Ἀμάντα Μιχαλοπούλου: Ἐ­λάφια στὰ δάση


Michalopoulou,Amanta-ElafiaStaDasi-Eikona-01


Ἀμάντα Μιχαλοπούλου


Ἐ­λά­φια στὰ δά­ση


04-KappaΟΙΜΗΘΗΚΑΜΕ στὸ αὐ­το­κί­νη­το, ὁ ἀ­δερ­φός μου κι ἐ­γώ. Εἶ­χα γεί­ρει στὸν ὦ­μο του κα­θὼς τραμ­πα­λι­ζό­μα­σταν στὸ χω­μα­τό­δρο­μο. Ξε­κι­νή­σα­με ἀ­πό­γευ­μα ἀ­πὸ τὰ πε­ρί­χω­ρα τῆς Καρ­λσρού­ης, δι­α­σχί­σα­με πό­λεις καὶ χω­ριά. Προ­ο­ρι­σμός μας ἦ­ταν ἕ­να ἑ­στι­α­τό­ριο με­τὰ τὰ γαλ­λι­κὰ σύ­νο­ρα. Ὁ ἀ­έ­ρας μύ­ρι­ζε κο­πριά. Οἱ κου­ρε­μέ­νοι θά­μνοι τοῦ κτή­μα­τος ἰ­ρί­δι­ζαν στὸ φεγ­γα­ρό­φω­το. Ἕ­νας πύρ­γος μὲ φω­τι­σμέ­να πα­ρά­θυ­ρα δι­α­κρι­νό­ταν στὸ βά­θος.

       Οἱ οἰ­κο­δε­σπό­τες μας συμ­με­τεῖ­χαν σ’ ἕ­να πρό­γραμ­μα ἀν­ταλ­λα­γῶν μὲ τὴ Γερ­μα­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Μᾶς φι­λο­ξε­νοῦ­σαν μιὰ ἑ­βδο­μά­δα, ὅ­πως φι­λο­ξε­νή­σα­με κι ἐ­μεῖς τὰ παι­διά τους. Τὰ γερ­μα­νά­κια εἶ­χαν ἐν­τυ­πω­σια­στεῖ ἀ­πὸ τὴ φι­λο­ξε­νί­α. Μι­λοῦ­σαν καὶ ξα­να­μι­λοῦ­σαν στοὺς γο­νεῖς τους γιὰ τὴν Ὀ­λυμ­πί­α, τὶς Μυ­κῆ­νες, τὴν Κό­ριν­θο, γιὰ τὴν ἀ­νά­βα­σή μας στὸ βρά­χο τῆς Ἀ­κρό­πο­λης, τὶς ἐ­ξό­δους μας σὲ τα­βέρ­νες καὶ τὴ βρα­διὰ πα­ρα­δο­σια­κῆς μου­σι­κῆς στὸ Ἠ­ρώ­δει­ο. Οἱ Γερ­μα­νοὶ ἤ­θε­λαν νὰ ἀν­τα­πο­δώ­σουν. Τὸ πρῶ­το κι­ό­λας βρά­δυ ἐ­πι­σκε­φθή­κα­με τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο στὸν πύρ­γο. Ἦ­ταν ξα­κου­στὸ γιὰ τὸν ἀ­στα­κὸ θερ­μι­δόρ, τὸ ἐ­λά­φι του καὶ τὰ βα­τρα­χο­πό­δα­ρα. Ὅ­πως ὅ­λα τα ἑ­στι­α­τό­ρια τῶν συ­νό­ρων, εἶ­χε ἐ­πη­ρε­α­στεῖ ἀ­πὸ τὶς κου­ζί­νες καὶ τῶν δύ­ο χω­ρῶν. Εἶ­χε κι ἕ­να ἀ­στέ­ρι τοῦ Ὁ­δη­γοῦ Μι­σε­λέν.

