Χριστόφορος Μηλιώνης: Στὴν Κατάρα

milionischristoforos-stinkatara-eikona-02


Χρι­στό­φο­ρος Μη­λι­ώ­νης

 

Στὴν Κα­τά­ρα


04-htta ΠΑΡΑΓΚΑ ΦΩΤΙΖΕΤΑΙ ἀ­πὸ ἕ­να λοὺξ κρε­μα­σμέ­νο στὸ δο­κά­ρι, ἕ­να λοὺξ μι­κρὸ ποὺ σι­γο­βρά­ζει καὶ ρί­χνει ὁ­λό­γυ­ρα ἕ­ναν κύ­κλο φω­τει­νό.

           — Δὲ θὰ κρα­τή­σει πολ­λὴ ὥ­ρα, λέ­ει τὸ γκαρ­σό­νι κι ἀ­νε­βαί­νει σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα καὶ τὸ τρομ­πά­ρει.

           Τὸ φῶς γί­νε­ται πιὸ δυ­να­τό, ὁ ἦ­χος ὀ­ξύ­τε­ρος, κι ὁ φω­τει­νὸς κύ­κλος τα­λαν­τεύ­ε­ται μιὰ στὸ δά­πε­δο, μιὰ στὸν τοῖ­χο, ὥ­σπου νὰ ἰ­σορ­ρο­πή­σει. Οἱ τοῖ­χοι εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­νοι ἀ­πὸ χον­τρὸ ξύ­λο κα­στα­νιᾶς κι ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο ξύ­λο εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­νος κι ὁ πάγ­κος καὶ τὰ ρά­φια πί­σω του. Τὸ γκαρ­σό­νι στέ­κε­ται ἀ­νά­με­σα στὰ ρά­φια καὶ στὸν πάγ­κο, ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στοὺς ἀγ­κῶ­νες, μὲ τὸ κε­φά­λι μέ­σα στὶς πα­λά­μες του. Τὸ ρα­δι­ό­φω­νο ποὺ βρί­σκε­ται σ’ ἕ­να ρά­φι παί­ζει μιὰ ἁ­πα­λὴ νυ­χτε­ρι­νὴ μου­σι­κή, ποὺ ἀ­πο­κοι­μί­ζει.

           — Ὁ δρό­μος δὲν πρό­κει­ται ν’ ἀ­νοί­ξει γιὰ πολ­λὲς μέ­ρες, ἀ­να­κοι­νώ­νει μ’ ἐ­πι­ση­μό­τη­τα τὸ γκαρ­σό­νι.

           Στὴ μέ­ση, λί­γο πιὸ πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν πε­ρι­φέ­ρεια τοῦ φω­τει­νοῦ κύ­κλου, καί­ει μιὰ θερ­μά­στρα μὲ ξύ­λα. Ἡ τζα­μα­ρί­α δί­πλα στὸ ἀ­κρι­νὸ τρα­πέ­ζι εἶ­ναι ἱ­δρω­μέ­νη, ὅ­μως ἀ­πὸ ἕ­να τζά­μι της ποὺ τό ‘­χουν κα­θα­ρί­σει μὲ τὸ χέ­ρι φαί­νον­ται ἔ­ξω ἀρ­κε­τὰ πράγ­μα­τα.

           Μπρο­στὰ-μπρο­στὰ μιὰ με­τάλ­λι­νη ὑ­ψο­με­τρι­κὴ πι­να­κί­δα στὴν κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς σι­δε­ρέ­νιου στύ­λου δεί­χνει ὑ­ψό­με­τρο 1.700 μέ­τρα. Στὴ βά­ση τοῦ στύ­λου εἶ­ναι σω­ρι­α­σμέ­νο πο­λὺ χι­ό­νι, ποὺ προ­έρ­χε­ται βέ­βαι­α ἀ­πὸ τὸ ξε­χιόνι­σμα τοῦ δρό­μου, ὅ­μως ὁ δρό­μος εἶ­ναι ἀ­κό­μα σκε­πα­σμέ­νος ἀ­πὸ ἕ­να στρῶ­μα χι­ο­νιοῦ πα­τη­μέ­νο ἀ­πὸ τρο­χούς, ἐ­νῶ δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρά του οἱ ὄ­χτοι εἶ­ναι κά­που ἕ­να μέ­τρο ψη­λοί. Ὁ­λό­γυ­ρα ὅ­μως στὸ γυ­μνὸ ὀ­ρο­πέ­διο τὸ χι­ό­νι εἶ­ναι παρ­θέ­νο ὣς πέ­ρα στὸ βά­θος, ὅ­που δι­α­γρά­φε­ται ἀ­χνὰ ἡ λευ­κὴ φι­γού­ρα τοῦ βου­νοῦ. Τὸ φῶς τοῦ φεγ­γα­ριοῦ λάμ­πει σ’ ὅ­λη τὴν κά­τα­σπρη γυ­μνὴ ἔ­κτα­ση, ὅ­μως τὸ ἴ­διο τὸ φεγ­γά­ρι δὲ φαί­νε­ται, για­τὶ τὸ κρύ­βει τὸ γεί­σω­μα τῆς στέ­γης.

