Panos I. Mavromatis: Los flatulentos antisistema



Panos I. Mavromatis


Los flatulentos antisistema


QUEL día de abril, dos amigos se cachondeaban, soltaban tacos, se partían de risa, caminaban y se ventoseaban. O sea, para mayor franqueza, dicho de otro modo y hablando en plata se tiraban pedos a mansalva. Se estaban pasando siete pueblos. Como niños pequeños competían para ver quién haría el mayor y más largo ruido posible con la parte final de sus intestinos. Trataban incluso de dotar a sus intentos de matices musicales. Ni ellos mismos sabían de dónde sacaban tantos gases. ¿Qué habían comido? De tanto apretar podrían haberse cagado encima en cualquier momento.

       Hacía ya un buen rato, mediodía en Exarjia, día de fiesta, que el eco de sus pedos hacía retumbar las calles desiertas y los edificios por los que pasaban mientras desfilaban riéndose como si se les hubiese escapado un gallo.

       Extraña reacción, algo como una reacción psicosomática contra el régimen. Atados de pies y manos, boca cerrada, solo su culo quedaba libre para protestar. Era el aniversario del 21 de abril.

       Habían empezado la broma con las marchas y las músicas folclóricas que se oían desde por la mañana, recordando el chiste del corneta-pedorro que tocaba a silencio y al que estaban intentando imitar.

       Únicamente que no les salió como planeaban. Entre el ruido, las risotadas y los cuchicheos, un guardián de la ley y del orden que les seguía discretamente se percató de que se trataba obviamente de disidentes y les condujo a comisaría para que diesen explicaciones por ofensa a la decencia pública.

            Les tuvieron dos horitas esperando y después, el oficial de servicio —qué escribir y cómo escribir un 21 de abril, ya se reirían de él mañana sus colegas por haber apresado a dos tirapedos en Exarjia— les hizo las debidas recomendaciones y los dejó ir.

       Ellos entendieron a la perfección que ni siquiera sus culos podían elevar una protesta contra un régimen que tenía la nariz, los ojos y las orejas metidos en todas partes. Y por más silenciosos que fuesen los pedos, el régimen los acabaría oliendo.



Fuente: Panos I. Mavrommatis, Informes Anárquicos Sobre Panfletos Doblados, [Atenas, publicación privada] 2015.

Panos I. Mavrommatis (Atenas, 1945) es un neurólogo y psiquiatra e­spe­ci­a­li­za­do en neurología pediátrica. Trabajó 30 años en el hospital infantil de Atenas P. y A Kyriakou. Ha escrito cuentos, poemas y fábulas. Textos suyos han apa­re­ci­do en publicaciones literarias, periódicos y revistas.

Traducción: Daniel Alonso Lázaro.

Revisión: Konstantinos Paleologos, Eduardo Lucena y Proyecto Grequerías.

Διαφημίσεις

Πάνος Μαυρομμάτης: Ἡ χαμένη γραμμὴ τοῦ ορίζοντα


Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της


Ἡ χα­μέ­νη γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα


ΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ποὺ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ κον­τά του τὴν πέ­ρα­σε ἀ­νώ­δυ­να. Μὲ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση μᾶλ­λον ποὺ δὲν τὸν δι­α­σποῦ­σε, δὲν τὸν ἐ­κνεύ­ρι­ζε. Χαι­ρό­ταν τὴ μο­να­ξιά του κι ἔ­νι­ω­θε ἀ­να­κού­φι­ση ποὺ κα­τά­φε­ρε νὰ ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θεῖ. Εἶ­χαν κλά­ψει τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα μα­ζί, ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νοι εἶ­χαν κά­νει ἕ­ναν ἀ­πελ­πι­σμέ­νο ἔ­ρω­τα ποὺ τοὺς ἐ­λά­φρυ­νε τὴν ἀ­γω­νί­α τοῦ χω­ρι­σμοῦ. Με­τὰ σὰν μι­κρὰ παι­διὰ στὸ  ἀ­ε­ρο­δρό­μιο δὲν ἄ­φη­νε ὁ ἕ­νας τὸ χέ­ρι τοῦ ἄλ­λου, μέ­χρι ποὺ σὲ μιὰ στιγ­μὴ τὴν ἔ­σπρω­ξε ἁ­πα­λὰ στὴ ρά­χη, αὐ­τὴ πι­σω­γύ­ρι­σε, φι­λή­θη­καν βι­α­στι­κά, ἐ­κεί­νη μὲ δι­στα­κτι­κὸ βῆ­μα πα­ρα­σύρ­θη­κε μέ­σα στὸ πλῆ­θος ποὺ προ­χω­ροῦ­σε γιὰ τὸν ἔ­λεγ­χο εἰ­σι­τη­ρί­ων. Προ­σπά­θη­σε νὰ τὴν ξα­να­δεῖ τεν­τώ­νον­τας τὸ κε­φά­λι του ὅ­σο μπο­ροῦ­σε πιὸ ψη­λά, στὶς μύ­τες τῶν πο­δι­ῶν, με­τὰ ἐ­πι­χεί­ρη­σε μέ­σα ἀ­πὸ κά­ποι­α χα­ρα­μά­δα τῆς πόρ­τας, στὸ τέ­λος ἀ­νέ­βη­κε στὴν τα­ρά­τσα. Εἶ­χε νυ­χτώ­σει γιὰ τὰ κα­λά. Ἔ­κα­νε ψύ­χρα. Τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο κα­θυ­στε­ροῦ­σε. Εἶ­πε νὰ φύ­γει, τί νό­η­μα εἶ­χε νὰ πε­ρι­μέ­νει, ἔ­φυ­γε ἀ­φοῦ ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σε τὸ σκά­φος ποὺ ἀ­νέ­βαι­νε στὸ σκο­τά­δι.

            Ὅ­λοι τὸν ἔ­βρι­σκαν σα­φῶς κα­λύ­τε­ρο. Φαι­νό­ταν νὰ ἔ­χει ξε­πε­ρά­σει τὶς δυ­σκο­λί­ες του. Ἦ­ταν πιὸ δυ­να­μι­κός, πιὸ ἀ­πο­φα­σι­στι­κός, ἄν­τε­χε τὴ μο­να­ξιά του μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια. Μέ­σα σὲ πε­νήν­τα μέ­ρες εἶ­χε κλά­ψει μό­νο δυ­ὸ φο­ρές, πο­νοῦ­σε λι­γό­τε­ρο. Μπό­ρε­σε νὰ κά­νει με­ρι­κὰ πραγ­μα­τά­κια, νὰ ὀρ­γα­νώ­σει λί­γο το χῶ­ρο του, νὰ ψω­νί­σει με­ρι­κὰ ἀ­ναγ­καῖα. Τε­λι­κά, ναί, μπο­ροῦ­σε νὰ αὐ­το­συν­τη­ρη­θεῖ, ἔ­στω καὶ ἔ­τσι, μό­νος.

            Ὅ­μως αὐ­τὴ τὴ νύ­χτα, κα­θὼς ὅ­λη τὴν ἡ­μέ­ρα τα­λα­νί­στη­κε ἀ­νά­με­σα σὲ ἄ­γνω­στους καὶ ἀ­δι­ά­φο­ρους ἀν­θρώ­πους, ἔ­χει ξα­πλώ­σει στὸ ψυ­χρὸ δω­μά­τιο καὶ ὁ ὕ­πνος ἀρ­γεῖ νὰ τὸν πά­ρει. Μι­σο­κοι­μᾶ­ται, τυ­λιγ­μέ­νος μὲ λί­γη θλί­ψη, μὲ κά­ποι­α ἐλ­πί­δα, μὲ μιὰ αἴ­σθη­ση ἐγ­κα­τά­λει­ψης, μὲ ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὸ σκο­τει­νὸ χρό­νο, ἀ­φή­νον­τας τὰ μέ­λη του σ’ ἕ­να χῶ­ρο κρύ­ο μὰ ἀ­σφα­λῆ, μέ­σα στὶς βρώ­μι­κες ἐρ­γέ­νι­κες κου­βέρ­τες. Χω­ρὶς νὰ κα­τα­λά­βει πῶς, ἦρ­θε ἀ­νε­παί­σθη­τα μιὰ εἰ­κό­να ἀ­πὸ τὸ πε­ρα­σμέ­νο κα­λο­καί­ρι. Πρω­ι­νὴ κα­τα­χνιά, θά­λασ­σα καὶ οὐ­ρα­νὸς ἑ­νω­μέ­να. Σβη­σμέ­νη ἡ γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα. Χα­μέ­νο τὸ πρό­σω­πό της, ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο στὸ φῶς τῆς αὐ­γῆς. Ἀ­να­λο­γί­στη­κε ἂν τολ­μᾶ νὰ φέ­ρει ἀ­πὸ μέ­σα κρυμ­μέ­νη τὴ μορ­φή της καὶ αὐ­τὴ ἦρ­θε ἥ­συ­χα μπρο­στά του, θαμ­πή, μα­ζὶ μὲ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α καὶ τὴ μι­ζέ­ρια τὴν ἀν­θρώ­πι­νη. Ἐ­κεῖ­νος μό­νος καὶ ἡ καρ­διά του νὰ χτυ­πᾶ πιὸ δυ­να­τά. Ἡ πα­ρου­σί­α της, ἡ ὀ­μορ­φιά, ἡ γλυ­κύ­τη­τα τοῦ προ­σώ­που της, ἔ­κα­ναν πιὸ σπα­ρα­κτι­κὴ τὴ μο­να­ξιά του. Ἔ­σπρω­ξε πέ­ρα τὴν ὀ­πτα­σί­α για­τὶ τοῦ ἔ­κο­βε τὴν ἀ­νά­σα, τοῦ ἔσφιγ­γε τὸ λαι­μό. Ἔ­βα­λε ἄλ­λες εἰ­κό­νες στὴν ὀ­θό­νη τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου του, ἐ­κεῖ κον­τὰ στὸν ὕ­πνο, ἄλ­λων πά­λαι πο­τὲ ἀ­γα­πη­μέ­νων γυ­ναι­κῶν γιὰ πάν­τα τώ­ρα χα­μέ­νων. Αὐ­τὸς ὁ ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νὰ ζεῖ μο­νά­χος σ’ αὐ­τὴν τὴν ὀ­δύ­νη τῆς ἐ­ρη­μιᾶς, σ’ αὐ­τὴ τὴν ἄ­σκη­ση τοῦ θα­νά­του. Δὲν πο­νοῦ­σαν πιὰ αὐ­τὰ τὰ ἄλ­λο­τε καυ­τὰ ὁ­ρά­μα­τα ἀ­γα­πη­μέ­νων ἀν­θρώ­πων. Μπο­ροῦ­σε νὰ ζεῖ χω­ρὶς αὐ­τούς, ὅ­πως μπό­ρε­σε νὰ ζή­σει με­τὰ τὸν πρῶ­το θά­να­το, με­τὰ τὴν πρώ­τη ἀ­πώ­λεια.

