δέλ­φια μου θὰ ξα­νάρ­θουν, για­τί οἱ νε­κροὶ δὲν πε­θαί­νουν πο­τὲ ὅ­σο τοὺς ἀ­γα­ποῦ­με καὶ τοὺς μνη­μο­νεύ­ου­με.

.

       Θεσ­σα­λο­νί­κη, Γενάρης 2006.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: περ. Μπιλιέτο, 2006.

 .

Πε­ρι­κλῆς Σφυ­ρί­δης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1933). Ποίη­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, δο­κί­μιο, ἀν­θο­λο­γί­α. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς καρ­δι­ο­λό­γος ἕ­ως τὸ 1994. Δι­α­τέ­λε­σε πρό­ε­δρος τοῦ Ἰ­α­τρι­κοῦ Συλ­λό­γου Θεσ­σα­λο­νί­κης ἀ­πὸ τὸ 1975 μέ­χρι τὸ 1981. Συ­νερ­γά­στη­κε στε­νὰ μὲ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Πε­ρι­στά­σεις (Ποι­ή­μα­τα, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1974). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση δι­η­γη­μά­των του: Δι­η­γή­μα­τα. 1977-2002. Ἐ­πι­λο­γὴ-εἰ­σα­γω­γή: Ἀ­λέ­ξης Ζή­ρας (ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2005).

 .

Advertisements

Ἀλμπέρτος Νάρ: Κατὰ συνθήκην

.

Nar,Almpertos-KataSynthikin-Eikona-02b

.

Ἀλ­μπέρ­τος Νάρ

Κα­τὰ συν­θή­κην

 .

09-Taph-Century_Mag_Illuminated_T_TerburgΟΝ ΑΠΡΙΛΙΟ ΤΟY 1930, ὁ κύ­ριος Δα­βὶδ Με­να­σέ, ἡ­λι­κί­ας ἐ­τῶν 39, συμ­με­τεῖ­χε σὲ συγ­κέν­τρω­ση δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας μπρο­στὰ στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο «Δι­ο­νύ­σια», μὲ αἴ­τη­μα τὴν δι­α­κο­πὴ τῆς προ­βο­λῆς τῆς ται­νί­ας «Ὁ Βα­σι­λεὺς τῶν βα­σι­λέ­ων».

       Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 1954, ἡ κυ­ρί­α Πέρ­λα Με­να­σὲ Μπουρ­λά, ἡ­λι­κί­ας ἐ­τῶν 35, θυ­γα­τέ­ρα τοῦ προ­η­γού­με­νου, ἡ ὁ­ποί­α ἐ­κτο­πί­στη­κε στὸ στρα­τό­πε­δο συγ­κεν­τρώ­σε­ως Ἄ­ου­σβιτς-Μπίρ­κενα­ου τὸ 1943, κα­τα­χω­ρή­θη­κε μὲ τὸν ἀ­ριθ­μὸ 39998 καὶ ὡς ἐκ θαύ­μα­τος ἐ­πι­βί­ω­σε, πα­ρα­κο­λού­θη­σε στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο «Ἀλ­κα­ζὰρ» τὴν προ­βο­λὴ τῆς ται­νί­ας «Ἡ Μα­ρί­α Μα­γδα­λη­νὴ καὶ ὁ θε­άν­θρω­πος», πα­ρέ­α μὲ τὴ γει­τό­νισ­σα καὶ φί­λη της κυ­ρί­α Μα­ρί­κα Πα­πα­δή­μα, ἐκ Φαρ­κα­δῶ­νος Τρι­κά­λων Θεσ­σα­λί­ας καὶ συγ­κι­νή­θη­κε μέ­χρι δα­κρύ­ων.

       Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 1966, ὁ Ἰ­σα­ὰκ Μπουρ­λά, γιὸς τῆς προ­η­γού­με­νης, ἡ­λι­κί­ας ἐ­τῶν 18, φοι­τη­τὴς τῆς Πο­λυ­τε­χνι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Α.Π.Θ., τμῆ­μα Πο­λι­τι­κῶν Μη­χα­νι­κῶν, πα­ρα­κο­λού­θη­σε στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο «Ὀ­λύμ­πιον» τὴν προ­βο­λὴ τῆς ται­νί­ας «Τὸ κα­τὰ Ματ­θαῖ­ον Εὐα­γγέ­λιον». Τὴν ἑ­πο­μέ­νη ἔ­λα­βε ἐ­νερ­γὸ μέ­ρος σὲ συ­ζή­τη­ση ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ἡ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ λέ­σχη τῆς ὁ­ποί­ας εἶ­ναι τα­κτι­κὸ μέ­λος μὲ θέ­μα: «Ἀ­πὸ τὸν Σέ­σιλ ντὲ Μὶλ στὸν Πι­ὲρ Πά­ο­λο Πα­ζο­λί­νι. Τὸ θρη­σκευ­τι­κὸ στοι­χεῖ­ο στὴ με­γά­λη ὀ­θό­νη.»

       Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 1994, ἡ Τζου­λιά­να, ἡ­λι­κί­ας ἐ­τῶν 16, μα­θή­τρια Λυ­κεί­ου, θυ­γα­τέ­ρα τοῦ προ­η­γού­με­νου καὶ τῆς Να­τα­λί­ας Χρυ­σο­χο­ΐ­δου, προ­σπά­θη­σε νὰ δι­α­σκε­δά­σει τὴν πλή­ξη της ἐ­πι­δι­δό­με­νη σὲ δια­ρκὲς ζά­πινγκ καὶ ἀ­γα­νά­κτη­σε μὲ τὶς ἀλ­λε­πάλ­λη­λες προ­βο­λὲς τῶν ἐ­πι­κῶν ὑ­περ­πα­ρα­γω­γῶν τοῦ Χό­λυ­γουντ καὶ τῆς Τσι­νε­τσι­τά, ποὺ συ­νή­θως κα­τα­κλύ­ζουν τὰ κα­νά­λια στὴ διάρ­κεια τῆς Με­γά­λης Ἑ­βδο­μά­δας. Στὸ τέ­λος ἔ­κλει­σε τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ ὅ­δευ­σε στὸ πα­ρα­κεί­με­νο μπα­ρά­κι.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός, Ἐκδ. Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1999.

 .

Ἀλ­μπέρ­τος Νάρ (Θεσ­σα­λο­νί­κη 1947-2005). Γιὸς σε­φα­ρα­δι­τῶν Ἑ­βραί­ων, ἐ­πι­ζών­των τοῦ Ὁ­λο­καυ­τώ­μα­τος. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς Γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἱσ­ρα­η­λι­τι­κῆς Κοι­νό­τη­τας Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ Κέν­τρου Ἱ­στο­ρι­κῶν Με­λε­τῶν Ἑ­βρα­ϊ­σμοῦ Θεσ­σα­λο­νί­κης, μέ­λος τῆς συμ­βου­λευ­τι­κῆς ἐ­πι­τρο­πὴς τοῦ Κέν­τρου Ἱ­στο­ρί­ας τοῦ Δή­μου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Οἱ συ­να­γω­γὲς τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης. Τὰ τρα­γού­δια μας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1985· μὲ πρό­λο­γο τοῦ Γι­ώρ­γου Ἰ­ω­άν­νου). Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους (ἐκδ. Τὰ τρα­μά­κια, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1991) καὶ Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός (ἐκδ. Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1999).

 .

Ἀλμπέρτος Νάρ: Ἡ πόλη μου οἱ ρίζες μου

.

Nar,Almpertos-IPoliMou,OiRizesMou-Eikona-08

.

Ἀλ­μπέρ­τος Νάρ

 .

Ἡ πό­λη μου οἱ ρί­ζες μου

 .

05-Sigma-Harald_Hardraades_saga-Initial-G__Munthe‘ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ζεῖς καὶ ἀ­να­λώ­νε­σαι. Καὶ πρὸς αὐ­τὴν τὰ ὁ­ρά­μα­τά σου στὸ σύ­νο­λό τους ἀ­νά­γον­ται καὶ οἱ ποι­κί­λες ἐ­ρω­τι­κὲς καὶ ἄλ­λες ἐ­κμυ­στη­ρεύ­σεις σου ἀ­πὸ αἰ­ώ­νων συγ­κλί­νουν. Εἶ­σαι ἄλ­λω­στε ἀ­πὸ τοὺς πο­λί­τες της τοὺς πιὸ πα­λιούς. Κι ἂς ξέ­φτι­σαν πιά, σχε­δὸν ὁ­λό­τε­λα, οἱ μνῆ­μες μιᾶς ἄλ­λης, ἀ­γα­πη­μέ­νης ζω­ῆς, ποὺ ἐ­σὺ βέ­βαι­α δὲν πρό­λα­βες. Μνῆ­μες ἑ­νὸς κό­σμου δι­κῶν σου ἀν­θρώ­πων, ποὺ μὲ τὸ θρῆ­νο σου προ­σπα­θεῖς νὰ ἀ­να­στή­σεις. Ἐ­κεῖ­νος ποὺ λο­γα­ριά­ζει τὸν ἑ­αυ­τό του μυ­η­μέ­νο ξέ­ρει νὰ δο­κι­μά­ζε­ται, ξε­χω­ρί­ζον­τας, πί­σω ἀ­πὸ τὰ φαι­νό­με­να, τὴ μυ­στι­κὴ οὐ­σί­α. Καὶ ξέ­ρει ἀ­κό­μα νὰ ἀ­να­κα­λύ­πτει τὴν ψυ­χή του στὸ μύ­ρο ποὺ ἀ­να­δί­νουν τὰ πο­λυ­και­ρι­σμέ­να χώ­μα­τα. Ἔ­τσι καὶ τὰ δι­κά σου βή­μα­τα πρὸς τὴν ἴ­δια κα­τεύ­θυν­ση ἄ­σφαλ­τα σὲ ὁ­δη­γοῦν. Ἐ­κεῖ στὰ καλ­ντε­ρί­μια τὰ λι­θό­στρω­τα, ποὺ συ­χνὰ κα­τα­λή­γουν σ’ ἀ­δι­έ­ξο­δο κι ὅ­που σή­με­ρα ἡ με­γά­λη πλα­τεί­α μὲ τὶς βυ­ζαν­τι­νό­ρυθ­μες πο­λυ­κα­τοι­κί­ες κι ὅ­που τό­τε χα­μό­σπι­τα ἀ­πὸ τσα­τμά­δες* καὶ μπα­γδα­τιά*, ποὺ ἡ με­γά­λη πυρ­κα­γιὰ ἀ­νε­λέ­η­τα σά­ρω­σε. Ἐ­κεῖ στὶς συ­νοι­κί­ες μὲ τὰ ἐ­ξω­τι­κά, πλὴν λη­σμο­νη­μέ­να ὀ­νό­μα­τα – Πλά­σα, Πού­λια, Ρό­γος, Με­ϊν­τὰν ντὶ Λουμ­πέν, Μα­δρε­σί­κα ντὲλ Ἄ­γου­α. Ἐ­κεῖ καὶ κά­ποι­ες στο­ὲς πα­λαι­ϊ­κὲς ποὺ ἐ­πι­μέ­νουν νὰ ἀν­τι­στέ­κον­ται. Κι ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ οἱ ἀ­γο­ρὲς οἱ πο­λυ­σύ­χνα­στες ποὺ καὶ σή­με­ρα ἰ­δι­αί­τε­ρα σὲ θέλ­γουν. Ἴ­σως νι­ώ­θεις πιὸ σί­γου­ρος ἔ­τσι. Ξα­να­βρί­σκεις πάν­τως τὶς ρί­ζες σου κι ἂς εἶ­σαι ἀ­πὸ τὴν τό­ση κα­τα­φο­ρὰ κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νος. «Στοι­χει­ὸ καὶ μὲ προ­σμέ­νει» λὲς καὶ συ­νε­χί­ζεις.