           Στὸ ἀ­κρι­νὸ τρα­πέ­ζι, κον­τὰ στὴν τζα­μα­ρί­α, κά­θε­ται ἕ­νας ἄν­τρας. Εἶ­ναι ἀ­ξού­ρι­στος πολ­λὲς μέ­ρες, ἔ­τσι ποὺ τὸ πρό­σω­πό του φαί­νε­ται σὰν νὰ κα­λύ­πτε­ται ἀ­πὸ μαύ­ρη μά­σκα, ἐ­νῶ τὰ μα­κριὰ κι ἀ­χτέ­νι­στα μαλ­λιά του πέ­φτουν καὶ σκε­πά­ζουν τὸ μέ­τω­πο ὣς τὰ φρύ­δια. Κά­θε­ται πα­ρά­με­ρα, ἀ­ρι­στε­ρὰ στὴν εἴ­σο­δο, ἔ­τσι ποὺ θά ‘­λε­γες πὼς ὁ ἄν­θρω­πος προ­τι­μᾶ πιὸ πο­λὺ νὰ βλέ­πει πα­ρὰ νὰ τὸν βλέ­πουν. Δί­πλα του εἶ­ναι ἡ ἱ­δρω­μέ­νη τζα­μα­ρί­α μὲ τὸ κα­θα­ρι­σμέ­νο κομ­μά­τι, ἀ­π’ ὅ­που φαί­νε­ται τὸ χι­ο­νι­σμέ­νο ὀ­ρο­πέ­διο, ἡ ὑ­ψο­με­τρι­κὴ πι­να­κί­δα, ὁ δρό­μος μὲ τὶς ρο­δι­ές καὶ στὸ βά­θος, ἀ­χνά, ἡ φι­γού­ρα τοῦ βο­υνοῦ. Ἀ­κού­ον­ται κου­βέν­τες μπερ­δε­μέ­νες καὶ χά­χα­να, ἐ­νῶ κά­ποι­οι στα­μα­τοῦν κά­τω ἀ­πὸ τὴν τζα­μα­ρί­α. Δὲν δι­α­κρί­νον­ται, για­τί στά­θη­καν πί­σω ἀ­πὸ τὸ ἀ­χνι­σμέ­νο τζά­μι, λί­γα μέ­τρα πιὸ πέ­ρα, ἀλ­λὰ πά­νω στὸ σω­ρὸ τοῦ χι­ο­νιοῦ ποὺ βρί­σκε­ται στὴ ρί­ζα τοῦ σι­δε­ρέ­νιου στύ­λου τῆς πι­να­κί­δας τι­νά­ζον­ται δυ­ὸ κι­τρι­νω­πὰ ὑ­δά­τι­να τό­ξα καὶ τὸ χι­ό­νι ἐ­κεῖ γί­νε­ται κί­τρι­νο. Ὕ­στε­ρα ἀ­κού­ον­ται πά­λι χά­χα­να, βη­μα­τι­σμοὶ καὶ χτυ­πή­μα­τα πα­που­τσι­ῶν ποὺ ξε­χιονί­ζον­ται στὴν εἴ­σο­δο.

           Μπαί­νουν δυ­ὸ ἄν­τρες ψη­λοί, γε­ρο­δε­μέ­νοι, ντυ­μέ­νοι μὲ μο­νο­κόμ­μα­τες φόρ­μες ἀ­πὸ χον­τρὸ πρά­σι­νο κα­ρα­βό­πα­νο. Οἱ με­γά­λοι λε­κέ­δες ἀ­πὸ μη­χανό­λα­δο δεί­χνουν πὼς πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ὁ­δη­γοὶ φορ­τη­γῶν ἢ ἴ­σως χει­ρι­στὲς στὶς μπουλ­ντό­ζες ποὺ κά­νουν τὸ ξε­χι­ό­νι­σμα. Γι’ αὐ­τὸ καὶ τὰ πρό­σω­πά τους εἶ­ναι ρυ­τι­δω­μέ­να καὶ ψη­μέ­να ἀ­πὸ τὴν πα­γω­νιά. Ὁ ἕ­νας τρα­βά­ει στὸ ρά­φι μὲ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο καὶ στρί­βει τὸ κουμ­πί. Ἀ­κού­ον­ται στὴν ἀρ­χὴ πα­ρά­σι­τα μα­ζὶ μὲ τὸ τέ­λος μιᾶς φρά­σης —«ὁ και­ρὸς ἐ­πι­δει­νοῦ­ται»—, ὕ­στε­ρα μιὰ ἁ­πα­λὴ μου­σι­κὴ ποὺ να­νου­ρί­ζει καὶ τέ­λος στα­μα­τά­ει. Οἱ δυ­ὸ ἄν­τρες στέ­κον­ται γιὰ λί­γο ὄρ­θιοι μπρο­στὰ στὴ σόμ­πα, τρί­βουν τὰ χέ­ρια τους πά­νω ἀ­πὸ τὸ σκέ­πα­σμα, τρα­βοῦν τὰ φερ­μου­ὰρ ἀ­π’ τὸ λαι­μὸ ὣς τὴ μέ­ση καὶ κα­θὼς οἱ φόρ­μες τους ἀ­νοί­γουν, φαί­νον­ται στὸ στῆ­θος οἱ χον­τρὲς προ­βι­ὲς ποὺ φο­ροῦν ἀ­πὸ μέ­σα.

           Τὸ λοὺξ σι­γο­βρά­ζει καὶ τὸ φῶς του χα­μη­λώ­νει. Τὸ γκαρ­σό­νι ἀ­νε­βαί­νει σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα καὶ τὸ τρομ­πά­ρει.

           — Δὲ θὰ κρα­τή­σει πολ­λὴ ὥ­ρα, λέ­ει κι ὕ­στε­ρα πη­γαί­νει καὶ στέ­κε­ται ὄρ­θιο πί­σω ἀ­πὸ τὸν πάγ­κο του κι ἀ­κουμ­πά­ει στοὺς ἀγ­κῶ­νες μὲ τὸ κε­φά­λι μέ­σα στὶς πα­λά­μες. Τὸ φῶς γί­νε­ται πιὸ δυ­να­τό, ὁ ἦ­χος ὀ­ξύ­τε­ρος, κι ἕ­νας φω­τει­νὸς κύ­κλος τα­λαν­τεύ­ε­ται, μιὰ στὸ δά­πε­δο, μιὰ στὸν ξύ­λι­νο τοῖ­χο ὥ­σπου ἰ­σορ­ρο­πεῖ.