            Αὐ­τὴ ὅ­μως ἡ τε­λει­ω­μέ­νη πλέ­ον σχέ­ση, ἴ­σως για­τί ἦ­ταν πρό­σφα­τη, ἴ­σως ἡ ἄ­κρα ἀμ­φι­θυ­μί­α, οἱ προσ­δο­κί­ες ποὺ ἔ­μει­ναν χω­ρὶς ἐλ­πί­δα πιά, τὸν πο­νοῦ­σε καὶ τὸν τά­ρα­ζε. Πλάν­τα­ζε τὴν καρ­διά, ἔ­πνι­γε τὰ πνευ­μό­νια. Θέ­λη­σε σι­γά, πο­λὺ σι­γά, νὰ τὴν ξα­να­θυ­μη­θεῖ, μὲ τὴν εἰ­κό­να της ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­χνὴ νὰ δο­κι­μά­σει πά­λι καὶ πά­λι πό­νε­σε, γέ­μι­σε πα­ρά­πο­νο καὶ βά­ρυ­νε φέρ­νον­τας τὸ ἄλ­γος τῆς ὁ­λι­κῆς ἀ­πώ­λειας, τὸ θρῆ­νο τοῦ θα­νά­του μέ­σα του.

            «Ἂς εἶ­ναι κα­λὰ μο­νά­χα», σκε­φτό­τα­νε, «καὶ τί­πο­τα ἄλ­λο, ἂς εἶ­ναι εὐ­λο­γη­μέ­νη πάν­τα ἡ κα­λὴ μου.»

            Σί­γου­ρα τὴν ἀ­γα­ποῦ­σε. Καὶ ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη κά­τι μέ­νει ζων­τα­νό. Ἴ­σως ὅ­ταν ἀ­γα­πᾶς οἱ εὐ­χές σου μπο­ρεῖ καὶ νὰ πιά­νουν. Ἔ­τσι ἤ­θε­λε νὰ πι­στεύ­ει. Αὐ­τα­πά­τη;

 

Κι αὐ­τὴ δὲν ἄν­τε­χε τὴν μο­να­ξιά. Ὅ­σο τὸν εἶ­χε κον­τά της, τὴ σκέ­πα­ζε ἡ πα­ρου­σί­α του. Ὅ­ταν αἰ­σθάν­θη­κε κεῖ­νο τὸ σπρώ­ξι­μο στὴ ρά­χη, ἔ­νι­ω­σε σὰν νὰ προ­σπα­θοῦν νὰ κό­ψουν βί­αι­α τοὺς δε­σμούς της. Νὰ τὴν πα­ρα­βιά­ζουν. Νὰ τὴν πε­τοῦν σὲ βα­θὺ ὠ­κε­α­νὸ χω­ρὶς σω­σί­βιο.

            Στὴν ἀ­πο­γεί­ω­ση τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο φαι­νό­ταν νὰ χά­νε­ται στὸ σκο­τά­δι. Μέ­σα στὴν καμ­πί­να ὅ­μως ὀρ­γί­α­ζε τὸ φῶς. Μπο­ροῦ­σες νὰ βλέ­πεις κα­θα­ρὰ πρό­σω­πα καὶ πράγ­μα­τα. Ἤ­δη ζοῦ­σε σὲ μιὰ ἄλ­λη δι­ά­στα­ση. Εὐ­γε­νι­κές, πρό­θυ­μες, χα­ρι­τω­μέ­νες ἀ­ε­ρο­συ­νο­δοὶ ἕ­τοι­μες νὰ τὴν ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­σουν. Ἔ­σκυ­βαν πρὸς τὸ μέ­ρος της ὅ­πως σὲ πο­λὺ ση­μαν­τι­κὰ πρό­σω­πα. Ἔρ­χον­ταν πρὸς ἐ­κεί­νη. Τῆς ἀ­νέ­βα­ζαν τὴν αὐ­το­ε­κτί­μη­ση. Σὰν νὰ μὴν ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ κά­ποι­ος τὴν ἔ­σπρω­ξε ἁ­πα­λὰ νὰ φύ­γει λί­γο πρίν.

            Ὁ με­σή­λι­κας ἐ­πι­βά­της δί­πλα της γρή­γο­ρα ἔ­σπα­σε τὴ σι­ω­πή. Δὲν ἔ­κρυ­ψε τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον του γιὰ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α. Ὁ­μι­λη­τι­κός, εὐ­γε­νής, σα­γη­νευ­τι­κός. Ἡ κου­βέν­τα ἁ­πά­λυ­νε τὴν θλί­ψη τοῦ πρό­σφα­του ἀ­πο­χω­ρι­σμοῦ. Ἦ­ταν εὐ­χῆς ἔρ­γο ποὺ βρέ­θη­κε δί­πλα της αὐ­τὸς ὁ ἐν­δι­α­φέ­ρων ἄν­θρω­πος.

            Σί­γου­ρα θὰ περ­νοῦ­σε τὸ τα­ξί­δι μὲ λι­γό­τε­ρο ἄγ­χος. Ἡ πα­ρου­σί­α του τὴ γέ­μι­ζε αὐ­το­πε­ποί­θη­ση. Ἔ­νι­ω­θε τὴν ἴ­δια ἀ­σφά­λεια ποὺ εἰ­σέ­πρατ­τε κο­ρι­τσά­κι κον­τὰ στὸν πα­τέ­ρα της.

            Ἦρ­θαν τὰ φα­γη­τά. Τῆς δό­θη­κε καὶ πά­λι ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ ἀ­πο­λαύ­σει μα­ζὶ μὲ τὰ ἐ­δέ­σμα­τα, τὴν ἄ­ψο­γη πε­ρι­ποί­η­ση τῶν ἀ­ε­ρο­συ­νο­δῶν ἀλ­λὰ καὶ τοῦ συμ­πα­θοῦς ὥ­ρι­μου συ­νε­πι­βά­τη. Ἡ κο­λα­κευ­τι­κή του συμ­πε­ρι­φο­ρὰ εἶ­χε μέ­τρο. Οὔ­τε κραυ­γα­λέ­α κο­λα­κεί­α οὔ­τε ὑ­πο­κρι­τι­κὸ δού­λε­μα. Ἔ­νι­ω­σε οἰ­κεί­α. Χα­λά­ρω­σε. Βρῆ­κε ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα πράγ­μα­τα νὰ συ­ζη­τή­σει μα­ζί του. Στὸ τέ­λος, μὲ τὸ πο­τό, τὴν κου­βέν­τα, πέ­ρα­σε ἡ ὥ­ρα, βά­ρυ­ναν τὰ βλέ­φα­ρά της. Χα­σμου­ρή­θη­κε δι­α­κρι­τι­κά, ζή­τη­σε συ­γνώ­μη κι ἔ­κλει­σε γιὰ λί­γο τὰ μά­τια.

