Φώτης Μηκερόζης: Μπρὸς στὸ φωτεινό σηματοδότη

 

 

Φώτης Μηκερόζης

 

Μπρὸς στὸ φωτεινὸ σηματοδότη

 

Α ΞΥΛΑ ΣΤΟ ΤΖΑΚΙ, σώ­θη­καν. Ἔ­σβη­σε ἡ φω­τιά. Σι­γὰ-σι­γὰ ἁ­πλώ­θη­κε στὴν κά­μα­ρα, μιὰ νο­τι­σμέ­νη ψύ­χρα. Κρυ­ῶ­σαν, ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν ξε­σκέ­πα­στα, τὰ γυ­μνὰ κοι­μι­σμέ­να κορ­μιά τους. Ξυ­πνῆ­σαν, τὴν ἴ­δια στιγ­μή. Ἔ­ξω χι­ό­νι­ζε. Σι­ω­πη­λά, σχε­δὸν ὑ­πο­δό­ρια. Ἐ­κεί­νη τρά­βη­ξε ἀ­πά­νω τους τὸ βα­ρὺ πά­πλω­μα. Γυ­ρί­σαν στὸ πλά­ι καὶ βυ­θί­στη­κε ὁ ἕ­νας στὰ μά­τια τοῦ ἄλ­λου. Γρή­γο­ρα, τοὺς κυ­ρί­ε­ψε πά­λι ἡ ἴ­δια ὁρ­μή. Ξε­πη­δοῦ­σε, βα­θιὰ μέ­σα τους, σὰν ἕ­νας χεί­μαρ­ρος ἀ­τι­θά­σευ­τος. Κυ­λών­τας ἀπ΄ τὰ σκο­τά­δια, ἔ­βγαι­νε στὸ φῶς καὶ γι­νό­ταν ἕ­να ἁρ­πα­κτι­κὸ ποὺ γύ­ρευ­ε νὰ φά­ει, νὰ σπα­ρά­ξει τὴ σάρ­κα τοῦ ἄλ­λου. Ἄ­γριο πά­θος, Λερ­ναί­α Ὕ­δρα, φω­τιὰ στὴ ψυ­χὴ καὶ στὸ σῶ­μα τους.     

       Κι ὅ­ταν ξη­μέ­ρω­σε ἡ Δευ­τέ­ρα, τὸ χι­ό­νι στα­μά­τη­σε νὰ πέ­φτει. Ἐ­κεῖ­νος φό­ρε­σε τὸ κο­στού­μι του καὶ τὴ ζε­στὴ παρ­τι­σού του, ἐ­κεί­νη τὸ τζίν της, τὸ μάλ­λι­νο που­λό­βερ της καὶ τὸ ἀν­τι­α­νε­μι­κὸ μπου­φάν της. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­βα­λε τὰ κα­λο­γυ­α­λι­σμέ­να σκαρ­πί­νια του, ἐ­κεί­νη τὶς ψη­λὲς λου­στρι­νά­τες μπό­τες της, βγῆ­καν καὶ σφά­λι­σαν πί­σω τους, τὴν πόρ­τα. Ἐ­κεῖ­νος μπῆ­κε στὸ αὐ­το­κί­νη­τό του, ἐ­κεί­νη ἀ­νέ­βη­κε στὴ βέ­σπα της καὶ χώ­ρι­σαν.

       Ἔ­μει­νε μό­νη της ἡ ἀ­γροι­κί­α, σι­ω­πη­λή, νὰ στά­ζει ἀπ΄ τὴ στέ­γη της, τὸ χι­ό­νι ποὺ ἄρ­χι­σε νὰ λι­ώ­νει. 