           — Θὰ ἡ­συ­χά­σου­με.

           — Για­τί νὰ παι­δευ­ό­μα­στε ἄ­δι­κα; λέ­νε οἱ δυ­ὸ χει­ρι­στές, ἐ­νῶ τὸ γκαρ­σό­νι ἀ­να­κοι­νώ­νει ἐ­πί­ση­μα:

           — Ὁ δρό­μος δὲν πρό­κει­ται ν’ ἀ­νοί­ξει γιὰ πολ­λὲς μέ­ρες.

           Ὁ ἕ­νας ψά­χνει σὲ μιὰ γω­νιά, βρί­σκει τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ξύ­λο, κι ὁ ἄλ­λος ἀ­νοί­γει τὸ κα­πά­κι τῆς θερ­μά­στρας. Με­ρι­κὲς σπί­θες μα­ζὶ μὲ στά­χτες καὶ κα­πνοὺς τι­νά­ζον­ται γιὰ λί­γο, ὥ­σπου νὰ ξα­να­κλεί­σει τὸ κα­πά­κι.

           Ἀ­π’ τὸ κα­θα­ρι­σμέ­νο κομ­μά­τι τῆς τζα­μα­ρί­ας φαί­νε­ται ἡ ὑ­ψο­με­τρι­κὴ πι­να­κί­δα, ποὺ δεί­χνει 1.700 μέ­τρα καὶ στὴ βά­ση της ὁ σω­ρὸς τὸ κι­τρι­νι­σμέ­νο χι­ό­νι. Ὁ­λό­γυ­ρα εἶ­ναι τὸ γυ­μνὸ ὀ­ρο­πέ­διο καὶ πά­νω στὴ λευ­κὴ ἐ­πι­φά­νεια, ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ ὑ­πάρ­χουν με­γά­λες κη­λί­δες, ἀλ­λοῦ πιὸ σκοῦ­ρες, ἀλ­λοῦ πιὸ φω­τει­νές, ἀ­πὸ τὸ φῶς τοῦ φεγ­γα­ριοῦ. Μὰ τὸ φεγ­γά­ρι τὸ ἴ­διο δὲ φαί­νε­ται, για­τί τὸ κρύ­βει τὸ γεί­σω­μα τῆς στέ­γης.

           Πέ­ρα στὸ βά­θος, ὅ­που δι­α­κρί­νον­ται ἡ φι­γού­ρα τοῦ βου­νοῦ, τώ­ρα δὲν ὑ­πάρ­χει πα­ρὰ ἕ­να γκρι­ζό­λευ­κο πα­ρα­πέ­τα­σμα ποὺ πέ­φτει κά­θε­τα στὸν ὁ­ρί­ζον­τα. Μιὰ ρι­πὴ ἀ­νέ­μου ση­κώ­νει στὸ πέ­ρα­σμά της μι­κροὺς στρο­βί­λους ἀ­πὸ ψι­λό­χι­ο­νο κι ἔρ­χε­ται καὶ σπά­ζει πά­νω στὴν τζα­μα­ρί­α ποὺ τρί­ζει.

           — Ὅ­που καὶ νά ‘­ναι θὰ ξε­σπά­σει και­νού­ρια χι­ο­νο­θύ­ελ­λα κι ἔ­τσι θὰ ἡ­συ­χά­σου­με.

           — Πᾶ­με γιὰ ὕ­πνο, για­τί ἡ θερ­μά­στρα σβή­νει, λέ­νε οἱ δυ­ὸ χει­ρι­στές, κι ἔ­τσι ποὺ κι­νοῦν­ται ἀρ­γά, ὀγ­κώ­δεις, μὲ τὶς προ­βι­ὲς στὰ στή­θια, μοιά­ζουν μὲ ἀρ­κοῦ­δες ποὺ πη­γαί­νουν γιὰ χει­με­ρί­α νάρ­κη. Ἀ­νοί­γουν μιὰ πορ­τού­λα στ’ ἀ­ρι­στε­ρά τοῦ πάγ­κου καὶ βγαί­νουν σ’ ἕ­να μι­κρὸ δω­μά­τιο ἢ ἀ­πο­θή­κη, ποὺ πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χει ἐ­κεῖ μέ­σα.

           Στὴν πα­ράγ­κα ἀ­πο­μέ­νει τώ­ρα μο­νά­χα ὁ ἄν­τρας ποὺ κά­θε­ται δί­πλα στὴν τζα­μα­ρί­α, μὲ τ’ ἀ­ξού­ρι­στο πρό­σω­πο καὶ τὰ μαλ­λιὰ νὰ τοῦ πέ­φτουν ὡς τὰ φρύ­δια.