            Δὲν κα­τά­λα­βε ἂν κοι­μή­θη­κε καὶ πό­σο. Βί­ω­σε ὅ­μως μιὰ πρω­τό­γνω­ρη ἐμ­πει­ρί­α. Κά­τω ἀ­πὸ τὸ πέ­πλο τῶν πυ­κνῶν βλε­φα­ρί­δων της δὲν ἦλ­θε τὸ σκο­τά­δι ἀλ­λὰ ἕ­να ρό­δι­νο φῶς. Μα­ζὶ μ’ ἕ­να ἄ­ρω­μα πεύ­κων καὶ θα­λασ­σι­νοῦ ἀ­έ­ρα. Ἡ ψυ­χή της, ποὺ λί­γες ὧ­ρες πρὶν ἦ­ταν στε­νό­χω­ρη καὶ ἀ­βέ­βαι­η, τώ­ρα ἄ­νοι­γε ὅ­πως τὰ φτε­ρὰ τῆς πε­τα­λού­δας ποὺ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ κου­κού­λι της. Ἁ­πλω­νό­ταν ἴ­δια μὲ προ­ζύ­μι ποὺ ξε­χει­λί­ζει στὸ τα­ψί. Ὅ­λα τὰ μέ­σα φράγ­μα­τα φό­βων καὶ προ­κα­τα­λή­ψε­ων δι­α­λύ­ον­ταν. Ἀγ­κά­λια­ζε τὸν κό­σμο γύ­ρω της. Τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο ἦ­ταν ἕ­να μι­κρὸ κου­τὶ γι’ αὐ­τὴν ποὺ δὲν τὴ χώ­ρα­γε. Ἐ­πε­κτει­νό­ταν ἔ­ξω στὴ νύ­χτα, στὸ δι­ά­στη­μα, τ’ ἀ­στέ­ρια, τὸ φεγ­γά­ρι. Γι­νό­ταν ἕ­να μὲ ὅ­λα. Τὸ σύμ­παν καὶ τὸ ἄ­πει­ρο. Ὑ­πέρ­τα­το συ­ναί­σθη­μα. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη καὶ τὴν ἀ­πο­δο­χή. Ἦ­ταν συγ­κλο­νι­στι­κό, μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν τρο­μά­ξει. Ὅ­μως ἔ­νι­ω­θε μιὰ ὀ­λύμ­πια γα­λή­νη. Ἑ­νω­νό­ταν μὲ τὸν κό­σμο. Αὐ­τὸς εἶ­χε δι­α­χυ­θεῖ μέ­σα της κι ἐ­κεί­νη ἐν­τός του. Αὐ­τὴ γεν­νοῦ­σε τὸν μέ­γα κό­σμο καὶ ταυ­τό­χρο­να ὁ μέ­γας κό­σμος τὴ γεν­νοῦ­σε. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν ὁ­ρι­ο­θε­τή­σεις χώ­ρου, χρό­νου, τα­χύ­τη­τας, βα­ρύ­τη­τας. Οὔ­τε ἐ­σω­τε­ρι­κοὶ τοῖ­χοι ἀ­γω­νί­ας, πό­νου, θλί­ψης, πα­ρα­νό­η­σης. Τοῦ­το τὸ ἀ­κα­ρια­ῖο τα­ξί­δι στὸν μέ­σα καὶ στὸν ἔ­ξω κό­σμο ταυ­τό­χρο­να εἶ­χε τὸ στοι­χεῖ­ο μιᾶς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας. Ἦ­ταν ἐκ­στα­σι­α­σμέ­νη. Ἂν ὑ­πῆρ­χε βί­ω­ση εὐ­τυ­χί­ας θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι αὐ­τή· σὰν εὐ­λο­γί­α ποὺ προ­κα­λεῖ βα­θιὰ αἰ­σθή­μα­τα εὐ­γνω­μο­σύ­νης.

            Μιὰ ἀλ­λα­γὴ συν­τε­λέ­στη­κε στὴν ποι­ό­τη­τα τοῦ μέ­γι­στου ὅ­ταν ἀ­συ­ναί­σθη­τα θέ­λη­σε νὰ ζή­σει γιὰ πάν­τα μέ­σα σὲ αὐ­τό. Νὰ τὸ κρα­τή­σει δι­κό της. Ἀ­μέ­σως κα­τά­λα­βε ὅ­τι ἡ βού­λη­σή της δὲν τὸ ἔ­λεγ­χε. Τὸ με­γα­λεῖ­ο ὑ­πῆρ­χε μό­νο ὅ­ταν ἐ­κεί­νη ἄ­δο­λα χα­νό­ταν μέ­σα του. Ἀ­νε­παί­σθη­τα, ὅ­πως ἐμ­φα­νί­στη­κε αὐ­τὸ τὸ φαι­νό­με­νο, πῆ­ρε νὰ συρ­ρι­κνώ­νε­ται, νὰ βα­ραί­νει, νὰ σβή­νει. Ὅ­πως χά­νε­ται ἡ μέ­ρα μέ­σα στὴ νύ­χτα. Ὅ­πως γλι­στρά­ει τὸ νε­ρὸ μέ­σα ἀ­πὸ τὰ δά­χτυ­λά μας. Ἄρ­χι­σε νὰ ξα­να­ϋ­φαί­νε­ται ὁ ἱ­στὸς ποὺ τὴν δι­α­φο­ρο­ποι­οῦ­σε ἀ­πὸ τὸν κό­σμο. Προ­σπά­θη­σε αὐ­τὸ τὸ μο­να­δι­κὸ συ­ναί­σθη­μα ἐ­νό­τη­τας νὰ τὸ συγ­κρα­τή­σει, νὰ μὴν τὸ χά­σει. Ὅ­μως εἶ­χε γί­νει κά­τι ξε­χω­ρι­στὸ ἀ­πὸ αὐ­τὴν καὶ ἤ­δη ἔ­φευ­γε. Εἶ­χε ἀ­πο­κολ­λη­θεῖ καὶ χα­νό­ταν. Συρ­ρι­κνω­νό­ταν. Τὸ κρα­τοῦ­σε δυ­να­τὰ μέ­σα στὰ χέ­ρια της, τό­σο μι­κρὸ πλέ­ον, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα τό­σο ὡ­ραῖ­ο. Μέ­σα στὴ χού­φτα της κρα­τοῦ­σε τὴ γεύ­ση του, τὸ ἄ­ρω­μά του σὰν τε­λευ­ταί­α ἀ­νά­μνη­ση αὐ­τοῦ τοῦ ἀ­πέ­ραν­του ἑ­νω­τι­κοῦ βι­ώ­μα­τος. Θέ­λη­σε νὰ τὸ βά­λει στὸ στό­μα της νὰ τὸ γευ­τεῖ κα­λά, νὰ τὸ κα­τα­πι­εῖ, νὰ τὸ χω­νέ­ψει, νὰ τὸ κά­νει ἕ­να πά­λι μα­ζί της. Τὸ ρου­φοῦ­σε μὲ ἀρ­γές, βα­θι­ὲς ἀ­νά­σες. Τὸ συγ­κρα­τοῦ­σε ἀ­κό­μα λί­γο, ἀ­κό­μα λί­γο, μὰ ὅ­λο χα­νό­ταν. Ἄ­νοι­ξε μὲ λα­χτά­ρα τὰ μά­τια νὰ προ­λά­βει νὰ δεῖ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­νι­ω­θε μέ­σα καὶ γύ­ρω της, πρὶν τὸ χά­σει γιὰ πάν­τα ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια της. Λι­γώ­θη­κε. Ἔσφι­ξε τὰ δά­χτυ­λα νὰ συγ­κρα­τή­σει τὸ ἄ­πια­στο, τὸ φευ­γα­λέ­ο. Ἄ­νοι­ξε τὶς πα­λά­μες νὰ δεῖ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­σφιγ­γε μὲ δύ­να­μη. Ἀ­πρό­σμε­να ἀ­πο­κα­λύ­φθη­καν μέ­σα στὰ χέ­ρια της τὰ δά­χτυ­λα τοῦ δι­πλα­νοῦ της, ποὺ τὴν πα­ρα­τη­ροῦ­σε μὲ τρυ­φε­ρό­τη­τα. Χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λά­βει εἶ­χε γεί­ρει τὸ κε­φά­λι της στὸν ὦ­μο του καὶ κρα­τοῦ­σε σφι­χτὰ στὴ χού­φτα της τὸν ἀν­τί­χει­ρά του.

 

Εἶ­χαν πε­ρά­σει δυ­ὸ μῆ­νες. Κα­θι­σμέ­νη σταυ­ρο­πό­δι στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της ξε­φύλ­λι­ζε τὸ ἄλ­μπουμ μὲ τὶς φω­το­γρα­φί­ες. Ὁ συ­νο­μι­λη­τής της ἀ­πὸ τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο φο­ροῦ­σε τὸ μπουρ­νού­ζι της. Τὸ βλέμ­μα τους ἔ­πε­σε σὲ μιὰ φω­το­γρα­φί­α. Πρω­ι­νὴ κα­τα­χνιά. Θά­λασ­σα καὶ οὐ­ρα­νὸς ἕ­να.  Σβη­σμέ­νη ἡ γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα. Τὸ προ­φὶλ της ὄ­μορ­φο στὸ πρω­ι­νὸ φῶς.

            — Πρέ­πει νὰ σ’ ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ νὰ πό­νε­σε ποὺ σ’ ἔ­χα­σε, σχο­λί­α­σε ὁ ἄν­τρας.