       Εἶ­σαι ὁ γό­νος ὁ στερ­νὸς μιᾶς προ­σφυ­γιᾶς ποὺ ἄ­ρα­ξε στὸν τό­πο αὐ­τό, μὲ τὴν ψυ­χὴ στὸ στό­μα. Στέ­ρι­ω­σες καὶ ξα­να­στέ­ρι­ω­σες ἐ­δῶ, μὲ τοὺς πιὸ πα­λιοὺς πρῶ­τα, τοὺς αὐ­τό­χθο­νες σχε­δόν. «Ἰ­ου­δαῖ­οι κα­λοί, Ἰ­ου­δαῖ­οι ἁ­γνοί, Ἰ­ου­δαῖ­οι πι­στοὶ προ­πάν­των, ἀλ­λὰ κα­θὼς τὸ ἀ­παι­τοῦν οἱ πε­ρι­στά­σεις, καὶ τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς λα­λιᾶς εἰ­δή­μο­νες.» Μὲ τοὺς Ἀ­σκε­να­ζὶμ τῆς Με­σευ­ρώ­πης τὶς πα­νάρ­χαι­ες γρα­φές σου ξα­να­συλ­λά­βι­σες. Κι ἤ­σουν ἀ­νά­με­σα στοὺς ξε­κλη­ρι­σμέ­νους τῆς Ἰ­τα­λί­ας καὶ τῆς Ἰ­βη­ρι­κῆς, τὴ νέ­α Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ θε­με­λι­ώ­νον­τας, ποὺ φάν­τα­ζε στὶς ἀ­κτὲς τοῦ Θερ­μα­ϊ­κοῦ νὰ ξα­να­γεν­νι­έ­ται. Τὴ λύ­τρω­σή σου ἀ­να­ζή­τη­σες πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ ἐ­φή­με­ρα, στὰ ἄ­δυ­τα ἐ­δά­φια τῶν μυ­στι­κῶν ἑρ­μη­νευ­τῶν τῆς Κα­βά­λα καὶ τοῦ Ζο­χάρ. Κι ἔ­νι­ω­σες ἐν­τός σου ν’ ἀρ­θρώ­νε­ται τὸ φῶς τὸ ὁ­δη­γη­τι­κό, ἔ­τσι κα­θὼς ἔ­κρυ­βες τὸ πρό­σω­πό σου στὶς μέ­σα αὐ­λὲς τῶν ψη­λό­τε­ρων σπι­τι­ῶν, ὅ­που οἱ συ­να­γω­γές σου «να­οὶ στὸ σχῆ­μα τοῦ οὐ­ρα­νοῦ», τὶς χα­μέ­νες πα­τρί­δες τὶς πρῶ­τες μνη­μο­νεύ­ον­τας. – Ἀ­ραγ­κόν, Κα­στί­λια, Μα­γι­όρ­κα, Ἰ­τα­λί­α, Σι­τσί­λια, Λισ­σα­βώ­να.– Ἐ­κεῖ ἡ ἐλ­πί­δα σου ἀν­θὸς νὰ κρυ­φα­νοί­γει τὰ πέ­τα­λά του στὸν ἥ­λιο κι ὁ ψαλ­μός σου θυ­μί­α­μα νὰ ὑ­ψώ­νε­ται σμί­γον­τας τὸν οὐ­ρα­νό. Κι ἐ­κεῖ τοῦ βί­ου σου τὸ ἐ­πί­κεν­τρο τοῦ ἑρ­μη­τι­κοῦ. Ἐ­κεῖ τὰ ἔ­θι­μα τῶν πα­λι­ῶν πα­ρα­μυ­θι­ῶν καὶ τῶν χλω­μῶν θρύ­λων. Ἐ­κεῖ οἱ ντο­πι­ο­λα­λι­ές σου οἱ πε­ρί­τε­χνες. Κι ἐ­κεῖ τὰ τρα­γού­δια σου, τῆς μο­νά­κρι­βης πα­ρά­δο­σής σου τέ­κνα.

       Καὶ σώ­ρια­σες τὰ κά­στρα ποὺ ὕ­ψω­σες τρι­γύ­ρω σου, ὅ­ταν ἡ πό­λη σου σώ­ρια­σε κι αὐ­τὴ τὰ δι­κά της. Πο­ρεύ­τη­κες μα­ζί της «ἐ­κτὸς τῶν τει­χῶν». Κι ἤ­σου­να τώ­ρα μὲ τοὺς σι­ω­νι­στὲς τῆς Μιζ­ρα­χῆ καὶ τῆς Κα­δί­μα, μὲ τοὺς νε­ω­τε­ρι­στὲς τοῦ κύ­κλου τῆς Ἀλ­λιάνς, μὲ τοὺς σο­σι­α­λι­στὲς τῆς Φεν­τε­ρα­σιόν. Ἔ­ζη­σες πάν­τα μὲ τὴ δι­κή σου ζω­ὴ καὶ μὲ τὶς ζω­ὲς ἐ­κεί­νων ποὺ ἔρ­χον­ται πί­σω σου. Καὶ ση­μά­δε­ψες μὲ τὸ δι­κό σου θά­να­το καὶ τὸ θά­να­το ἐ­κεί­νων ποὺ μέλ­λον­ταν νὰ σὲ ἀ­κο­λου­θή­σουν.

       Κι ἦρ­θαν οἱ ὧ­ρες οἱ πι­ό­τε­ρο βα­ρι­ές. Κι ἐν­τός σου νὰ ἀ­να­βρύ­ζει βα­σα­νι­στι­κὰ ἡ ἀ­γω­νί­α. Οἱ ἀ­τε­λεί­ω­τες φά­λαγ­γες στὴν Ἐ­γνα­τί­α, τὸ κί­τρι­νο ἀ­στέ­ρι στὸ μέ­ρος τῆς καρ­διᾶς, ἡ πλη­γὴ ποὺ χά­ρα­ξε ἡ ὀ­δύ­νη σου στὴν ἄ­σφαλ­το τῆς πλα­τεί­ας Ἐ­λευ­θε­ρί­ας. Καὶ τρύ­γη­σες τὴ νέ­α σου μοί­ρα ὣς τὸ τέ­λος. Ἐ­κεῖ στὶς πα­ρυ­φὲς ποὺ σὲ ἀ­πο­μό­νω­σαν νὰ ξε­χω­ρί­ζεις ἐ­κεῖ­να ποὺ ὑ­πῆρ­χαν κά­πο­τε, κι ἦ­ταν δι­κά σου. Κι­τρι­νι­σμέ­νες σε­λί­δες ποὺ ἀ­νι­στο­ροῦν τὸ πέ­ρα­σμά σου, κά­ποι­α ἀν­τι­κεί­με­να μου­σεια­κά, κά­ποι­ες πα­λι­ὲς φω­το­γρα­φί­ες τῶν παπ­πού­δων μὲ τὴν κό­φια* καὶ τὸ ἀν­τε­ρί*, κά­ποι­ες τα­φό­πλα­κες ἀ­πὸ τὸ ἰ­σο­πε­δω­μέ­νο κοι­μη­τή­ριο. Κι ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νες οἱ γραμ­μὲς οἱ χορ­τα­ρι­α­σμέ­νες ποὺ γνώ­ρι­ζες πὼς δὲν ὁ­δη­γοῦ­σαν που­θε­νὰ κι ὅ­που ἀ­κό­μα θαρ­ρεῖς πὼς χά­σκουν ὀρ­θά­νοι­χτες τῶν βα­γο­νι­ῶν οἱ θύ­ρες. Σὲ ἀ­πο­σύν­θε­σαν ὁ­λό­κλη­ρο καὶ γύ­ρε­ψαν νὰ σκορ­πί­σουν τὴν τέ­φρα σου.

       Κι ἀ­πὸ τό­τε πέ­ρα­σαν μέ­ρες πολ­λές. Μέ­σα στοὺς ἴ­διους δρό­μους καὶ στὶς ἴ­δι­ες ἀ­γο­ρές, σὰν ἀ­πὸ θαῦ­μα, πε­ρι­φέ­ρε­σαι. Βρί­σκεις ση­μά­δια ἀ­νε­ξί­τη­λα ἐ­πά­νω σου, τῆς ἐγ­κύ­κλιας πο­ρεί­ας σου κα­τά­λοι­πα. Αὐ­τὲς οἱ πέ­τρες σὲ γνω­ρί­ζουν καὶ τὶς ξέ­ρεις. Πά­νω στὰ ἐ­ρεί­πια τὰ πα­νά­κρι­βα ὄ­νει­ρά σου θὰ στε­γά­σεις. Στοὺς συλ­λη­μέ­νους βω­μοὺς ὅ,τι σοῦ ἀ­πό­μει­νε θὰ ἀ­να­συν­τά­ξεις. Κι ἐ­κεί­νους ποὺ σοῦ χά­θη­καν ἀ­πὸ τὴ λή­θη θὰ ἀ­να­κα­λέ­σεις γιὰ νὰ σὲ στη­ρί­ξουν. Κι ἂς νι­ώ­θεις πιὰ σὰν ξε­κομ­μέ­νος καὶ σὰν ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τος ἔ­τσι ὡς ὁ­λό­γυ­ρα τὰ πάν­τα με­τα­βάλ­λον­ται ἐ­ρή­μην σου. Κι ἂς μὴν ἔ­χει τὸ πα­λιό σου σπί­τι πιὰ φω­νή, σὰν ἄγ­γε­λος ποὺ θρη­νεῖ γιὰ τὶς χα­μέ­νες του φτε­ροῦ­γες. Στοὺς χώ­ρους του θὰ προ­σπα­θή­σεις νὰ λει­τουρ­γή­σεις. Πί­σω ἀ­πὸ τὰ ξε­ρό­φυλ­λα ἀ­να­κα­λεῖς ἀ­γα­πη­μέ­νες μνῆ­μες. Λο­γα­ριά­ζεις τὰ βή­μα­τά τους στὸ δά­πε­δο, πα­λεύ­εις μὲ τὶς σκι­ές τους στοὺς τοί­χους, τὶς με­τα­μέ­λει­ες τὶς ἄ­σκο­πες ἀ­να­με­τρᾶς. Καὶ στ’ ἄ­το­να βλέ­φα­ρά σου, ποὺ δὲν ξέ­ρου­νε πιὰ πὼς νὰ δα­κρύ­σουν, τὸ ἐ­ξαί­σιο ὅ­ρα­μα τῆς πο­λι­τεί­ας τού­της ποὺ τό­σο λά­τρε­ψες καὶ ποὺ τό­σο σὲ λά­τρε­ψε: «Θεσ­σα­λο­νί­κη, σὲ βλέ­πω τώ­ρα νὰ δι­α­γρά­φε­σαι ἀ­χνὰ μὲ τὶς νε­φέ­λες σου τὶς χα­μη­λὰ ἐ­πι­κρε­μά­με­νες καὶ τὰ ἡ­λι­ο­βα­σι­λέ­μα­τα τὰ πυ­ρι­φλε­γῆ, τὰ ἐ­πι­κίν­δυ­να ὡ­ραῖ­α. Φι­λῶ τὸ χῶ­μα σου καὶ προ­χω­ρῶ. Κι ἂς εἶ­σαι τό­σο σκλη­ρὴ γιὰ ὅ­σους ἐ­πι­μέ­νουν νὰ θυ­μοῦν­ται. Κι ἂς λο­γα­ριά­ζω, ἀ­κό­μα μιὰ φο­ρὰ πὼς τοὺς δι­κούς μου ἀν­θρώ­πους τοὺς πῆ­ραν κα­ρά­βια μὲ μαῦ­ρα πα­νιά. Κι ὁ­λό­γυ­ρα ψέ­λιζαν, μὲ δί­χως δύ­να­μη, μὲ μά­τια ὑ­γρὰ καὶ σκο­τει­νὴ τὴν ὄ­ψη, μυ­ριά­δες πρό­γο­νοι ἐ­πι­στρέ­φον­τας ἀ­πὸ ἀ­κρο­γι­α­λι­ὲς γυ­μνές, ἀ­πὸ λη­σμο­νη­μέ­νες χῶ­ρες, μὲ τὸ ἄ­ρω­μα τοῦ νάρ­δου, ἀ­πὸ περ­γα­μη­νὲς κι ἀ­πὸ ἀρ­χαί­ους να­οὺς ποὺ τώ­ρα ἔ­γι­ναν στά­χτη. Ἐ­σὺ εἶ­σαι πάν­τα ἐ­δῶ πό­λη μου. Εἶ­σαι δι­κή μου κι εἶ­μαι δι­κός σου.­.. Κι ἔ­τσι μα­ζί σου τὴν κρυμ­μέ­νη μου συ­νεί­δη­ση ψη­φί­δα μὲ ψη­φί­δα ἀ­νι­χνεύ­ω, τὴν πο­ρεί­α μου πά­νω στὴν πο­ρεί­α σου, ὑ­πο­γραμ­μί­ζω καὶ λέω: Πάντα νὰ μένω τῶν Ἑβραίων, τῶν ἱερῶν Ἑβραίων ὁ υἱός.»

τσα­τμάς = εἶ­δος τοι­χο­ποι­ί­ας ἀ­πὸ λε­πτὲς σα­νί­δες ἢ πλε­κτὰ κα­λά­μια πα­ρα­γε­μι­σμέ­να μὲ λά­σπη ἢ τοῦ­βλα.

μπα­γδα­τί = τα­βά­νι ἢ με­σό­τοι­χος κα­μω­μέ­να ἀ­πὸ λε­πτὰ ἐ­πι­μή­κη ξύ­λα κα­λυμ­μέ­να μὲ ἀ­σβε­στο­κο­νί­α­μα.

κό­φια = πε­ρί­πλο­κο κά­λυμ­μα κε­φα­λῆς ποὺ τὸ συγ­κρα­τοῦ­σε βε­λού­δι­νη, με­τα­ξω­τὴ κορ­δέ­λα πε­ρα­σμέ­νη κά­τω ἀ­πὸ τὸ πη­γού­νι.

ἀν­τε­ρί = μα­κρὺ σκοῦ­ρο ἱ­ε­ρα­τι­κὸ ἔν­δυ­μα ποὺ συ­νή­θως φο­ρι­έ­ται κά­τω ἀ­πὸ τὸ ρά­σο.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Ἀλ­μπέρ­τος Νάρ, Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους, Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκδ. Τὰ τρα­μά­κια, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1991. Πρώτη δη­μο­σί­ευ­ση στὸ περ. Τὸ Δέ­ντρο, Δεκ. 1985 -Ἰαν. 1986.

 .

Ἀλ­μπέρ­τος Νάρ (Θεσ­σα­λο­νί­κη 1947-2005). Γιὸς σε­φα­ρα­δι­τῶν Ἑ­βραί­ων, ἐ­πι­ζών­των τοῦ Ὁ­λο­καυ­τώ­μα­τος. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς Γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἱσ­ρα­η­λι­τι­κῆς Κοι­νό­τη­τας Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ Κέν­τρου Ἱ­στο­ρι­κῶν Με­λε­τῶν Ἑ­βρα­ϊ­σμοῦ Θεσ­σα­λο­νί­κης, μέ­λος τῆς συμ­βου­λευ­τι­κῆς ἐ­πι­τρο­πὴς τοῦ Κέν­τρου Ἱ­στο­ρί­ας τοῦ Δή­μου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Οἱ συ­να­γω­γὲς τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης. Τὰ τρα­γού­δια μας, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1985 (μὲ πρό­λο­γο τοῦ Γι­ώρ­γου Ἰ­ω­άν­νου).