           — Ἐ­δῶ τὸ λέ­νε Κα­τά­ρα, μο­νο­λο­γεῖ τὸ γκαρ­σό­νι. Κα­τά­ρα, ξα­να­λέ­ει κι ἀ­νε­βαί­νει στὴν κα­ρέ­κλα, γιὰ νὰ τρομ­πά­ρει τὸ λούξ, ποὺ σι­γο­βρά­ζει καὶ τὸ φῶς του πέ­φτει. Ὁ φω­τει­νὸς κύ­κλος ἀρ­χί­ζει πά­λι νὰ τρε­κλί­ζει, μι­σὸς στὸ πά­τω­μα μι­σὸς στὸν τοῖ­χο, μὰ ξαφ­νι­κά τὸ φῶς σβή­νει κι ἀ­πο­μέ­νει μο­νά­χα με­ρι­κὰ δευ­τε­ρόλε­φτα τὸ πυ­ρα­κτω­μέ­νο σα­κου­λά­κι ἀ­πὸ ἀ­μί­αν­το, πυ­ρο­κὸκκι­νο μὲς στὸ σκο­τά­δι, ὥ­σπου σι­γὰ σι­γὰ ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται κι αὐ­τό.

           Γιὰ λί­γη ὥ­ρα τὸ σκο­τά­δι εἶ­ναι πη­χτό. Ὕ­στε­ρα ἡ ἀν­ταύ­γεια τοῦ χι­ο­νιοῦ ἀρ­χί­ζει νὰ φιλ­τρά­ρε­ται με­σ’ ἀ­π’ τὰ τζά­μια καὶ δι­α­κρί­νε­ται ἀ­χνὰ ἡ φι­γού­ρα τοῦ γκαρ­σο­νιοῦ ποὺ μουρ­μου­ρί­ζει καὶ χά­νε­ται πί­σω ἀ­π’ τὴ μι­κρὴ πορ­τού­λα, στ’ ἀ­ρι­στε­ρά τοῦ πάγ­κου.

           Ὅ­ταν πιὰ ἡ ὁ­ρα­τό­τη­τα στα­θε­ρο­ποι­εῖ­ται, μιὰ ὁ­ρα­τό­τη­τα ποὺ μό­λις ἐ­πι­τρέ­πει νὰ δι­α­γρά­φε­ται σὲ πο­λὺ γε­νι­κὲς γραμ­μὲς τὸ σχῆ­μα τῶν πραγ­μά­των, τῆς σόμ­πας, τοῦ πάγ­κου, τῶν ρα­φι­ῶν, στὴν πα­ράγ­κα ἡ ἡ­συ­χί­α εἶ­ναι βα­θιὰ κι ἡ ἐ­ρη­μιὰ με­γά­λη. Ἡ πα­γω­νιὰ ἀρ­χί­ζει νὰ φιλ­τρά­ρε­ται κι αὐ­τὴ με­σ’ ἀ­π’ τὴν τζα­μα­ρί­α μα­ζὶ μὲ τὴν ἀν­ταύ­γεια τοῦ χι­ο­νιοῦ. Ὕ­στε­ρα μιὰ και­νού­ρια ρι­πὴ ἀ­νέ­μου τραν­τά­ζει σύ­ξυ­λη τὴν πα­ράγ­κα. Εἶ­ναι μιὰ ρι­πὴ ποὺ δὲν στα­μα­τά­ει μὰ σφυ­ρί­ζει ἀ­τέ­λει­ω­τα, κά­λυ­ψε ὁ­λό­τε­λα μὲ χι­ό­νι τὴν τζα­μα­ρί­α καὶ φυ­σά­ει τὴν πα­γω­νιὰ ἀ­π’ ὅ­λες τὶς πλευ­ρές.

           Σὲ λί­γο εἶ­τε μέ­σα εἶτε ἔ­ξω δὲν θὰ δι­α­φέ­ρει καὶ πο­λύ. Ἐ­δῶ τὸ λέ­νε Κα­τά­ρα.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Ἡ με­τα­πο­λε­μι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο τοῦ ’40 ὣς τὴ δι­κτα­το­ρί­α τοῦ ’67, Τό­μος Ε’, (ἐκ­δ. Σο­κό­λη, Ἀ­θή­να, 1990). (Ἀ­πὸ Τὰ δι­η­γή­μα­τα τῆς Δο­κι­μα­σί­ας, ἐκδ. Κέ­δρος, Ἀ­θή­να, 1978.)


Μη­λι­ώ­νης Χρι­στό­φο­ρος
 (Πε­ρι­στέ­ρι Πω­γω­νί­ου, 1932). Σπού­δα­σε Κλα­σι­κή Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἔ­χει γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, με­λέ­τες καὶ δο­κί­μια. Ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Πα­ρα­φω­νί­α (ἐκδ. Ἐν­δο­χώ­ρα, 1961).

Χριστόφορος Μηλιώνης: Ἕνα ὅπλο πραγματικὰ ἔξυπνο

 

 

Χρι­στό­φο­ρος Μη­λι­ώ­νης

 

Ἕ­να ὅ­πλο πραγ­μα­τι­κὰ ἔ­ξυ­πνο

 

