Ἰάσονας Μικρώνης: Τρομπόνι a tiro


Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώνης


Τρομπόνι a tiro


Α ΠΡΩΤΑ ΜΟΥ ΛΕΦΤΑ τὰ ἔ­βγα­λα ὡς τρομ­πο­νί­στας τῆς Φι­λαρ­μο­νι­κῆς τοῦ νη­σιοῦ στὶς κη­δεῖ­ες. Στὴ Φι­λαρ­μο­νι­κὴ βρέ­θη­κα μι­κρὸ κι ἀ­μού­στα­κο παι­δί, σχε­δὸν ἀ­κου­σί­ως, με­τὰ τὶς ἐ­πί­μο­νες προ­τρο­πὲς τοῦ πα­τέ­ρα μου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀρ­χι­κά μοῦ τὴν πα­ρου­σί­α­σε ὡς μί­α κα­λὴ ἐ­ναλ­λα­κτι­κὴ λύ­ση ἔ­ναν­τι τῶν σχο­λι­κῶν πα­ρε­λά­σε­ων. Κα­θό­τι οἱ ἐ­τή­σι­ες πα­ρε­λά­σεις αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους ἦ­ταν μό­λις δύ­ο, δὲν ὑ­πῆρ­χε πραγ­μα­τι­κὴ χρεί­α νὰ μά­θω ὁ­λό­κλη­ρο μου­σι­κὸ ὄρ­γα­νο γιὰ νὰ τὶς ἀ­πο­φεύ­γω. Ὡ­στό­σο, μὲ τὸν και­ρὸ ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­βρι­σκε κι ἄλ­λα και­νού­ρια ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα τὰ ὁ­ποῖ­α ἂν σή­με­ρα ἀ­κού­γον­ται φαι­δρά, τό­τε ἠ­χοῦ­σαν ἀρ­κούν­τως δε­λε­α­στι­κά: ἡ Φι­λαρ­μο­νι­κή, μοῦ ἔ­λε­γε, συ­νε­πά­γε­ται ἐκ­δρο­μὲς στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἄ­φθο­νο πι­λά­φι καὶ ἐ­ξω­τι­κὰ οὐ­ρί. Οἱ δι­α­πραγ­μα­τεύ­σεις μας ἔ­μελ­λε νὰ δι­αρ­κέ­σουν ἕ­να χρό­νο. Ἔ­πει­τα, μέ­χρι νὰ μοῦ φυ­τρώ­σει καὶ τὸ μου­στά­κι, φό­ρε­σα τὸ πη­λή­κιο τῆς μπαν­τί­νας.