 .

Ἀλμπέρτος Νάρ: Σα­λο­νι­κά­ϊ, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός

.

AlmpertosNar-Salonikai,DiladiSalonikios-01b

.

Ἀλ­μπέρ­τος Νάρ

.

Σα­λο­νι­κά­ϊ, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός

.

06-sΑΛΟΝΙΚΑΪ, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός, ποὺ στὰ ἑ­βρα­ϊ­κὰ πά­ει νὰ πεῖ ἄν­τρας ρω­μα­λέ­ος καὶ εὔ­στρο­φος. Ὁ ὅ­ρος θὰ πρέ­πει νὰ ἐ­πι­νο­ή­θη­κε με­τὰ τὸ ’30-’31, τό­τε ποὺ κάμ­πο­σοι δι­κοί μας με­τα­νά­στευ­σαν στὴν Πα­λαι­στί­νη καὶ πι­ά­σα­νε τὰ πό­στα στὰ λι­μά­νια τῆς Χά­ι­φας καὶ τῆς Γιά­φας.

       Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός, συλ­λο­γί­ζε­ται ὁ Τζά­κο Σου­λέ­μα, κά­τοι­κος Χι­λής, ἔ­τσι κα­θὼς κό­βει βόλ­τες στὴ δι­α­δρο­μὴ λι­μά­νι-Πύρ­γος, καὶ με­τὰ στὴ νέ­α πα­ρα­λί­α, μέ­χρι τὸ Μα­κε­δο­νί­α Παλ­λάς, μέ­χρι τὴ Σα­λα­μί­να, μέ­χρι τοῦ Ἀλ­λα­τί­νι, μέ­χρι ἐ­κεῖ ποὺ τὸν κρα­τοῦν τὰ πό­δια του. Σα­λο­νι­κά­ι, Σα­λο­νι­κιός, δη­λα­δὴ κα­πνερ­γά­της, στοι­βα­δό­ρος, βαρ­κά­ρης, ἀλ­λὰ καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἐμ­πο­ρο­ϋ­πάλ­λη­λος, λο­γι­στῆς καὶ δι­κη­γό­ρος, για­τρός, ἀρ­χι­τέ­κτο­νας καὶ στέ­λε­χος τῆς μπάν­τας τῆς Μα­καμ­πῆ, καὶ πο­δο­σφαι­ρι­στὴς ὅ­πως ὁ Ἀλ­μπὲρ Να­μί­ας τοῦ Ἠ­ρα­κλέ­ους, ποὺ τὸν χά­ζευ­ε τὸ ’36 νὰ δι­α­σχί­ζει τὴν Ἐ­γνα­τί­α με­τα­φέ­ρον­τας τὴν ὀ­λυμ­πια­κὴ φλό­γα, καὶ δρο­μέ­ας, ὅ­πως ὁ Λε­ὸν Πα­σὶ ὁ Βαλ­κα­νι­ο­νί­κης, καὶ πυγ­μά­χος, ὅ­πως ὁ Μάρ­κος Ἀ­ζούς, ὁ Ἀ­ρου­χά­κης καὶ ὁ Ρα­ζόν, ποὺ λί­γο ἔ­λει­ψε νὰ τοὺς τὸ κά­νου­νε τὸ στρα­τό­πε­δο λίμ­πα.

       Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός, δη­λα­δὴ ἐ­γώ, συλ­λο­γί­ζε­ται ὁ Τζά­κο Σου­λέ­μα, γέν­νη­μα θρέμ­μα τῶν τε­νε­κὲ-μα­χα­λά­δων, ποὺ τοὺς κα­τά­πι­ε ὁ νέ­ος σι­δη­ρο­δρο­μι­κὸς σταθ­μός. Καὶ δὲ χορ­ταί­νει τὰ πυ­ρι­φλε­γὴ ἡ­λι­ο­βα­σι­λέ­μα­τα καὶ τὰ παι­δά­κια στὸ πάρ­κο ποὺ παί­ζου­νε κυ­νη­γη­τὸ καὶ τοὺς συν­τα­ξι­ού­χους ποὺ δι­α­πλη­κτί­ζον­ται γιὰ τὰ πο­λι­τι­κά. Σα­λο­νι­κά­ι, Σα­λο­νι­κιός. Κι ἀ­να­ρω­τι­έ­ται τί νὰ ἀ­πό­γι­ναν ὅ­λοι ἐ­κεῖ­νοι; Καὶ τοὺς γυ­ρεύ­ει στὶς πλα­τεῖ­ες, στὶς λε­ω­φό­ρους ἀλ­λὰ καὶ στοὺς δευ­τε­ρεύ­ον­τες δρό­μους μὲ τὰ δι­πλο­παρκα­ρι­σμέ­να αὐ­το­κί­νη­τα. Τοὺς ἀ­να­ζη­τᾶ στὶς νε­όδ­μη­τες ἐρ­γα­τι­κὲς κα­τοι­κί­ες ποὺ ἀν­τι­κα­τέ­στη­σαν τὰ πα­ρα­πήγ­μα­τα τῶν ἄλ­λο­τε συ­νοι­κι­σμῶν, ἐ­κεῖ ποὺ γνώ­ρι­ζε πῶς βρι­σκό­ταν ἡ τά­δε ἀ­λά­να, τὸ τά­δε δί­πα­το μὲ τὴ χρο­νο­λο­γί­α 5718 χα­ραγ­μέ­νη στὸ ὑ­πέρ­θυ­ρο, χρο­νο­λο­γί­α ποὺ οἱ ση­με­ρι­νοὶ σί­γου­ρα ἀ­δυ­να­τοῦν νὰ κα­τα­νο­ή­σουν καὶ νὰ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σουν, τὸ δί­πα­το ποὺ πα­ρα­χώ­ρη­σε τὴ θέ­ση του σὲ ξε­νο­δο­χεῖ­ο τεσ­σά­ρων ἀ­στέ­ρων. Τοὺς ἀ­να­ζη­τᾶ καὶ στὶς τα­φό­πλα­κες μὲ τὰ πα­ρά­ξε­να γράμ­μα­τα ποὺ ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα ἀ­να­κα­λύ­πτουν, ἀ­να­σκά­πτον­τας τὰ σπλά­χνα τῆς πό­λης-μά­νας. Τοὺς ἀ­να­κα­λεῖ κα­θὼς περ­νᾶ μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ Ἀ­με­ρι­κά­νι­κο Προ­ξε­νεῖ­ο. Ἐ­δῶ ποὺ κά­πο­τε, γύ­ρω στὸ ’49-’50, τό­τε ποὺ ἀ­κό­μα δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­ξη­γή­σει πῶς τὰ κα­τά­φε­ρε καὶ ἐ­πι­βί­ω­σε, κα­τέ­θε­σε τὰ χαρ­τιά του γιὰ με­τα­νά­στευ­ση. Τὸν κό­ψα­νε ὅ­μως μιὰ καὶ φρόν­τι­σαν νὰ προ­μη­θευ­τοῦν τὸ φά­κε­λό του καὶ νὰ πλη­ρο­φο­ρη­θοῦν μέ­χρι καὶ τί ὄ­νει­ρα ἔ­βλε­πε στὸν ὕ­πνο του. Ἤ­ξε­ραν λοι­πὸν πὼς βγῆ­κε ἀ­πὸ μι­κρὸς στὸ κλα­ρὶ καὶ γιὰ τὶς φυ­λα­κὲς καὶ γιὰ τὶς ἐ­ξο­ρί­ες. Μέ­χρι καὶ γιὰ τὴν Ἀ­κρο­ναυ­πλί­α ἤ­ξε­ραν, τό­τε ποὺ πέ­ρα­σε γραμ­μὴ νὰ μά­θουν ὅ­λοι νὰ κο­λυμ­ποῦν μή­πως κι ἀ­πο­δρά­σουν ἀ­πὸ τὴ με­ριὰ τῆς θά­λασ­σας. Ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως κόν­τε­ψε νὰ μεί­νει στὸν πά­το. Κι ἀ­φοῦ μὲ κό­πο τὸν σύ­ρα­νε ἔ­ξω, «ἀ­φῆ­στε, σύν­τρο­φοι», δή­λω­σε, «θὰ ἀ­πο­δρά­σω ἀ­πὸ τὴ στε­ριά».

       Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός, δη­λα­δὴ ἐ­γώ, συλ­λο­γί­ζε­ται καὶ προ­σπερ­νᾶ τὸ Λευ­κὸ Πύρ­γο, ἀ­φή­νει πί­σω του τὸ Βα­σι­λι­κὸ Θέ­α­τρο καὶ κό­βει ἀ­ρι­στε­ρά. Τὸ Στρα­τη­γεῖ­ο πα­ρα­μέ­νει ἴ­διο καὶ ἀ­πα­ράλ­λα­χτο. Καὶ δι­α­τη­ροῦν­ται ἀ­κό­μα καὶ κά­ποι­οι στρα­τῶ­νες τοῦ 50ού Συν­τάγ­μα­τος Πε­ζι­κοῦ. Αὐ­τὸς βέ­βαι­α πιὸ πο­λὺ στὸ πει­θαρ­χεῖ­ο τὴν ἔ­βγα­ζε. «Ἐ­δῶ θὰ κα­λο­πε­ρά­σεις, πα­λι­ο­τό­μα­ρο», τὸν κα­λω­σό­ρι­σε ὁ ἐ­νη­με­ρω­μέ­νος κα­ρα­βά­νας, τό­τε ποὺ πα­ρου­σι­ά­στη­κε. Καὶ «κα­λο­πέ­ρα­σε». Καὶ στὸν πό­λε­μο ὄρ­γω­σε τὰ βου­νὰ μὲ τὸ μου­λά­ρι του κι ἔ­φα­γε χι­ό­νι μὲ τὸ τσου­βά­λι. Κι ἀ­κό­μα θρή­νη­σε τὴν πρώ­τη του γυ­ναί­κα, τὴν πρώ­τη του ἀ­γά­πη, ποὺ δὲν πρό­λα­βε νὰ χα­ρεῖ. Ἡ βόμ­βα τῶν Ἰ­τα­λῶν, τοῦ γρά­ψα­νε, ἔ­πε­σε ἀ­κρι­βῶς πά­νω στὸ σπί­τι τους. Καὶ τοῦ μα­κέ­λε­ψε τὴν ψυ­χή.

       Θυ­μᾶ­ται λοι­πὸν ὁ Τζά­κο Σου­λέ­μα, ἐ­πι­χει­ρη­μα­τί­ας στὸ Σαν­τιά­γο, μὲ βί­λα στὸ ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὸ προ­ά­στιο Λᾶς Κόν­τες, μὲ ἐ­ξο­χι­κὴ με­ζο­νέ­τα, πρώ­τη στὴ θά­λασ­σα στὴ Ρε­ϊ­νά­κα, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ Βί­νια ντὲλ Μάρ, καὶ γρα­φεῖ­α -ὑ­πο­κα­τα­στή­μα­τα στὴν Ἀ­ρί­κα, στὴν Κον­σε­ψιὸν καὶ στὸ Βαλ­πα­ραῖ­σο. Θυ­μᾶ­ται, καὶ κά­τι σὰν μο­λυ­βέ­νιο τὸν πλα­κώ­νει. Σα­λο­νι­κά­ι, Σα­λο­νι­κιός. Καὶ ὅ­λος του ὁ νταλ­γκᾶς νὰ τὸν ξυ­πνή­σει ἡ μά­να του, «ἀ­λε­βάν­τα, Τζά­κο – σή­κω ἐ­πά­νω, Τζά­κο», καὶ νὰ μὴν εἶ­ναι νύ­χτα. Κι ἀ­κό­μα νὰ τοὺς ἔρ­θουν ἐ­πι­τέ­λους βο­λι­κά, νὰ βγεῖ τὸ νοί­κι, νὰ κα­τοι­κή­σουν κά­πο­τε ἔ­στω καὶ στὸ πρῶ­το πά­τω­μα, νὰ ξε­φύ­γουν ἀ­πὸ τὰ ὑ­πό­γεια, μιὰ ζω­ὴ μού­χλα καὶ σκο­τά­δι. Ἀ­λε­βάν­τα, Τζά­κο, σή­κω ἐ­πά­νω, Τζά­κο. Ὁ πα­τέ­ρας πέ­θα­νε ξαφ­νι­κά το ’26. Καὶ ἡ μά­να στοὺς συγ­γε­νεῖς, πα­ρα­δου­λεύ­τρα καὶ πλύ­στρα. Συγ­γε­νεῖς νὰ τοὺς κά­νει ὁ Θε­ός! Χει­ρό­τε­ροι κι ἀ­πὸ ξέ­νοι. Νὰ τὴν τρα­βο­λο­γοῦ­νε γιὰ ἕ­να πιά­το φαΐ ἀ­πὸ τὰ χα­ρά­μα­τα μέ­χρι τὰ μαῦ­ρα με­σά­νυ­χτα.

