Στρατῆς Μυριβήλης: Δυὸ γυναῖκες

 

 

Στρα­τῆς Μυ­ρι­βή­λης

 

Δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες

 

­ΚΕΙ­ΔΑ κα­τὰ τὸ τέρ­μα τῆς ὁ­δοῦ Σί­να, κον­τὰ στὰ πεῦ­κα τῆς γερ­μα­νι­κῆς ἐκ­κλη­σί­ας, ποὺ γέρ­νουν τὶς δρο­σε­ρὲς φοῦν­τες ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν αὐ­λό­γυ­ρο, στά­θη­κε μιὰ μι­κρὴ ἀ­νοι­χτὴ ὀμ­πρέλ­λα μέ­σα στὴν ψι­λὴ ἀ­πο­γε­μα­τι­νὴ ψι­χά­λα. Στά­θη­κε καὶ γύ­ρι­ζε χα­ρω­πή, σὰν ἕ­νας παι­δι­ά­τι­κος ἀ­νε­μό­μυ­λος ἀ­πὸ με­τα­ξω­τὸ χαρ­τί. Μιὰ ἀ­π’ ἐ­δῶ, μιὰ ἀ­π’ ἐ­κεῖ.

         Τὰ σύν­νε­φα, στα­χτιά, μαλ­λια­ρά, κρέ­μα­ζαν ἀ­κά­θαρ­τες φοῦν­τες πά­νω στὰ βου­νὰ τῆς Ἀ­θή­νας, ὁ ἀ­γέ­ρας μύ­ρι­ζε ἄ­σκη­μα καμ­μέ­νο λι­γνί­τη, ὁ ἀνη­φο­ρά­κος τοῦ Λυ­κα­βητ­τοῦ εἴ­ταν λα­σπω­μέ­νος. Λι­γο­στοὶ δι­α­βά­τες ἀ­νέ­βαι­ναν βι­α­στι­κοί, μὲ τὰ χέ­ρια στὶς τσέ­πες, τὸ για­κὰ ση­κω­μέ­νο. Ὅ­μως ἡ μι­κρὴ με­τα­ξω­τὴ ὀμ­πρέλ­λα ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε ν’ ἀν­θί­ζει στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ γυ­ρί­ζει τρελ­λὰ σύρ­ρι­ζα στὸν πέ­ρι­ο­ρα* τῆς ἐκ­κλη­σιᾶς, ὑ­περ­φυ­σι­κὸ λου­λού­δι τῆς χα­ρᾶς. Ἄ­λε­θε τὶς εὐ­χά­ρι­στες σκέ­ψεις καὶ μού­σκευ­ε μὲ ὑ­πο­μο­νὴ καὶ αἰ­σι­ο­δο­ξί­α, καὶ ἔ­πε­φτε ὁ­λο­έ­να ἡ ψι­λὴ βρο­χὴ καὶ τιν­τί­νι­ζε στὸ τεν­τω­μέ­νο με­τά­ξι. Καὶ περ­νοῦ­σε ὁ­λο­έ­να ἡ ὥ­ρα, περ­νοῦ­σε ἡ ὥ­ρα.

        Κά­πο­τε στα­μά­τη­σε νὰ γυ­ρί­ζει. Μιὰ μι­κρὴ ἀ­πο­ρί­α, ἕ­να ψι­χου­λά­κι ἀ­νη­συ­χία. Ἔ­γει­ρε πρὸς τὰ πί­σω τ’ ὀμ­πρελ­λί­νο κι ἀ­πὸ κά­του βγῆ­κε ἕ­να μου­τρά­κι δρο­σε­ρό, γε­μά­το εὔ­θυ­μη τόλ­μη, νὰ κοι­τά­ζει κα­τα­πρό­σω­πα τὸν οὐ­ρα­νό. Ὁ οὐ­ρα­νὸς ἀν­τί­κρυ­σε κα­τσού­φης, σχε­δὸν ἄ­γριος, τὸ κο­ρί­τσι, ὅμως αὐ­τὸ τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε μὲ ἐμ­πι­στο­σύ­νη, εἶ­χε μέ­σα στὴν καρ­διά του τὸν πιὸ γα­λά­ζιον οὐ­ρα­νὸ τῆς Ἀτ­τι­κῆς.