        Τὸ χαρ­τζι­λί­κι πάν­τως στὶς κη­δεῖ­ες ἤ­τα­νε γε­ρό· ξε­κι­νοῦ­σε ἀ­πὸ δέ­κα εὐ­ρὼ καὶ (ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ἑ­κά­στο­τε ἄ­τυ­χου πρω­τα­γω­νι­στῆ) μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­κτι­να­χθεῖ ὣς τὰ δε­κα­πέν­τε. Οἱ μου­σι­κὲς συν­θέ­σεις δὲν πα­ρου­σί­α­ζαν ἰ­δι­αί­τε­ρη τε­χνι­κὴ δυ­σκο­λί­α, ἐ­μεῖς οἱ βα­ρύ­το­νοι του­λά­χι­στον παί­ζα­με κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν συ­νο­δευ­τι­κὸ ρό­λο. Τὰ τρομ­πό­νια ἔρ­χον­ταν στοὺς πί­σω ζυ­γούς, λί­γο μπρο­στύ­τε­ρα ἀ­π’ τὰ ταμ­ποῦ­ρα καὶ τὴ γκραν­κά­σα, καὶ ἡ χρή­ση τους πε­ρι­ο­ρι­ζό­ταν σὲ συ­νε­χεῖς κι ἀρ­γοὺς ἀν­τι­χρο­νι­σμούς. Ἂν ὁ βη­μα­τι­σμός μας ἤ­τα­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο τα­χύς, ἡ ὅ­λη δι­α­δι­κα­σί­α δὲ θὰ μᾶς ἔ­παιρ­νε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ μι­σὴ ὥ­ρα, κι ἔ­τσι θὰ γλι­τώ­να­με καὶ τὴν ἀ­δι­ά­πτω­τη βρο­χὴ (κα­ται­γί­δα, ἐ­νί­ο­τε) ποὺ μᾶς ἔ­ραι­νε πα­τό­κορ­φα. Οἱ και­ρι­κὲς συν­θῆ­κες, τώ­ρα ποὺ τὸ σκέ­φτο­μαι, δυ­σχέ­ρα­ναν οὐκ ὀ­λί­γες φο­ρὲς τὴν ἄρ­τια ἀ­να­πα­ρα­γω­γὴ τῶν ἐ­πι­κή­δει­ων συν­θέ­σε­ων – οἱ βρο­χὲς μᾶς μου­λι­ά­ζα­νε τὶς παρ­τι­τοῦ­ρες κι ὕ­στε­ρα οἱ ἀ­έ­ρη­δες μᾶς τὶς φυ­σοῦ­σαν μα­κριά. Ἐν τού­τοις, τὰ με­λω­δι­κό­τε­ρα πνευ­στά, ὅ­σοι δη­λα­δὴ ὁ­δη­γοῦ­σαν τὴν πομ­πή, εἶ­χαν καὶ μί­α ἐ­πι­πρό­σθε­τη ἔ­γνοι­α: τὶς θρη­νω­δί­ες τῶν κον­τι­νό­τε­ρων συγ­γε­νῶν. Οἱ φω­νὲς αὐ­τὲς ἤ­τα­νε τό­σο ἐ­φι­αλ­τι­κές, ἔ­λε­γαν, ποὺ κα­νο­νι­κὰ ὣς καὶ ἐ­πι­μί­σθιο βα­ρέ­ων καὶ ἀν­θυ­γι­ει­νῶν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ δι­και­οῦν­ται. Με­τὰ ἀ­πὸ κά­θε κη­δεί­α, ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­φα­με στὸ κτί­ριο τῆς Φι­λαρ­μο­νι­κῆς γιὰ ν’ ἀ­φή­σου­με τὰ ὄρ­γα­να, οἱ τρομ­πε­τί­στες, οἱ κλα­ρι­νε­τί­στες, οἱ ὀμ­πο­ΐ­στες κι οἱ λοι­ποὶ πνευ­στοὶ ποὺ ἐ­πω­μί­ζον­ταν τὴ με­λω­δί­α, κυ­κλο­φο­ροῦ­σαν πάν­το­τε βου­βοὶ καὶ σκο­τει­νι­α­σμέ­νοι, καί, ἅ­μα μᾶς πε­τύ­χαι­ναν σὲ κα­νέ­να δι­ά­δρο­μο, μᾶς ἔ­ρι­χναν κά­τι πο­λὺ ἐ­πι­τι­μη­τι­κὲς μα­τι­ές. Δὲν ἤ­τα­νε καὶ λί­γοι πάν­τως αὐ­τοὶ ποὺ ἐγ­κα­τέ­λει­ψαν γι’ αὐ­τὸ τὸ λό­γο, ἂν κι οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι, πλή­ρως ἀ­δι­α­φο­ρών­τας γιὰ τὸ γεν­ναῖ­ο μπο­να­μά, ἁ­πλού­στα­τα ἀ­πέ­φευ­γαν τὶς ἐν λό­γῳ ἐ­ξό­δους κι ὅ­λο κά­τι οἰ­κο­γε­νεια­κὸ προ­φα­σί­ζον­ταν.