            — Μᾶλ­λον. Μοῦ εὐ­χή­θη­κε φεύ­γον­τας νὰ εἶ­μαι πάν­τα κα­λὰ κι εὐ­τυ­χι­σμέ­νη.

            — Σί­γου­ρα. Λέ­νε ὅ­ταν ἀ­γα­πᾶς καὶ πο­νᾶς οἱ εὐ­χές σου πιά­νουν.

            — Τὸ πι­στεύ­εις;



Πη­γή: Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της, Ἐν­νέ­α μύ­θοι καὶ ἕ­να πα­ρα­μύ­θι (Ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση, δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 2015).

Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της (Ἀ­θή­να, 1945). Εἶ­ναι νευ­ρο­λό­γος-ψυ­χί­α­τρος μὲ ἐ­ξει­δί­κευ­ση στὴν παι­δο­νευ­ρο­λο­γί­α. Ἐρ­γά­στη­κε τριά­ντα χρό­νια στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο Παί­δων Ἀ­θη­νῶν Π. & Ἀ. Κυ­ρια­κοῦ. Ἔ­χει γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα, ποι­ή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των του Ἐν­νέ­α μύ­θοι κι ἕ­να πα­ρα­μύ­θι, (ἐκδ. Ἐ­ρι­φύ­λη, 2007) καὶ Ἀ­ναρ­χι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς ἐ­πὶ ἠ­μι­κλά­στων κόλ­λων, (Ἀ­θή­να, 2015). Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πα­ρου­σι­ά­στη­καν στὸ ρα­δι­ό­φω­νο.


Πά­νος Ἰ. Μαυ­ρομ­μά­της: Ἀν­τι­κα­θε­στω­τι­κοὶ πορ­δι­στές



Πά­νος Ἰ. Μαυ­ρομ­μά­της


Ἀν­τι­κα­θε­στω­τι­κοὶ πορ­δι­στές


ΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΑΠΡΙΛΙΑΤΙΚΗ μέ­ρα δυ­ὸ φί­λοι κο­ρό­ι­δευ­αν, ἔ­βρι­ζαν, χα­χά­νι­ζαν, περ­πα­τοῦ­σαν καὶ πέρ­δον­ταν. Δη­λα­δὴ ἀ­πε­ρι­φρά­στως, ἀλ­λέ­ως πώς, οὕ­τως εἰ­πεῖν κλά­να­νε γεν­ναῖ­α. Τὸ εἴ­χα­νε ξε­φτι­λί­σει τε­λεί­ως. Σὰν τὰ μι­κρὰ παι­διὰ συ­να­γω­νί­ζον­ταν ποι­ός θὰ κά­νει τὸν δυ­να­τό­τε­ρο καὶ πιὸ μα­κρό­συρ­το θό­ρυ­βο μὲ τὸ τε­λι­κὸ τμῆ­μα τοῦ ἐν­τέ­ρου του. Προ­σπα­θοῦ­σαν μά­λι­στα νὰ ἀ­πο­δώ­σουν μου­σι­κὲς ἀ­πο­χρώ­σεις στὴν προ­σπά­θειά τους. Ἀ­πο­ροῦ­σαν καὶ οἱ ἴ­διοι ποὺ τὰ εὕ­ρι­σκαν τό­σα ἀ­έ­ρια. Τί ἔ­φα­γαν; Μὲ τό­σο σφί­ξι­μο θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ εἶ­χαν χε­στεῖ ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μή.

       Ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα τώ­ρα, κα­τα­με­σή­με­ρο στὰ Ἑ­ξάρ­χεια, ἀρ­γί­α, βρον­τοῦ­σαν οἱ ἔ­ρη­μοι δρό­μοι ποὺ περ­νοῦ­σαν καὶ οἱ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες ἀ­πὸ τὸν ἀν­τί­λα­λο τῶν ἀ­ε­ρί­ων τους ἐ­νῶ αὐ­τοὶ πα­ρέ­λαυ­ναν γε­λών­τας σὰν νὰ τοὺς ἔ­βγαι­νε στρα­βὰ ἡ κο­ρό­να.

       Ἀλ­λό­κο­τη ἡ ἀν­τί­δρα­σή τους, κά­τι σὰν ψυ­χο­σω­μα­τι­κὴ ἀν­τί­δρα­ση στὸ κα­θε­στώς. Χέ­ρια πό­δια δε­μέ­να, στό­μα κλει­στό, μό­νον ὁ κῶ­λος τους ἔ­με­νε ἐ­λεύ­θε­ρος νὰ δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεῖ. Ἦ­ταν ἡ ἐ­πέ­τει­ος τῆς 21ης Ἀ­πρι­λί­ου.

       Εἶ­χαν ἀρ­χί­σει αὐ­τὴ τὴν πλά­κα μὲ τὰ ἐμ­βα­τή­ρια καὶ τὰ κλα­ρί­να ποὺ ἄ­κου­γαν ἀ­πὸ τὸ πρω­ΐ, θυ­μή­θη­καν καὶ τὸ ἀ­νέκ­δο­το τοῦ στρα­τι­ώ­τη πορ­δι­στῆ-σαλ­πιγ­κτῆ ποὺ ἔ­παι­ζε τὸ σι­ω­πη­τή­ριο καὶ βάλ­θη­καν νὰ τὸ πραγ­μα­το­ποι­ή­σουν.

       Μό­νο ποὺ δὲν τοὺς προ­έ­κυ­ψε ὅ­πως τὸ σχε­δί­α­ζαν. Κά­τι μὲ τὴ φα­σα­ρί­α, κά­τι μὲ τὰ χά­χα­να, κά­τι μὲ τὰ μι­σό­λο­γα, ἕ­να ὄρ­γα­νο τοῦ νό­μου καὶ τῆς τά­ξε­ως ποὺ τοὺς πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε δι­α­κρι­τι­κὰ ἀν­τε­λή­φθη ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το σα­φῶς γιὰ ἀν­τι­φρο­νοῦν­τες, τοὺς ὁ­δή­γη­σε στὸ τμῆ­μα γιὰ ἐ­ξη­γή­σεις καὶ προ­σβο­λὴ τῆς δη­μο­σί­ας αἰ­δοῦς.

       Τοὺς κρά­τη­σαν κά­να-δυ­ὸ ὡ­ρί­τσες νὰ πε­ρι­μέ­νου­νε καὶ με­τὰ ὁ ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸς ὑ­πη­ρε­σί­ας —τί νὰ γρά­ψει ἡ­μέ­ρα πού ‘τα­νε 21η Ἀ­πρι­λί­ου, πῶς  νὰ τὸ γρά­ψει, θὰ γε­λά­γα­νε αὔ­ριο μα­ζί του οἱ συ­νά­δελ­φοι ὅ­τι μαν­τρώ­σα­νε δυὸ κλα­νι­ά­ρη­δες στὰ Ἑ­ξάρ­χεια— τοὺς ἔ­κα­νε τὶς δέ­ου­σες συ­στά­σεις καὶ τοὺς  ἄ­φη­σε.

       Αὐ­τοὶ κα­τά­λα­βαν κα­λὰ πλέ­ον ὅ­τι οὔ­τε ὁ κῶ­λος τους δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεῖ στὸ κα­θε­στὼς ποὺ εἶ­χε μά­τια ἀ­φτιὰ καὶ μύ­τη παν­τοῦ. Καὶ κού­φι­ες νὰ τὶς κά­να­νε τὸ κα­θε­στὼς θὰ τὶς μυ­ρι­ζό­τα­νε.



Πη­γή: Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της, Ἀ­ναρ­χι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς ἐ­πὶ ἡμί­κλα­στων κολ­λῶν, [Ἀ­θή­να, Ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση] 2015.

Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της (Ἀ­θή­να, 1945). Εἶ­ναι νευ­ρο­λό­γος-ψυ­χί­α­τρος μὲ ἐ­ξει­δί­κευ­ση στὴν παι­δο­νευ­ρο­λο­γί­α. Ἐρ­γά­στη­κε τριά­ντα χρό­νια στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο Παί­δων Ἀ­θη­νῶν Π. & Ἀ. Κυ­ρια­κοῦ. Ἔ­χει γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα, ποι­ή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των του Ἐν­νέ­α μύ­θοι κι ἕ­να πα­ρα­μύ­θι, (ἐκδ. Ἐ­ρι­φύ­λη, 2007) καὶ Ἀ­ναρ­χι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς ἐ­πὶ ἠ­μι­κλά­στων κόλ­λων, (Ἀ­θή­να, 2015). Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πα­ρου­σι­ά­στη­καν στὸ ρα­δι­ό­φω­νο.



		

	

Πάνος Ι. Μαυρομμάτης: Κανένας Θεὸς (Καβατίνα)

 

mayrommatispanosi-kanenastheos-eikona-03


Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της


Κα­νέ­νας Θε­ὸς (Κα­βα­τί­να)


01-thitaΑ ΓΙΝΕΙΣ ΕΣΥ, Νί­κο μου, ἕ­νας σπου­δαῖ­ος δε­σπό­της!»