       Ὁ ἀ­δερ­φός μου ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν γιὰ τὶς πε­ρί­ερ­γες γεύ­σεις. Ἐ­γὼ πά­λι ὄ­χι. Ἤ­μουν δε­κα­τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν, τρε­φό­μουν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μὲ μπι­φτέ­κια καί, μα­κα­ρό­νια. Μό­λις πα­τή­σα­με τὸ πό­δι μας στὸ γαλ­λι­κὸ ἔ­δα­φος, ἀ­πο­φά­σι­σα ὅ­τι ἐ­κεῖ, στὸν πύρ­γο, θὰ δο­κι­μά­σω κά­τι και­νούρ­γιο.

       Στὴν εἴ­σο­δο πῆ­ραν τὰ παλ­τά μας. Τὰ γερ­μα­νά­κια —δὲ θυ­μᾶ­μαι πιὰ τὰ ὀ­νό­μα­τά τους— ἤ­ξε­ραν πῶς ἀ­κρι­βῶς νὰ φερ­θοῦν. Τοὺς μι­μη­θή­κα­με. Δι­α­σχί­σα­με ἕ­ναν στε­νὸ δι­ά­δρο­μο ἐ­πεν­δε­δυ­μέ­νο μὲ βα­ρὺ ξύ­λο. Μᾶς ὁ­δή­γη­σαν σὲ μιὰ αἴ­θου­σα με­γά­λη καὶ γι­ορ­τι­νή. Ὅ­λοι ἐ­κεῖ μέ­σα ἔ­δει­χναν χα­ρού­με­νοι. Μπρο­στά μας, ὑ­πὸ τὸ φῶς τῶν κε­ρι­ῶν, παι­ζό­ταν μιὰ ὄ­πε­ρα χω­ρὶς μου­σι­κή. «Μα­κά­ρι νὰ ζού­σα­με πάν­τα ἔ­τσι», ψι­θύ­ρι­σα στὸν ἀ­δερ­φό μου. Ἕ­σφι­ξε τὴν πα­λά­μη μου στὴ δι­κή του. Τοῦ ἄ­ρε­σαν οἱ πο­λυ­τέ­λει­ες ὅ­σο καὶ σ’ ἐ­μέ­να. Ἡ Εὐ­ρώ­πη ἦ­ταν ἀ­κό­μα εὐ­σε­βὴς πό­θος μου­σεί­ων, λι­βα­δι­ῶν, ἄ­γνω­στων φα­γη­τῶν.

       Ὁ χα­μη­λὸς φω­τι­σμὸς ἔ­δι­νε στὰ τρι­αν­τά­φυλ­λα τοῦ τρα­πε­ζιοῦ μας ὄ­ψη γλυ­πτῶν. Τὰ σερ­βί­τσια ἦ­ταν πολ­λὰ καὶ πε­ρί­τε­χνα το­πο­θε­τη­μέ­να γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ πιά­τα. Κα­θό­μα­σταν σὲ μπερ­ζέ­ρες. Ἡ πλά­τη τους κα­τέ­λη­γε σὲ δυ­ὸ βε­λού­δι­να φτε­ρὰ κι ἔ­πρε­πε νὰ γεί­ρεις μπρο­στὰ γιὰ νὰ δεῖς τί συ­νέ­βαι­νε στὸν ἔ­ξω κό­σμο, πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ κά­θι­σμα. Δὲν ἤ­ξε­ρα ἂν προ­τι­μοῦ­σα τὴν ἀ­πο­μό­νω­ση ἢ τὴν ἐ­πα­φὴ μὲ τοὺς ἄλ­λους. Ἦ­ταν ὄ­μορ­φα: οἱ σερ­βι­τό­ροι κι­νοῦν­ταν μὲ χά­ρη ἀ­νά­με­σα στὰ τρα­πέ­ζια. Οἱ θα­μῶ­νες μι­λοῦ­σαν χα­μη­λό­φω­να ὑ­ψώ­νον­τας τὰ πο­τή­ρια τους.