       Σα­λο­νι­κά­ι, Σα­λο­νι­κιός. Κι οὔ­τε ποὺ τὸ κα­τά­λα­βε ὁ Τζά­κο Σου­λέ­μα, πὼς σου­λα­τσά­ρει τώ­ρα στὴν Ἐ­γνα­τί­α, ἀ­νά­με­σα Βε­νι­ζέ­λου καὶ Δρα­γού­μη, ἐ­κεῖ ποὺ δι­α­δή­λω­νε τὸν Μά­η τοῦ ’36. «Εὐ­τυ­χῶς ποὺ δὲ μὲ ξέ­ρει κα­νείς», ψι­θυ­ρί­ζει. Οἱ πα­λιοὶ φί­λοι ἔ­χουν πε­θά­νει ἢ ἔ­χουν γε­ρά­σει. Κι ἂν τὸ φέ­ρει ἡ τύ­χη καὶ δι­α­σταυ­ρω­θοῦν, ἀ­πο­κλεί­ε­ται νὰ τὸν ἀ­να­γνω­ρί­σουν. Πέ­ρα­σαν ἄλ­λω­στε σα­ράν­τα τό­σα χρό­νια. Πε­ρι­φέ­ρε­ται λοι­πὸν ἄ­γνω­στος με­τα­ξὺ ἀ­γνώ­στων. Καὶ δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς τὰ πάν­τα ἀ­πό­μει­ναν ἀ­σά­λευ­τα, ἀ­με­τά­βλη­τα. Δὲ γί­νε­ται ἀ­πὸ τὸ «Ἀτ­τι­κὸν» νὰ δι­α­τη­ρή­θη­κε μο­νά­χα ἡ στο­ὰ τῆς εἰ­σό­δου, καὶ τὸ «Πάν­θε­ον» καὶ τὸ «Ἴ­λιον», τό­τε «Σπλέν­τιντ», νὰ κα­τε­δα­φί­στη­καν. Πα­ρα­τη­ρεῖ λοι­πὸν τὰ ἀ­πα­στρά­πτον­τα ἐμ­πο­ρι­κὰ κέν­τρα καὶ λο­γα­ριά­ζει. Νὰ μεί­νει ἢ νὰ φύ­γει; Νὰ πε­ρά­σει μέ­σα ἢ ὄ­χι; Κά­τι τοῦ μυ­ρί­ζει ἄ­σχη­μα. Καὶ δὲν κα­τα­φέρ­νει νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει ἂν ἀ­να­βί­ω­σαν οἱ ὀ­σμὲς τῶν κα­πνι­στη­ρί­ων-οὐ­ρη­τη­ρί­ων ἢ τοῦ πα­ρα­κεί­με­νου πα­τσὰ-τζή­δι­κου. Πάν­τως αὐ­τός, ἀ­φοῦ ξε­που­λή­σει τὸ πα­στέ­λι μὲ τὸ μέ­λι, ἀ­φή­νει τὴν τά­βλα δί­πλα στὸ τα­μεῖ­ο καὶ εἰ­σέρ­χε­ται στὴ σκο­τει­νὴ αἴ­θου­σα. Ὁ­λό­κλη­ρο ἔρ­γο δὲ θυ­μᾶ­ται νὰ πα­ρα­κο­λού­θη­σε πο­τέ. Πάν­το­τε τὸν πλά­κω­νε ὁ ὕ­πνος. Ὁ ὕ­πνος, ποὺ πο­τὲ δὲν τὸν χόρ­τα­σε. Ἀ­λε­βάν­τα, Τζά­κο, σή­κω ἐ­πά­νω, Τζά­κο. Καὶ νὰ ξη­με­ρώ­νει ἡ μέ­ρα δυ­σοί­ω­νη καί,.ἀ­μεί­λι­κτη καὶ κα­τα­θλι­πτι­κή.

       «Σα­λο­νι­κά­ι, λοι­πόν, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός, δη­λα­δὴ ἄν­τρας εὔ­στρο­φος καὶ ρω­μα­λέ­ος», μο­νο­λο­γεῖ ὁ Τζά­κο Σου­λέ­μα, ἐ­τῶν 78, ποὺ ἐ­πι­στρέ­φει ὡς του­ρί­στας σ’ αὐ­τὴ τὴν πό­λη ποὺ τό­τε δὲν τὸν σή­κω­νε καὶ κυ­κλο­φο­ρεῖ ἐν­τὸς καὶ ἐ­κτός των τει­χῶν καὶ ἀ­να­κα­λύ­πτει καὶ τὸ κα­πνο­μά­γα­ζο ποὺ δού­λευ­ε, τώ­ρα στε­γά­ζει κά­ποι­ο ἰ­δι­ω­τι­κὸ ΙΕΚ, καὶ τὸ σπί­τι τοῦ κά­που στὸ Ρε­ζή, ποὺ φυ­σι­κὰ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως ἀ­γνο­εῖ τὶς φα­γά­νες καὶ τὶς μπε­το­νι­έ­ρες καὶ ἀν­τι­πα­ρέρ­χε­ται τὶς πο­λυ­τε­λεῖς βι­τρί­νες, τὰ ἀ­μέ­τρη­τα αὐ­το­κί­νη­τα, τὰ κομ­μω­τή­ρια καὶ τὰ κέν­τρα ἀ­δυ­να­τί­σμα­τος, μὲ τὶς με­γα­λο­κυ­ρί­ες ποὺ δι­α­βά­ζουν ἐμ­βρι­θῶς πε­ρι­ο­δι­κὰ μὲ τὰ τε­λευ­ταῖ­α νέ­α γιὰ τοὺς ἔ­ρω­τες τῶν τη­λε­ο­ρα­σαν­θρώ­πων. Ἀ­δυ­να­τεῖ ὅ­μως νὰ ἀ­δι­α­φο­ρή­σει γιὰ τὶς ὁ­μά­δες τῶν νε­α­ρῶν, ποὺ πο­ρεύ­ον­ται γιὰ τὸ γή­πε­δο μὲ ση­μαῖ­ες, κα­σκόλ, κα­ρα­μοῦ­ζες, φω­το­βο­λί­δες καὶ ὅ­λα τα ἀ­πα­ραί­τη­τα. «Γιὰ ἄλ­λα ἀ­γω­νι­ζό­μα­σταν ἐ­μεῖς», συλ­λο­γί­ζε­ται καὶ ἀ­να­σταί­νει τὰ το­πί­α τῆς μνή­μης του, τοὺς μι­κρό­σω­μους γέ­ρους ρα­βί­νους ποὺ ἔ­σερ­ναν σεν­τού­κια μὲ βι­βλί­α, τὴ σκε­πὴ ποὺ ἔ­στα­ζε κι ἤ­θε­λε με­ρε­μέ­τι­σμα, τὴν εἰ­κό­να τοῦ παι­διοῦ μὲ τὰ ναυ­τι­κὰ ποὺ λη­σμο­νή­θη­κε στὸν τοῖ­χο, τὸ φυ­λα­χτὸ στὸ ἔμ­πα τοῦ σπι­τιοῦ ποὺ δὲν πρό­λα­βαν νὰ ξη­λώ­σουν «τό­τε». Θέ­λει νὰ κου­βεν­τιά­σει μὲ κά­ποι­ες σκι­ές, ὅ­μως δὲν τοῦ ἀ­πο­κρί­νε­ται κα­νείς, οὔ­τε ὁ ἀν­τί­λα­λος. Πάν­τως ἐ­κεῖ ὅ­που τώ­ρα δε­σπό­ζουν τὰ ΚΤΕΛ ἢ μᾶλ­λον λί­γο πα­ρα­κά­τω, στὰ «Ἀν­ταλ­λα­κτι­κὰ Γερ­μα­νί­ας ὁ Μῆ­τσος», βρι­σκό­ταν τὸ μπα­κά­λι­κό του ἄλ­λου θεί­ου του, ὅ­που ἄ­ρον ἄ­ρον, παι­δὶ πρά­μα, τὸν ἔ­στει­λαν νὰ δου­λέ­ψει πα­ρὰ-γιός. Κου­βα­λοῦ­σε τὸ δί­χτυ μὲ τὶς πα­ραγ­γε­λί­ες στὰ σπί­τια. Καὶ πει­να­σμέ­νος μιὰ ζω­ή, ἔ­βα­ζε χέ­ρι στὰ ψώ­νια. Στὸ τυ­ρί, στὶς ἐ­λι­ές, ἀ­κό­μα καὶ στὴ ζά­χα­ρη. Ξε­σκε­πά­στη­κε ὅ­μως γρή­γο­ρα, ὅ­ταν μιὰ πε­λά­τισ­σα πα­ρα­πο­νέ­θη­κε πὼς μιὰ ὀ­κὰ τῆς χρέ­ω­σαν καὶ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ μι­σῆ τῆς ἔ­στει­λαν. Τὸν πε­ρί­λα­βε ὁ θεῖ­ος, τὸν κρέ­μα­σε ἀ­νά­πο­δα καὶ ποῦ σὲ πο­νᾶ καὶ ποῦ σὲ σφά­ζει. Ποι­ὸς ξέ­ρει ὡς ποῦ ἀ­κού­στη­καν οἱ στριγ­κλι­ές του. Βρέ­θη­καν εὐ­τυ­χῶς κά­τι γεί­το­νες καὶ εἰ­δο­ποί­η­σαν τὴν ἀ­δελ­φή του τὴ με­γά­λη. Τὴ φου­κα­ριά­ρα! Πῶς μπο­ρεῖ νὰ τὴν ξε­χά­σει τώ­ρα, μὲ βα­θου­λω­μέ­να μά­τια, σχε­δὸν χω­ρὶς ψυ­χή, στὸ Λοι­μω­δῶν, τὸν μαῦ­ρο χει­μώ­να τοῦ ’41, ποὺ ἔ­κα­νε θραύ­ση ὁ τύ­φος. Οὔ­τε καὶ τὴν ἀ­δελ­φή του τὴ μι­κρὴ μπο­ρεῖ νὰ ξε­χά­σει, τό­τε ποὺ τὴν ἀν­τά­μω­σε γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά, κου­ρε­μέ­νη γου­λὶ νὰ τουρ­του­ρί­ζει πε­ρι­βλη­μέ­νη τὰ ρι­γω­τὰ κου­ρέ­λια της. Εὐ­τυ­χῶς ὁ Κα­πὸ ἔ­κα­νε τὰ στρα­βὰ μά­τια καὶ τὸν ἄ­φη­σε νὰ τὴν πλη­σιά­σει, νὰ τῆς πεῖ ἕ­να λό­γο πα­ρη­γο­ρη­τι­κό, νὰ τῆς βά­λει στὴν τσέ­πη ἕ­να ξε­ρο­κόμ­μα­το.

       Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός. Νὰ καὶ τὸ στέ­κι στὴν ὁ­δὸ Προ­μη­θέ­ως. Λί­γο κα­φε­νές, λί­γο τα­βερ­νεῖ­ο, λί­γο τε­κές. Ἐ­κεῖ τὸν ἄ­κου­σαν νὰ τρα­γου­δά­ει γιὰ πρώ­τη φο­ρά. Τὰ εἶ­χε πι­εῖ, φτι­ά­χτη­κε. Κι ἀ­πό­μει­ναν ὅ­λοι μὲ τὸ στό­μα ὀρ­θά­νοι­χτο. Τί πά­θος, τί τσα­λί­μι, τί με­ρα­κλή­δι­κα ἀ­νε­βο­κα­τε­βά­σμα­τα! Ἀ­πὸ τό­τε, ποῦ τὸν ἔ­χα­νες ποῦ τὸν ἔ­βρι­σκες. Ἔ­σμι­γε μὲ τὶς κομ­πα­νί­ες, ἔ­κα­νε τὸ κέ­φι του. Ὁ Σα­δὶκ ὁ τυ­φλός, ὁ σαν­τουρ­τζής, ποὺ τὸν γνώ­ρι­ζε ἀ­πὸ μω­ρό, τοῦ ἔ­βγα­λε καὶ τρα­γού­δι. Νὰ θυ­μᾶ­ται τὴ μα­κα­ρί­τισ­σα τὴ μά­να του. «Ἀ­λε­βάν­τα, Τζά­κο, σή­κω ἐ­πά­νω, Τζά­κο».

.

       «Σή­κω ἐ­πά­νω Τζά­κο,

      σὲ γά­μους καὶ σὲ χα­ρές.

      Μπό­σι­κος μὴ δεί­χνε­σαι

      για­τί ἔ­χεις πε­λα­τεί­α».

.

      «Στὴν τα­βέρ­να παί­ζω τὸ ὄρ­γα­νο

      καὶ τρα­γου­δά­ω χω­ρὶς ἀ­να­πα­μὸ

      καὶ κου­νι­έ­μαι σὰν κα­ρά­βι.

      Τζά­κο μὲ λὲν ἐ­μέ­να».

.