        Τέ­λος πάν­των, τώ­ρα ποὺ λί­γο-πο­λὺ ὅ­λα αὐ­τὰ ἔ­χου­νε πα­ρέλ­θει κι ἐ­γὼ βρέ­θη­κα καὶ πά­λι στὸ νη­σί, λέ­ω νὰ ξα­να­δο­κι­μά­σω τὴν τύ­χη μου στὸ τρομ­πό­νι. Ὅ­σο φορ­τω­μέ­νο πρό­γραμ­μα κι ἂν ἔ­χω, ὁ χρό­νος στὴν ἐ­παρ­χί­α κυ­λᾶ ἀλ­λι­ῶς, καὶ δὲν εἶ­ναι λί­γες οἱ φο­ρὲς ποὺ μοῦ τυ­χαί­νουν κά­τι ἀ­πο­γεύ­μα­τα ποὺ δὲν ἔ­χω τί νὰ τὰ κά­νω. Τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα αὐ­τὰ ρί­χνο­μαι πί­στο­μα στὸ κρε­βά­τι, σφη­νώ­νω τὸ ἐ­πι­στό­μιο στὸ στό­μα, καὶ φαν­τά­ζο­μαι τὸ μέλ­λον μου στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο πνευ­στό: ἴ­σως ἐ­πι­τέ­λους με­τα­πη­δή­σω ἀ­π’ τὸ τρομ­πό­νι μὲ κλει­διὰ στὸ τρομ­πό­νι a tiro, κά­τι ποὺ δὲν πρό­λα­βα νὰ κά­νω ὡς ἔ­φη­βος, σκέ­φτο­μαι. Ἔ­τσι φεύ­γουν πολ­λὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα· σι­γὰ σι­γὰ τὰ ἄ­κρα μου μου­διά­ζουν, νε­κρώ­νουν ἐν­τε­λῶς, οἱ ἀ­να­πνο­ὲς ἀ­ραι­ώ­νουν, τὸ σῶ­μα μου ὁ­λό­κλη­ρο ἀ­σφυ­κτιᾶ κα­πα­κω­μέ­νο, θαρ­ρεῖς, κά­που μέ­σα. Προ­σπα­θῶ τό­τε, μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ ξε­χα­στῶ, ν’ ἀ­να­κα­λέ­σω τὶς ζω­η­ρὲς με­λω­δί­ες τῶν ἐμ­βα­τη­ρί­ων τῶν ἐ­θνι­κῶν ἐ­πε­τεί­ων ἤ, του­λά­χι­στον, ἐ­κεί­νη τὴν νω­χε­λι­κὴ με­λω­δί­α τῶν λι­τα­νει­ῶν τοῦ Ἐ­πι­τα­φί­ου. Ὡ­στό­σο, ὅ­λως πα­ρα­δό­ξως, μο­νά­χα τὶς ἁ­πλὲς συν­θέ­σεις τῶν κη­δει­ῶν θυ­μᾶ­μαι, ἀλ­λὰ κι αὐ­τὲς δὲν ἠ­χοῦν στ’ αὐ­τιά μου εὐ­κρι­νῶς, μᾶλ­λον ὑ­πό­κω­φα τὶς ἀ­κού­ω, μπερ­δε­μέ­νες μ’ οἰ­μω­γὲς οἰ­κεί­ων φω­νῶν.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώ­νης (Ἀ­θή­να, 1990). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΕΚΠΑ καὶ κλα­σι­κὴ κι­θά­ρα στὸ Ὠ­δεῖ­ο Ἀ­θη­νῶν.


		
Advertisements

Ἰάσονας Μικρώνης: Ὁ λεξιπλάστης

 

mikronisiasonas-oleksiplastis-eikona-06


Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώ­νης


Ὁ λε­ξι­πλά­στης


03-alpha-01ΝΑΣΥΡΩ ΚΑΤΑ ΚΑΙΡΟΥΣ  ἀ­π’ τὶς τσέ­πες μου χαρ­τά­κια δι­α­φό­ρων με­γε­θῶν —μέ­χρι καὶ κομ­μα­τά­κια χαρ­το­πε­τσε­τῶν ἔ­χω βρεῖ— μὲ λέ­ξεις ποὺ κά­πο­τε μοῦ κέν­τρι­σαν τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον. Πρό­κει­ται γιὰ λέ­ξεις δυσ­νό­η­τες, δυ­σπρό­φερ­τες, τὶς ὁ­ποῖ­ες δὲν ἀ­κοῦς πλέ­ον που­θε­νὰ – κι ὡς ἐκ τού­του ἄ­χρη­στες, μὴ λει­τουρ­γι­κές. Ἐ­πι­λέ­γω νὰ τὶς με­τα­χει­ρί­ζο­μαι (μὲ τὴν ἀ­παι­τού­με­νη φει­δὼ) στὶς ποι­κί­λες κα­θη­με­ρι­νές μου συ­ναλ­λα­γὲς ἀλ­λὰ καὶ στὶς δι­ά­φο­ρες μα­ζώ­ξεις μὲ φί­λους γιὰ νὰ προ­κα­λέ­σω τὸν θαυ­μα­σμὸ ἤ, κυ­νι­κό­τε­ρα, γιὰ νὰ ξι­πά­σω. Συ­νή­θως βέ­βαι­α δὲν κα­τα­φέρ­νω τί­πο­τα ἀ­π’ τὰ δύ­ο, ἡ συ­ναλ­λα­γὴ ἢ ἡ συ­ζή­τη­ση ἐ­ξε­λίσ­σον­ται κα­νο­νι­κό­τα­τα – χω­ρίς, δη­λα­δή, τὸ ἀ­να­με­νό­με­νο χά­σκον στό­μα ἀ­π’ τὴ με­ριὰ τοῦ ἀ­κρο­α­τῆ. Σπα­νι­ό­τε­ρα, κά­ποι­ος φί­λος, θὰ ξε­σπά­σει σὲ χά­χα­να (ἀ­ναί­τια) ἢ θὰ μοῦ ζη­τή­σει κά­ποι­ο ἐ­πι­κρα­τέ­στε­ρο συ­νώ­νυ­μο. Δὲν εἶ­ναι λί­γες βέ­βαι­α καὶ οἱ φο­ρές, ποὺ ὁ συ­νο­μι­λη­τής μου θὰ μοῦ ἐ­πι­τε­θεῖ λε­κτι­κὰ ἢ θὰ μὲ κα­τα­κρί­νει γιὰ τὰ ἰ­δι­ό­τρο­πα ἑλ­λη­νι­κά μου («Ποῦ τὰ ἄ­κου­σες νὰ τὰ μι­λᾶ­νε αὐ­τά, ρέ;»). Ὡς καὶ δυσ­λε­ξι­κὸ μ’ ἔ­χουν ἀ­πο­κα­λέ­σει.