Ἔ­τσι μοῦ ‘λε­γε ἡ μά­να, μὲ κρυ­φὴ πε­ρη­φά­νια. Μὲ ξε­προ­βό­δι­ζε ἀ­πὸ τὸ χά­ρα­μα, ὅ­ταν πή­γαι­να νὰ ντυ­θῶ πα­πα­δά­κι στὴν ἐκ­κλη­σί­α τῆς ἐ­νο­ρί­ας μας. Δὲν τῆς ἔ­κα­να τε­λι­κὰ τὸ χα­τί­ρι, ὅ­πως καὶ τό­σα ἄλ­λα στὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς της. Ἂν καὶ σε­βό­μουν τοὺς πα­πά­δες καὶ τὸ λει­τούρ­γη­μά τους, δὲν ἄν­τε­χα τὰ πολ­λὰ «Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον», τὶς νη­στεῖ­ες, τὶς γο­νυ­κλι­σί­ες, τὰ σταυ­ρο­κο­πή­μα­τα καὶ τὶς ὑ­πο­κρι­σί­ες.

         Πο­τὲ δὲν μεί­να­με γιὰ πο­λὺ σ’ ἕ­να τό­πο. Μὲ τὶς με­τα­θέ­σεις, λό­γῳ τῆς δου­λειᾶς τοῦ πα­τέ­ρα, φι­λό­λο­γος στὸ Γυ­μνά­σιο, ἀλ­λά­ζα­με συ­χνὰ σπί­τι, σχο­λεῖ­ο καὶ φί­λους. Κά­θε με­τα­κό­μι­ση καὶ μιὰ ἐ­πώ­δυ­νη ἐμ­πει­ρί­α. Ἕ­νας ξε­ρι­ζω­μὸς ποὺ μὲ γέ­μι­ζε θλί­ψη καὶ νο­σταλ­γί­α, γιὰ τὰ πα­λιὰ λη­μέ­ρια, τοὺς χα­μέ­νους συμ­μα­θη­τὲς καὶ πρὸ παν­τὸς γιὰ κά­ποι­ες κρυ­φὰ πο­λυ­α­γα­πη­μέ­νες συμ­μα­θή­τρι­ες. Ἀ­πὸ τὰ σπί­τια ποὺ ἔ­ζη­σα παι­δί, ἕ­να ἔρ­χε­ται ἔν­το­να στὸ νοῦ. Εἰ­δι­κά τὰ βρά­δια με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ κου­ρα­στι­κή, στε­νά­χω­ρη μέ­ρα. Ἀ­να­δύ­ε­ται μέ­σα ἀ­πὸ τὴ θο­λού­ρα τοῦ μυα­λοῦ. Τὴ δι­α­περ­νᾶ καὶ τὴ δι­α­λύ­ει. Ξα­να­ζων­τα­νεύ­ουν μέ­σα μου ἄν­θρω­ποι καὶ γε­γο­νό­τα.

         Ἐ­κεῖ μέ­να­με στὸ σπί­τι τοῦ Μή­τσου τοῦ μουγ­κοῦ. Δι­κό του ἦ­ταν τὸ πα­λιὸ δι­ώ­ρο­φο. Ὁ ἴ­διος ὁ μουγ­κὸς μὲ τὴ φα­μί­λια του ἔ­με­ναν σὲ μο­νο­κα­τοι­κί­α λί­γο πιὸ πέ­ρα. Ὁ Μῆ­τσος δὲν ἦ­ταν μό­νο μουγ­κός. Ἦ­ταν καμ­πού­ρης καὶ ἄ­σχη­μος. Ἔ­μοια­ζε νὰ τὸν εἶ­χε φτύ­σει ἡ μή­τρα τῆς μά­νας του. Ὅ­μως ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, κα­λό­ψυ­χος κι ἐρ­γα­τι­κός. Σὰν τὸν Κου­α­σι­μό­δο τῆς Πα­να­γί­ας τῶν Πα­ρι­σί­ων. Δὲν κα­τα­λά­βαι­να ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ πῶς ἕ­νας ἄ­σχη­μος καὶ μουγ­κὸς ἄν­θρω­πος μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει τό­σο ὄ­μορ­φες κι ἔ­ξυ­πνες κό­ρες.

         Στὸ ἰ­σό­γει­ο τοῦ πα­λιοῦ δι­ώ­ρο­φου ἔ­με­νε μιὰ οἰ­κο­γέ­νεια Κρη­τι­κῶν μὲ δυ­ὸ μι­κρὰ παι­διά, πε­ρί­που συ­νο­μή­λι­κά μου. Ἐ­μεῖς κα­τοι­κού­σα­με στὸν πρῶ­το ὄ­ρο­φο. Ἀ­πὸ τοὺς κά­τω μᾶς χώ­ρι­ζαν οἱ φα­γω­μέ­νες ἀ­πὸ τὸν και­ρὸ τά­βλες καὶ τὰ μα­δέ­ρια τοῦ πα­τώ­μα­τος. Μᾶς ἕ­νω­ναν ὅ­μως τὰ τρι­ξί­μα­τα, οἱ θό­ρυ­βοι ἀ­πὸ τὰ πα­τή­μα­τα, τὰ κρε­βά­τια καὶ οἱ ὁ­μι­λί­ες. Μέ­σα ἀ­πὸ τὶς τρύ­πες καὶ τὶς σχι­σμὲς τοῦ σα­νι­δώ­μα­τος, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τοὺς ἤ­χους, ἄ­νε­τα περ­νοῦ­σαν καὶ τὰ παι­δι­κά μας δά­χτυ­λα ἢ κά­ποι­ο μα­χαι­ρά­κι. Τρό­μα­ζε τό­τε τὸ μι­κρό­τε­ρο ἀ­γό­ρι τῶν συγ­κά­τοι­κων, ὁ Μι­χά­λης, ποὺ ἦ­ταν ἀ­λα­φρο­ΐ­σκι­ω­τος κι ὅ­λο ἔ­παι­ζε μὲ τὰ χώ­μα­τα. Μα­κά­βρια παι­χνί­δια, μὲ κη­δεῖ­ες καὶ τα­φές. Ἔ­λε­γε ὅ,τι ἔπια­νε τὸ ἀ­φτί του στὴν ἐκ­κλη­σί­α, «ἐκ τοῦ κα­τὰ Ἰ­ω­άν­νην ἁ­γί­ου Εὐ­αγ­γε­λί­ου τὸ ἀ­νά­γνω­σμα πρό­σχω­μεν» μὲ κρη­τι­κὴ προ­φο­ρά. Ἔ­ψα­λε νε­κρώ­σι­μες ἀ­κο­λου­θί­ες στὰ στρα­τι­ω­τά­κια του. Τὰ ἔ­θα­βε μα­ζὶ μὲ δι­ά­φο­ρα μυρ­μήγ­κια, σκα­θά­ρια, πα­σχα­λί­τσες, τζι­τζί­κια καὶ μι­κρὲς σαῦ­ρες. Τὰ θα­νά­τω­νε καὶ τὰ κή­δευ­ε κα­τευ­χα­ρι­στη­μέ­νος. Ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­κο­λού­θη­σε αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­ερ­γη κλί­ση καὶ ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε κι ἐ­κεῖ­νος ἀ­πὸ πα­πα­δά­κι, κα­τέ­λη­ξε νὰ γί­νει ἐρ­γο­λά­βος κη­δει­ῶν.