      «Τζά­κο μὲ λὲν ἐ­μέ­να», σι­γο­τρα­γου­δά­ει καὶ πε­ρι­φέ­ρει τὴ σύγ­χρο­νη ἀ­πο­σύν­θε­σή του. Θέ­λει νὰ ξα­πο­στά­σει πιὰ καὶ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται νέ­α κο­ρί­τσια νὰ τὸν κερ­νᾶ­νε στὸ φτε­ρὸ γλυ­κὸ τοῦ κου­τα­λιοῦ καὶ δρο­σε­ρὸ νε­ρά­κι τῆς στά­μνας, ὅ­πως τό­τε. Βλέ­πει στὴν πα­ρα­λί­α τοὺς ἐ­ρα­σι­τέ­χνες ψα­ρά­δες νὰ ἀγ­κι­στρώ­νουν μὲ μα­ε­στρί­α τὰ δο­λώ­μα­τα. Βλέ­πει στὶς ἔ­ρη­μες στο­ὲς τῆς Μο­διά­νο δύ­ο τρεῖς γε­ρό­μαγ­κες ποὺ τὴ βρί­σκουν μὲ οὖ­ζο καὶ ὄ­στρα­κα, κα­θι­σμέ­νοι σὲ κα­φά­σια καὶ ψα­ρο­κα­σέ­λες, ἐ­νῶ στὸ πα­ρα­κεί­με­νο σκου­πι­δα­ριὸ βό­σκουν ἀ­νε­νό­χλη­τα οἱ μύ­γες. Πιὸ κά­τω, στὴν Τσι­μι­σκή, νε­ό­πλου­τοι ἐρ­γο­λά­βοι καὶ κα­ζι­νό­βιοι το­κο­γλύ­φοι τὸν προ­σπερ­νοῦν μὲ ἀ­λα­ζο­νεί­α καὶ ἔ­παρ­ση. Ὅ­μως ἐ­κεῖ­νος τοὺς λοι­δο­ρεῖ καὶ μέμ­φε­ται ὅ­λους τους αἴ­τιους, ποὺ μᾶς ἔ­χουν τό­σο ἄ­σπλα­χνα ἀ­πο­μο­νώ­σει. Φυ­σᾶ ὁ ἀ­έ­ρας, ση­κώ­νει σκό­νη καὶ φέρ­νει νέ­ες ἀ­να­θυ­μιά­σεις. Κι αὐ­τὸς συ­νε­χί­ζει. Καὶ περ­νᾶ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λο­τε ἔ­παυ­λη, μὲ τὰ σιν­τρι­βά­νια καὶ τὰ θε­ό­ρα­τα δέν­τρα. Στὸ πε­ρι­βό­λι τῆς μά­ζευ­ε λου­λού­δια, μαρ­γα­ρί­τες καὶ τὰ λε­γό­με­να σκυ­λά­κια, καὶ στὴν πί­σω πλευ­ρά της, ποὺ σχε­δὸν τὴν ἔ­γλυ­φε ἡ θά­λασ­σα, οἰ­κο­δο­μοῦ­σε ὁ­ρά­μα­τα καὶ σχε­δί­α­ζε τὴ φυ­γή. Ὀ­νει­ρευ­ό­ταν ἀ­πὸ τό­τε πῶς γί­νε­ται νὰ τὸν προ­σπε­ρά­σει ἡ μι­ζέ­ρια, ὅ­πως ὁ ἄγ­γε­λος τοῦ θα­νά­του τὰ σπί­τια τῶν προ­γό­νων του στὴν Αἴ­γυ­πτο.

      Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός. Κά­ποι­οι ἄλ­λοι πρό­γο­νοι, πιὸ κον­τι­νοί, δι­α­τή­ρη­σαν τὰ κλει­διὰ τῶν ἄλ­λο­τε σπι­τι­ῶν τους στὸ Το­λέ­δο καὶ στὴν Κόρ­δο­βα. Καὶ τὰ χα­ϊ­δεύ­ουν ἀ­κό­μα, κρε­μα­σμέ­να πί­σω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα, μέ­χρι τὶς μέ­ρες του. Σή­κω ἐ­πά­νω, Τζά­κο. Καὶ βλέ­πει τώ­ρα γέ­ρον­τες κα­τά­κοι­τους νὰ τὸν κοι­τοῦν σὰν σκιά­χτρα, στὸ μο­να­δι­κὸ δω­μά­τιο τοῦ σπι­τιοῦ τους, ὅ­που στρι­μώ­χνον­ται ὁ ἕ­νας πά­νω στὸν ἄλ­λο. Θυ­μᾶ­ται τὶς βρο­χὲς καὶ τοὺς χι­ο­νιά­δες καὶ τὰ κάρ­βου­να ποὺ πάν­τα ἔ­λει­παν ἀ­πὸ τὸ μαγ­κά­λι. Βλέ­πει ἀ­κό­μα τοὺς γι­α­ουρ­τσῆ­δες, τοὺς μπο­ζα­τζῆ­δες, τοὺς γα­λα­τά­δες, τοὺς μὰ-νά­βη­δες. Βλέ­πει τὸ κα­φω­δεῖ­ο-χο­ρο­δι­δα­σκα­λεῖ­ο «Ἡ Ρα­μό­να», τοὺς πα­λιοὺς φί­λους ποὺ χά­θη­καν γιὰ πάν­τα.

      Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός, πλη­γὴ κα­κο­φορ­μι­σμέ­νη, ποὺ δὲ λέ­ει νὰ γιά­νει. Καὶ ὁ Τζά­κο Σου­λέ­μα ἔ­χει φτά­σει πιὰ στὸ με­γά­λο Λού­να Πάρκ. Κό­βει εἰ­σι­τή­ριο γιὰ τὰ ἀ­ε­ρο­πλα­νά­κια. Σή­κω ἐ­πά­νω, Τζά­κο – Ἀ­λε­βάν­τα, Τζά­κο, καὶ τὸ ἀ­ε­ρο­πλα­νά­κι ση­κώ­νε­ται. Τί μπο­ρεῖ νὰ συμ­βεῖ σὲ μιὰ δι­α­κο­πὴ ρεύ­μα­τος, μιὰ στιγ­μιαία βλά­βη; Ἄ­σ’ τα νὰ πᾶ­νε! Ἐ­κεῖ­νος πάν­τως θὰ τρα­βή­ξει τὸν λε­βι­έ, θὰ στρέ­ψει τὸ πη­δά­λιο, θὰ ἀ­να­βο­σβή­σει λυ­χνί­ες καὶ δι­α­κό­πτες, θὰ πα­τή­σει κουμ­πιὰ καὶ θὰ ἐ­γερ­θεῖ ὑ­πε­ρή­φα­νος καὶ θὰ κρα­τη­θεῖ στὸν ἀ­έ­ρα ὅ­σο τὸν παίρ­νουν τὰ καύ­σι­μα, μέ­χρι νὰ σω­θεῖ τὸ λά­δι του. Καὶ σί­γου­ρα θὰ ξε­χά­σει τὸ σκο­πὸ ποὺ λέ­γα­νε οἱ Χι­λια­νοί, κι ἃς τὸν σπρώ­χνουν πρὸς τὴ θά­λασ­σα μὲ τό­ξα οἱ Πα­τα­γῶ­νες, κι ἃς τὸν προ­σμέ­νουν τε­λω­νο­φύ­λα­κες μὲ πί­πες ἀ­δεια­νές, καὶ ἃς τὸν δέ­χον­ται οἱ πο­λι­τεῖ­ες οἱ ξέ­νες, οἱ ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νες, καὶ κο­ρί­τσια ἀ­π’ τὴ Χι­λὴ ποὺ ἔ­χουν σὰν ὅ­λες τὶς γυ­ναῖ­κες τὰ ἴ­δια σκέ­λη καὶ δί­νουν μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο τὸ φι­λί.

      Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός, δη­λα­δὴ ἐ­γώ. Καὶ ὁ Τζά­κο Σου­λέ­μα θυ­μᾶ­ται ἐ­κεί­νη τὴ νυ­χτιὰ ποὺ φύ­σα­γε ὁ Βαρ­δά­ρης, ψά­χνει ἀ­κό­μα τὸ στρα­τὶ ποὺ πά­ει γιὰ τὸ Ντε­πό. Καὶ ξε­κι­νών­τας γιὰ τοῦ­το τὸ τρο­μα­κτι­κὸ τα­ξί­δι τοῦ χα­μοῦ, ἵ­πτα­ται πά­νω ἀ­πὸ τὴ γε­νέ­θλια πό­λη, ἀ­πλώ­νον­τας προ­στα­τευ­τι­κά τα νέα φτε­ρά του. Καὶ ἐ­πι­βι­ώ­νει ἐν τοῖς οὐ­ρα­νοῖς.

 . Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός, Ἐκδ. Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1999.

 .

Ἀλ­μπέρ­τος Νάρ (Θεσ­σα­λο­νί­κη 1947-2005). Γιὸς σε­φα­ρα­δι­τῶν Ἑ­βραί­ων, ἐ­πι­ζών­των τοῦ Ὁ­λο­καυ­τώ­μα­τος. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς Γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἱσ­ρα­η­λι­τι­κῆς Κοι­νό­τη­τας Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ Κέν­τρου Ἱ­στο­ρι­κῶν Με­λε­τῶν Ἑ­βρα­ϊ­σμοῦ Θεσ­σα­λο­νί­κης, μέ­λος τῆς συμ­βου­λευ­τι­κῆς ἐ­πι­τρο­πὴς τοῦ Κέν­τρου Ἱ­στο­ρί­ας τοῦ Δή­μου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Οἱ συ­να­γω­γὲς τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης. Τὰ τρα­γού­δια μας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1985· μὲ πρό­λο­γο τοῦ Γι­ώρ­γου Ἰ­ω­άν­νου). Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους (ἐκδ. Τὰ τρα­μά­κια, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1991) καὶ Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός (ἐκδ. Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1999).

 .

.

Τάσος Καλούτσας: «Σὰρξ ἐκ σαρκὸς τῆς γε­νέ­θλι­ας πόλεως…»

.

Nar,Almpertos(TeliDekaetias'80)(StoBathosISynagogiMonastirioton)

.

Τάσος Καλούτσας

.

«Σὰρξ ἐκ σαρ­κὸς τῆς γενέθλιας πόλεως…»

(Ἀ. Νάρ, Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους, σ. 85)

.

06-OmikronΑΛΜΠΕΡΤΟΣ ΝΑΡ ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ὁ­μο­τέ­χνος καὶ συ­νο­δοι­πό­ρος ἀ­πὸ τοὺς πλέ­ον ἐ­κλε­κτοὺς καὶ ἀ­γα­πη­τούς. Θυ­μᾶ­μαι ὅ­τι πρω­το­δι­ά­βα­σα πε­ζο­γρα­φι­κὸ κεί­με­νό του, μὲ τὸν τί­τλο «Ἐ­πει­σό­διο», στὸ περ. Πα­ρα­φυά­δα, τὸ 1986. Ἀ­κο­λού­θη­σαν κι ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα καὶ ἡ συλ­λο­γὴ Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 1991, ἀ­πὸ τὰ Τρα­μά­κια. Ἰ­δι­αι­τέ­ρως χά­ρη­κα ὅ­ταν ὁ ἐκ­δό­της Γ. Δου­βί­τσας, ποὺ δι­έ­θε­τε ὀ­ξύ­τα­τη ὄ­σφρη­ση στὴν ἀ­να­κά­λυ­ψη νέ­ων τα­λαν­τού­χων πε­ζο­γρά­φων, τὸν ὑ­πο­δέ­χτη­κε στὶς τά­ξεις τῆς Νε­φέ­λης, γιὰ νὰ τοῦ τυ­πώ­σει καὶ μιὰ και­νούρ­για συλ­λο­γὴ μὲ τί­τλο Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός, τὸ 1999. Ἔ­τσι, μέ­σα στὴ δε­κα­ε­τί­α, σφρα­γί­στη­κε ἡ λο­γο­τε­χνί­α μας ἀ­πὸ τὴν ποι­ο­τι­κὴ γρα­φὴ αὐ­τῶν τῶν κει­μέ­νων (συ­νο­λι­κὰ 29 καὶ στὰ δύ­ο βι­βλί­α), ποὺ κο­μί­ζουν μιὰ φρέ­σκια αἰ­σθαν­τι­κὴ αὔ­ρα στὴ δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­α τῆς πό­λης μας, ἐ­νῶ συ­νά­μα ἐμ­πλου­τί­ζουν τὸ ἦ­θος καὶ τὴ θε­μα­το­γρα­φί­α της.

           «Ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον» ἐν­τό­πι­σε ἡ κρι­τι­κὴ στὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ κα­τά­θε­ση τοῦ Ἀ. Νὰρ τὸ 1997 (χρο­νιὰ τῆς ἐ­πα­νέκ­δο­σης τοῦ πρώ­του του βι­βλί­ου ἀ­πὸ τὴ Νε­φέ­λη): «Ὁ μο­να­δι­κὸς πε­ζο­γρά­φος μας, ἀ­π’ ὅ­σο γνω­ρί­ζου­με, ποὺ θε­μα­το­γρα­φι­κὰ κα­τα­γί­νε­ται μὲ τοὺς Ἑλ­λη­νο­ε­βραί­ους τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης… Μέ­σα ἀ­πὸ ἐ­πι­μέ­ρους συμ­βάν­τα, προ­σπα­θεῖ νὰ συλ­λά­βει τὸ συλ­λο­γι­κὸ πρό­σω­πο καὶ τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη ψυ­χο­σύν­θε­ση τοῦ Θεσ­σα­λο­νι­κιοῦ Ἑ­βραί­ου, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους δί­νει ἐν­δι­α­φέ­ρον­τες καρ­πούς.»(1) Πράγ­μα­τι, ἡ δι­ά­θε­ση ψη­λά­φη­σης τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς δι­α­δρο­μῆς τῶν φυ­λε­τι­κὰ ὁ­μοί­ων του, ἡ ἐ­ξαρ­χῆς συ­ναί­σθη­ση τοῦ συγ­γρα­φέ­α-ἀ­φη­γη­τῆ ὅ­τι εἶ­ναι «ὁ γό­νος ὁ στερ­νὸς μιᾶς προ­σφυ­γιᾶς ποὺ ἄ­ρα­ξε στὸν τό­πο αὐ­τό, μὲ τὴν ψυ­χὴ στὸ στό­μα» (Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους, σ. 76), ἡ βού­λη­σή του νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει τὴν προ­σω­πι­κή του ταυ­τό­τη­τα στὸ τώ­ρα μὲ τὴ βο­ή­θεια μιᾶς μνή­μης ποὺ γρη­γο­ρεῖ, ἀ­να­κα­λών­τας σὲ μιὰ εὐ­ρύ­τε­ρη προ­ο­πτι­κὴ χρό­νου εὐ­τυ­χι­σμέ­να στιγ­μι­ό­τυ­πα ἀλ­λὰ καὶ ὧ­ρες βα­ρι­ὲς ἀ­πὸ μαύ­ρους και­ρούς, ἡ ἀ­γά­πη του τέ­λος στὰ ὅ­ρια τῆς λα­τρεί­ας γιὰ τὴν πό­λη του καὶ ἡ προ­σπά­θειά του νὰ προσ­δι­ο­ρί­σει τὴν «ἀ­πὸ αἰ­ώ­νων» σχέ­ση του μα­ζί της, ἀ­πο­τε­λοῦν ἐν σπέρ­μα­τι συγ­γρα­φι­κὰ ζη­τού­με­να, ἀ­πὸ τὴ δη­μο­σί­ευ­ση ἤ­δη τοῦ πρώ­του ἀ­ξι­ό­λο­γου κει­μέ­νου του μὲ τί­τλο «Ἡ πό­λη μου οἱ ρί­ζες μου» (περ. Τὸ Δέν­τρο, Δεκ.1985-Ἰ­άν. 1986).