       Μᾶς πρό­σφε­ραν κρεμ­μυ­δό­πι­τα, ἁ­πα­λὴ σὰν γλύ­κι­σμα. Ἀ­νά­με­σα στὸ πρῶ­το καὶ στὸ δεύ­τε­ρο πιά­το ἔ­φε­ραν —ἀ­κό­μα καὶ σ’ ἐ­μᾶς τὰ παι­διά— μι­κρὰ πο­τή­ρια μὲ μοῦ­στο. Ὁ ἀ­δερ­φός μου πα­ρήγ­γει­λε ἀ­στα­κὸ θερ­μι­δόρ, ἐ­γὼ ἐ­λά­φι μὲ κου­λὶ μού­ρων καὶ ψη­τὸ ἀ­χλά­δι. Δὲν εἶ­χα ξα­να­φά­ει τί­πο­τα τό­σο νό­στι­μο. Ἔ­πρε­πε, σκέ­φτη­κα, ἔ­πρε­πε νὰ δο­κι­μά­ζω πό­τε πό­τε κά­τι και­νούρ­γιο. Νὰ μὴ φο­βᾶ­μαι τό­σο.

       Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἐ­ξυ­μνοῦ­σαν τὴ σπε­σι­α­λι­τὲ τοῦ ἑ­στι­α­το­ρί­ου, τὰ βα­τρα­χο­πό­δα­ρα. Ἔ­πλε­αν στὴ σάλ­τσα σὰν πνιγ­μέ­να μπου­τά­κια κο­τό­που­λου. Ἀρ­νή­θη­κα νὰ δο­κι­μά­σω. Ὑ­πῆρ­χε ἕ­να ση­μεῖ­ο πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲ γι­νό­ταν νὰ προ­χω­ρή­σω. Μοῦ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­τον νὰ φά­ω ζῶ­α ποὺ δι­α­τη­ροῦ­σαν τὸ σχῆ­μα τοὺς (κο­τό­που­λα ἢ ὁ­λό­κλη­ρα ψά­ρια). Τοὺς ἐ­ξή­γη­σα τὴ θε­ω­ρί­α μου γιὰ τὸ κε­φά­λι, γιὰ τὸ σχῆ­μα τοῦ ζώ­ου – πῶς ἔ­κα­νε τὸ θά­να­το χει­ρο­πια­στὸ καὶ ἀ­νάρ­μο­στο.

       Ὁ οἰ­κο­δε­σπό­της μας, ποὺ εἶ­χε, ὅ­πως δι­α­πί­στω­σα ἀρ­γό­τε­ρα, τὴν εἰ­ρω­νεί­α στὸ αἷ­μα του, εἶ­πε ὅ­τι ἡ μέ­θο­δος αὐ­το­προ­στα­σί­ας μου εἶ­ναι ἠ­θι­κὰ ἐ­πι­λή­ψι­μη. Δὲν ξέ­ρω πῶς ἀ­κρι­βῶς τὸ εἶ­πε γιὰ νὰ τὸ κα­τα­λά­βου­με ἐ­μεῖς τὰ παι­διά. Τὸ νό­η­μα ἦ­ταν ὅ­τι ὅ­ποι­ος νοι­ά­ζε­ται γιὰ τὰ ζῶ­α δὲν κά­νει ἐ­ξαι­ρέ­σεις. Μᾶς μί­λη­σε γιὰ μιὰ ἔ­ρευ­να γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν εὐ­τυ­χί­α ποὺ εἶ­χε πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιὰ στὴ Βό­ρεια καὶ Κεν­τρι­κὴ Εὐ­ρώ­πη. Οἱ συμ­με­τέ­χον­τες ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­παν­τή­σουν στὴν ἐ­ρώ­τη­ση «Ποι­ά εἶ­ναι γιὰ σᾶς ἡ εὐ­κρι­νέ­στε­ρη εἰ­κό­να εὐ­τυ­χί­ας». Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πάν­τη­σαν «Ἐ­λά­φια στὰ δά­ση».

