Βασίλης Μποῦτος: Ἀτυχία Αὐτόχειρος

.

Mpoutos,Basilis-AtychiaAytocheiros-Eikona-03

.

Βα­σί­λης Μποῦ­τος

.

Ἀ­τυ­χί­α αὐ­τό­χει­ρος

 .

01-HttaΠΟΛΙΤΕΙΑ τοῦ τσίρ­κου ἡ πο­λύ­χρω­μη εἶ­χε ξε­φυ­τρώ­σει σὰν ξω­τι­κὸ λου­λού­δι ἕ­να βρά­δυ ἄ­νοι­ξης στὰ χέρ­σα οἰ­κό­πε­δα τῆς φαν­τα­σί­ας μου. Τὰ ἀ­στέ­ρια τῆς πά­νι­νης ὀ­ρο­φῆς του, ἂν καὶ ζω­γρα­φι­σμέ­να, συ­να­γω­νί­ζον­ταν σὲ λάμ­ψη αὐ­τὰ τῆς νύ­χτας. Πῆ­γα. Τὰ μά­τια μου ἀ­νί­χνευ­σαν τὸν χῶ­ρο, ἀ­δη­μο­νών­τας γιὰ ὅ­σα ἀ­πὸ ἀ­να­μνή­σεις καὶ δι­η­γή­σεις πε­ρί­με­να νὰ δῶ. Ὅ­μως πό­σο μι­κρὸς φάν­τα­ζε τώ­ρα ὁ κά­πο­τε τε­ρά­στιος κό­σμος τοῦ τσίρ­κου· πό­σο ψεύ­τι­κος καὶ χυ­δαῖ­ος. Ἔ­νι­ω­θα ἄβο­λα στὰ ξύ­λι­να κα­θί­σμα­τα, ἀ­μή­χα­να. Ὅ­ταν τὰ φῶ­τα ἔ­σβη­σαν καὶ ὁ προ­βο­λέ­ας ἐ­πι­κεν­τρώ­θη­κε στὴ σκη­νή, ἀ­πο­γο­η­τεύ­τη­κα. Τί νὰ ἔ­βλε­πα; Τὰ τέ­ρα­τα καὶ τὰ ση­μεῖ­α ποὺ ὑ­πο­σχό­ταν μὲ ὑ­περ­φί­α­λη βε­βαι­ό­τη­τα ὁ λευ­κον­τυ­μέ­νος πα­ρου­σιαστής; Τὶς γυ­ναῖ­κες μὲ τὰ γυ­μνὰ ὀ­πί­σθια καὶ τοὺς ἄν­δρες μὲ τὰ λα­μὲ γι­λέ­κα μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας νὰ ἰ­σορ­ρο­ποῦν στὸ συρ­μα­τό­σχοι­νο; Τὸ σάλ­το μορ­τά­λε, ποὺ κα­τέ­λη­ξε αἰ­ώ­ρη­ση σὲ μο­νό­ζυ­γο; Τοὺς κλό­ουν ἢ τὴν ἐ­λά­χι­στη Γι­α­πω­νέ­ζα μὲ τὰ σπα­θιὰ πά­νω στὴν μπά­λα; Μό­νο τὰ κα­νίς, σὰν νι­φά­δες χι­ο­νιοῦ, ντυ­μέ­να σπα­νι­ό­λες, μπα­λα­ρί­νες καὶ το­ρέρος, προ­σπά­θη­σαν εἰ­λι­κρι­νῶς νὰ μὲ δι­α­σκε­δά­σουν, μὰ αὐ­τὸ δὲν στά­θη­κε ἱ­κα­νό· ἀν­τι­θέ­τως, με­λαγ­χό­λη­σα. Ἐ­ξορ­γί­στη­κα μὲ τοὺς πι­θή­κους καὶ τὴν κα­κο­γου­στιά τους. Ὅ,τι ἐ­πα­κο­λού­θη­σε, μά­γοι, φω­τι­ές, ζογ­κλὲρ καὶ ἀ­λο­γά­κια, δὲν μ’ ἔπει­σαν. Ἀ­νέ­βα­λα τὴν ἀ­να­χώ­ρη­σή μου, ἐ­νῶ ἤ­δη τὸ κά­θι­σμα εἶ­χε γί­νει ἀ­νυ­πό­φο­ρο καὶ τὸ κρύ­ο ἔγλει­φε τὶς σάρ­κες μου, μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ δῶ τὰ ἄ­γρια θη­ρί­α, τὰ πο­λυ­δι­α­φη­μι­σμέ­να. Ἕ­να μαστί­γιο πλα­τά­γι­σε, ἕ­να παι­δά­κι ἔ­κλα­ψε καὶ ξαφνι­κὰ μπρο­στά μου, λου­σμέ­νη στὸ φῶς, μιὰ κα­κόκε­φη λε­ο­πάρ­δα­λη. Ὁ θη­ρι­ο­δα­μα­στὴς πλα­τά­γι­σε ξα­νὰ τὸ μα­στί­γιο, θέ­λον­τας δῆ­θεν νὰ ἐ­πι­βλη­θεῖ στὸ, ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς, ὑ­πο­ταγ­μέ­νο ζῶ­ο, ποὺ σκαρφά­λω­σε στὴ θέ­ση του μὲ βρυ­χηθ­μούς. Με­τὰ ἐμ­φα­νί­στη­καν κι ἄλ­λα θη­ρί­α σαρ­κο­βό­ρα – κά­τι λι­ον­τά­ρια κου­ρα­σμέ­να. Αὐ­τὸ ἦ­ταν. Ὁ φό­βος κι ὁ τρό­μος τῶν δα­σῶν, ὡς δη­μό­σιοι ὑ­πάλ­λη­λοι τώ­ρα δι­εκ­πε­ραί­ω­ναν τὴν εἰ­λημ­μέ­νη ὑ­πο­χρέ­ω­σή τους νὰ μᾶς τρο­μο­κρα­τή­σουν ἐκ τοῦ ἀ­σφα­λοῦς· νὰ μᾶς θέλ­ξουν μὲ τὴν ἀ­γριά­δα τους. Λό­γοι εὐ­γε­νεί­ας πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ ἀ­νάγ­κα­σαν νὰ χει­ρο­κρο­τή­σω. Πι­κρά­θη­κα. Ἕ­νας ἱπ­πο­πό­τα­μος ἀ­πο­πει­ρά­θη­κε νὰ κά­νει κι αὐ­τὸς τὰ σκέρ­τσα του, ἀλ­λὰ τὸ πά­χος του δὲν βο­ή­θη­σε. Ἀ­πο­χώ­ρη­σε, ἀ­φοῦ ὑ­πο­κλί­θη­κε συ­νε­σταλ­μέ­να, εἰ­σπράτ­τον­τας τὴ χλεύ­η ὅ­λων.