           Κα­τὰ βά­ση, λοι­πόν, ὁ Νὰρ ἀντλεῖ τὸ ὑ­λι­κό του ἀ­πὸ τὸ βι­ω­μα­τι­κό του ὑ­πό­στρω­μα καὶ συ­χνὰ δὲν δι­στά­ζει νὰ φα­νε­ρώ­σει ἄ­με­σα τὸν αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κό του πυ­ρή­να. Πα­ράλ­λη­λα, ὅ­μως, μὲ τὴν ἀ­το­μι­κὴ ἱ­στο­ρί­α, ὑ­φαί­νε­ται στὸ φόν­το μὲ τρό­πο πει­στι­κό, ἄλ­λο­τε ὡς μύ­θος καὶ ἄλ­λο­τε ὡς δρα­μα­τι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς φυ­λε­τι­κῆς συλ­λο­γι­κό­τη­τας, για­τὶ τὸ ὕ­φος τῆς ἀ­φή­γη­σης —γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο τό­σο τα­πει­νὰ ἐκ­φρά­ζει τὴν ἀ­μη­χα­νί­α του ὁ συγ­γρα­φέ­ας(2)— συν­δυά­ζει μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τό­σο τὴν ἐ­ξο­μο­λο­γη­τι­κὴ ρε­α­λι­στι­κὴ δι­α­πραγ­μά­τευ­ση ὅ­σο καὶ τὴν ποι­η­τι­κὴ-συ­νειρ­μι­κὴ δυ­να­μι­κὴ τῆς γρα­φῆς, ποὺ βο­η­θά­ει τὴ φαν­τα­σί­α του ν’ ἀ­πογει­ώ­νε­ται, ἀ­να­πλω­ρί­ζον­τας δρα­στι­κὰ μέ­σα στὸ χῶ­ρο καὶ τὸ χρό­νο.

           Γε­νι­κὰ ἡ σχέ­ση πα­ρελ­θόν­τος-πα­ρόν­τος μὲ κεν­τρι­κὸ ἄ­ξο­να τὴν πό­λη καὶ τὸ ἔμ­ψυ­χο δυ­να­μι­κό της (ἂς ὑ­πεν­θυ­μί­σου­με πὼς ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἐκ­προ­σω­πεῖ μιὰ ἀ­πὸ τὶς πο­λυ­πλη­θέ­στε­ρες καὶ ἀκ­μαι­ό­τε­ρες ὁ­μά­δες πλη­θυ­σμοῦ ποὺ ἐγ­κα­τα­στά­θη­καν καὶ ἀ­να­πτύ­χθη­καν ἐ­δῶ, πο­λι­τι­σμι­κὰ καὶ οἰ­κο­νο­μι­κά, κυ­ρί­ως με­τὰ τὰ μέ­σα του 14ου αἰ.) εἶ­ναι ἀ­πὸ τὰ βα­σι­κό­τε­ρα θέ­μα­τα ποὺ ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ προ­σεγ­γί­σει ἀ­πὸ ποι­κί­λες ὀ­πτι­κὲς γω­νί­ες. Θὰ ἔ­λε­γα μά­λι­στα πὼς ἡ στα­θε­ρὴ πα­ρου­σί­α τῆς πό­λης κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ τὸν ἐμ­ψυ­χώ­νει στὸ ἔρ­γο του. Ὅ­πως γρά­φει κά­που «Μιὰ μέ­ρα… οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ ἀ­φα­νί­στη­καν στὶς δί­νες, στὶς δια­ρκεῖς ἐ­ναλ­λα­γὲς τῶν και­ρῶν, δὲν θὰ ὑ­πάρ­χουν. Ἀ­νάλ­γη­τη ἡ λή­θη θὰ τοὺς ἰ­σο­πε­δώ­νει. Ὅ­μως ἡ πό­λη θὰ εἶ­ναι πάν­τα ἐ­δῶ, μὲ τὶς ἀ­πύθ­με­νες μνῆ­μες της, προ­σφε­ρό­με­νη γιὰ δι­ο­λι­σθή­σεις στὸ χῶ­ρο καὶ στὸ χρό­νο»(3). Πέ­ρα ἀ­πὸ τὴ μοι­ραί­α δι­α­πί­στω­ση πὼς «ὅ­λα χλο­μιά­ζουν σι­γὰ σι­γὰ καὶ πᾶ­νε ὁ­ρι­στι­κὰ νὰ σβή­σουν», πέ­ρα ἀ­π’ τὸ γε­γο­νὸς πὼς ἀ­κό­μα « καὶ οἱ σχέ­σεις καὶ οἱ δε­σμοὶ ἐκ­φυ­λί­ζον­ται» φαί­νε­ται πὼς «οἱ μνῆ­μες εἶ­ναι ἀ­να­πό­φευ­κτα δε­μέ­νες μὲ τοὺς συγ­κε­κρι­μέ­νους χώ­ρους» (τῆς πό­λης). Ὅ­σο ζεῖς καὶ κυ­κλο­φο­ρεῖς ἐ­κεῖ τὶς συν­τη­ρεῖς. Ὅ­ταν ἀ­πο­μα­κρύ­νε­σαι χά­νε­ται ἡ συγ­κί­νη­ση»(4). Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ γιὰ τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ χά­θη­καν δι­α­τη­ρεῖ μιὰ πί­στη μελ­λον­τι­κῆς ἀ­νά­στα­σής τους. Πι­θα­νό­τα­τα λό­γω καὶ τῆς ἐ­νο­ρα­τι­κῆς ἱ­κα­νό­τη­τάς του ὡς δη­μι­ουρ­γοῦ, μπο­ρεῖ κι­ό­λας νὰ τοὺς δι­α­κρί­νει μὲ βε­βαι­ό­τη­τα ἢ καὶ νὰ κι­νεῖ­ται ἀ­νά­με­σά τους: «Τὰ ξέ­ρω ἐ­γὼ αὐ­τά, τὰ με­λε­τῶ… Κι ἀ­κό­μα ξέ­ρω πὼς ὅ­λα ὅ­σα σή­με­ρα μὲ δυ­να­στεύ­ουν δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἀ­μυ­χὲς στὴν ἐ­πι­δερ­μί­δα τῆς μνή­μης…Γι’ αὐ­τὸ κά­θε φο­ρὰ ποὺ προ­σεγ­γί­ζω αὐ­τὴ τὴν πό­λη εἴ­τε μέ­σα ἀ­πὸ ἐ­θνι­κὲς ὁ­δοὺς εἴ­τε ἀ­πὸ σταθ­μοὺς σι­δη­ρο­δρό­μων καὶ ἀ­ε­ρο­δρό­μια, ἀλ­λὰ πιὸ πο­λὺ ἀ­πὸ τὴ με­ριὰ τῆς θά­λασ­σας νι­ώ­θω πὼς κά­ποι­ες σκι­ὲς ἀ­γα­πη­μέ­νες μὲ ὑ­πο­δέ­χον­ται καὶ μὲ πα­ρα­στέ­κουν καὶ δὲν μὲ ἀ­πο­χω­ρί­ζον­ται. Καὶ τό­τε κλεί­νω τὰ μά­τια μου καὶ ἐκ τῆς τέ­φρας μου ἀ­να­γεν­νῶ­μαι, μέ­σα ἀ­πὸ νε­φέ­λες ἄλ­λων εὐ­τυ­χι­σμέ­νων και­ρῶν.»(5)

            Εὔ­κο­λα ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται κα­νεὶς ὅ­τι ἡ με­γά­λη το­μή, τὸ ὅ­ριο ποὺ ση­μα­δεύ­ει τὸ ἔρ­γο τοῦ Νὰρ εἶ­ναι πρώ­τι­στa τὰ δει­νὰ ποὺ ὑ­πέ­στη­σαν οἱ ἄν­θρω­ποι τῆς φυ­λῆς του ἀ­πὸ τοὺς Να­ζὶ στὴ διάρκεια τοῦ Πο­λέ­μου. Εἶ­ναι γνω­στὲς ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες κι­ό­λας μέ­ρες τοῦ 1941 οἱ ἀ­πα­γο­ρεύ­σεις, οἱ φυ­λα­κί­σεις, οἱ λε­η­λα­σί­ες καὶ οἱ κα­τα­σχέ­σεις, οἱ κα­τα­στρο­φὲς καὶ ἀ­πε­ρί­γρα­πτες τα­πει­νώ­σεις στὶς ὁ­ποῖ­ες ὑ­πο­βλή­θη­καν. Στὶς 15/03/1943 ἀ­να­χω­ρεῖ ὁ πρῶ­τος συρ­μὸς μὲ προ­ο­ρι­σμὸ τὰ στρα­τό­πε­δα τοῦ θα­νά­του Ἄ­ου­σβιτς-Μπι­ρ­κε­νά­ου. Μέ­χρι τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1943 θὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν ἄλ­λες 18 ἀ­πο­στο­λὲς ποὺ θὰ τοὺς με­τα­φέ­ρουν ὅ­λους σχε­δὸν στὸν τό­πο τῆς ἐ­ξόν­τω­σης. Αὐ­τοὶ εἶ­ναι «οἱ μαῦ­ροι και­ροὶ τῶν ἑρ­μη­τι­κῶν βα­γο­νι­ῶν καὶ τῶν κί­τρι­νων ἄ­στρων», ὅ­πως γρά­φει ὁ Νάρ, ποὺ θὰ ὁ­δη­γή­σουν στὸν ἀ­φα­νι­σμὸ τοῦ 96% πε­ρί­που τῶν με­λῶν τῆς Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κῆς κοι­νό­τη­τας τῆς πό­λης. Εἶ­ναι ἡ στιγ­μὴ ποὺ δι­α­κό­πη­κε ἡ ἤ­ρε­μη ρο­ὴ τῶν εὐ­τυ­χι­σμέ­νων γε­γο­νό­των κι ἐ­πῆλ­θε ἡ ρή­ξη στὸ χρό­νο· «συν­τε­λέ­στη­κε ἡ ὑ­πέρ­τα­τη Ὕ­βρις» γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ὁ ἀ­φη­γη­τὴς δι­και­οῦ­ται ν’ ἀ­να­ζη­τᾶ ἐ­φε­ξῆς ἐ­να­γώ­νια «τὸ ὅ­ρα­μα τῆς ὑ­πέρ­τα­της κά­θαρ­σης»(6).

            Ἀ­πὸ τὸν Μά­ι­ο τοῦ 1945 ἄρ­χι­σαν νὰ κα­τα­φθά­νουν στα­δια­κὰ οἱ δι­α­σω­θέν­τες ἀ­πὸ τὰ κρε­μα­τό­ρια. Εἶ­ναι οἱ ἐ­πι­στρέ­ψαν­τες ἀ­πὸ τὴν «ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τη κα­τα­στρο­φή». Γρά­φει ὁ Νάρ: «Ὅ­ταν φά­νη­κε ἐ­πι­τέ­λους ὁ πρῶ­τος ἀ­π’ αὐ­τοὺς τοὺς ξε­ρι­ζω­μέ­νους φά­γα­νε τὸν κό­σμο νὰ τὸν πε­τύ­χου­νε κι ἔ­πε­σαν πά­νω του δι­ψών­τας νὰ μά­θουν. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­δει­χνε κου­ρα­σμέ­νος κι ἀ­πό­το­μος… (Λί­γο οὖ­ζο τοῦ λύ­νει τὴ γλώσ­σα). Κι ἀ­να­τρί­χια­σαν ὅ­λοι κα­θὼς τοὺς μί­λη­σε γιὰ τὸ φρι­κι­α­στι­κὸ τα­ξί­δι καὶ τοὺς ἔ­δει­ξε τὸν ἀ­ριθ­μὸ ποὺ τοῦ μαρ­κά­ρι­ζε τὸ μπρά­τσο καὶ θυ­μή­θη­κε καὶ τὶς ρι­γω­τὲς στο­λὲς καὶ τὰ βα­ριὰ τὰ κά­τερ­γα καὶ τοὺς φούρ­νους ποὺ ἀ­φά­νι­ζαν ἀν­θρώ­πους νύ­χτα μέ­ρα… (Ὅ­σοι τὸν ἀ­κοῦν ἀ­δυ­να­τοῦν νὰ τὸν πι­στέ­ψουν)… Σᾶς τό ‘πα ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ πὼς δύ­σκο­λα θὰ χω­ρέ­σουν στὸ μυα­λό σας αὐ­τά… Κι αὔ­ριο θὰ τὸ δεῖ­τε ποὺ θὰ τὰ γρά­ψου­νε μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ θὰ τὰ δεί­ξου­νε καὶ στὸ σι­νε­μά…­» («Τὸ πα­λιὸ τρε­λο­κο­μεῖο», σ. 19.) Οἱ ἄν­θρω­ποι αὐ­τοὶ ἔ­χουν βι­ώ­σει τὸν τρό­μο τό­σο βα­θιὰ στὸ πε­τσί τους ποὺ θε­ω­ροῦν ὅ­τι ἀ­κό­μα κι ὁ Ἐμ­φύ­λιος ὑ­πῆρ­ξε «ἕ­να τί­πο­τα» μπρο­στὰ στὴ δι­κή τους δο­κι­μα­σί­α. Ἡ ἀ­νεί­πω­τη φρί­κη με­τα­δί­δε­ται ἔμ­με­σα κι ἀ­πὸ τὴν ἀ­φή­γη­ση ἑ­νὸς ἄλ­λου «κα­τὰ τύ­χη» ἐ­πι­ζῶν­τος, τοῦ Σο­λο­μὼν Ροῦσ­σο στὴ συ­ζή­τη­σή του μὲ τὸν ποι­η­τὴ Γ.Θ. Βα­φό­που­λο. Οὔ­τε οἱ ἴ­διοι οἱ γο­νεῖς δὲν ἀν­τέ­χουν νὰ ἀ­πο­κα­λύ­ψουν στὰ παι­διά τους τὰ φρι­χτὰ γε­γο­νό­τα. Ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους τὸ παίρ­νουν ἀ­πό­φα­ση, ὁ ἀ­φη­γη­τὴς ποὺ τὰ μα­θαί­νει γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ νι­ώ­θει σὰν νὰ ξα­νοί­γε­ται μπρο­στά του ἕ­να χά­σμα: «Αὐ­τή, λοι­πόν, ἦ­ταν ἡ δι­α­φο­ρά του.» Κι ἔ­πρε­πε νὰ φτά­σει στὰ πρό­θυ­ρα τῆς ἐ­φη­βεί­ας γιὰ νὰ τὴ νιώ­σει»(7).