        Καὶ τ’ ὀμ­πρελ­λά­κι κα­τέ­βη­κε πά­λι, κ’ ἡ ὥ­ρα περ­νοῦ­σε, ἡ ὥ­ρα περ­νοῦ­σε. Κα­τό­πι τὸ δε­ξὶ σκαρ­πί­νι ἄρ­χι­σε νὰ χτυ­πᾶ στὸ πε­ζο­δρό­μιο ἕ­ναν ἀρ­γὸ ρυθ­μό. Ση­κω­νό­τα­νε στὸ τα­κού­νι καὶ ἔ­πε­φτε ἡ μύ­τη τοῦ πα­που­τσιοῦ μπρο­στά, στὸ τσι­μέν­το. Λα­φρά, κα­νο­νι­κά, ἀρ­γὰ-ἀρ­γά. Σὰ νὰ κρα­τοῦ­σε τό ρυθ­μὸ σ’ ἕ­να με­γα­λό­πρε­πο ἀν­τάτ­ζιο, ποὺ ἄ­κου­γε μὲ κα­τά­νυ­ξη ἡ καρ­διὰ τῆς μι­κρού­λας. Δὲν ἔ­κα­νε τρέλ­λες, πιὰ τ’ ὀμ­πρελ­λίνο.

        Ὅ­μως ἡ ὥ­ρα περ­νοῦ­σε, περ­νοῦ­σε, ὁ οὐ­ρα­νὸς ὁ­λο­έ­να καὶ σκο­τεί­νια­ζε τὸ πρό­σω­πό του. Τὸ βρά­δι κα­τέ­βη­κε στὸν πεφ­κώ­να, ράν­τι­ζε μὲ βρεγ­μέ­νη στά­χτη τὰ δέν­τρα, τοὺς γα­λά­ζιους βρά­χους τοῦ λό­φου, γι­ό­μι­ζε θο­λού­ρα τὶς τα­ρά­τσες. Κα­τό­πι ἄρ­χι­σε νὰ φαί­νε­ται ἡ βι­α­στι­κὴ νύ­χτα, ἄρ­χι­σε νὰ σβύ­νει τὶς γραμ­μές, ν’ ἀ­νε­κα­τεύ­ει λά­σπη στὰ χρώ­μα­τα, νὰ πα­ρα­μορ­φώ­νει τὰ ὡ­ραῖ­α σχή­μα­τα.

        Τό­τες τὸ πο­δα­ρά­κι ἄρ­χι­σε νὰ χτυ­πᾶ ἕ­ναν ἄ­τα­χτο ρυθ­μό, ὁ­λο­έ­να πιὸ ἄ­τα­χτο, τὰ ὄ­μορ­φα μα­τά­κια βύ­θι­ζαν μὲ ἀ­γω­νί­α τὴ μα­τιὰ στοὺς ἴ­σκιους τοῦ δρό­μου, ἡ ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α κάλ­πα­ζε κά­τω ἀ­πὸ τὸ φτω­χὸ σκαρ­πι­νά­κι ποὺ μού­σκευ­ε. Στὸ τέ­λος ἔ­πα­ψε νὰ ση­μαί­νει ὁ ρυθ­μός.

        Ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το στα­μά­τη­σε μπρο­στὰ στὸ κο­ρί­τσι, ἐ­κεῖ ἀ­κρι­βῶς ποὺ τε­λει­ώ­νει ἡ ἀ­σφαλ­τό­στρω­ση. Καὶ σὰν ἄ­να­ψαν οἱ προ­βο­λεῖς τῶν φα­να­ρι­ῶν του πά­νω της, κά­τω ἀ­πὸ τὸ ὀμ­πρελ­λί­νο πρό­βα­λε ἕ­να προ­σω­πά­κι δυ­στυ­χι­σμέ­νο, λυ­πη­μέ­νο ὣς στὸ θά­να­το.