       «Πρέ­πει λοι­πὸν νὰ ἀ­να­λο­γι­στεῖς τί ση­μαί­νει γιὰ σέ­να εὐ­τυ­χί­α», εἶ­πε ὁ Γερ­μα­νὸς γέρ­νον­τας πρὸς τὸ μέ­ρος μου. «Ἐ­λά­φια στὰ δά­ση; Ἢ ἐ­λά­φια στὸ πιά­το;»

       Ἄ­φη­σα τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­νά μου. Ὁ Γερ­μα­νὸς ἔ­βα­λε τὰ γέ­λια, μὲ πα­ρό­τρυ­νε νὰ συ­νε­χί­σω τὸ φα­γη­τό μου. Ἡ γυ­ναί­κα του εἶ­πε νὰ μὴ δί­νω ση­μα­σί­α στὸ πα­ρά­ξε­νο χι­οῦ­μορ του. Ἦ­ταν ὅ­μως ἀρ­γά. Μὲ τὰ μά­τια τῆς φαν­τα­σί­ας μου εἶ­δα αὐ­τὰ τὰ κομ­μα­τι­α­σμέ­να ἐ­λά­φια, προ­άγ­γε­λους εὐ­τυ­χί­ας, νὰ τι­νά­ζουν ἀ­πὸ πά­νω τους τὰ ἀ­χλά­δια, νὰ συν­δέ­ον­ται μα­γι­κὰ μὲ τὰ ὑ­πό­λοι­πα μέ­λη τους καὶ νὰ ζων­τα­νεύ­ουν. Πέ­τα­ξαν πά­νω ἀ­π’ τὸ τρα­πέ­ζι μας, σὰν τά­ρανδοι τῶν πα­ρα­μυ­θι­ῶν. Δι­α­πέ­ρα­σαν τὶς τζα­μα­ρί­ες τοῦ πύρ­γου, θρυμ­μα­τί­ζον­τάς τες σὲ μι­κρο­σκο­πι­κὰ κομ­μά­τια. Στὸ διά­βα τους ξή­λω­σαν τὶς βε­λού­δι­νες κουρ­τί­νες, ποὺ κυ­μά­τι­σαν πί­σω τους σὰν κά­πες, καὶ χά­θη­καν στὸ σκο­τά­δι. Ὁ ἀ­δερ­φός μου πρέ­πει νὰ σκέ­φτη­κε κά­τι πα­ρό­μοι­ο. Κοι­τα­χτή­κα­με καὶ —στὸ κλά­σμα μιᾶς ἀ­στρα­πῆς— συμ­φω­νή­σα­με νο­ε­ρὰ ὅ­τι ἡ ἀ­λή­θεια βρί­σκε­ται ἀλ­λοῦ. Στὰ ἀ­να­πο­δο­γυ­ρι­σμέ­να τρα­πέ­ζια. Στὸ θρό­ι­σμα τῶν κουρ­τι­νῶν. Στὰ ἐ­λά­φια ποὺ ξε­φεύ­γουν, τυ­φλω­μέ­να ἀ­πὸ φό­βο, πέ­ρα, μα­κριά, προ­σφέ­ρον­τας στοὺς ἀν­θρώ­πους ἀ­να­κού­φι­ση καὶ εὐ­τυ­χί­α μό­νο καὶ μό­νο ἐ­πει­δὴ ὑ­πῆρ­ξαν.