         Δὲν εἶ­χε πε­ρά­σει μή­νας ἀ­πὸ τὴ με­τα­κό­μι­σή μας σ’ αὐ­τὸ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα, ὅ­ταν ἕ­να φθι­νο­πω­ρι­νὸ δει­λι­νό, ἄ­γρι­ες ἄ­ναρ­θρες κραυ­γὲς κομ­μά­τια­σαν τὴν ἠ­ρε­μί­α τῆς γει­το­νιᾶς. Ἡ μά­να μου, ποὺ ἦ­ταν ἔγ­κυ­ος, κόν­τε­ψε ν’ ἀ­πο­βά­λει ἀ­πὸ τὴν τρο­μά­ρα. Ἀ­κου­γό­ταν κά­τι σὰν ἄ­λο­γο ἀ­γρι­ε­μέ­νο ποὺ χλι­μιν­τρί­ζει, σὰν σκυ­λὶ ποὺ τὸ σκο­τώ­νουν. Ὄ­χι σὰν ἄν­θρω­πος. Ὅ­λα τα παι­διὰ πε­τά­χτη­καν στὸ δρό­μο. «Τί ἔ­γι­νε, ρέ;» Ἀ­πὸ μι­σό­λο­γα ποὺ ἄ­κου­σαν νὰ ψι­θυ­ρί­ζουν γει­τό­νισ­σες, κα­τά­λα­βαν. Ὁ μουγ­κὸς οὔρ­λια­ζε για­τί ἔ­μα­θε ὅ­τι τὸν ἄ­φη­σε ἡ γυ­ναί­κα του. Τὴν εἶ­χαν παν­τρέ­ψει μὲ τὸ ζό­ρι οἱ δι­κοί της, φτω­χὴ καὶ ὀ­μορ­φού­λα, μὲ τὸν εὐ­κα­τά­στα­το, κα­λό­ψυ­χο ἀλ­λὰ δύ­σμορ­φο μουγ­κό. Αὐ­τὸς τὴ λά­τρευ­ε. Ἔ­κα­νε δυ­ὸ κό­ρες μα­ζί της. Κου­κλί­τσες σὰν τὴ μά­να τους. Ἔ­ξυ­πνες καὶ κα­λό­ψυ­χες σὰν τὸν πα­τέ­ρα τους. Πρῶ­τες μα­θή­τρι­ες στὴν τά­ξη τους. Οἱ κό­ρες τοῦ μουγ­κοῦ μὲ τ’ ὄ­νο­μα. Οἱ ψί­θυ­ροι, σὰν ἐ­ρι­νύ­ες γύ­ρω τους, δὲν τὶς ἄγ­γι­ζαν. Σὲ λί­γους μῆ­νες φό­ρε­σαν μαῦ­ρα. Ὁ πα­τέ­ρας τους εἶ­χε κρε­μα­στεῖ. Ἡ κη­δεί­α ἦ­ταν βου­βὴ χω­ρὶς πα­πὰ καὶ ψάλ­τη. Σκε­φτό­μουν πὼς οὔ­τε κι ὁ θε­ὸς τὸν ἤ­θε­λε. Μό­νο ὁ Μι­χα­λά­κης τοῦ ἰ­σο­γεί­ου ἔ­δω­σε ρε­σι­τὰλ νε­κρώ­σι­μης ἀ­κο­λου­θί­ας, στὴν πα­ρέ­α τῶν ἀ­γο­ρι­ῶν, πα­ρά­με­ρα κι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν κύ­ρια πομ­πή. Ἀ­πὸ τὸ στό­μα του ἄ­κου­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρά τὸ «Καὶ εἶ­δον τὰ ὀ­στᾶ τὰ γε­γυ­μνω­μέ­να καὶ εἶ­πον, ἄ­ρα τίς ἔ­στι; Βα­σι­λεὺς ἢ στρα­τι­ώ­της; Πλού­σιος ἢ πέ­νης; Δί­και­ος ἢ ἁ­μαρ­τω­λός;»

         Ἔ­τσι, θέ­λον­τας καὶ μή, γνώ­ρι­σα τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο. Ἐ­κεῖ κα­τέ­λη­γαν ἀρ­γό­τε­ρα κά­ποι­ες ἀ­πὸ τὶς μα­κρι­νές μας ἐ­ξορ­μή­σεις. Στὴν ἀρ­χή μοῦ φαι­νό­ταν ἕ­νας ὡ­ραῖ­ος κῆ­πος, μὲ δέν­τρα, λου­λού­δια, δρο­μά­κια καὶ ἄ­σπρα μάρ­μα­ρα. Ἴ­σως ἕ­να κομ­μά­τι τοῦ Πα­ρα­δεί­σου, ὅ­που ἀ­φή­να­με τὶς ψυ­χὲς ἐ­λεύ­θε­ρες νὰ χα­ροῦν τὴ δρο­σιὰ τοῦ ξη­με­ρώ­μα­τος, τὰ κε­λα­η­δί­σμα­τα τῶν που­λι­ῶν, τὸ τρα­γού­δι τοῦ γρύ­λου ποὺ συ­νο­δεύ­ει τὸ χο­ρὸ τῶν ἀ­στε­ρι­ῶν τὴ νύ­χτα. Τί­πο­τε φρι­χτό, τί­πο­τε μα­κά­βριο. Σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς βόλ­τες μας ἐ­κεῖ, εἶ­δα τὶς νε­κρο­κε­φα­λὲς καὶ κά­τι ψυλ­λι­ά­στι­κα. Μέ­χρι τό­τε ἤ­θε­λα νὰ αἰ­σθά­νο­μαι ἀ­θά­να­τος καὶ ἄ­τρω­τος σὰν τὸν Ἀ­χιλ­λέ­α ποὺ δι­ά­βα­ζα στὴν Ἰ­λιά­δα γιὰ παι­διά. Τὴν εἶ­χε φέ­ρει ἡ μά­να, δῶ­ρο στὴ γι­ορ­τή μου. Ὅ­ταν ἔ­μα­θα ὅ­τι καὶ ὁ ἀ­γα­πη­μέ­νος μου ἥ­ρω­ας, ὁ ἡ­μί­θε­ος, σκο­τώ­θη­κε, ἔ­κλα­ψα πι­κρά. Οὔ­τε αὐ­τὸς δὲν γλύ­τω­σε. Ἦ­ταν ἀ­βά­στα­χτο. Κα­τέ­βαι­να στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο τὸ δει­λι­νό, νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σω κα­τά­μα­τα αὐ­τὸ ποὺ φο­βό­μουν, ὅ­τι δη­λα­δὴ κι ἐ­γὼ θὰ πέ­θαι­να. Σκαρ­φά­λω­να πά­νω στὴ μάν­τρα καὶ κοί­τα­ζα μὲ ἔν­τα­ση τοὺς τά­φους. Ἔ­βα­ζα μὲ τὴ φαν­τα­σί­α μου τὸν ἑ­αυ­τό μου στὴ θέ­ση τῶν νε­κρῶν, χω­μέ­νο μὲς στὸν τά­φο. Χω­ρὶς μά­τια γιὰ νὰ βλέ­πω, ἀ­φτιὰ γιὰ νὰ ἀ­κού­ω. Μιὰ χα­ρα­μά­δα φῶς, μα­κρι­νὸς ἦ­χος καὶ ὑ­πάρ­χεις, οὔ­τε στα­γό­να φῶς, κα­νέ­νας ἦ­χος, δὲν ὑ­πάρ­χεις. Σκε­φτό­μουν. Φρί­κη μὲ πλημ­μύ­ρι­ζε. Πη­δοῦ­σα τό­τε ἀ­πὸ τὴ μάν­τρα κι ἔ­τρε­χα μα­κριὰ μὲ ὅ­ση δύ­να­μη εἶ­χα στὰ πό­δια μου, πρὸς τὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου ποὺ ἔ­δυ­ε, νὰ μὴ μὲ προ­λά­βει κα­νέ­νας πε­θα­μέ­νος, κα­νέ­νας θά­να­τος, κα­νέ­νας θε­ὸς ἢ δαί­μο­νας, κα­νέ­να σκο­τά­δι. Προ­σπα­θοῦ­σα νὰ ἐ­ξορ­κί­σω τὸ ὑ­πέρ­τα­το κα­κὸ ποὺ ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε τό­σο πρό­ω­ρα μέ­σα μου.

         Στὸ σχο­λεῖ­ο, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τοὺς φί­λους, τὰ μα­θή­μα­τα καὶ τὸν δά­σκα­λο, μὲ πα­ρη­γο­ρού­σαν καὶ μὲ ἀ­πο­μά­κρυ­ναν ἀ­πὸ τὶς ζο­φε­ρὲς σκέ­ψεις τὰ ὄ­μορ­φα πρό­σω­πα τῶν ἀ­γα­πη­μέ­νων συμ­μα­θη­τρι­ῶν. Τὶς κοι­τοῦ­σα μα­γε­μέ­νος. Μέ­χρι ποὺ δι­α­σταύ­ρω­να τὸ βλέμ­μα μα­ζί τους καὶ δὲν τὸ ἄν­τε­χα. Κα­τέ­βα­ζα τὰ μά­τια ἀ­μή­χα­νος, δει­λὸς καὶ ντρο­πι­α­σμέ­νος. Πῆ­ρε και­ρὸ νὰ μά­θω νὰ τὶς κοι­τά­ζω κα­τά­μα­τα. Εἶ­χα τὸ κου­ρά­γιο νὰ ἀ­τε­νί­ζω κα­τευ­θεί­αν τοὺς τά­φους καὶ τὸν θά­να­το. Ἦ­ταν ὅ­μως πιὸ δυ­να­τὸ καὶ ἀ­πὸ τὸν θά­να­το, μέ­σα στὴν ψυ­χή, τὸ γλυ­κό, ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ βλέμ­μα τῶν κο­ρι­τσι­ῶν, ποὺ ἔ­κα­νε νὰ χα­μη­λώ­νω τὴ μα­τιά μου.

         Κον­τὰ στὸ σχο­λεῖ­ο βρι­σκό­ταν ὁ ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κὸς χῶ­ρος ποὺ μπαι­νο­βγαί­να­με ὅ­ταν ἤ­μα­σταν παι­διά. Δὲν ὑ­πῆρ­χε γω­νιὰ ποὺ νὰ μὴν τὴν ἔ­χου­με ἐ­ξε­ρευ­νή­σει. Κρυ­βό­μα­σταν πί­σω ἀ­πὸ τὰ μάρ­μα­ρα μα­ζὶ μὲ τοὺς δώ­δε­κα θε­ούς. Παί­ζα­με κον­τά τους. Συγ­κρί­να­με τὰ τσου­τσού­νια μας ποὺ ἔ­θαλ­λαν μ’ ἐ­κεῖ­να τῶν σπα­σμέ­νων ἀ­γαλ­μά­των· τὰ κομ­μέ­να.