TAN, ΜΕ ΜΙΑ ΦΟΒΕΡΗ ΕΚΡΗΞΗ, ξέ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ σκο­τά­δι καὶ τὴν ἀ­σφυ­ξί­α τοῦ ἀ­τσά­λι­νου πυ­ρο­σω­λή­να καὶ ξα­μο­λή­θη­κε ἐ­λεύ­θε­ρος στὸν οὐ­ρα­νό, πά­νω ἀ­πὸ τὴν Ἀ­δρι­α­τι­κή, εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ νυ­χτώ­νει. Ἔ­πι­α­σε ἀ­μέ­σως τὶς συν­τε­ταγ­μέ­νες καὶ προ­σα­να­το­λί­στη­κε. Στὰ δυ­τι­κά, πά­νω ἀ­πὸ τὴν Ἰ­τα­λί­α, ὁ οὐ­ρα­νὸς εἶ­χε ἕ­να γλυ­κὸ ρό­δι­νο χρῶ­μα, κά­τω­θέ του ἡ θά­λασ­σα ἦ­ταν με­νε­ξε­δέ­νια, ἐ­νῶ στὰ ἀ­να­το­λι­κὰ εἶ­χε ἀρ­χί­σει κι­ό­λας νὰ πέ­φτει σκο­τά­δι. Κι ὅ­μως τρα­βοῦ­σε κα­τὰ κεῖ. «Ἀ­πὸ τὸ προ­σω­ρι­νὸ σκο­τά­δι στὸ αἰ­ώ­νιο», σκέ­φτη­κε. «Ἡ ζω­ή μου ὅ­λη, αὐ­τὴ μο­νά­χα ἡ πα­νέ­μορ­φη εἰ­κό­να, ἀ­νά­με­σα σὲ δυ­ὸ σκο­τά­δια, τὸ ἕ­να προ­σω­ρι­νὸ καὶ τὸ ἄλ­λο αἰ­ώ­νιο. Κι ἄχ, για­τί τό­σο λί­γο νὰ βα­στά­ξει!» Σκέ­φτη­κε ἀ­κό­μη τὸ σκο­τά­δι ποὺ θ’ ἁ­πλώ­νον­ταν γύ­ρω του, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὴ φαν­τα­σμα­γο­ρί­α καὶ τὶς πρῶ­τες ἐν­τυ­πώ­σεις τῆς ἔ­κρη­ξης, σ’ αὐ­τὰ τὰ δυ­στυ­χι­σμέ­να πλά­σμα­τα, ποὺ δὲν εἶ­χαν ἴ­σως προ­λά­βει, οὔ­τε αὐ­τά, νὰ χα­ροῦν τὴ με­νε­ξε­δέ­νια εἰ­κό­να τῆς ζω­ῆς τους.

 

       Αὐ­τὰ σκε­φτό­ταν, φι­λο­σο­φών­τας, ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν ἕ­νας Τό­μα­χοκ, ἕ­να πραγ­μα­τι­κὰ ἔ­ξυ­πνο ὅ­πλο. Τί ἐ­ξυ­πνά­δα θὰ ἦ­ταν αὐ­τή, ἂν δὲν φι­λο­σο­φοῦ­σε πά­νω στὴν ἴ­δια τὴ ζω­ή του; Καὶ τί νὰ τὴν ἔ­κα­νε τὴν ἐ­ξυ­πνά­δα, ἂν δὲν προ­σπα­θοῦ­σε, μὲ τό­ση δύ­να­μη ποὺ εἶ­χε, ν’ ἀλ­λά­ξει τὴ μοί­ρα του; «Κα­λύ­τε­ρα θαμ­μέ­νος βα­θιὰ στὸ χῶ­μα» σκέ­φτη­κε, «πα­ρὰ αὐ­τό! Θὰ κα­τε­βαί­νουν οἱ ρί­ζες τῆς ἄ­νοι­ξης νὰ τῆς δώ­σω ἰ­χνο­στοι­χεῖ­α, νὰ πά­ρει δύ­να­μη! Καὶ θά ‘ναι σὰν ν’ ἀ­νε­βαί­νω μα­ζί της στὸ φῶς καὶ στὸν ἥ­λιο, θὰ τὸν νι­ώ­θω νὰ μοῦ ζε­σταί­νει τὸ μέ­ταλ­λο τῆς ρά­χης». Ἀρ­κεῖ νὰ ἔ­βρι­σκε ἕ­να χῶ­μα μα­λα­κὸ νὰ μπή­ξει ἁ­πα­λὰ τὴ μου­σού­δα του, νὰ μὴ ἐ­κρα­γεῖ! Κι ἐ­νῶ ἔ­ψα­χνε κά­τω, εἶ­δε ἕ­να ἁ­λω­νά­κι ὅ­που τρε­μό­σβη­ναν μι­κρὰ καν­τη­λά­κια. Ἦ­ταν κι­ό­λας τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ἑ­νὸς σέρ­βι­κου χω­ριοῦ. «Ἐ­δῶ, ἐ­δῶ!» σκέ­φτη­κε γρή­γο­ρα. «Ἐ­δῶ ὅ­που εἶ­ναι μα­λα­κό το νι­ό­σκα­φτο χῶ­μα! Νά ‘ρχον­ται οἱ μα­νά­δες τὰ βρά­δια ν’ ἀ­νά­ψουν τὰ καν­τή­λια καὶ νὰ μοῦ τρα­γου­δᾶ­νε, νά ‘ρχον­ται οἱ νι­ὲς τὴν ἄ­νοι­ξη καὶ νὰ μοῦ φέρ­νουν στε­φά­νια μὲ λου­λού­δια!» Καὶ μὲ τὸ ποὺ τὸ σκέ­φτη­κε, ἡ μού­ρη του στρά­φη­κε κά­τω καὶ μπή­χτη­κε στὸ χῶ­μα. Κα­νέ­νας κρό­τος δὲν ἀ­κού­στη­κε, μὰ Θε­έ μου τί ἦ­ταν αὐ­τό!. Χι­λιά­δες ψυ­χὲς πε­θα­μέ­νων ὅρ­μη­σαν μέ­σ’ ἀ­πὸ τὸ σκο­τά­δι καὶ τὸν ἔ­ζω­σαν, ὑ­ψώ­νον­τας δι­κρά­νια καὶ μπαλ­ντά­δες, στρι­φο­γυ­ρί­ζον­τας γι­α­τα­γά­νια καὶ κρα­τών­τας κα­ρι­ο­φύλ­λια, δαγ­κώ­νον­τας τὶς κά­μες τῶν μα­χαι­ριῶν καὶ τὶς ἀ­σφά­λει­ες ἀ­πὸ τὶς χει­ρο­βομ­βί­δες καὶ γυρ­νών­τας πά­νω του τὶς ξι­φο­λόγ­χες. Δὲ χρει­ά­στη­κε πο­λὺ νὰ κα­τα­λά­βει, για­τί ἦ­ταν ἕ­να ἔ­ξυ­πνο ὅ­πλο. Κα­τά­φε­ρε στὴ στιγ­μὴ νὰ πυ­ρο­δο­τή­σει ξα­νὰ τοὺς προ­ω­θη­τῆ­ρες του καὶ τι­νά­χτη­κε μὲ ὁρ­μὴ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ χῶ­μα. Ξα­νά­κα­νε ἀν­τί­στρο­φα ἀ­κρι­βῶς τὴν ἴ­δια δι­α­δρο­μή, ἔ­φτα­σε στοὺς ἐ­κτο­ξευ­τὲς κι ἔ­σκα­σε πά­νω στὰ κε­φά­λια ἐ­κεί­νων ποὺ τὸν εἶ­χαν ἐ­ξα­πο­στεί­λει. Πρό­λα­βε καὶ τ’ ἄ­κου­σε ποὺ βρόν­τη­ξαν κού­φια κι ὕ­στε­ρα θρυμ­μα­τί­στη­κε μα­ζί τους. Γε­μά­τος ἀ­γαλ­λί­α­ση!