       Τώ­ρα ποὺ ὁ ἀ­δερ­φός μου δὲ ζεῖ πιά, ἡ φι­γού­ρα του συγ­χέ­ε­ται συ­χνὰ στὴ μνή­μη μου μὲ τὰ ἐ­λά­φια. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ πέ­ρα­σαν πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι μου καλ­πά­ζον­τας πρὸς κά­ποι­α ἄ­γνω­στα δά­ση, ποὺ δὲ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πε­ρι­γρά­ψω, ἐ­πει­δὴ δὲν τὰ εἶ­δα. Ἦ­ταν ἀρ­γὰ ὅ­ταν βγή­κα­με ἀ­πὸ τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο. Τὸ το­πί­ο εἶ­χε ρου­φη­χτεῖ ἀ­πὸ τὸ σκο­τά­δι. Ἡ ὁ­μί­χλη εἶ­χε κυ­κλώ­σει τὸ αὐ­το­κί­νη­το τῶν Γερ­μα­νῶν καὶ ἀ­πει­λοῦ­σε νὰ μᾶς κα­τα­πι­εῖ.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Λαμπερὴ μέρα (ἐκδ. Καστανιώτης, 2012).

Ἀ­μάν­τα Μι­χα­λο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1966). Πε­ζο­γρα­φί­α, δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε Γαλ­λι­κή Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Πα­ρί­σι. Ἀρ­θρο­γρα­φοῦ­σε γιὰ χρό­νια στὴν ἐφ. Κα­θη­με­ρι­νή. Πρῶ­το της βι­βλί­ο: Ἔ­ξω ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι πο­λύ­χρω­μη (ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, δι­η­γή­μα­τα, 1994), τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο: Ἡ γυ­ναί­κα τοῦ Θε­οῦ (μυ­θι­στό­ρη­μα· ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, 2014).



		

	

Ἀμάντα Μιχαλοπούλου: Τὸ χέρι τοῦ πατέρα μου

 

 

Ἀμάντα Μιχαλοπούλου

 

Τὸ χέρι τοῦ πατέρα μου

 

                                                            Τὸ ξέ­ρω πὼς ἐ­νή­με­ροι τε­λεῖ­τε

                                                            κι ἐ­νή­με­ρους μᾶς παίρ­νε­τε, πα­τέ­ρες,

                                                            ἐ­κεῖ ποὺ ἀ­ο­ρί­στως κα­τοι­κεῖ­τε,

                                                            ψη­λὰ στοὺς πει­σι­θά­να­τους αἰ­θέ­ρες

                                                                     Δι­ο­νύ­σης Κα­ψά­λης, Ὑπὸ κλίμακα

 

ΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ κοι­μό­μουν μὲ πολ­λούς. Ἤ­μουν εἴ­κο­σι χρο­νῶν, ταγ­μέ­νη στὶς ἐμ­πει­ρί­ες. Εἶ­χα γνω­ρί­σει ἀ­γό­ρια καὶ με­γα­λύ­τε­ρους ἄν­τρες, συμ­φοι­τη­τές μου στὴν Ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κή, κα­θη­γη­τὲς καὶ λέ­κτο­ρες, με­ρι­κὲς κο­πέ­λες πού, σὰν ἐ­μέ­να, ἤ­θε­λαν νὰ δο­κι­μά­σουν τὰ πάν­τα, φί­λους φί­λων σὲ πάρ­τυ, μη­χα­νό­βιους, μου­σι­κούς, ἄ­γνω­στους σὲ μπάρ. Ἀ­πὸ ἐ­δῶ ποὺ βρί­σκο­μαι τώ­ρα τὸ σπόρ μοῦ φαί­νε­ται αὐ­το­κα­τα­στρο­φι­κό, ἀλ­λὰ τό­τε δὲ σκε­φτό­μουν ἔ­τσι. Πί­στευ­α ὅ­τι οἱ τυ­χαῖ­ες συ­να­να­στρο­φὲς θὰ μὲ βο­η­θοῦ­σαν νὰ δῶ τοὺς ἀν­θρώ­πους ὡς σύ­νο­λο φω­τει­νῶν συμ­πτώ­σε­ων, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως ἀν­τι­κρί­ζει κα­νεὶς οὐ­ρά­νια σώ­μα­τα στὴν ξα­στε­ριά.