            Γιὰ τὸν συγ­γρα­φέ­α-ἀ­φη­γη­τή, ἄ­με­σο ἀ­πό­γο­νο τῆς βα­σα­νι­σμέ­νης γε­νιᾶς, τέ­κνο «μαρ­κα­ρι­σμέ­νων» —τοῦ 115210 καὶ τῆς 40041 (σ. 138)— τὸ Ὁ­λο­καύ­τω­μα καὶ ὁ ὀ­δυ­νη­ρὸς ἀ­πό­η­χός του στὶς ψυ­χὲς καὶ στὰ σώ­μα­τα ὅ­σων ἀ­πὸ τοὺς δι­κούς του στά­θη­καν τυ­χε­ροὶ καὶ δὲν «τοὺς πῆ­ραν κα­ρά­βια μὲ μαῦ­ρα πα­νιὰ» ἀλ­λὰ ὁ θρῆ­νος τους δὲν ἔ­πα­ψε ἔ­κτο­τε νὰ πλη­γώ­νει τὸν τό­πο, χώ­ρια τὰ ζό­ρια ποὺ τρα­βή­ξα­νε γιὰ νὰ ξα­να­πα­τή­σουν ὄρ­θιοι στὰ πό­δια τους, γί­νον­ται ἀ­φορ­μὴ γιὰ με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ πιὸ σπα­ρα­κτι­κὰ καὶ συ­νά­μα τρυ­φε­ρὰ δι­η­γή­μα­τα: «Ἐ­πει­σό­διο», «Τὸ πα­λιὸ τρε­λο­κο­μεῖ­ο», «Σπα­ράγ­μα­τα», «Συ­να­ξά­ρι τῆς Ἀ­δέ­λας καὶ τοῦ Μο­ρίς», «Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους», «Ἡ βα­ρώ­νη αἰ­ω­ρεῖ­ται στὸ χρό­νο», «Μπρο­στὰ σὲ μιὰ πα­λιὰ φω­το­γρα­φί­α», «Ἀ­νε­ξό­φλη­το χρέ­ος», «Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός». Ὅ­μως στὴν πε­ρί­πτω­σή του, οἱ μνῆ­μες —ποὺ «μπλέ­κουν σὰν πε­το­νι­ές», ἔ­στω κι ἂν ἡ πό­λη εἶ­ναι «τό­σο σκλη­ρὴ γιὰ ὅ­σους ἐ­πι­μέ­νουν νὰ θυ­μοῦν­ται» («Ἡ πό­λη μου οἱ ρί­ζες μου», σ. 80)— ἀ­φο­ροῦν ὄ­χι μο­νά­χα τοὺς ζων­τα­νοὺς ἀλ­λὰ κι ἐ­κεί­νους ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χουν πιά: «Οἱ φυ­σι­ο­γνω­μί­ες ποὺ δὲν τὶς γνώ­ρι­σες. Καὶ τὶς ἀ­να­βι­ώ­νεις τώ­ρα κα­τὰ τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες σου, σὰ νὰ ἀ­σκεῖ­σαι σὲ τα­ξί­μι μα­κρό­συρ­το καὶ πα­ρα­πο­νι­ά­ρι­κο. Καὶ τὶς ἀ­να­βι­ώ­νεις μὲ τὶς περ­γα­μη­νές τους καὶ τοὺς τί­τλους τους, ποὺ εἶ­ναι καὶ δι­κοί σου.» («Μπρο­στὰ σὲ μιὰ πα­λιὰ φω­το­γρα­φί­α», σ. 38.) Σὰν σὲ ἀν­τί­στι­ξη συν­τη­ρεῖ καὶ ἀ­να­σταί­νει τὰ κομ­μά­τια μιᾶς «ἄλ­λης ἀ­γα­πη­μέ­νης ζω­ῆς» ποὺ ζῆ­σαν στὸ γε­νέ­θλιο τό­πο κι ὁ ἴ­διος δὲν πρό­λα­βε. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, σὲ κεί­με­να ὅ­πως τὸ «Ἄ­σμα ἀ­σμά­των» ἢ «Οἱ σα­ράν­τα καὶ ἡ Ἐ­στρέ­α» ζων­τα­νεύ­ουν σκη­νὲς ἀ­πὸ τὸ μυ­θι­κὸ πα­ρελ­θὸν ποὺ τὶς χα­ρα­κτη­ρί­ζει ποι­η­τι­κὴ χροι­ὰ πα­ρα­μυ­θιοῦ, χω­ρὶς νὰ λεί­πουν καὶ κά­ποι­ες τρα­γι­κὲς νό­τες. Νὰ ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι ἡ μα­γι­κὴ ἐκ­δο­χὴ τοῦ πα­ρα­μυ­θιοῦ ἐ­πι­μέ­νει ν’ ἀγ­γί­ζει τοὺς ἥ­ρω­ες τοῦ Νάρ, ἀ­κό­μα καὶ στὶς πιὸ δύ­σκο­λες κα­τα­στά­σεις ποὺ βι­ώ­νουν: «Τε­λι­κὰ δὲ βρέ­θη­κε πα­ρὰ ἕ­να ὑ­πό­γει­ο, λί­γο πα­ρα­πά­νω, ποὺ γειτ­νί­α­ζε ἄ­με­σα μὲ τὴν ἀ­πο­χέ­τευ­ση. Στρα­τι­ὲς πον­τι­κῶν μᾶς κα­τέ­κλυ­ζαν. Καὶ ἀ­να­ζή­τη­σα συ­χνὰ τὸν τύ­πο μὲ τὴ μα­γι­κὴ φλο­γέ­ρα νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ καὶ τὰ πον­τί­κια νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σουν, ὅ­πως στὸ πα­ρα­μύ­θι.»(8)

            Ἀ­πὸ τὶς συλ­λο­γὲς δὲν θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἀ­που­σιά­ζουν καὶ οἱ ἱ­στο­ρί­ες κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, μιᾶς καὶ ὁ Νὰρ γνω­ρί­ζει σὲ βά­θος τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ κοι­νω­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ τὰ προ­βλή­μα­τά της. Με­ρι­κὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ ποὺ ἀ­φο­ροῦν κυ­ρί­ως νε­α­νι­κὲς ἐμ­πει­ρί­ες καὶ πε­ρι­πέ­τει­ες τῶν ἡ­ρώ­ων, μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α ἑ­νὸς μου­σι­κοῦ συγ­κρο­τή­μα­τος, ἑ­νὸς ἀ­θλη­τι­κοῦ ἀ­γώ­να ἢ μιᾶς συ­ναρ­πα­στι­κῆς κι­νη­μα­το­γρα­φι­κῆς ται­νί­ας, πε­ρι­γρά­φον­ται μὲ χι­οῦ­μορ ποὺ φτά­νει στὰ ὅ­ρια τοῦ αὐ­το­σαρ­κα­σμοῦ. Σὲ ἄλ­λα μᾶς δί­νον­ται ἐμ­πει­ρί­ες ἀ­πὸ τὸ στρα­τὸ (μὲ τὴν εὐ­και­ρί­α τῆς ἐ­πι­στρά­τευ­σης τοῦ 1974) ἢ ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο (λό­γω μιᾶς εἰ­σα­γω­γῆς γιὰ ἐ­ξε­τά­σεις). Δι­η­γή­μα­τα ἐ­ξάλ­λου ὅ­πως «Τὸ δι­κό μας Μαν­χά­ταν» ξαφ­νιά­ζουν μὲ τὴ δύ­να­μη τῆς φαν­τα­σί­ας καὶ τὴν πρω­το­τυ­πί­α τους, ὑ­πο­γραμ­μί­ζον­τας τὴν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα μιᾶς δι­α­φυ­γῆς ποὺ μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι καὶ αὐ­τα­πά­τη. Ἂν καὶ στὸ φι­νά­λε βρί­σκει μό­νος του τὴν ἀ­πάν­τη­ση σ’ αὐ­τὸ τὸ δέ­λε­αρ τῆς δρα­πέ­τευ­σης ποὺ κά­πο­τε ἐ­γεί­ρε­ται μέ­σα του: «Κά­θο­μαι λοι­πὸν στ’ αὐ­γά μου. Κι ὅ­ταν κα­μιὰ φο­ρὰ μπαί­νει ὁ δι­ά­βο­λος μέ­σα μου καὶ μὲ τρι­βε­λί­ζει, δρα­πε­τεύ­ω μέ­σ’ ἀ­π’ αὐ­τὲς τὶς γραμ­μές.»(9) Ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἰ­δι­αί­τε­ρα το­νί­ζουν ἢ ὑ­πο­βάλ­λουν τὰ κεί­με­νά του εἶ­ναι ἀ­ναμ­φί­βο­λα ἡ ἀν­θρω­πιὰ καὶ ἡ ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τῆς ἀ­γά­πης. Μιᾶς ἀ­γά­πης δυ­να­τῆς καὶ ἀ­προ­κά­λυ­πτης, ὅ­πως αὐ­τὴ ποὺ ἐκ­δη­λώ­νουν με­τα­ξύ τους ὁ Σο­λο­μὼν Ροῦσ­σο καὶ ὁ Γ. Θ. Βα­φό­που­λος. Για­τὶ «οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ πο­λὺ δο­κι­μά­στη­καν εἶ­ναι σὲ θέ­ση καὶ πο­λὺ ν’ ἀ­γα­πή­σουν». Κι ὅ­ταν ἀ­γα­πᾶς πο­λὺ κά­ποι­ον, τὸν θυ­μᾶ­σαι πάν­τα, θὰ συμ­πλη­ρώ­σει ὁ συγ­γρα­φέ­ας («Ὁ ποι­η­τὴς Γ.Θ. Βα­φό­που­λος», σ. 76). Ἀ­γά­πη, λοι­πόν, πλα­τιὰ ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἀγ­κα­λιά­ζει στορ­γι­κὰ καὶ τὸν ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε «ἄλ­λον», ἄ­σχε­τα ἂν ἀ­νή­κει σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ρά­τσα ἢ θρη­σκεί­α («Στραν­τι­ώ­τη Χου­σε­ῒν Μεχ­μέτ»).