      Ἐ­πει­δὴ βέ­βαι­α ἦ­ταν ἕ­να πραγ­μα­τι­κὰ ἔ­ξυ­πνο ὅ­πλο.

 

 

 Πη­γή: Ἐφ. Τὰ Νέα, Πέμπτη, 17 Μαΐου 1999.

[Τὸ κεί­με­νο γρά­φτη­κε, ὅ­ταν γι­νό­ταν ὁ πό­λε­μος τοῦ ΝΑ­ΤΟ ἐ­ναν­τί­ον τῶν Σέρ­βων στὸ Κό­σο­βο καὶ δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Τὰ Νέ­α (17-05-99). Με­τὰ τὴν ἀ­πο­κά­λυ­ψη (25-01-2001) ὅ­τι οἱ βόμ­βες, ποὺ ρί­χτη­καν στὸ Κό­σο­βο μὲ πυ­ραύ­λους, πε­ρι­εῖ­χαν ἀ­πεμ­πλου­τι­σμέ­νο οὐ­ρά­νιο, ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ ὁ­ποί­ου πολ­λοὶ στρα­τι­ῶ­τες τοῦ ΝΑ­ΤΟ προ­σβλή­θη­καν ἀ­πὸ λευ­χαι­μί­α (σύμ­πτω­μα βαλ­κα­νί­ων) καὶ τὸ θό­ρυ­βο ποὺ προ­κλή­θη­κε, τὸ κεί­με­νο ἀ­πο­δεί­χτη­κε προ­φη­τι­κό. Τώ­ρα μὲ τὸν πό­λε­μο στὴ Λι­βύ­η ξα­να­γί­νε­ται καὶ ἐ­πί­και­ρο.]

 

Μη­λι­ώ­νης Χρι­στό­φο­ρος (Πε­ρι­στέ­ρι Πω­γω­νί­ου, 1932). Σπού­δα­σε Κλα­σι­κή Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἔ­χει γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, με­λέ­τες καὶ δο­κί­μια. Ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Πα­ρα­φω­νί­α (ἐκδ. Ἐν­δο­χώ­ρα, 1961).

 

Χριστόφορος Μηλιώνης: Ὁ λευκὸς ἄγγελος

 

 

Χρι­στό­φο­ρος Μη­λι­ώ­νης

 

Ὁ Λευ­κὸς Ἄγ­γε­λος

 

 ΛΕΥΚΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ μοῦ γύ­ρι­σε τὴν πλά­τη καὶ τὸν εἶ­δα νὰ ξε­μα­κραί­νει καὶ νὰ χά­νε­ται στὸ βά­θος τοῦ σκο­τει­νοῦ τοῦ­νελ.

«Ὅ­λα τώ­ρα τε­λεί­ω­σαν!», σκέ­φτη­κα.

         Ἔ­γι­νε βα­θὺ σκο­τά­δι καὶ βα­θειὰ σι­ω­πή. Τό­σο σκο­τά­δι καὶ τέ­τοια σι­ω­πὴ ποὺ πρώ­τη φο­ρὰ τὰ γνώ­ρι­ζα. Πό­σο θὰ κρα­τοῦ­σε; Καὶ πῶς λο­γα­ριά­ζουν ἐ­δῶ τὸ χρό­νο; Ἄρ­χι­σα νὰ με­τρῶ μέ­σα μου, ὥ­σπου οἱ ἀ­ριθ­μοὶ μὲ ἐγ­κα­τέ­λει­ψαν καὶ ἔ­μει­να μό­νος ἐ­γὼ μὲς στὴ σι­ω­πή.