            Κά­θε βρά­δυ ἑ­τοι­μα­ζό­μουν μὲ χτυ­πο­κάρ­δι, χω­ρὶς νὰ ξέ­ρω τί μὲ πε­ρι­μέ­νει. Ἔ­κλει­να τὴν πόρ­τα τοῦ φοι­τη­τι­κοῦ μου δι­α­με­ρί­σμα­τος ἕ­τοι­μη γιὰ ὅ­λα. Μοῦ ἄ­ρε­σε ἡ ἔλ­λει­ψη σχε­δί­ου πλεύ­σης, ἡ ἔλ­λει­ψη ἀ­παι­τή­σε­ων ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦν προσ­δο­κί­ες. Μοῦ ἄ­ρε­σαν ἐ­πί­σης τὰ ἄ­γνω­στα δι­α­με­ρί­σμα­τα στὰ ὁ­ποῖ­α κα­τέ­λη­γα. Πό­σα κα­τα­λά­βαι­να γιὰ τὴ ζω­ὴ τῶν ἄλ­λων! Ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ψυ­χὴ προ­δι­δό­ταν μ΄ἕ­να σε­μέν, μιὰ φω­το­γρα­φί­α ἢ ἕ­να κά­λυμ­μα τοῦ κα­να­πέ. Κι αὐ­τὸ τὸ ἤ­ξε­ραν ἢ τὸ ὑ­πο­ψι­ά­ζον­ταν ὅ­λοι ὅ­σοι ρω­τοῦ­σαν, στὴ μέ­ση ἑνὸς φι­λιοῦ, «θὰ­ ’ρ­θεῖς στὸ σπί­τι μου;».

            Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ γνώ­ρι­σα σὲ κά­ποι­ο ἀ­πὸ τὰ μπὰρ τῆς πλα­τεί­ας Μα­βί­λη ἕ­ναν ἄν­τρα ψη­λὸ καὶ εὐ­τρα­φῆ. Φαι­νό­ταν κα­λό­βο­λος, ἔ­τσι ποὺ χα­μο­γε­λοῦ­σε δια­ρκῶς, πί­νον­τας μό­νος τὸ πο­τό του στὸ σκα­μνὶ τοῦ μπάρ. Ἦ­ταν Δε­κα­πεν­ταύ­γου­στος, ἔ­βρα­ζε ὁ τό­πος. Γύ­ρω στὰ με­σά­νυ­χτα κα­τα­λή­ξα­με στὸ σπί­τι του, σὲ μιὰ ἀρ­χον­τι­κὴ πο­λυ­κα­τοι­κί­α πί­σω ἀ­πὸ τὴν πλα­τεία.

            Με­τὰ τὸ σὲξ κοι­μή­θη­κα ἀ­μέ­σως καὶ βα­θιά. Δὲν ξέ­ρω ἂν ἔ­φται­γε τὸ στρῶ­μα νε­ροῦ στὸ κρε­βά­τι του, πάν­τως στὴ μέ­ση τῆς νύ­χτας ξύ­πνη­σα μὲ τρο­με­ρὴ δί­ψα. Εἶ­χα προ­σέ­ξει ὅ­τι τὸ μπά­νιο βρι­σκό­ταν μέ­σα στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο, κά­τι σπά­νιο στὰ δι­α­με­ρί­σμα­τα ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς, ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν ἤ­ξε­ραν ἀ­κό­μη τὰ master bedrooms. Πῶς ὅ­μως θὰ ἔ­φτα­να ὣς ἐ­κεῖ; Δὲν εἴ­χα­με ἀ­φή­σει ἕ­να φῶς ἀ­ναμ­μέ­νο. Ἀ­νά­με­σα στὸ κρε­βά­τι καὶ στὴν πόρ­τα τοῦ μπά­νιου ἁ­πλω­νό­ταν ἕ­νας χῶ­ρος ἀ­χα­νής.

