Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γιὰ ἕ­να λη­στὴ ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­γι­νε μο­να­χός



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Γιὰ ἕ­να λη­στὴ ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­γι­νε μο­να­χός


ΛΕΓΕ ὁ ἀβ­βᾶς Σαβ­βά­τιος: «Ὅ­ταν ἡ­σύ­χα­ζα στὴ λαύ­ρα τοῦ ἀβ­βᾶ Φιρ­μί­νου, ἦρ­θε κά­ποι­ος λη­στὴς στὸν ἀβ­βᾶ Ζώ­σι­μο τὸν Κί­λι­κα καὶ πα­ρα­κα­λοῦ­σε τὸ γέ­ρον­τα κι ἔ­λε­γε: “Κά­νε ἀ­γά­πη, γιὰ τὸ Θε­ό, για­τὶ εἶ­μαι ὑ­πεύ­θυ­νος πολ­λῶν φό­νων. Κά­νε με μο­να­χό, γιὰ νὰ ἡ­συ­χά­σω στὸ ἑ­ξῆς ἀ­πὸ τὰ κα­κά μου”. Ὁ γέ­ρον­τας τό­τε τὸν νου­θέ­τη­σε καὶ τὸν ἔ­κα­νε μο­να­χὸ δί­νον­τάς του καὶ τὸ ἅ­γιο σχῆ­μα. Με­τὰ λί­γες μέ­ρες ὅ­μως τοῦ λέ­ει ὁ γέ­ρον­τας: “Πί­στε­ψέ με, παι­δί μου, δὲν μπο­ρεῖς νὰ μεί­νεις ἐ­δῶ, για­τὶ, ἂν τὸ ἀ­κού­σει ὁ ἄρ­χον­τας, θὰ σὲ πιά­σει. Τὸ ἴ­διο κι οἱ ἐ­χθροί σου θὰ ἔρ­θουν καὶ θὰ σὲ σκο­τώ­σουν. Ὅ­μως ἄ­κου­σέ με καὶ σὲ στέλ­νω σὲ κοι­νό­βιο μα­κριὰ ἀ­πὸ ἐ­δῶ.” Καὶ τὸν ἔ­φε­ρε στὸ κοι­νό­βιο τοῦ ἀβ­βᾶ Δω­ρο­θέ­ου κον­τὰ στὴ Γά­ζα καὶ στὸ Μα­ϊ­ου­μᾶ. Ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε ἐ­κεῖ ἐν­νιὰ χρό­νια κι ἔ­μα­θε τὸ Ψαλ­τή­ρι κι ὅ­λη τὴ μο­να­χι­κὴ πο­λι­τεί­α, ἀ­νε­βαί­νει ξα­νὰ στὴ λαύ­ρα τοῦ Φιρ­μί­νου πρὸς τὸν γέ­ρον­τα καὶ τοῦ λέ­ει: “Κύ­ρι­ε ἀβ­βᾶ, κά­νε ἔ­λε­ος σὲ μέ­να, δῶ­σ’ μου τὰ ροῦ­χα μου τὰ κο­σμι­κὰ καὶ πά­ρε τὰ μο­να­χι­κά”. Ὁ γέ­ρον­τας τό­τε λέ­ει λυ­πη­μέ­νος πρὸς αὐ­τόν: “Για­τί παι­δί μου;” Ἀ­πο­κρί­θη­κε καὶ εἶ­πε: “Νά, ὅ­πως ξέ­ρεις, πά­τερ, ἔ­χω ἐν­νιὰ χρό­νια στὸ κοι­νό­βιο καὶ νή­στε­ψα κι ἐγ­κρα­τεύ­τη­κα ὅ­σο μπο­ροῦ­σα καὶ ἔ­ζη­σα μὲ πολ­λὴ ἡ­συ­χί­α καὶ φό­βο Θε­οῦ ‘ἐν ὑ­πο­τα­γῇ’ καὶ γνω­ρί­ζω κα­λὰ ὅ­τι ἡ ἀ­γα­θό­τη­τά Του μοῦ συγ­χώ­ρη­σε τὰ πολ­λά μου κα­κά, ἀλ­λὰ βλέ­πω κά­θε τό­σο ἕ­να παι­δὶ νὰ μοῦ λέ­ει: ‘Για­τί μὲ σκό­τω­σες;’ Αὐ­τὸ βλέ­πω στὸν ὕ­πνο καὶ στὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ στὴν τρά­πε­ζα νὰ μοῦ λέ­ει αὐ­τὰ καὶ δὲν μ’ ἀ­φή­νει οὔ­τε ὥ­ρα. Γι’ αὐ­τὸ λοι­πόν, πά­τερ, θέ­λω νὰ φύ­γω, γιὰ νὰ πε­θά­νω ὑ­πὲρ τοῦ παι­διοῦ, για­τὶ σκό­τω­σα τὸ παι­δὶ χω­ρὶς λό­γο.” Πῆ­ρε λοι­πὸν τὰ ροῦ­χα, τὰ φό­ρε­σε, βγῆ­κε ἀ­πὸ τὴ λαύ­ρα καὶ πῆ­γε στὴ Δι­ό­σπο­λη, ὅ­που τὴν ἄλ­λη μέ­ρα τὸν ἔ­πια­σαν καὶ τὸν ἀ­πο­κε­φά­λι­σαν.»



Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Λει­μω­νά­ριον, μτφρ. Μο­να­χοῦ Θε­ο­λό­γου Σταυ­ρο­νι­κη­τια­νοῦ, ἐκδ. Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα, Ἅ­γιον Ὄ­ριος 1986, σς 181-182.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]


			

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Ἡ μεταστραφεῖσα πόρνη



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Ἡ μεταστραφεῖσα πόρνη


ΥΟ ΤΙΝΕΣ τῶν γε­ρόν­των ἀ­πήρ­χον­το ἀ­πὸ Αἰ­γῶν εἰς Ταρ­σὸν τῆς Κι­λι­κί­ας καὶ ἐλ­θόν­τες εἰς παν­δο­χεῖ­ον κα­τ’ οἰ­κο­νο­μί­αν Θε­οῦ, ἐ­φ’ ᾧ ἀ­να­πα­ῆ­ναι αὐ­τούς (ἦν γὰρ καύ­σων), εὗ­ρον ἐ­κεῖ τρεῖς νε­ω­τέ­ρους ἀ­περ­χο­μέ­νους εἰς Αἴ­γας, ἔ­χον­τας με­θ’ ἑ­αυ­τῶν μί­αν πόρ­νην. Οἱ οὖν γέ­ρον­τες ἐ­κά­θι­σαν κα­τ’ ἰ­δί­αν. Λα­βὼν δὲ ὁ εἷς γέ­ρων ἐκ τοῦ πη­ρί­ου αὐ­τοῦ τὸ ἅ­γιον Εὐ­αγ­γέ­λιον, ἀ­νε­γί­νω­σκεν. Ἡ δὲ πόρ­νη ἡ οὖ­σα με­τὰ τῶν νε­ω­τέ­ρων, ὡς εἶ­δε τὸν γέ­ρον­τα ἀ­να­γι­νώ­σκον­τα, κα­τα­λεί­ψα­σα τοὺς νε­ω­τέ­ρους, ἐλ­θοῦ­σα ἐ­κά­θι­σεν πλη­σί­ον τοῦ γέ­ρον­τος. Ὁ δὲ γέ­ρων ἀ­πο­τι­να­ξά­με­νος αὐ­τῇ λέ­γει.

       «Πο­λὺ φαί­νει, ὦ ἀ­θλί­α, ἀ­ναι­δής· οὐκ ᾐ­δέ­σθης πλη­σί­ον ἡ­μῶν ἐλ­θεῖν καὶ κα­θί­σαι;»

       Ἡ δὲ ἀ­πε­κρί­θη λέ­γου­σα.