        Τό­τε κι ἐ­γὼ κά­πως χο­λιά­ζω, μα­ζεύ­ο­μαι κι ὀ­πι­σθο­χω­ρῶ. Πε­ρι­ο­ρί­ζο­μαι σὲ μο­νο­λε­κτι­κὲς ἀ­πο­κρί­σεις (ναὶ/ ὄ­χι) ἤ, ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα, σὲ σφιγ­μέ­να νεύ­μα­τα. Πο­λὺ σπά­νια μό­νο θὰ ἐκ­φρά­σω τὸ γρι­φῶ­δες «θὰ κα­πνά­σω», γιὰ νὰ εἰ­σπρά­ξω καὶ τό­τε μί­α και­νού­ρια, ἀ­γρι­ό­τε­ρη ἐ­πί­θε­ση.

        Τὸ δὲ «κα­πνά­ζω» συγ­κα­τα­λέ­γε­ται στὰ ἀ­με­τά­βα­τα καὶ σύν­θε­τα ρή­μα­τα: προ­κύ­πτει με­τὰ τὴν συ­νέ­νω­ση τοῦ «μο­νά­ζω» μὲ τὸ «κα­πνί­ζω». Ἀ­νή­κει στὸν μπαρ­μπα-Κο­σμᾶ, τὸν λε­ξι­πλά­στη τοῦ χω­ριοῦ. Τὸ πρό­φε­ρε, μπου­χτι­σμέ­νος πάν­το­τε, ὅ­ταν οἱ ἐ­λευ­θε­ρι­ά­ζου­σες ἀ­πό­ψεις ἐ­πὶ παν­τὸς ἐ­πι­στη­τοῦ ἔ­βρι­σκαν ἰ­σχυ­ρὸ ἀν­τί­λο­γο ἀ­νά­με­σα στοὺς χω­ρια­νούς, ὅ­ταν ἕ­νας και­νού­ριος λο­γα­ρια­σμὸς ρεύ­μα­τος ἢ νε­ροῦ τὸν πε­ρί­με­νε στὸ πλα­τύ­σκα­λο τοῦ σπι­τιοῦ του, ὅ­ταν ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε μι­κρὸ —ἐ­λά­χι­στο— κα­κὸ τὸν ἔ­βρι­σκε. Οἱ συ­ζη­τή­σεις γλωσ­σο­λο­γι­κοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος ἀ­να­ζω­πυ­ρώ­νον­ταν κά­θε φο­ρὰ ἐκ νέ­ου ἀ­νά­με­σα στοὺς συμ­πό­τες του, κα­θέ­νας προ­σέ­φε­ρε τὸν λί­θο τῆς δι­κῆς του ἀ­νερ­μά­τι­στης ἑρ­μη­νεί­ας· ὁ ἴ­διος βέ­βαι­α πο­τέ του δὲν ἀ­πε­φάν­θη. Ἐρ­χό­ταν, ἄλ­λω­στε, πο­λὺ γρή­γο­ρα μί­α ἄλ­λη αὐ­το­σχέ­δια κου­βέν­τα νὰ ἀ­πο­προ­σα­να­το­λί­σει τὴν ἀν­τι­πα­ρά­θε­ση. Ση­κω­νό­ταν, ἔ­πει­τα, στὸ τέ­λος τῆς νύ­χτας, πε­ρί­φρον­τις τά­χα μου κι αἰ­νιγ­μα­τι­κός, πλή­ρω­νε τὸ ἀν­τί­τι­μο τῆς κραι­πά­λης του, ἄ­να­βε τσι­γά­ρο γιὰ τὸ δρό­μο κι ἔ­φευ­γε. Χρό­νια με­τὰ κα­τά­φε­ρα νὰ ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­ή­σω τὴ ρή­ση του.