            Κοι­μό­μουν στὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ πλευ­ρά. Μὲ χέ­ρια τεν­τω­μέ­να, σὰν ὑ­πνο­βά­της, ἀ­να­ση­κώ­θη­κα κι ἄρ­χι­σα νὰ ψη­λα­φῶ τὸ σκο­τά­δι πού μοῦ φά­νη­κε ὑ­περ­βο­λι­κὰ πυ­κνό – ἀ­γε­ω­γρά­φη­το. Χά­θη­κα μέ­σα στὸ δω­μά­τιο. Θά­ ‘ταν κα­λύ­τε­ρο νὰ γυ­ρί­σω στὸ κρε­βά­τι, σκέ­φτη­κα, ὥ­σπου ἀ­να­κά­λυ­ψα ὅ­τι τὸ εἶ­χα χά­σει κι αὐ­τό. Κι ἂν ἀ­κουμ­ποῦ­σα σ’­ ἕ­ναν τοῖ­χο, σ’­ ἕ­ναν ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε τοῖ­χο; Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ βρῶ τὸ στίγ­μα μου καὶ νὰ προ­χω­ρή­σω;

            Ὅ­ταν ἀ­φη­γεῖ­σαι, ὁ χρό­νος περ­νά­ει. Ὅ­μως ἐ­κεῖ, τό­τε, ὁ χρό­νος ἦ­ταν ἀ­κί­νη­τος καὶ ἀ­βα­θής. Μπλεγ­μέ­νη σὲ ἱ­στοὺς σκο­τα­δι­ῶν, κο­λυμ­ποῦ­σα ἀ­νοί­γον­τας καὶ ξα­να­νοί­γον­τας τὰ χέ­ρια μου, ὥ­σπου τε­λι­κὰ βρῆ­κα μιὰ λύ­ση: γο­νά­τι­σα καὶ σύρ­θη­κα. Εἶ­χα κα­λύ­ψει μι­κρὴ ἀ­πό­στα­ση τε­λι­κά. Μὲ τὴ δεύ­τε­ρη ἁ­πλω­τή, ἄγ­γι­ξα τὴν ἄ­κρη τοῦ στρώ­μα­τος. Μὲ τὴν τρί­τη, ἀ­κούμ­πη­σα τὸ χέ­ρι τοῦ πα­τέ­ρα μου ποὺ εἶ­χε πνι­γεῖ κο­λυμ­πών­τας τέσ­σε­ρα χρό­νια πρίν, ὅ­ταν πή­γαι­να στὸ Λύ­κει­ο. Ἦ­ταν τὸ ζε­στό, τρι­χω­τὸ χέ­ρι του, μὲ τὴν πα­λά­μη ἀ­νοι­χτή, τὰ δά­χτυ­λα στραμ­μέ­να πρὸς τὰ πά­νω. Ἦ­ταν τὸ χέ­ρι του καὶ μὲ τρα­βοῦ­σε πά­νω στὸ στρῶ­μα τοῦ νε­ροῦ γιὰ νὰ μὲ σώ­σει ἀ­πὸ τὸ σκο­τά­δι.