       Ἄ­φη­σα τὴ θέ­ση μου καὶ μὲ τρό­πο βγῆ­κα ἔ­ξω· κά­τω ἀ­π’ τὸ φεγ­γά­ρι βρέ­θη­κα, ἀ­νά­με­σα στὰ ζῶ­α. Οἱ ἀ­νά­σες τους μύ­ρι­ζαν θά­να­το· στὰ βε­λού­δι­να πέλ­μα­τά τους τὸν ἔ­κρυ­βαν. Ὄ­χι, δὲν ἦ­ταν ἐ­κεῖ­να τὰ ἡ­με­ρω­μέ­να κα­τοι­κί­δια ποὺ εἶ­δα, δὲν ἦ­ταν. Οἱ μα­ϊ­μοῦ­δες φω­να­σκοῦ­σαν· χτυ­ποῦ­σαν τὸ πλέγ­μα τοῦ κλου­βιοῦ τους· μὲ τὰ κο­φτε­ρά τους δόν­τια τὸ δάγ­κω­ναν. Ξέ­φυ­γα τῆς προ­σο­χῆς ἑνὸς πε­ρι­πλα­νώ­με­νου σκύ­λου καὶ τοῦ ἐ­λέγ­χου τῆς λο­γι­κῆς μου ἀρ­κε­τὰ εὔ­κο­λα, καὶ χω­ρὶς πε­ρι­στρο­φὲς τρά­βη­ξα τοὺς σύρ­τες τῶν κλου­βι­ῶν. Μιὰ ἡ­δο­νὴ αἰ­σθάν­θη­κα γιὰ τὴ λύ­τρω­ση ποὺ ἐρ­χό­ταν. Τὰ ζῶ­α, μου­δι­α­σμέ­να στὴν ἀρ­χή, δὲν ἀν­τέ­δρα­σαν. Πρῶ­τα οἱ μα­ϊ­μοῦ­δες πή­δη­ξαν στὴ νύ­χτα καὶ χά­θη­καν. Τὰ πό­δια τῶν λι­ον­τα­ρι­ῶν, τὰ δόν­τια τῆς λε­ο­πάρ­δα­λης ἦρ­θαν πρὸς ἐ­μέ­να. Τὰ μά­τια τους μὲ εἶ­δαν καὶ πέ­θα­να…

       Κα­θὼς τὸ σῶ­μα μου βλέ­πω νε­κρὸ στὶς φω­το­γρα­φί­ες τῶν ἐ­φη­με­ρί­δων νὰ εἶ­ναι ὅ­πως τὸ ἔπλα­σε ὁ ἔ­ρω­τας, λυ­πᾶ­μαι. Λυ­πᾶ­μαι ποὺ ὁ φό­βος πρό­λα­βε τὰ λι­ον­τά­ρια, ἀ­φοῦ ἀ­πὸ χρό­νια σχε­δί­α­ζα ἕ­ναν θά­να­το ρω­μα­ϊ­κό, ἀν­τά­ξιο τῶν και­ρῶν μας. Καὶ γιὰ αὐ­τό­χει­ρες τῆς ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σί­ας μου, τὸ στὺλ καὶ ἡ ποι­ό­τη­τα τοῦ θα­νά­του εἶ­ναι μιὰ ἐ­σχά­τη δι­καί­ω­ση. Γι’ αὐ­τὸ τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρά, τὴν πραγ­μα­τι­κή, τὸν φό­βο θὰ δα­μά­σω…

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Γυ­ναῖ­κες στὰ πάρ­κα (Κα­στα­νι­ώ­της, 1992).

Βα­σί­λης Μποῦ­τος (Λά­ρι­σα, 1959).Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Χει­ρο­νο­μί­ες ντρο­πῆς (Ὁ­δός Πα­νός, 1986), τε­λευ­ταῖ­ο: Τὰ δά­κρυ­α τῆς βα­σί­λισ­σας (Νε­φέ­λη,

 

Advertisements