         Ἕ­να βρά­δυ τοῦ Δε­κέμ­βρη, πα­ρα­μο­νὴ τοῦ Ἁ­γί­ου Ἐ­λευ­θε­ρί­ου, ξύ­πνη­σα ἀ­πὸ δυ­να­τὲς ὁ­μι­λί­ες καὶ ἀ­γω­νι­ώ­δεις ἀ­νά­σες τῆς γκα­στρω­μέ­νης μά­νας μας, στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο. Γεν­νοῦ­σε. Πε­τά­χτη­κα καὶ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ δῶ ἀ­πὸ τὴν κλει­δα­ρό­τρυ­πα, χω­ρὶς νὰ τὰ κα­τα­φέρ­νω. Ἡ ἀ­γω­νί­α καὶ ἡ πε­ρι­έρ­γεια με­γά­λω­ναν. Ξύ­πνη­σε καὶ ὁ Νά­σος, ὁ μι­κρό­τε­ρος ἀ­δελ­φός. Εἴ­χα­με στη­θεῖ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα μὲ τεν­τω­μέ­να ἀ­φτιὰ καὶ γουρ­λω­μέ­να μά­τια. Ἀ­κού­στη­κε ἕ­να δυ­να­τὸ οὐρ­λια­χτὸ τῆς μά­νας ποὺ ξέ­σχι­σε τὴ νύ­χτα καὶ ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ κλά­μα τοῦ μω­ροῦ.

         «Ἄν­τε νὰ σοῦ ζή­σει! Βγῆ­κε κι αὐ­τὸς στὸν ψεύ­τι­κο τοῦ­το κό­σμο», φώ­να­ξε ἡ μα­μὴ στὴ λε­χώ­να. Κα­τά­λα­βα. Δὲν εἶ­χε ἐκ­πλη­ρω­θεῖ ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς μά­νας ποὺ ἤ­θε­λε τὸ τρί­το παι­δὶ της κο­ρί­τσι. Ἔ­μεῖς ὅ­μως ἐν­θου­σι­α­στή­κα­με ποὺ ἔμ­παι­νε καὶ ἄλ­λος στὴν πα­ρέ­α.

         Ἔ­τσι γεν­νή­θη­κε ὁ μι­κρός μας ἀ­δελ­φός, ὁ Λευ­τε­ρά­κης. Εἶ­χα κά­νει πολ­λὰ ὄ­νει­ρα γι’ αὐ­τὸν στὸ παι­δι­κὸ μυα­λό μου. Πῶς θὰ παί­ζα­με μα­ζί. Θὰ τὸν βγά­ζα­με βόλ­τα στὴν πλα­τεί­α Ἡ­ρώ­ων μὲ τὸ λι­ον­τά­ρι. Θὰ με­γα­λώ­να­με καὶ οἱ τρεῖς. Θὰ φο­ρά­γα­με μα­κριὰ παν­τε­λό­νια. Πάν­τα νὰ τὸν ἔ­χω κά­τω ἀ­πὸ τὴν προ­στα­σί­α μου. Θὰ γι­νό­ταν ὁ κα­λύ­τε­ρος ἀ­πὸ ὅ­λους. Ὁ μι­κρού­λης καὶ χα­ϊ­δε­μέ­νος μας. Ὁ Λευ­τε­ρά­κης ὅ­σο με­γά­λω­νε χαι­ρό­ταν καὶ ξε­καρ­δι­ζό­ταν. Ἦ­ταν ὅ­λο φι­λιὰ καὶ χά­χα­να. Εἶ­χε κά­τι δυ­να­τὰ χε­ρά­κια ποὺ ἅρ­πα­ζαν τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους καὶ δὲν τοὺς ἄ­φη­ναν μὲ τί­πο­τα. Ἐ­μεῖς πά­λι δὲν ξέ­ρα­με ποι­ός νὰ τὸν πρω­το­πιά­σει. Ὅ­ταν τὸν ἔ­γδυ­νε ἡ μά­να γιὰ νὰ τὸν ἀλ­λά­ξει, ἀ­π’ τὴ χα­ρὰ του τὴν πολ­λὴ τεν­τω­νό­ταν καὶ ὅ­πως ἦ­ταν ση­κω­μέ­νο τὸ που­λὶ του κα­του­ροῦ­σε τὰ μοῦ­τρα του. Φαι­νό­ταν ὁ πιὸ βαρ­βά­τος ἀ­π’ ὅ­λους. Στὸ σχο­λεῖ­ο τὸ μυα­λό μας ὅ­λο στὸ μω­ρό. Πό­τε θὰ σχο­λά­σου­με, νὰ πᾶ­με νὰ πα­λέ­ψου­με, νὰ τὸν χο­ρο­πη­δή­σου­με, νὰ τὸν χα­ϊ­δέ­ψου­με. Νὰ με­γα­λώ­σει γρή­γο­ρα. Νὰ τὸν φέ­ρει ἡ μά­να μιὰ μέ­ρα στὸ σχο­λεῖ­ο, ποὺ θὰ ἔ­χου­με γι­ορ­τή. Νὰ τὸν δοῦ­νε τὰ κο­ρί­τσια τῆς τά­ξης, νὰ λι­ώ­σει ἡ καρ­διά τους ποὺ ἔ­χου­με ἕ­να τό­σο μι­κρὸ καὶ ὄ­μορ­φο ἀ­δέλ­φι.

         Σὰν νὰ εἶ­χε ἔλ­θει ἕ­νας μι­κρὸς Μεσ­σί­ας στὴν οἰ­κο­γέ­νεια. Ζού­σα­με τὶς πιὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νες μέ­ρες τῆς ζω­ῆς τό­τε, ἡ μά­να μᾶς ἀ­γά­πα­γε ὅ­λους, ὁ πα­τέ­ρας πά­νω στὴν ἀκ­μή του κι ἐ­μεῖς ἀ­νέ­με­λα παι­διά.

         Κά­που κά­που ἐρ­χό­ταν πε­ρα­στι­κὸς τὰ με­ση­μέ­ρια ὁ δά­σκα­λος, ὁ κύ­ριος Λιγ­κώ­νης. Ψη­λὸς μὲ με­γά­λα μαῦ­ρα μά­τια καὶ κά­τι ἀ­γα­θά, δα­σκα­λί­στι­κα κα­λαμ­πού­ρια. Ἤ­θε­λε νὰ δεῖ, λέ­ει, πό­σο γρή­γο­ρα θὰ με­γά­λω­νε ὁ μι­κρός, για­τί εἶ­χε καὶ αὐ­τὸς γιὸ στὴν ἡ­λι­κί­α του. Μό­νο ποὺ ἔ­βρι­σκε τὸν δι­κό του νὰ ὑ­στε­ρεῖ στὴν ἀ­νά­πτυ­ξη. Ὅ­λο ρώ­τα­γε τί τὸν τά­ι­ζε ἡ μά­να τὸν Λευ­τε­ρά­κη, νὰ ταΐ­­σουν κι αὐ­τοὶ τὸν δι­κό τους, μή­πως καὶ πα­χύ­νει. Ἔ­τσι κο­λα­κεύ­ον­ταν ὅ­λοι καὶ γι­νό­μα­σταν ἀ­κό­μα πιὸ πε­ρή­φα­νοι γιὰ τὸ μω­ρό μας.

         Δί­πλα ἔ­με­νε ἡ οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ πα­πᾶ Κα­λόμα­λου. Στὴν αὐ­λὴ του ὑ­πῆρ­χε ἕ­νας τε­ρά­στιος φί­κος. Τὰ κλα­διὰ του ἀγ­κά­λια­ζαν καὶ σκέ­πα­ζαν τὸ σπί­τι μας. Τὰ βρά­δια ποὺ φύ­σα­γε, ἄ­κου­γα τὸ δέν­τρο νὰ ξύ­νει τὸν τοῖ­χο δί­πλα στὸ μα­ξι­λά­ρι μου. Ζοῦ­σα μὲ τὴν ἀ­γω­νί­α μή­πως τὸ γκρε­μί­σει καὶ τὸ ξε­θε­με­λι­ώ­σει μὲ τὶς ρί­ζες του.

         Τὰ κα­λο­καί­ρια χαι­ρό­μα­σταν τὸν ἥ­λιο, τὴ θά­λασ­σα, τὴ νύ­χτα μὲ τὰ ἀ­στέ­ρια καὶ κά­θε εὐ­και­ρί­α ποὺ πα­ρου­σι­α­ζό­ταν γιὰ παι­χνί­δι. Εἴ­χα­με συ­νηθίσει αὐτὸν τὸν τόπο. ­Ἦταν γλυκὸς. Νιώθαμε λιγάκι ντόπιοι, κυρίως τὰ παιδιὰ. Ἂς γκρί­νια­ζαν οἱ γο­νεῖς κα­μιὰ φο­ρά, ἐκ­φρά­ζον­τας τὸ πα­ρά­πο­νο καὶ τὴ μο­να­ξιὰ τῶν ξέ­νων. Τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ αὐ­τό­χθο­νος, ἐ­κτός τῶν ἄλ­λων, τὴν ἐ­νί­σχυ­ε ὁ Λευ­τε­ρά­κης ποὺ ἦ­ταν γεν­νη­μέ­νος σ’ αὐ­τὸν τὸν τό­πο.