            «Τι ἔ­πα­θες;» εἶ­πε ὁ ἄ­γνω­στος ἄν­τρας στὸν ὁ­ποῖ­ο κα­τέ­λη­γε τὸ χέ­ρι τοῦ πα­τέ­ρα μου. Ἐ­γὼ δὲν ἀ­πάν­τη­σα. Συ­νέ­χι­σα νὰ χαϊδεύ­ω τὰ δά­χτυ­λα ποὺ ἤ­ξε­ρα τό­σο κα­λά. Δά­χτυ­λα ποὺ εἶ­χαν πλύ­νει καὶ σκου­πί­σει τὰ δι­κά μου ἀ­μέ­τρη­τες φο­ρές, δά­χτυ­λα πού μοῦ εἶ­χαν μά­θει τὴ βα­σι­κὴ ἀ­ριθ­μη­τι­κὴ καὶ ποὺ μό­νο σπά­νια μὲ εἶ­χαν γρα­πώ­σει βί­αι­α γιὰ νὰ μὲ τρα­βή­ξουν στὸ πε­ζο­δρό­μιο, ἂν περ­νοῦ­σε, μὲ με­γά­λη τα­χύ­τη­τα, ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το. Ἐ­κεῖ­νος, ὑ­πο­θέ­των­τας ὅ­τι κά­τι ἄλ­λο ζη­τοῦ­σα, ἔ­χω­σε τὴν πα­λά­μη του ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια μου κι ἄρ­χι­σε τὶς πα­λίν­δρο­μες κι­νή­σεις. Πε­τά­χτη­κα ὄρ­θια πά­νω στὸ στρῶ­μα νε­ροῦ ποὺ τραμ­πα­λι­ζό­ταν. «Το φῶς, τὸ φῶς!» οὔρ­λια­ξα. Ὁ ἄν­τρας ἄ­να­ψε τὸ φῶς μουρ­μου­ρί­ζον­τας. Τὸ χέ­ρι τοῦ πα­τέ­ρα μου ἀ­φα­νί­στη­κε.

            Κλεί­στη­κα στὴν του­α­λέ­τα κι ἤ­πια νε­ρὸ μὲ τὶς χοῦ­φτες. Κοί­τα­ξα γιὰ λί­γο τὰ μπου­κα­λά­κια μὲ τὶς κρέ­μες νυ­χτὸς καὶ τὰ ἀ­ρώ­μα­τα κά­ποι­ας ἄλ­λης γυ­ναί­κας ποὺ προ­φα­νῶς ἔ­με­νε ἐ­κεῖ κι ἔ­λει­πε σὲ δι­α­κο­πές. Τρά­βη­ξα τὸ κα­ζα­νά­κι χω­ρὶς νὰ ἔ­χω κά­τσει στὴ λε­κά­νη, μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ δῶ τὸ νε­ρὸ νὰ κυ­λᾶ. Κοι­τά­χτη­κα στὸν κα­θρέ­φτη. Ἤ­θε­λα νὰ μι­λή­σω, κά­τι νὰ πῶ στὸν πα­τέ­ρα μου, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα ἐ­κεῖ, στὸ ξέ­νο μπά­νιο. Ξα­να­γύ­ρι­σα στὸ δω­μά­τιο γιὰ νὰ ντυ­θῶ.

            «Φεύ­γεις;» εἶ­πε ὁ ἄν­τρας ποὺ ἀ­να­κα­θό­ταν στὴ μέ­ση τοῦ στρώ­μα­τος σὰν ὀ­δα­λί­σκη, μὲ τὸ σεν­τό­νι τυ­λιγ­μέ­νο στὴ μέ­ση του.

            Καὶ τό­τε ἔ­κα­να κά­τι πα­ρά­ξε­νο: ἔ­σκυ­ψα καὶ ἀ­κούμ­πη­σα τὸ μά­γου­λο στὴν πα­λά­μη του, προ­σπα­θών­τας νὰ ξα­να­βρῶ τὴν ἀ­πό­κο­σμη αἴ­σθη­ση ποὺ εἶ­χε πιὰ χα­θεῖ.

 

 

 Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Ἀμάντα Μιχαλοπούλου (Ἀθήνα, 1966). Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στὴν Ἀθήνα καὶ δημοσιογραφία στὸ Παρίσι. Ἀρθρογραφεῖ στὴν ἐφ. Καθη­με­ρινή. Πρῶτο της βιβλίο: Ἔξω ἡ ζωὴ εἶναι πολύχρωμη (ἐκδ. Καστανιώτης, διη­γή­μα­τα, 1994), τελευταῖο βιβλίο: Τ+Υ = Ἀγάπη γιὰ πάντα, (ἐκδ. Πατάκη, 2011).