Ἀντώνης Μπαλασόπουλος: Μιὰ σχέση


Ἀν­τώ­νης Μπα­λα­σό­που­λος


Μιὰ Σχέ­ση


ΧΩ ΕΝΑ ΖΩΟ ποὺ τὸ γέν­νη­σα ἐ­γώ, μὴ μὲ ρω­τᾶ­τε πῶς. Ξέ­ρω ὅ­τι εἶ­ναι βι­ο­λο­γι­κὰ ἀ­δύ­να­το, καὶ ὄ­χι μό­νο γιὰ ἕ­ναν ἀλ­λὰ γιὰ δύ­ο δι­α­κρι­τοὺς λό­γους. Τί τὰ θέ­λε­τε ὅ­μως, οἱ λό­γοι δὲν βο­η­θοῦν ἀ­πέ­ναν­τι στὰ δε­δο­μέ­να, καὶ τὸ ζῶ­ο τὸ γέν­νη­σα μιὰ μέ­ρα ποὺ κά­νω ὅ,τι συ­νή­θως, δη­λα­δὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ μου, χω­ρὶς νὰ μὲ νοιά­ζουν οἱ συ­νέ­πει­ες. Ἁ­πλὰ τὴν συγ­κε­κρι­μέ­νη μέ­ρα, καὶ ἀ­κρι­βέ­στε­ρα, γιὰ πολ­λὲς μέ­ρες στὴ σει­ρά, ἔ­κα­να πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ,τι συ­νή­θως τοῦ κε­φα­λιοῦ μου. Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πῶ, πα­ρα­δό­θη­κα ἀ­μα­χη­τὶ σὲ μιὰ δύ­να­μη ἀ­πο­πλά­νη­σης τό­σο ἀ­κα­τα­μά­χη­τη (ἔ­τσι φαι­νό­ταν του­λά­χι­στον στὸ χρο­νι­κὸ ἐ­κεῖ­νο δι­ά­στη­μα κα­τὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἑ­νέ­δι­δα, καὶ μά­λι­στα κα­τὰ συρ­ρο­ή, στὶς ὀ­ρέ­ξεις της), ποὺ μὲ ἄ­φη­σε γκα­στρω­μέ­νο καὶ μὲ πο­νο­κέ­φα­λο καὶ μὲ ἕ­να ἄλ­λο συ­ναί­σθη­μα, γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν ἔ­χω κα­τα­φέ­ρει νὰ βρῶ ὄ­νο­μα. Οὔ­τε γιὰ τὸ ζῶ­ο μου κα­τά­φε­ρα νὰ βρῶ. Καὶ ἔ­τσι, τὸ ὄ­νο­μά του εἶ­ναι ἁ­πλά «τὸ ζῶ­ο». Ὅ­σο γιὰ τὸ συ­ναί­σθη­μα ποὺ συν­δέ­ε­ται μὲ τὸ ζῶ­ο τό­σο στε­νὰ ὥ­στε νὰ εἶ­ναι, τρό­πον τι­νά, τὸ πε­τσί του, ἐ­πί­σης δὲν ἔ­χει ὄ­νο­μα, ἔ­χω ὅ­μως νὰ πῶ σχε­τι­κά τὰ ἑ­ξῆς: ἐ­νῶ τὸ ζῶ­ο, πα­ρά­ξε­νο πράγ­μα, μὲ ἀ­γα­πᾶ πο­λὺ καὶ πραγ­μα­τι­κὰ ὡς πα­τέ­ρα καὶ μη­τέ­ρα του μα­ζί, ἐ­γὼ δὲν τὸ ἀ­γα­πῶ κα­θό­λου. Ἢ μᾶλ­λον, τὸ ἀ­γα­πῶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὁ­τι­δή­πο­τε, ἀλ­λὰ δὲν τοῦ τὸ δεί­χνω. Κά­τι μὲ ἐμ­πο­δί­ζει. Ἴ­σως τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ ὅ­λα τὰ ἄλ­λα ζῶ­α, εἶ­ναι ἀ­δέ­ξιο. Εἶ­ναι ἤ­δη ἑ­νὸς ἔ­τους καὶ συ­νε­χί­ζει νὰ κου­τρου­βα­λᾶ δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρὰ χω­ρὶς ἱ­κα­νό­τη­τα ἰ­σορ­ρο­πί­ας, νὰ πέ­φτει ἄ­τσα­λα καὶ νὰ στραμ­που­λά­ει