       «Μή, πά­τερ, μὴ βδε­λύ­ξῃ με. Εἰ γὰρ καὶ πε­πλη­ρω­μέ­νη ὑ­πάρ­χω πά­σης ἁ­μαρ­τί­ας, ἀλ­λ’ οὖν οὐκ ἀ­πώ­σα­το τὴν προ­σελ­θοῦ­σαν αὐ­τῷ πόρ­νην ὁ Δε­σπό­της τῶν ἁ­πάν­των ὁ Κύ­ριος καὶ Θε­ὸς ἡ­μῶν.»

       Ὁ δὲ γέ­ρων ἀ­πε­κρί­θη αὐ­τῇ.

       «Ἀλ­λ’ ἡ πόρ­νη ἐ­κεί­νη οὐ­κέ­τι ἔ­μει­νε πόρ­νη.»

       Ἡ δὲ λέ­γει αὐ­τῷ.

       «Ἐλ­πί­ζω εἰς τὸν Υἱ­ὸν τοῦ Θε­οῦ τοῦ ζῶν­τος, ὅ­τι ἀ­πὸ τῆς σή­με­ρον οὐ­δὲ ἐ­γὼ με­νῶ ἐν τῇ ἁ­μαρ­τί­ᾳ ταύ­τῃ.»

       Καὶ κα­τα­λι­ποῦ­σα τοὺς νε­ω­τέ­ρους καὶ τὰ αὑ­τῆς πάν­τα, ἠ­κο­λού­θη­σε τοῖς γέ­ρου­σιν, καὶ ἔ­βα­λον αὐ­τὴν εἰς μο­να­στή­ριον, πλη­σί­ον Αἰ­γῶν, τὸ λε­γό­με­νον τοῦ Νακ­κι­βᾶ. Ταύ­την κἀ­γὼ ἑ­ώ­ρα­κα γραῦν, πολ­λῇ συ­νέ­σει δι­ά­γου­σαν, καὶ πα­ρ’ αὐ­τὴν ἀ­κή­κο­α ταῦ­τα.


Γιὰ μιὰ πόρ­νη ποὺ με­τα­στρά­φη­κε

Δυ­ὸ γέ­ρον­τες φεύ­γα­νε ἀ­π’ τὶς Αἰ­γὲς γιὰ τὴν Ταρ­σὸ τῆς Κι­λι­κί­ας καὶ φθά­σα­νε σ’ ἕ­να παν­δο­χεῖ­ο κα­τὰ τὴν οἰ­κο­νο­μί­α τοῦ Θε­οῦ, γιὰ νὰ ἀ­να­παυ­θοῦ­νε, για­τὶ εἶ­χε καύ­σω­να, καὶ βρῆ­καν ἐ­κεῖ τρεῖς νε­α­ροὺς ποὺ εἶ­χαν μα­ζί τους μιὰ πόρ­νη. Οἱ γέ­ρον­τες λοι­πὸν κά­θι­σαν κά­που ἀ­πό­με­ρα. Κι ὁ ἕ­νας γέ­ρον­τας ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ τὸν σάκ­κο του τὸ ἅ­γιο Εὐ­αγ­γέ­λιο καὶ δι­ά­βα­ζε. Καὶ ἡ πόρ­νη ποὺ ἦ­ταν μα­ζὶ μὲ τοὺς νε­α­ροὺς μό­λις τὸν εἶ­δε νὰ δι­α­βά­ζει, ἄ­φη­σε τοὺς νε­α­ροὺς κι ἦρ­θε καὶ κά­θι­σε δί­πλα στὸν γέ­ρον­τα. Κι αὐ­τὸς τὴν ἔ­δι­ω­ξε ἀ­πὸ κον­τά του καὶ τῆς λέ­ει:

       «Ἄ­θλια, μοῦ φαί­νε­σαι πο­λὺ ἀ­ναι­δής. Δὲν ντρά­πη­κες νὰ ‘ρθεῖς καὶ νὰ κα­θί­σεις κον­τά μας;»

       Κι αὐ­τὴ τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε καὶ τοῦ λέ­ει:

       «Μή, πά­τερ, μὴ μὲ ἀ­πο­παίρ­νεις. Μπο­ρεῖ νὰ εἶ­μαι βου­τηγ­μέ­νη ὅ­λη μὲς στὴν ἁ­μαρ­τί­α, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­δι­ω­ξε τὴν πόρ­νη ποὺ πῆ­γε κον­τά του ὁ Δε­σπό­της τῶν ὅ­λων ὁ Κύ­ριος καὶ Θε­ός μας.»