        Μιὰ ὥ­ρι­μη κυ­ρί­α βγῆ­κε ἀ­πὸ τ’ ἁ­μά­ξι. Τὸ κο­ρί­τσι πλη­σί­α­σε τὸ κα­λο­χτε­νι­σμέ­νο κε­φα­λά­κι. Τὸ πρό­σω­πο, γυ­μνό, στά­θη­κε μέ­σα στὸ σκλη­ρὸ φῶς ποὺ ἔ­κα­νε ἀ­ση­μι­ὲς τὶς χον­τρὲς ψι­χάλες ποὺ περ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ τὸν το­μέ­α τοῦ προ­βο­λέ­α.

        Τὸ κο­ρί­τσι εἶ­πε:

        — Κυ­ρί­α.­.. Μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε.­..

        Ἡ κυ­ρί­α στα­μά­τη­σε μπρο­στὰ στὸ παι­δί. Τῆς φά­νη­κε τό­σο συμ­πα­θη­τι­κὴ αὐ­τὴ ἡ μι­κρού­λα μὲ τὰ ζων­τα­νὰ μαλ­λιὰ καὶ τὴ λε­πτὴ κα­τα­το­μή, ποὺ βγῆ­κε ντυ­μέ­νη τοὺς ἴ­σκιους καὶ τὴ δει­λία της.

        — Τί θέ­λε­τε; Ἀ­πάν­τη­σε ἐγ­κάρ­δια.

        Καὶ ἡ μι­κρού­λα πῆ­ρε θάρ­ρος καὶ ρώ­τη­σε:

        — Ἤ­θε­λα νὰ σᾶς πα­ρα­κα­λέ­σω.­.. Μή­πως ξέ­ρε­τε τί ὥ­ρα εἶ­ναι ;

        Ἡ κυ­ρί­α χα­μο­γέ­λα­σε. Σή­κω­σε τὸ δά­χτυ­λο καὶ τῆς ἔ­δει­ξε τὸ πε­λώ­ριο καμ­πα­να­ριὸ ἀ­πὸ πά­νω της, τῆς ἔ­δει­ξε τὸ με­γά­λο ρο­λό­ϊ μὲ τὴ δι­πλὴ πλά­κα.

        — Εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς πεν­τέ­μι­ση, ὅ­πως βλέ­πε­τε! εἶ­πε.

        Τὸ κο­ρί­τσι, σή­κω­σε κι αὐ­τὸ τὰ μά­τια, πρώ­τη φο­ρὰ τὸ πρό­σε­ξε πὼς ἀ­πὸ πά­νω της εἴ­ταν ἕ­να τό­σο με­γά­λο ρο­λό­ϊ.

        Εἴ­τα­νε ντρο­πι­α­σμέ­νο, ἤ­θε­λε νὰ πεῖ «ἄχ, μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε πο­λύ, κυ­ρία», ὅ­μως εἶ­πε μό­νο:

        — Εἶ­ναι πεν­τέ­μι­ση!

        Τό ‘­πε μὲ τό­σο ἀ­φε­λῆ ἀ­πο­ρί­α, (πῶς μπο­ροῦ­σε νὰ ‘­ναι πεν­τέ­μι­ση) μὲ τό­ση πί­κρα! Κοί­τα­ζε σα­στι­σμέ­νη ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ ψη­λά, ὥ­σπου γι­ό­μι­σαν δά­κρυ­α τὰ μα­τά­κια της καὶ δὲν ἔ­βλε­πε πιὰ τί­πο­τα. Πῶς μπο­ροῦ­σε.­.­..

        Ἡ ὥ­ρι­μη κυ­ρί­α τρά­βη­ξε τὸ δρό­μο της.

        Ὕ­στε­ρ’ ἀ­πὸ λί­γα βή­μα­τα γύ­ρι­σε πί­σω τὸ κε­φά­λι.