 

       Τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν ἀ­νοι­χτά, τὰ παν­τζού­ρια κλει­στά, ἔ­τρι­ζαν οἱ κορ­μοὶ τῶν δέν­τρων στὴν πλα­γιὰ ἄπ΄ τὴν ἀ­φό­ρη­τη κά­ψα κι ὁ τζίτ­ζι­κας κα­λοῦ­σε ρά­θυ­μα τὸ ταί­ρι του. Μέ­σα, τὸ ρεῦ­μα ἀπ΄ τὰ ἀ­νοι­χτὰ πα­ρά­θυ­ρα, κού­να­γε ἐ­λα­φρὰ τὶς κουρ­τί­νες. Ἀγ­κα­λι­α­στῆ­καν, πνιγ­μέ­νοι ὁ ἕ­νας στὸν ἱ­δρώ­τα τοῦ ἄλ­λου κι ἔ­γι­νε τὸ κρε­βά­τι τους μιὰ θά­λασ­σα ποὺ τοὺς τρά­βα­γε μαυ­λι­στι­κὰ στὸν βυ­θό της. Ἔ­νι­ω­θε ὁ ἕ­νας στὸ ἄγ­γιγ­μα, στὸ χά­ϊ­δε­μα, στὸ ἅρ­παγ­μα τοῦ ἄλ­λου, σι­γὰ-σι­γὰ νὰ δι­α­λύ­ε­ται, σὲ ἄ­πει­ρες στα­γό­νες, σὲ κόκ­κους ἀ­μέ­τρη­τους κι ὕ­στε­ρα νὰ ξα­να­συν­τί­θε­ται, νὰ γί­νε­ται καὶ πά­λι σι­γὰ-σι­γά, μιὰ στά­μνα γε­μά­τη δρο­σε­ρὸ νε­ρό, ἕ­να καρ­βέ­λι φρε­σκο­ψη­μέ­νο, ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ πρε­βά­ζι ἑνὸς πα­ρα­θύ­ρου. Καὶ τού­τη ἡ πα­ρά­ξε­νη ἀ­πο­σύν­θε­ση κι ἡ πιὸ πα­ρά­ξε­νη σύν­θε­ση, ἐρ­χό­ταν καὶ ξα­νά­φευ­γε, ἐρ­χό­ταν καὶ ξα­νά­φευ­γε…κι ὅ­ταν ξη­μέ­ρω­σε καὶ πά­λι ἡ Δευ­τέ­ρα, εἶ­χε πά­ρει νὰ δρο­σί­ζει. Ἐ­κεῖ­νος φό­ρε­σε τὸ λι­νὸ κο­στού­μι του, ἐ­κεί­νη τὸ λευ­κὸ βαμ­βα­κε­ρὸ φου­στά­νι της, βγῆ­καν καὶ σφά­λι­σαν πί­σω τους τὴν πόρ­τα. Ἐ­κεῖ­νος μπῆ­κε στὸ αὐ­το­κί­νη­τό του, ἐ­κεί­νη ἀ­νέ­βη­κε στὴ βέ­σπα της καὶ χώ­ρι­σαν καὶ πά­λι.

       Ἔ­μει­νε μό­νη της ἡ ἀ­γροι­κί­α, σι­ω­πη­λή, ν΄ ἀν­τα­να­κλᾶ στὰ κε­ρα­μί­δια της, τὸ λευ­κὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου π΄ ἀ­νέ­τει­λε. 

 

 ***

 

       Πο­τὲ δὲν θὰ μά­θει ὁ ἕ­νας τὸ ὄ­νο­μα τοῦ ἄλ­λου. Πο­τὲ δὲν θ΄ ἀγ­γί­ξει ὁ ἕ­νας τὸ κορ­μὶ τοῦ ἄλ­λου. Πο­τὲ δὲν θὰ μπεῖ ὁ ἕ­νας στὴ ψυ­χὴ τοῦ ἄλ­λου.

       Δὲν ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ, ἡ σι­ω­πη­λὴ ἀ­γροι­κί­α.

       Τὸ φα­νά­ρι ἔ­γι­νε πρά­σι­νο. Χω­ρι­στῆ­καν οἱ μα­τι­ές τους. Πρώ­τη ξε­κί­νη­σε ἡ βέ­σπα κι ὕ­στε­ρα τ΄ αὐ­το­κί­νη­το.

 

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Φώ­της Μη­κε­ρό­ζης  (Θεσσαλονίκη, 1965). Σπούδασε Νομικά, διηγήματά του ἔχουν δημοσιευθεῖ στὸ περιοδικὸ Αἰολικὰ Γράμματα.

  

Advertisements