       Κι ὁ γέ­ρον­τας τῆς ἀ­πο­κρί­θη­κε:

       «Ναί, ἀλ­λὰ ἡ πόρ­νη ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­μει­νε πιὰ πόρ­νη.»

       Καὶ τοῦ λέ­ει ἐ­κεί­νη:

       «Ἐλ­πί­ζω στὸν Υἱ­ὸ τοῦ Θε­οῦ τοῦ ζῶν­τος, ὅ­τι ἀ­πὸ σή­με­ρα οὔ­τε ἐ­γὼ θὰ μεί­νω σ’ αὐ­τὴ τὴν ἁ­μαρ­τί­α.»

       Κι ἄ­φη­σε τοὺς νε­α­ροὺς καὶ τὰ δι­κά της ὅ­λα, ἀ­κο­λού­θη­σε τοὺς γέ­ρον­τες καὶ τὴν ἔ­βα­λαν σ’ ἕ­να μο­να­στή­ρι, κον­τὰ στὶς Αἰ­γές, ποὺ τὸ λέ­γα­νε Νακ­κι­βᾶ. Αὐ­τὴν κι ἐ­γὼ τὴν εἶ­δα γριά, νὰ ζεῖ μὲ με­γά­λη σύ­νε­ση καὶ ἀ­π’ αὐ­τὴν τὰ ἄ­κου­σα αὐ­τά. [Μετάφραση: Ἄγγελος Καλογερόπουλος]



Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Πνευ­μα­τι­κὸς Λει­μών. Με­τά­φρα­ση: Χρῆ­στος Μή­τσιου, Πα­τε­ρι­καὶ Ἐκ­δό­σεις «Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς», Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987, σς 60-63.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]


Ἰωάννης Μόσχος: [Οὐκ ἐᾷ ἐπάνω αὐτοῦ γυναῖκα ταφῆναι]

 

 

Ἰ­ω­άν­νης Μό­σχος

 

[Οὐκ ἐ­ᾷ ἐ­πά­νω αὐ­τοῦ γυ­ναῖ­κα τα­φῆ­ναι]

 

Ν ΘΕΟΥΠΟΛΕΙ πα­ρα­γε­νο­μέ­νων ἡ­μῶν, πρε­σβύ­τε­ρός τις τῆς ἐκ­κλη­σί­ας δι­η­γή­σα­το ἡ­μῖν πε­ρί τι­νος ἀβ­βᾶ Θω­μᾶ, ὅ­τι.