        Εἶ­δε τὸ κο­ρί­τσι νὰ κοι­τά­ζει ἀ­κό­μα μὲ ἀ­γω­νί­α πρὸς τὸ χά­ος τοῦ δρό­μου, ποὺ σκο­τεί­νια­σε ἀ­κό­μα πιὸ πο­λὺ τώ­ρα ποὺ ἔ­φυ­γε τὸ φῶς τοῦ αὐ­το­κι­νή­του. Σὰ νὰ πε­ρί­με­νε μιὰ με­γά­λη ἀ­πό­φα­ση νὰ τῆς δο­θεῖ ἀ­πὸ κεῖ, μιὰ λύ­ση ποὺ δὲ μπο­ροῦ­σε νὰ λεί­ψει ἀ­π’ τὴ ζω­ή. Κα­τό­πι σή­κω­σε πά­λι τὰ μα­τιὰ πρὸς τὸ ρο­λό­ϊ καὶ τέ­λος ξε­κόλ­λη­σε ἀ­πὸ τὸν ἴ­σκιο τοῦ τοί­χου καὶ ἄρ­χι­σε νά κα­τε­βαί­νει ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ τὸν κα­τή­φο­ρο. Ἡ ἀ­πελ­πι­σί­α ἀ­κο­λου­θοῦ­σε πά­νω στὰ βή­μα­τά της. Ὥ­σπου κα­τά­πι­ε ἡ νύ­χτα τὸ χα­ρι­τω­μέ­νο σχῆ­μα τῆς κό­ρης, βού­λια­ξε στὸ σύ­θαμ­πο καὶ τὸ λου­λού­δι τῆς μι­κρῆς ὀμ­πρέλ­λας. Ἡ κυ­ρί­α χα­μο­γέ­λα­σε συμ­πο­νε­τι­κὰ πί­σω ἀ­πὸ τὴν παι­δού­λα. Κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι, χα­μο­γέ­λα­σε καὶ τρά­βη­ξε τὸ δρό­μο της.

        Ὕ­στε­ρα ἡ βρο­χὴ δυ­νά­μω­σε, ἡ αὐ­λαί­α τῆς νύ­χτας ἔ­πε­σε βα­ρειά, βρεγ­μέ­νη, πά­νω στοὺς μο­να­χι­κοὺς ἀν­θρώ­πους, πά­νω στὰ δέν­τρα καὶ στὰ σπί­τια μὲ τὰ κλει­στὰ πρό­σω­πα.

 

 

* τὰ πέριορα· τὰ ὅρια, τὰ σύνορα.

 

Πη­γή: περ. Πει­ρα­ϊ­κὰ Γράμ­μα­τα, ἀρ. 6, Δε­κέμ­βριος 1942, σ. 262-263.

 

Στρα­τῆς Μυ­ρι­βή­λης (Πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Εὐ­στρά­τιος Στα­μα­τό­που­λος· Συ­κα­μιὰ Λέ­σβου, 1892-Ἀ­θή­να, 1969). Πε­ζο­γρά­φος τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’­30. Πῆ­ρε μέ­ρος ὡς ἐ­θε­λον­τὴς καὶ πο­λέ­μη­σε στοὺς Βαλ­κα­νι­κοὺς πο­λέ­μους, στὸν Α’ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο καὶ στὴ Μι­κρα­σι­α­τι­κὴ ἐκ­στρα­τεί­α. Δού­λε­ψε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ στὴν πε­ρί­ο­δο 1938-1955 ἐρ­γά­στη­κε στὴ βι­βλι­ο­θή­κη τῆς Βου­λῆς. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1915 μὲ τὰ δι­η­γή­μα­τα Κόκ­κι­νες ἱ­στο­ρί­ες. Γνω­στό­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μά του τὸ Ἡ ζω­ὴ ἐν τά­φῳ (1924) ποὺ γνώ­ρι­σε πολ­λὲς ἐκ­δό­σεις μὲ δι­α­φο­ρο­ποι­ή­σεις καὶ προ­σθῆ­κες.