τὰ πό­δια του ὅ­ταν πη­δά­ει κά­τω ἀ­πὸ τὰ ἔ­πι­πλα, νὰ τρώ­ει τὰ μοῦ­τρα του στὸ χῶ­μα ὅ­ταν κυ­νη­γά­ει ἄλ­λα ζῶα, τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν ξέ­ρω ἂν τὸ γνω­ρί­ζουν κὰν σὰν ζῶ­ο, πάν­τως κα­μί­α δὲν τοῦ δί­νουν ση­μα­σί­α. Γιὰ νὰ τοῦ δεί­ξω λοι­πὸν κι ἐ­γὼ ὅ­τι δι­ό­λου δὲν τὸ ἀ­γα­πῶ, τὸ δι­ώ­χνω συ­νέ­χεια ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, παίρ­νω τὸ αὐ­το­κί­νη­το καὶ τὸ ἐγ­κα­τα­λεί­πω ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ, ὅ­που ὅ­λα τὰ ἐν­δε­χό­με­να γιὰ τὴν ὑ­πο­δο­χὴ του εἶ­ναι ἀ­νοι­χτὰ (φό­λα; βα­σα­νι­σμός; θαλ­πω­ρή; ἀ­να­γνώ­ρι­ση ἀ­πὸ ἄλ­λα ζῶ­α;) καὶ τὸ πε­ρι­μέ­νω νὰ γυ­ρί­σει πί­σω καὶ νὰ μοῦ πεῖ τί εἶ­δε καὶ τί ἔ­νι­ω­σε, δη­λα­δὴ ὄ­χι ἀ­κρι­βῶς νὰ μοῦ τὸ πεῖ, ἐ­πει­δὴ δὲ μι­λά­ει, καὶ οὔ­τε ξέ­ρει νὰ μι­λή­σει, ἀλ­λὰ νὰ μοῦ τὸ δεί­ξει, στὶς πλη­γὲς καὶ στὶς χα­ρές του, στὸ ἂν ἔ­χει ἀ­πο­κτή­σει πά­νω του μιὰ μυ­ρω­διὰ ἀ­νε­ξι­χνί­α­στη καὶ μα­κρι­νὴ ἢ ἂν ἀν­τί­θε­τα, μυ­ρί­ζει νο­σταλ­γί­α γιὰ μέ­να, ἀ­να­σφά­λεια, ἀ­νάγ­κη γιὰ χά­δια καὶ ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση. Ἐ­γὼ ὅ­μως δὲν ἐ­πι­τρέ­πω στὸν ἑ­αυ­τό μου οὔ­τε τώ­ρα τὶς δι­α­χυ­τι­κό­τη­τες, τοῦ βά­ζω λί­γο φαΐ σὲ ἕ­να μπὸλ καὶ με­τὰ τὸ ξα­να­δι­ώ­χνω. Καὶ τί ἔ­χει πε­ρά­σει κι ἔ­χει ἀ­κό­μα νὰ πε­ρά­σει κον­τά μου αὐ­τὸ τὸ ζῶ­ο!



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­τώ­νης Μπα­λα­σό­που­λος. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης (πτυ­χί­ο) καὶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μιν­νε­σό­τα, στὶς ΗΠΑ (μά­στερ καὶ δι­δα­κτο­ρι­κό). Ἀ­πὸ τὸ 2001 ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Τμῆ­μα Ἀγ­γλι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου. Βι­βλί­α του: Ἀ­π’ τὸ μά­τι τῆς βε­λό­νας. Ἀρ­χεῖ­ο ἐλ­λει­πτι­κῶν πα­ρορ­μή­σε­ων (ἐ­κτὸς ἐμ­πο­ρί­ου, Ἀ­θή­να, Galerie Astra, 2010), Τὸ βι­βλί­ο τῶν μι­κρῶν Συλ­λο­γι­σμῶν (Ἀ­θή­να, Galerie Astra, 2011), Πολ­λα­πλό­τη­τες τοῦ Μη­δε­νὸς (Θεσ­σα­λο­νί­κη, Σαιξ­πη­ρι­κόν, 2020).