        Ὁ μπαρ­μπα-Κο­σμᾶς εἶ­χε καὶ μιὰ γυ­ναί­κα, τὴ Βού­λα. Τὸ σπί­τι τους ἀ­κουμ­ποῦ­σε στὸ δι­κό μας, οἱ δο­σο­λη­ψί­ες της μὲ τὴν μά­να μου ἦ­ταν σὲ κα­θη­με­ρι­νὴ βά­ση – κα­νέ­να αὐ­γό, κα­νέ­να κου­νου­πί­δι, τέ­τοι­α. Ἦ­ταν ἄ­τε­κνοι καὶ (πα­ρὰ τὶς ὄ­χι καὶ πο­λὺ ἀ­ραι­ὲς λο­γο­μα­χί­ες τους) μο­νι­α­σμέ­νοι – πρὸς ἐ­πίρ­ρω­ση τοῦ ποι­η­τῆ ποὺ κά­που λέ­ει: Τε­λι­κὰ τὰ μό­να πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­γα­πη­μέ­να, τὰ μό­να βα­θιά, ὣς τὰ γε­ρά­μα­τα, ὣς τὸ τέ­λος, ἐ­ρω­τευ­μέ­να ζευ­γά­ρια ποὺ ἔ­χω γνω­ρί­σει ἦ­ταν τὰ ἄ­κλη­ρα. Ὁ πα­τέ­ρας μου μὲ πλη­ρο­φό­ρη­σε κά­πο­τε ὅ­τι δὲν περ­νοῦ­σε μέ­ρα, τό­τε του­λά­χι­στον ποὺ ὁ μπαρ­μπα-Κο­σμᾶς κα­τέ­βαι­νε κα­θη­με­ρι­νὰ στὸν κάμ­πο γιὰ τ’ ἀμ­πέ­λια, ποὺ νὰ μὴν τὴν κε­ρά­σει, κα­τὰ τὴν ἀ­νά­βα­ση, λου­λού­δι.

        Ἔ­πει­τα, κά­ποι­α ἀ­σθέ­νεια νευ­ρο­λο­γι­κῆς φύ­σε­ως ἐμ­φά­νι­σε ἡ Βού­λα καί, προ­τοῦ κα­λὰ-κα­λὰ ἡ εἴ­δη­ση δι­α­δο­θεῖ σ’ ὁ­λό­κλη­ρό το χω­ριό, τὰ πό­δια της πιὰ δὲν τὴν πή­γαι­ναν καί, κά­να τρί­μη­νο ἀ­φό­του τῆς τά ‘κο­ψαν, πέ­θα­νε.

        Ὁ μπαρ­μπα-Κο­σμᾶς δέ­χθη­κε βου­βὸς τὰ συλ­λυ­πη­τή­ρια. Κλεί­στη­κε ἕ­να και­ρὸ σπί­τι του, τὸν βο­η­θοῦ­σε ἕ­να μι­κρα­νί­ψι του μὲ τὰ ψώ­νια. Φούν­τω­σε ἕ­να δι­ά­στη­μα ἡ ἀ­ναρ­ρι­χη­τι­κὴ κλη­μα­τα­ριὰ στὴν αὐ­λή, θη­λύ­κω­σε περ­βά­ζια καὶ δο­κούς, ὕ­στε­ρα τὴν ἔ­κα­ψε ἡ ἐγ­κα­τά­λει­ψη. Ἔ­βγαι­νε ἀρ­γό­τε­ρα δει­λὰ ὁ μπαρ­μπα-Κο­σμᾶς κα­τὰ τὸ σού­ρου­πο, μιὰ δυ­ὸ ὧ­ρες, μέ­χρι νὰ πέ­σει γιὰ τὰ κα­λά τὸ βρά­δυ. Τοῦ εἶ­χε ἐ­πι­στή­σει ὁ για­τρὸς τὴν προ­σο­χή, νὰ διά­γει βί­ο πιὸ ἐγ­κρα­τή, τοῦ ‘δω­σε κά­ποι­ος ἀ­π’ τὸ χω­ριὸ ἕ­να μπε­γλέ­ρι, νὰ ἐ­λατ­τώ­σει τὸ τσι­γά­ρο. Ἔ­πια­νε κι ἐ­κεῖ­νος τὴν κα­θι­ε­ρω­μέ­νη του θέ­ση στὸν κα­φε­νέ, ἀ­π’ τὴ μί­α τὸ κομ­πο­λό­ι, ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη ὁ ἀ­ρει­μά­νιος κα­πνός. Ἔ­πα­ψε βέ­βαι­α καὶ μὲ τοὺς νε­ο­λο­γι­σμούς.