           Ἡ χρή­ση τοῦ β΄ προ­σώ­που ποὺ κά­νει συ­χνό­τε­ρα ὁ Νάρ (ἂν καὶ ἐ­ναλ­λάσ­σε­ται μὲ τὸ α΄ ἢ σπα­νι­ό­τε­ρα μὲ τὸ γ΄, χω­ρὶς νὰ ση­μαί­νει τί­πο­τε ἰ­δι­αί­τε­ρο αὐ­τό), ὁ οἰ­κεῖ­ος καὶ ζε­στὸς τό­νος τῆς ἀ­φή­γη­σης ποὺ μοιά­ζει σὰν ν’ ἀ­πευ­θύ­νε­ται ἐ­ξο­μο­λο­γη­τι­κὰ στὸν ἑ­αυ­τό του, θυ­μί­ζουν τὸν Γ. Ἰ­ω­άν­νου. Ἀ­ναμ­φί­βο­λα ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἄ­σκη­σε θε­τι­κὴ ἐ­πί­δρα­ση στὴν προ­σω­πι­κή του «ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους». Τὸ ὕ­φος τοῦ Νὰρ βέ­βαι­α ποι­κίλ­λει ἀ­νά­λο­γα καὶ μὲ τὸ θέ­μα του. Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πῶ ὅ­τι δι­α­κρί­νω δύ­ο «τρό­πους» στὶς ἀ­φη­γή­σεις του: ἕ­νας συ­νειρ­μι­κὸς-ποι­η­τι­κὸς ποὺ νο­μί­ζω ὅ­τι κυ­ρια­ρχεῖ στὰ δι­η­γή­μα­τα τῆς πρώ­της συλ­λο­γῆς ἀλ­λὰ καὶ σὲ με­ρι­κὰ τῆς δεύ­τε­ρης, ὅ­πως «Ἡ βα­ρώ­νη αἰ­ω­ρεῖ­ται στὸ χρό­νο» κ.ἄ.· ὁ ἄλ­λος ρε­α­λι­στι­κός, μὲ γλώσ­σα πιὸ λυ­μέ­νη καὶ λα­ϊ­κό­τρο­πη, μὲ δι­α­λό­γους ἀ­πο­λαυ­στι­κούς, μᾶς ἀ­φη­γεῖ­ται ἄ­με­σα τὶς κοι­νὲς κα­θη­με­ρι­νὲς ἱ­στο­ρί­ες. Καὶ στὶς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις πάν­τως νὰ ἐ­πι­ση­μά­νω τὴν ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τη ἱ­κα­νό­τη­τα τοῦ συγ­γρα­φέ­α στὸ κλεί­σι­μο τοῦ δι­η­γή­μα­τος μὲ μιὰ δυ­να­τὴ πα­ρά­γρα­φο, ὅ­που, ἀ­να­κα­λών­τας πρά­ξεις καὶ συ­ναι­σθή­μα­τα μὲ τὴ βο­ή­θεια τῆς μνή­μης ἀλ­λὰ καὶ τῆς πα­ρα­τή­ρη­σης, προ­βαί­νει σὲ ἕ­ναν δρα­στι­κὸ ἀ­να­στο­χα­σμό, κα­θο­ρι­στι­κὸ γιὰ τὴν ὅ­ποι­α στά­ση τοῦ ἀ­φη­γη­τῆ στὸ τώ­ρα. Ἡ πα­ρά­γρα­φος αὐ­τή, ποὺ μοιά­ζει μὲ σύν­το­μη ἀ­να­κε­φα­λαί­ω­ση, ὁ­μο­λο­γί­α ἢ τε­λι­κὸ ἀ­πο­λο­γι­σμό (γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἀ­πὸ τὸν ἐ­πί­λο­γο τοῦ «Κον­σο­μα­σιὸν καὶ ρεμ­πέ­τι­κα» συ­νά­γε­ται ὅ­τι τὸ μό­νο καὶ ὁ­ρι­στι­κὸ κέρ­δος ἀ­π’ ὅ­λα τα νυ­χτο­περ­πα­τή­μα­τα τοῦ νε­α­ροῦ ἥ­ρω­α ἦ­ταν ἡ μύ­η­σή του «στὰ ἅ­για ρεμ­πέ­τι­κα τῆς Λέ­λας»­), νὰ ποῦ­με ὅ­τι προ­ϋ­πο­θέ­τει καὶ ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ αὐ­το­γνω­σί­ας.

           Καὶ τέ­λος δύ­ο κου­βέν­τες γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο Ἀ. Νάρ. Δὲν μπο­ρῶ νὰ πῶ ὅ­τι κρα­τού­σα­με στε­νὴ ἐ­πα­φή, ἀλ­λὰ τὸν θε­ω­ροῦ­σα φί­λο ἀ­γα­πη­τό. Μέ­να­με στὴν ἴ­δια πό­λη, ἐμ­φα­νι­στή­κα­με στὰ γράμ­μα­τα σχε­δὸν τὴν ἴ­δια χρο­νι­κὴ πε­ρί­ο­δο (μέ­σα τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’­80), δη­μο­σι­εύ­α­με κεί­με­να σχε­δὸν στὰ ἴ­δια λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ κι ἐ­κτι­μού­σα­με ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον, ὅ­πως φαί­νε­ται κι ἀ­πὸ τὶς ἀ­φι­ε­ρώ­σεις τῶν βι­βλί­ων ποὺ ἀν­ταλ­λά­ξα­με. Στὶς ἀ­ραι­ὲς συ­ναν­τή­σεις μας σὲ δι­ά­φο­ρες ἐκ­δη­λώ­σεις βρί­σκα­με τὴν εὐ­και­ρί­α ν’ ἀλ­λά­ξου­με καὶ λί­γα λό­για. Ἦ­ταν με­τρη­μέ­νος καὶ γλυ­κο­μί­λη­τος, ἡ πα­ρου­σί­α του ἐ­ξέ­πεμ­πε μιὰ πρα­ό­τη­τα κι ἕ­να ἦ­θος ποὺ θὰ πρέ­πει νά ’ταν φυ­σι­κὸ τοῦ χα­ρα­κτή­ρα του. Μιὰ φο­ρά, σ’ ἕ­να Συ­νέ­δριο, τοῦ ζή­τη­σα νὰ δι­α­βά­σει στὸ κοι­νὸ ἕ­να κεί­με­νο ἀν­τὶ γιὰ μέ­να καὶ δέ­χτη­κε ἀ­μέ­σως μὲ προ­θυ­μί­α νὰ μ’ ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­σει. Φαν­τά­ζο­μαι ὅ­τι κά­ποι­ος ποὺ δι­α­θέ­τει τέ­τοι­ο εὐ­προ­σή­γο­ρο καὶ κα­λο­συ­νά­το χα­ρα­κτή­ρα θὰ εἶ­χε ὁ­ρι­σμέ­να προ­βλή­μα­τα, ὅ­ταν ἡ δου­λειά του (ὡς γνω­στόν, ὑ­πῆρ­ξε γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κῆς Κοι­νό­τη­τας) τοῦ ἐ­πέ­βαλ­λε, με­ρι­κὲς φο­ρές, στὸ πλαί­σιο τῆς τυ­πι­κῆς ἄ­σκη­σης τῶν κα­θη­κόν­των του, μιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά. Τὴν ἄ­πο­ψή μου αὐ­τὴ ἔρ­χε­ται νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει σὲ ἕ­να πρό­σφα­το κεί­με­νό του καὶ ὁ Ν. Δα­βέτ­τας μνη­μο­νεύ­ον­τας ἕ­να σχε­τι­κὸ συμ­βὰν μὲ ἥ­ρω­α τὸ Νὰρ ποὺ ἡ εὐ­αι­σθη­σί­α του σὲ πα­ρό­μοι­α θέ­μα­τα φαί­νε­ται ὅ­τι μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν φέ­ρει στὰ ὅ­ρια τοῦ ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ σπα­ραγ­μοῦ καὶ τῆς συν­τρι­βῆς. Κι αὐ­τὴ ἡ στά­ση του, ση­μει­ώ­νει ὁ Δα­βέτ­τας, τὸν πα­ρα­κί­νη­σε νὰ πλά­σει ἀρ­γό­τε­ρα (στὴν «Ἑ­βραί­α νύ­φη» του) ἕ­ναν μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κὸ ἥ­ρω­α, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ συμ­πί­λη­μα δύ­ο προ­σώ­πων – ἕ­να ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων εἶ­ναι ὁ Ἀλ­μπέρ­τος(10). Τέ­τοι­ος «σπά­νιος τύ­πος», ὅ­πως μοῦ τὸν χα­ρα­κτή­ρι­σε κά­πο­τε κι ὁ Ἀλ. Ζή­ρας, ἦ­ταν ὁ συγ­γρα­φέ­ας ποὺ ἐ­ξε­τά­ζου­με.

           Ἔ­φυ­γε νω­ρὶς ἀ­πὸ τὴ ζω­ή, στὴ ση­μα­δια­κὴ ἡ­λι­κί­α τῶν 58 ἐ­τῶν. Ὁ ἴ­διος εἶ­χε γρά­ψει: «Ὑ­γεί­α νά ‘χου­με, ὅ­μως δὲν ξέ­ρεις τί γί­νε­ται. Γε­ρά­μα­τα πε­ρι­μέ­νου­με στὸ κά­τω κά­τω. Καὶ τὰ ἀ­νε­ξι­χνί­α­στα κα­ρα­δο­κοῦν. Γιά νὰ δοῦ­με!­»(11) Ἕ­ξι χρό­νια με­τά, δὲν ξε­χνῶ ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­πο­φρά­δα μέ­ρα, 2 Μαρ­τί­ου τοῦ 2005, ποὺ βρε­θή­κα­με μὲ τὸν Πά­νο Πί­στα καὶ ἄλ­λους φί­λους στὸ Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο γιὰ νὰ τὸν ξε­προ­βο­δί­σου­με. Ἀ­τμό­σφαι­ρα βου­βοῦ θρή­νου. Ἔ­νι­ω­σα τὴν ἴ­δια λύ­πη ποὺ μοῦ εἶ­χε προ­κα­λέ­σει ὁ θά­να­τος τοῦ Γ. Ἰ­ω­άν­νου καὶ τοῦ Τό­λη Κα­ζαν­τζῆ. Πα­ρη­γο­ρι­έ­μαι τώ­ρα, ξα­να­δι­α­βά­ζον­τας τὰ κεί­με­νά του, ἰ­δί­ως ὅ­ταν πέ­φτω πά­νω σε κά­ποι­ες ἀ­ρά­δες, πραγ­μα­τι­κὰ ἐ­νο­ρα­τι­κές, ὅ­πως οἱ πα­ρα­κά­τω: «Καὶ ξε­κι­νών­τας γιὰ τοῦ­το τὸ τρο­μα­κτι­κὸ τα­ξί­δι τοῦ χα­μοῦ, ἵ­πτα­ται πά­νω ἀ­πὸ τὴ γε­νέ­θλια πό­λη, ἁ­πλώ­νον­τας προ­στα­τευ­τι­κὰ τὰ νέ­α φτε­ρά του. Καὶ ἐ­πι­βι­ώ­νει ἐν τοῖς οὐ­ρα­νοῖς.»(12)

.

ΣΗ­ΜΕΙ­Ω­ΣΕΙΣ

(1) Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου, «Πε­ζο­γρά­φοι με­τὰ τὸ ’­70», Ἡ Κα­θη­με­ρι­νή, Ἑ­πτὰ Ἡ­μέ­ρες, ἀ­φι­έ­ρω­μα στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1997.

(2) Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους, σ. 138.

(3) «Ἡ βα­ρώ­νη αἰ­ω­ρεῖ­ται στὸ χρό­νο», σ. 17.

(4) «Ἀ­νε­ξό­φλη­το χρέ­ος», σ. 39-40.

(5) «Οἱ σα­ράν­τα καὶ ἡ Ἐ­στρέ­α», σ. 121.

(6) «Τὸ πα­λιὸ τρε­λο­κο­μεῖ­ο», σ. 24.

(7) «Σπα­ράγ­μα­τα», σ. 90.

(8) «Ἀ­νε­ξό­φλη­το χρέ­ος», σ. 47.

(9) «Δρα­πέ­της ἀ­πὸ τό­τε», σ. 126.

(10) Ν. Δα­βέ­τ­τας, «Δύ­ο ὑ­παρ­κτὰ πρό­σω­πα στὴν Ἑ­βραί­α νύ­φη», περ. Ν. Ἑ­στία, τχ. 1842, Μάρτ. 2011.

(11) «Ἐ­πι­στρά­τευ­ση ’­74», σ. 115.

(12) «Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός», σ. 65.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Εἰ­σή­γη­ση στὴν τι­μη­τι­κὴ ἐκ­δή­λω­ση, ἀ­φι­έ­ρω­μα στὴ μνή­μη τοῦ Ἀλ­μπέρ­του Νάρ, τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ 10 Ἰ­ου­νί­ου 2011, στὴν μι­κρὴ ἐ­ξέ­δρα τοῦ Φε­στι­βὰλ βι­βλί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Στιγ­μι­ό­τυ­πα ἀ­πὸ τὴν ἐκ­δή­λω­ση αὐ­τὴ μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σει στὶς πα­ρα­κά­τω δι­ευ­θύν­σεις:

(1) http://mesokosmos.blogspot.gr/2011/06/1_26.html καὶ

(2) http://www.youtube.com/watch?v=sZb8ZEPUxwc

.

Τά­σος Κα­λού­τσας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1948). Δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΑΠΘ καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1983 μὲ δι­ή­γη­μά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ Τὸ κε­λε­πού­ρι καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Δι­α­γω­νί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987. Πιὸ πρό­σφα­το: Ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη μέ­ρα της (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2010).

Ἀλ­μπέρ­τος Νάρ.

Ἀ­νέκ­δο­τες φω­το­γρα­φί­ες του ποὺ μᾶς ἐμ­πι­στεύ­τη­κε ὁ γιός του Λέ­ων Νάρ. Τὸν εὐ­χα­ρι­στοῦ­­με θερ­μὰ καὶ ἀπὸ τὴν σε­λί­δα αὐτή.

Ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ κειμένου: Θεσ­σα­λο­νί­κη, τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80. Ὁ Ἀλμπέρτος Νὰρ μπρο­στὰ στὴ συ­να­γω­γὴ τῶν Μο­να­στη­ρι­ω­τῶν.

.

Nar,Almpertos(TeliDekaetias'80)(MeFontoTinAgoraModiano)

  Θεσ­σα­λο­νί­κη, τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80. Μὲ φόν­το τὴν ἀ­γο­ρὰ Μο­διά­νο.

.

Nar,Almpertos(TeliDekaetias'80)(MeFontoToGiachountiChamam,Basil.Irakleiou-Louloudadika))

 Θεσ­σα­λο­νί­κη, τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80. Μὲ φόν­το τὸ Γι­α­χουν­τὶ Χα­μάμ, γνω­στὸ ὡς «Λου­λου­δά­δι­κα», στὴν ὁ­δὸ Βα­σι­λέ­ως Ἡ­ρα­κλεί­ου.

.

Nar,Almpertos(TeliDekaetias'80)(MeFontoToMpezesteli-Egnatias&Benizelou)

Θεσ­σα­λο­νί­κη, τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80. Μὲ φόν­το τὸ Μπε­ζε­στέ­νι, στὴ συμ­βο­λὴ τῶν ὁ­δῶν Ἐ­γνα­τί­ας καὶ Ἐλ. Βε­νι­ζέ­λου.

.