         Κά­ποι­α στιγ­μὴ ξε­κί­νη­σε ἕ­νας ἦ­χος μα­λα­κός, γλυ­κὸς θὰ τὸν ἔ­λε­γα, συ­νε­χὴς καὶ κα­τευ­να­στι­κός. Σι­γὰ σι­γὰ ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­γρά­φε­ται μπρο­στά μου τὸ σπί­τι μου μὲ τὸ μπαλ­κό­νι καὶ τὶς γλά­στρες, ὁ κῆ­πος μὲ τὶς πα­σχα­λι­ὲς καὶ τὰ λα­χα­νι­κά, ἡ αὐ­λὴ μὲ τὴ φλα­μου­ριά, οἱ ἀ­δερ­φές μου νὰ κεν­τᾶ­νε στὸν ἴ­σκιο της, ἡ για­γιά μου νὰ λι­ά­ζε­ται κά­τω ἀ­πὸ τὸ μπαλ­κό­νι, ὁ πα­τέ­ρας μου νὰ μπά­ζει τὰ κα­τσί­κια στὸ ἀ­χού­ρι, μ΄ ἕ­να ρα­βδὶ στὸ χέ­ρι. Δὲν ἔ­βλε­πα τὴ μά­να μου καὶ πῆ­ρα τὸ δρο­μά­κι ποὺ πή­γαι­νε στοὺς κή­πους. Ἀ­νέ­βη­κα στοῦ «Μπέ­η τὸ λι­θά­ρι» . Κά­τω χα­μη­λὰ ἦ­ταν τὸ ρέ­μα, καὶ ἴ­σως ὁ ἦ­χος ποὺ ὅ­λο καὶ δυ­νά­μω­νε νὰ ἦ­ταν ἀ­π’ τὸ νε­ρὸ ποὺ κυ­λοῦ­σε ἀ­πὸ τοὺς κα­ταρ­ρά­χτες κα­τε­βαί­νον­τας πρὸς τὸν Πα­λι­ό­μυ­λο. Ἡ μά­να μου περ­νοῦ­σε μὲ τὸ γα­ϊ­δού­ρι μας φορ­τω­μέ­νο τὶς βα­ρέ­λες. Πή­γαι­νε νὰ τὶς γε­μί­σει στὴ βρύ­ση, καὶ τὸ τσίγ­κι­νο χω­νὶ μὲ τὸν μα­στρα­πὰ στὰ με­σο­σά­μα­ρα χτυ­ποῦ­σε στὸ ρυθ­μὸ τοῦ βη­μα­τι­σμοῦ τοῦ ζώ­ου.

        Ἕ­νας κό­τσυ­φας τρό­μα­ξε καὶ μ’ ἕ­να μου­σι­κὸ σφύ­ριγ­μα πέ­τα­ξε ἀ­πὸ τὴν ἀ­γρι­ο­κε­ρα­σιὰ καὶ βού­τη­ξε χα­μη­λά, ἐ­κεῖ ποὺ ἦ­ταν οἱ κῆ­ποι.

        Ὕ­στε­ρα ὁ ἦ­χος ἄρ­χι­σε νὰ δυ­να­μώ­νει καὶ ἔ­λε­γα πὼς ὁ μυ­λω­νᾶς ἔ­βα­λε μπρὸς τὴ φτε­ρω­τή, ποὺ γύ­ρι­ζε ἄ­γρια σκορ­πί­ζον­τας σύν­νε­φο τὸ νε­ρὸ ὁ­λό­γυ­ρα καὶ κά­νον­τας τὶς μυ­λό­πε­τρες νὰ γυ­ρί­ζουν γρή­γο­ρα κι αὐ­τές, καὶ τὸν ἦ­χο νὰ γί­νε­ται πιὸ βα­ρύς καὶ πιὸ δυ­να­τός.

        Φο­βή­θη­κα καὶ γύ­ρι­σα στὸ σπί­τι. Ὁ κρό­τος ὅ­λο καὶ δυ­νά­μω­νε. Ἔ­γι­νε σκο­τά­δι. Ὁ πα­τέ­ρας μου ἄ­νοι­ξε τὸ δυ­τι­κὸ πα­ρά­θυ­ρο. Σει­ρὲς ἀ­πὸ φῶ­τα σέρ­νον­ταν ἀν­τί­κρυ, στὸ Ἀλ­βα­νι­κό, στὸ δρό­μο τοῦ Ἀρ­γυ­ρο­κά­στρου. Φω­τει­νὲς κορ­δέ­λες ξε­τυ­λί­γον­ταν στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ πό­τε πό­τε σχη­μά­τι­ζαν ἀλ­λό­κο­τα φεγ­γά­ρια ποὺ τρέ­κλι­ζαν.

         «Εἶ­ναι προ­βο­λεῖς», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας. «Δὲν εἴ­μα­στε κα­λὰ ἀ­πό­ψε.»

        Τὰ χα­ρά­μα­τα ξέ­σπα­σε τὸ ντου­φε­κί­δι… Ἀ­κου­γόν­του­σαν πυ­κνοὶ πυ­ρο­βο­λι­σμοί.. Μπή­κα­με στὸ κα­τώ­ι μὲ τὰ πρό­βα­τα… Μὰ τό­τε τὰ πο­λυ­βό­λα ἀ­κού­στη­καν ἔ­ξω στὸ δρό­μο… Πα­ρά­ξε­νοι κρό­τοι ποὺ πρώ­τη φο­ρὰ τοὺς ἄ­κου­γα.

        Ὕ­στε­ρα ὁ δυ­να­τὸς ἦ­χος χα­μή­λω­σε πά­λι, ἔ­γι­νε ἕ­να ἀ­τέ­λει­ω­το πα­ρά­πο­νο, σὰν κά­ποι­οι νὰ κλαί­γα­νε μὲ ἀ­να­φυλ­λη­τά, κι ὕ­στε­ρα πά­λι δυ­νά­μω­σε, ἔ­γι­νε ὀ­ρυ­μα­γδός, καὶ ἀ­κου­γόν­του­σαν βρον­τὲς μὲς στὸ σκο­τά­δι ἢ τι­νά­ζον­ταν λάμ­ψεις ποὺ τύ­φλω­ναν. Καὶ κό­σμος! Κό­σμος ποὺ ἔ­φευ­γε κα­τὰ τὸ πο­τά­μι μὲ τὴ γκρε­μι­σμέ­νη Γέ­φυ­ρα. Κι ἐ­μεῖς μα­ζί.