        Ἀ­νέ­βη­κα μά­λι­στα κι ἐ­γὼ τὶς προ­άλ­λες στὸ χω­ριὸ γιὰ τὶς γι­ορ­τές. Περ­νών­τας τὸ κα­τώ­φλι τοῦ πα­τρι­κοῦ μου, πῆ­ρε τ’ αὐ­τί μου δί­πλα τὴν τη­λε­ό­ρα­ση νὰ λέ­ει. Κον­το­στά­θη­κα· ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος ὁ πε­ρι­ώ­νυ­μος πα­ρου­σια­στὴς τοῦ δελ­τί­ου τῶν ὀ­κτώ, ὄρ­θιο τὸν φαν­τά­στη­κα κι εὐ­θυ­τε­νῆ στὸ πλα­τό, νὰ σχο­λιά­ζει τὴν ἐ­πι­και­ρό­τη­τα μὲ κά­τι Ἑλ­λη­νι­κὰ πο­λὺ σω­στὰ κι ἄρ­τια, δί­χως νο­η­μα­τι­κὰ κε­νὰ ἢ ἄλ­λου τύ­που ἀ­σά­φει­ες.


bonsai-03c-giaistologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώ­νης  (Ἀ­θή­να, 1990). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΕΚΠΑ καὶ κλα­σι­κὴ κι­θά­ρα στὸ Ὠ­δεῖ­ο Ἀ­θη­νῶν.

Iásonas Mikronis: El mañana


Mikoronis,Iasonas-ToAyrio-Eikona-01


Iásonas Mikronis


El mañana


01-EpsilonSTAMOS tomando cervezas mi padre y yo en un kafenío de Ai Minás en pleno mediodía. «En todas las elecciones salen y dicen ser las más cruciales», me dice. A derecha e izquierda los mayores juegan a backgammon y en los descansos comentan los resultados de los sondeos. Veo a Plenti que sale de una callejuela y se acerca al kafenío pedaleando lentamente en su destrozadísima bicicleta. Por detrás tira de su perra peluda, la «Albania» (bautizada así por él mismo), que es enorme pero se parece a una osa domesticada e inofensiva. El enlosado humea por el calor, parece como si la bici anduviera sobre un mar aceitoso. Vi a Plenti por primera vez hace cuatro o cinco años. Yo estaba conduciendo un Honda Jazz con manos temblorosas, cuando mi profesor de autoescuela abrió apresuradamente la ventanilla y gritó a un tipo desproporcionado: “¡Hombre, Plenti, hola!”. El tipo devolvió el saludo levantando la mano de forma algo dubitativa como un escolar asustado que sabe la respuesta pero no se atreve a decirla. “¿Le conoces?”, me preguntó el profesor. Le hice una seña negativa. “Plenti”, empezó a contarme, “había tenido una gran fortuna en Albania, pero Hoxha se la expropió. Encima le encarcelaron y allí se volvió loco”. Desde entonces he oído miles de interpretaciones — típico chismorreo de provincia. Sus compatriotas dicen que era clérigo (su barba frondosa había adquirido carácter mitológico), otros que pertenecía a un grupo de jóvenes disidentes trotskistas, otros (la minoría) reconocen en él al cabecilla saguinario de las extensas purgas del último periodo del régimen. La verdad es que no vino a Grecia con la primera oleada, en los ’90. Y su griego —igual es por eso— sigue siendo paupérrimo, para ser exactos se limita a dos palabras: Albania y mañana. Ha enganchado una neverita de goma espuma a la parrilla de su bicicleta llena de pescaditos pequeños (sargos, lubinas y morragutes) que ha estado pescando con sedal en el puente de Ponte. Recorre la ciudad de Lefkada con su frondosa «Albania» siguiéndole fielmente, e intenta vender su mercancía. Pero no suelen comprarle nada. Mueven negativamente la cabeza. Y Plenti recurre entones, desolado, a su escaso griego: “¿Mañana, eh?”. Así que hoy, día de elecciones, Plenti irrumpe en el kafenío con dos lubinas en la mano, como muestra. Va de mesa en mesa como una bola de pinball. Todos, por supuesto, lo rechazan. “¿Mañana?”, sugiere él, “mañana”, se ríen los bebedores. En ese momento sale el primer exit poll, todos en el kafenío se autorreprimen para ver. Un hombre mayor le grita desde el fondo para picarle: “Plenti, ¿has votado?”. Plenti no responde. El otro insiste: “Plenti, hombre, ¿has votado?”. Plenti mete las muestras en la neverita y levanta la pata de cabra a su tremulosa bicicleta. «Albania» le lame el pie. Se sienta cómodamente en el sillín, respira hondo y mira, como pensando, al viejo.

       Y le dice proféticamente:

       “Mañana”.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Fuente: primera publicación en el blog Planodion – Historias Bonsái (22 de oc­tubre de 2015).

Iásonas Mikronis (Atenas, 1990). Estudió Lengua Inglesa y Filología en la U­ni­versidad de Atenas y guitarra clásica en el conservatorio de Atenas. Vi­ve en Lefkada.

Traducción: Naiara García Fernández.