          Ἀ­πο­κρι­σά­ριος ἦν κοι­νο­βί­ου τῶν με­ρῶν Ἀ­πα­μεί­ας. Ἦλ­θεν οὖν ἐν Θε­ου­πό­λει διὰ χρεί­ας τοῦ μο­να­στη­ρί­ου καὶ ὡς ἐ­χρό­νι­σεν ἐν­ταῦ­θα, ἐ­τε­λεύ­τη­σεν ἐν Δάφ­νῃ ἐν τῷ να­ῷ τῆς Ἁ­γί­ας Εὐ­φη­μί­ας. Οἱ οὖν τοῦ τό­που κλη­ρι­κοί, ὡς ξέ­νον ἔ­θα­ψαν αὐ­τὸν ἐν τῷ ξε­νο­τα­φί­ῳ. Τῇ οὖν ἄλ­λῃ ἡ­μέ­ρᾳ θά­πτου­σι γυ­ναῖ­κα καὶ τι­θέ­α­σιν αὐ­τὴν ἐ­πά­νω αὐ­τοῦ. Ἦν δὲ ὡ­σεὶ ὥ­ρα δευ­τέ­ρᾳ· καὶ πε­ρὶ ὥ­ραν ἐ­νά­την ἀ­νέ­βρα­σεν αὐ­τὴν ἡ γῆ. Οἱ δὲ τοῦ τό­που ἰ­δόν­τες τὸ γε­γο­νός, ἐ­θαύ­μα­σαν· εἶ­τα πά­λιν εἰς ἑ­σπέ­ραν ἔ­θα­ψαν αὐ­τὴν εἰς τὸ αὐ­τὸ μνη­μεῖ­ον καὶ τῇ ἑ­ξῆς ἡ­μέ­ρᾳ εὗ­ρον τὸ λεί­ψα­νον ἐ­πά­νω τοῦ τά­φου. Ἔ­λα­βον οὖν τὸ σῶ­μα καὶ ἔ­θα­ψαν αὐ­τὸ εἰς ἄλ­λο μνη­μεῖ­ον. Με­τὰ οὖν ὀ­λί­γας ἡ­μέ­ρας πά­λιν ἔ­θα­ψαν γυ­ναῖ­κα καὶ ἔ­θη­καν ἐ­πά­νω τοῦ μο­να­χοῦ· μὴ νο­μί­σαν­τες ὅ­τι οὐκ ἐ­ᾷ ἀ­πά­νω αὐ­τοῦ γυ­ναῖ­κα τα­φῆ­ναι. Ὡς οὖν καὶ ταύ­την ἀ­νέ­βρα­σεν ἡ γῆ, τό­τε ἔ­γνω­σαν, ὅ­τι ὁ γέ­ρων οὐ πα­ρα­δέ­χε­ται γυ­ναῖ­κα τα­φῆ­ναι ἐ­πά­νω αὐ­τοῦ. Τό­τε οὖν ἀ­νή­γα­γον τῷ πα­τριά­ρχῃ Δο­μνί­νῳ καὶ ἐ­ποί­η­σε πᾶ­σαν τὴν πό­λιν με­τὰ κη­ρῶν ἐλ­θεῖν εἰς Δάφ­νην καὶ με­τὰ ψαλ­μῳ­δί­ας κα­τα­γα­γεῖν τὸ λεί­ψα­νον τοῦ ἁ­γί­ου ἀν­δρὸς ἐ­κεί­νου· καὶ ἀ­πέ­θη­καν αὐ­τὸ ἐν τῷ κοι­μη­τη­ρί­ῳ, ἔν­θα πολ­λὰ λεί­ψα­να ἁ­γί­ων μαρ­τύ­ρων κεῖ­ται, ποι­ή­σας ἐ­πά­νω αὐ­τοῦ καὶ εὐ­κτή­ριον μι­κρόν.

 

 

Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Πνευ­μα­τι­κὸς λει­μών, Εἰ­σα­γω­γή, κεί­με­νο, με­τά­φρα­ση, σχό­λια: Χρῆ­στος Μή­τσιου, Ἐκδ. «Τὸ Βυ­ζάν­τιον», Ἐλ. Με­ρε­τά­κη, Πα­τε­ρι­καὶ ἐκ­δό­σεις «Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς», Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987.

 

Ἰ­ω­άν­νης Μό­σχος ὁ Εὐ­κρα­τᾶς (Κι­λι­κί­α, 540/550-619). Μο­να­χὸς καὶ συγ­γρα­φέ­ας. Στὰ χρό­νια τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Τι­βε­ρί­ου (578-582) πε­ρι­η­γή­θη­κε τὰ ἐ­ρη­μη­τή­ρια τῆς ἀ­να­το­λῆς, μα­ζὶ μὲ τὸν φί­λο του Σω­φρό­νιο (με­τέ­πει­τα πα­τριά­ρχη Ἰ­ε­ρο­σο­λύ­μων) συλ­λέ­γον­τας ὑ­λι­κὸ γιὰ τὸ ἔρ­γο του Λει­μὼν, ἢ Λει­μω­νά­ριο (P­r­a­t­um s­p­i­r­i­t­u­a­le).