        Ὁ ἥ­λιος χά­θη­κε ξα­νὰ σὲ πυ­κνὰ σύν­νε­φα. Κι ὅ­ταν φτά­σα­με στὴ Γέ­φυ­ρα, ἔ­βρε­χε, ἔ­βρε­χε δυ­να­τά.

        Τὸ πο­τά­μι φά­νη­κε ξαφ­νι­κὰ σὲ μιὰ στρο­φὴ τοῦ δρό­μου. Πλημ­μυ­ρι­σμέ­νο ἄ­κρη σ΄ ἄ­κρη, κα­τε­βά­ζει τὰ θο­λά του νε­ρά, ἀ­νά­με­σα στὰ χον­τρὰ πλα­τά­νια. Καὶ βρυ­χι­έ­ται, βρυ­χι­έ­ται – ἔ­τσι ποὺ δὲν εἶ­χα ξα­να­κού­σει πο­τά­μι νὰ βρυ­χι­έ­ται. Κι ὅ­λους μα­ζὶ τὸ ρέ­μα μᾶς ξε­βρά­ζει στὴν ἄλ­λη ὄ­χθη.

        Ὕ­στε­ρα ὁ βρυ­χηθ­μὸς κι οἱ κρό­τοι κα­τα­λά­για­σαν πά­λι, ὥ­σπου σβή­σα­νε. Ἔ­νι­ω­σα ρί­γος νὰ κυ­ρι­εύ­ει τὸ κορ­μί μου.

        «Ἔρ­χε­ται ἡ θέρ­μη!» σκέ­φτη­κα.

        Ἔ­πε­σα σὲ βύ­θος ποὺ κρά­τη­σε αἰ­ῶ­νες. Κά­πο­τε μοῦ φά­νη­κε πὼς ξύ­πνη­σα καὶ βρέ­θη­κα ξα­νὰ στὸ χω­ριό, κι ἀ­νέ­βαι­να τὸ σο­κά­κι, κά­που στὴ Ρού­γα. Ἦ­ταν ὅ­λα κλει­στά, καὶ οἱ αὐ­λές ­τους ἔ­ρη­μες. Τί­πο­τε πιὰ δὲν ἀ­κου­γό­ταν. Κά­θι­σα στὸ λι­θά­ρι τῆς Ρού­γας καὶ ξε­κί­νη­σα νὰ σι­γο­τρα­γου­δῶ ἕ­να πα­λιὸ τρα­γού­δι:

Στῆς Δε­ρό­πο­λης τὸν κάμ­πο, μω­ρὴ Μπιρ­μπι­λι­ῶ,

Γιά­ννος ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος….

 

        Ἀ­πό τὰ σπί­τια ἄρ­χι­σαν νὰ βγαί­νουν σκο­τει­νὲς σκι­ές. Ξά­πλω­σα σ΄ ἕ­να τσα­ΐ­ρι καὶ κοί­τα­ζα πέ­ρα, κα­τὰ τὴ Δε­ρό­πο­λη, καὶ τρα­γου­δοῦ­σα. Κι ἀν­θρώ­πι­νες φι­γοῦ­ρες μὲ κοί­τα­ζαν ἀ­πὸ μα­κριὰ καὶ μὲ χαι­ρε­τοῦ­σαν κου­νών­τάς μου τὸ χέ­ρι. Ἦ­ταν γνώ­ρι­μες μορ­φές. Κι ἐ­γὼ τρα­γου­δοῦ­σα μὲ δυ­να­τὴ φω­νή.

        Τό­τε ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­να λευ­κὸ συν­νε­φά­κι, κά­τι σὰν τὴν εἰ­κό­να τοῦ Λευ­κοῦ Ἀγ­γέ­λου, ἀλ­λὰ ἀ­χνὴ καὶ δι­ά­φα­νη, σὰν νά ’­βγαι­νε ἀ­πὸ ὄ­νει­ρο. Ἔ­σκυ­ψε καὶ μὲ φί­λη­σε. Κι ὕ­στε­ρα ἔ­φυ­γε μα­κριὰ καὶ χά­θη­κε. Ἔ­γι­νε ξα­νὰ σκο­τά­δι καὶ σι­ω­πή. Μέ­σα στὴ σι­ω­πὴ ἄ­κου­σα μιὰ σι­γα­νὴ φω­νή, ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ ἄλ­λον κό­σμο:

        «Τε­λει­ώ­σα­με…».

        Ἄ­νοι­ξε πά­νω μου ἡ ἀ­τσά­λι­νη κα­τα­πα­κτὴ κι ἕ­να χέ­ρι ἦ­ταν ἀ­πλω­μέ­νο καὶ μὲ βο­η­θοῦ­σε νὰ ἀ­να­ση­κω­θῶ καὶ νὰ κα­τέ­βω. Ἦ­ταν ἡ Νο­σο­κό­μα. Φο­ροῦ­σε ἄ­σπρη μπλού­ζα…

        «Πε­ρι­μέ­νε­τε νὰ πά­ρε­τε τὴ μα­γνη­τι­κὴ το­μο­γρα­φί­α!» εἶ­πε.

 

 

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση

 

Μη­λι­ώ­νης Χρι­στό­φο­ρος (Πε­ρι­στέ­ρι Πω­γω­νί­ου, 1932). Σπού­δα­σε Κλα­σι­κή Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἔ­χει γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, με­λέ­τες καὶ δο­κί­μια. Ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Πα­ρα­φω­νί­α (ἐκδ. Ἐν­δο­χώ­ρα, 1961).