Revisión: Konstantinos Paleologos.



		

	

Ἰάσονας Μικρώνης: Τὸ αὔριο


Mikoronis,Iasonas-ToAyrio-Eikona-01


Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώ­νης


Τὸ αὔ­ριο


03-PiΙΝΟΥΜΕ μπύ­ρες μὲ τὸν πα­τέ­ρα μου σ’ ἕ­να κα­φε­νεῖ­ο στὸν Ἄ­ϊ-Μη­νᾶ. Ντά­λα με­ση­μέ­ρι. «Σ’ ὅ­λες τὶς ἐ­κλο­γὲς αὐ­τὰ βγαί­νουν καὶ λέ­νε, ὅ­τι εἶ­ναι οἱ πιὸ κρί­σι­μες» μοῦ λέ­ει. Ἀ­ρι­στε­ρὰ καὶ δε­ξιά, ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι παί­ζουν πλα­κω­τὸ καί, στὰ ἐν­δι­ά­με­σα, σχο­λιά­ζουν τὶς δη­μο­σκο­πή­σεις. Βλέ­πω τὸν Πλέν­τι νὰ βγαί­νει ἀ­π’ ἕ­να στε­νὸ καὶ νὰ σι­μώ­νει τὸ κα­φε­νεῖ­ο κά­νον­τας νω­χε­λι­κὰ πεν­τὰλ στὸ σα­ρα­βα­λι­α­σμέ­νο του πο­δή­λα­το. Πί­σω του σέρ­νει τὴ μαλ­λια­ρή του σκύ­λα, τὴν «Ἀλ­βα­νί­α» (δι­κό του τὸ βά­πτι­σμα), πού ‘ναι θε­ό­ρα­τη, ἀλ­λὰ μοιά­ζει μὲ ἐ­ξη­με­ρω­μέ­νη ἄ­κα­κη ἀρ­κού­δα. Τὸ πλα­κό­στρω­το ἀ­χνί­ζει ἀ­π’ τὴ ζέ­στα, φαί­νε­ται λὲς καὶ πο­δη­λα­τεῖ πά­νω σὲ λα­δω­μέ­νη θά­λασ­σα. Τὸν Πλέν­τι τὸν εἶ­χα πρω­το­δεῖ ἕ­να πρω­ι­νό, πᾶ­νε τέσ­σε­ρα πέν­τε χρό­νια. Ὁ­δη­γοῦ­σα μὲ τρε­μά­με­να χέ­ρια τὸ Honda Jazz, ὅ­ταν ὁ δά­σκα­λος τῆς ὁ­δή­γη­σης ἄ­νοι­ξε βε­βι­α­σμέ­να τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ φώ­να­ξε σ’ ἕ­ναν ἀ­νοι­κο­νό­μη­το τύ­πο: «γειά σου ρὲ Πλέν­τι». Ὁ τύ­πος τοῦ ἀν­τα­πέ­δω­σε τὸ χαι­ρε­τι­σμὸ ὑ­ψώ­νον­τας κά­πως δι­στα­κτι­κὰ τὴν πα­λά­μη του – σὰν φο­βι­σμέ­νο σχο­λι­α­ρό­παι­δο ποὺ ξέ­ρει τὴν ἀ­πάν­τη­ση, ἀλ­λὰ δὲν τολ­μᾶ νὰ τὴ ξε­στο­μί­σει. «Τὸν ξέ­ρεις;» μὲ ρώ­τη­σε ὁ δά­σκα­λος. Τοῦ ‘νευ­σα ἀρ­νη­τι­κά. «Ὁ Πλέν­τι» μὲ πλη­ρο­φό­ρη­σε «εἶ­χε πε­ρι­ου­σί­α με­γά­λη στὴν Ἀλ­βα­νί­α. Τοῦ τὴν ἀ­παλ­λο­τρί­ω­σε ὁ Χό­τζα. Τὸν κλεί­σα­νε καὶ φυ­λα­κή. Ἐ­κεῖ τρε­λά­θη­κε». Ἔ­κτο­τε, ἔ­χω ἀ­κού­σει μύ­ρι­ες ἐκ­δο­χὲς – οἱ γνω­στὲς ἀ­κρι­το­μυ­θί­ες τῆς ἐ­παρ­χί­ας. Οἱ συμ­πα­τρι­ῶ­τες του λέ­νε ὅ­τι ἦ­ταν ἱ­ε­ρω­μέ­νος (τὸ φουν­τω­τό του μού­σι εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει χα­ρα­κτή­ρα μύ­θου), ἄλ­λοι ὅ­τι ἀ­νῆ­κε σὲ κά­ποι­α νε­ο­λαί­α ἀν­τι­φρο­νούν­των Τρο­τσκι­στῶν, κά­ποι­οι ἄλ­λοι (ἡ μει­ο­ψη­φί­α) τὸν ἀ­να­γνω­ρί­ζουν ὡς τὸν αἰ­μο­δι­ψῆ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῶν ἐ­κτε­τα­μέ­νων ἐκ­κα­θα­ρί­σε­ων τῆς τε­λευ­ταί­ας πε­ρι­ό­δου τοῦ κα­θε­στῶ­τος. Τὸ σί­γου­ρο βέ­βαι­α εἶ­ναι ὅ­τι δὲν κα­τέ­βη­κε μὲ τὸ πρῶ­το κύ­μα, τὸ ’90. Καὶ τὰ ἑλ­λη­νι­κά του —ἴ­σως γι’ αὐ­τό— μεί­να­νε λει­ψά. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, πε­ρι­ο­ρί­ζον­ται σὲ δύ­ο λέ­ξεις: «Ἀλ­βα­νί­α» καὶ «αὔ­ριο». Ἔ­χει κο­τσά­ρει ἕ­να ψυ­γειά­κι ἀ­πὸ ἀ­φρο­λὲξ στὴ σχά­ρα τοῦ πο­δη­λά­του του γε­μά­το μι­κρὰ ψά­ρια (σπά­ρους, λαυ­ρά­κια, κε­φα­λό­που­λα) πού ‘χει πρω­τύ­τε­ρα ἁ­λι­έ­ψει μὲ το­νιὰ στὴν γέ­φυ­ρα τοῦ Πόν­τε. Φέρ­νει γύ­ρες τὴν πό­λη τῆς Λευ­κά­δας, μὲ τὴν φουν­τω­τή του «Ἀλ­βα­νί­α» νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θεῖ πι­στά, καὶ προ­σπα­θεῖ νὰ που­λή­σει τὴν πρα­μά­τειά του. Συ­νή­θως ὅ­μως δὲν παίρ­νου­νε. Ση­κώ­νουν ἀρ­νη­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι τους. Κι ὁ Πλέν­τι ἐ­πι­στρα­τεύ­ει τό­τε, ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος, τὰ ἐ­λά­χι­στα Ἑλ­λη­νι­κά του: «αὔ­ριο, ἐ;». Ἔ­τσι καὶ σή­με­ρα ὁ Πλέν­τι, ἡ­μέ­ρα ἐ­κλο­γῶν, μπου­κέρ­νει στὸ κα­φε­νεῖ­ο μὲ δυ­ὸ λαυ­ρά­κια ἀ­νὰ χεί­ρας, γιὰ δεῖγ­μα. Γυ­ρί­ζει ἀ­πὸ τρα­πέ­ζι σὲ τρα­πέ­ζι σὰν μπί­λια στὰ φλι­πε­ρά­κια – ὅ­λοι βέ­βαι­α τὸν ἀ­πο­δι­ώ­χνουν. «Αὔ­ριο;» προ­τεί­νει αὐ­τός, «αὔ­ριο» γε­λοῦν οἱ πό­τες. Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα βγαί­νει καὶ τὸ πρῶ­το exit poll, σύσ­σω­μο τὸ μα­γα­ζὶ αὐ­το­φι­μώ­νε­ται νὰ δεῖ. Ἕ­νας γέ­ρος ἀ­π’ τὸ βά­θος φω­νά­ζει πι­κα­ρι­στὰ τοῦ Πλέν­τι: «Πλέν­τι ψή­φι­σες;». Ὁ Πλέν­τι δὲν τὸν παίρ­νει ἀ­πὸ λό­γο. Ὁ ἄλ­λος ἐ­πι­μέ­νει: «Ἔ, Πλέν­τι, ψή­φι­σες;». Ὁ Πλέν­τι χώ­νει τὰ δείγ­μα­τα στὸ ψυ­γειά­κι, ση­κώ­νει τὸ στὰντ τοῦ ἑ­τοι­μόρ­ρο­που πο­δη­λά­του· ἡ «Ἀλ­βα­νί­α» τοῦ γλεί­φει τὸ πό­δι. Κά­θε­ται ἀ­να­παυ­τι­κὰ στὴ σέ­λα, παίρ­νει μιὰ βα­θιὰ εἰ­σπνο­ή, κοι­τά­ζει στο­χα­στι­κὰ τὸ γέ­ρο.

       Καὶ τοῦ λέ­ει, προ­φη­τι­κά:

       «Αὔ­ριο».


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώ­νης (Ἀ­θή­να, 1990). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν­ καὶ κλα­σι­κὴ κι­θά­ρα στὸ Ὠ­δεῖ­ο Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ στὴν Λευ­κά­δα.