         Οἱ μέ­ρες τοῦ κα­λο­και­ριοῦ ἦ­ταν με­γά­λες καὶ ζε­στές. Τὸ χά­ρα­μα ἔ­σκα­γε ἀ­πὸ τὶς πέν­τε τὸ πρω­ί. Μὲ ξύ­πνα­γε ἡ μά­να, βα­θιὰ θρη­σκευ­ό­με­νη, νὰ πά­ρω τοῦ ἥ­λιου τὸ δρό­μο, νὰ ντυ­θῶ πα­πα­δά­κι πρῶ­τος-πρῶ­τος στὸν Προ­φή­τη Ἠ­λί­α. Γι­όρ­τα­ζε ἐ­κεῖ­νες τὶς μέ­ρες. Ἀ­πὸ τὴ βι­α­σύ­νη νὰ φτά­σω πρῶ­τος, φό­ρε­σα τὸ φα­νε­λά­κι ἀ­νά­πο­δα. Τί γρου­σου­ζιὰ κι αὐ­τή! Με­τὰ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­λο­καί­ρι δὲν ξα­να­φό­ρε­σα τὰ ἄμ­φια.

         Τὸ βρά­δυ, τὸ φῶς χα­νό­ταν με­τὰ τὶς ὀ­χτώ, μὲ τὸν Ἀ­πο­σπε­ρί­τη. Αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα γυ­ρί­ζα­με στὸ σπί­τι, κα­τά­κο­ποι ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα. Τσα­λα­βου­τού­σα­με ὧ­ρες κο­λυμ­πών­τας σὰν τοὺς σκύ­λους. Κρυ­φὰ ἀ­πὸ τοὺς γο­νεῖς.

         Ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα εἶ­χα κά­νει δυ­ὸ μπά­νια, κρυ­φά, ἕ­να τὸ πρω­ὶ κι ἕ­να το ἀ­πό­γευ­μα. Γύ­ρι­ζα ψό­φιος καὶ λυσ­σα­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν πεί­να. Μπῆ­κα στὸ σπί­τι σι­γὰ σι­γά, νὰ μὴν ξυ­πνή­σω τὸ μω­ρό. Ὅ­μως στὴν κού­νια ὁ Λευ­τε­ρά­κης σπαρ­τα­ροῦ­σε. Σπαρ­τα­ροῦ­σε σὰν ψά­ρι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό. Ἄ­κου­σα τὴ μά­να νὰ φω­νά­ζει:

         «Ἄχ, Πα­να­γιά μου, σπα­σμοὺς κά­νει τὸ μω­ρό μου, βο­ή­θη­σέ μας! Νί­κο, παι­δί μου, τρέ­ξε γρή­γο­ρα στὸ για­τρό, γρή­γο­ρα νὰ ἔρ­θει, νὰ τὸ προ­λά­βου­με!» Βρέ­θη­κα ἀ­στρα­πια­ῖα στὴ γω­νί­α τοῦ φούρ­νου. Ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το φρε­νά­ρι­σε ἀ­πό­το­μα μπρο­στά μου. Με­τὰ στὴν Ἠ­λε­κτρι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α. Στὸ δη­μό­σιο δρό­μο. Ἔ­φτα­σα στὸ σπί­τι τοῦ για­τροῦ ὅ­σο μπο­ροῦ­σα τα­χύ­τε­ρα, λα­χα­νι­α­σμέ­νος.

         «Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, θέ­λου­με τὸν κύ­ριο Σω­τη­ρί­ου, γρή­γο­ρα στὸ σπί­τι μας. Τὸν για­τρό. Τώ­ρα ἀ­μέ­σως. Εἶ­ναι ἄρ­ρω­στος ὁ Λευ­τε­ρά­κης μας. Κά­νει σπα­σμούς.»

         Γυ­ρί­σα­με πί­σω στὸ σπί­τι μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το τοῦ για­τροῦ. Πε­ρί­με­να σὲ μιὰ γω­νιά, πε­λιδ­νὸς ἀ­πὸ τὴν ἀ­γω­νί­α. Με­τὰ μὲ μιὰ συν­τα­γὴ στὸ χέ­ρι ἔ­φυ­γα τρε­χά­λα γιὰ τὸ φαρ­μα­κεῖ­ο. Στὸ δρό­μο μο­νο­λο­γοῦ­σα πλημ­μυ­ρι­σμέ­νος στὸ ἄγ­χος. Προ­σευ­χό­μουν:

         «Κρά­τα ἀ­δελ­φά­κι μου κα­λό. Θε­ού­λη μου, φύ­λα­ξέ το μας.»

         Τὸ φαρ­μα­κεῖ­ο ἦ­ταν κλει­στό. Γαν­τζώ­θη­κα στὴν πόρ­τα. Χτύ­πη­σα μὲ δύ­να­μη. Ἐ­πι­τέ­λους ἄ­κου­σαν. Τρέ­χον­τας στὴν ἐ­πι­στρο­φὴ πά­λι ψι­θύ­ρι­ζα. Ἔ­δι­να κου­ρά­γιο στὸν ἑ­αυ­τό μου, νὰ τὰ κα­τα­φέ­ρει: «γρή­γο­ρα τὶς ἐ­νέ­σεις στὸ σπί­τι, γρή­γο­ρα, Νί­κο, νὰ γλυ­τώ­σεις τὸ ἀ­δελ­φά­κι σου, ἀ­πὸ σέ­να κρέ­με­ται ὁ Λευ­τε­ρά­κης, πρό­σε­χε τὸ δρό­μο, πρέ­πει νὰ γλι­τώ­σει τὸ μω­ρό μας…».

         Με­τά, τὰ δυ­ὸ με­γα­λύ­τε­ρα παι­διά, τὸν Νά­σο καὶ μέ­να, μᾶς πῆ­ρε νὰ κοι­μη­θοῦ­με στὸ σπί­τι της ἡ γει­τό­νισ­σα, ἡ πα­πα­διά. Ὁ πα­τέ­ρας καὶ ἡ μά­να μὲ τὸ μι­κρὸ στὴν ἀγ­κα­λιὰ χά­θη­καν στὸ σκο­τά­δι μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το τοῦ για­τροῦ.

         Τὸ σπί­τι ἔ­μει­νε γιὰ μιὰ νύ­χτα ἔ­ρη­μο μὲ τὸ φί­κο. Κοι­μη­θή­κα­με βα­θιά, χω­ρὶς νὰ βγά­λου­με τὰ ροῦ­χα μας. Ση­κώ­θη­κα νω­ρὶς τὸ πρω­ί. Ρό­δι­νος ὁ κα­λο­και­ρι­νὸς οὐ­ρα­νός, σὲ γέ­μι­ζε αἰ­σι­ο­δο­ξί­α. Ἁ­πλω­νό­ταν μιὰ γα­λή­νη, ὅ­πως με­τὰ τὸν κα­τα­κλυ­σμό. Μό­νο ἡ πα­πα­διὰ ἦ­ταν ὄρ­θια κι ἑ­τοί­μα­ζε τὸ γά­λα. Δὲν τολ­μοῦ­σα νὰ τῆς μι­λή­σω. Ξε­περ­νών­τας τοὺς δι­σταγ­μούς μου μπό­ρε­σα νὰ ψελ­λί­σω: «Τί ἔ­γι­νε;»

         «Πι­ὲς τὸ γά­λα σου. Γύ­ρι­σαν», ἀ­κού­στη­κε σι­γα­νὴ ἡ φω­νὴ τῆς πα­πα­διᾶς καὶ κα­τέ­βη­κε στὸν κῆ­πο.

         Ξύ­πνη­σε καὶ ὁ Νά­σος. Πλύ­να­με τὰ πρό­σω­πά μας μὲ δρο­σε­ρὸ νε­ρό. Μέ­σα στὸ φῶς τῆς αὐ­γῆς φά­νη­κε ὁ πα­τέ­ρας, χλω­μός, κου­ρα­σμέ­νος. Μᾶς πῆ­ρε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι. Στὸ δρό­μο γιὰ τὸ σπί­τι, ἀ­κού­στη­κε ἥ­συ­χη ἡ φω­νή του, θαμ­πή, πρω­ι­νή.

         «Ὁ Λευ­τε­ρά­κης μας πέ­θα­νε.»

         «Τί;… Πέ­θα­νε;…»

         Ἡ καρ­διὰ χτύ­πα­γε ὅ­λο καὶ πιὸ ἀρ­γά. Τὸ σπί­τι μας ἥ­συ­χο. Ἡ πόρ­τα ἀ­νοι­χτή. Χλω­μὸ φῶς καὶ σι­ω­πή.

         Στὴ μέ­ση τοῦ δω­μα­τί­ου ποὺ γεν­νή­θη­κε, ξα­πλω­μέ­νο μὲς στὴν κού­νια του, ἀν­τί­κρι­σα τὸ ἀ­δελ­φά­κι μας. Ἀ­κί­νη­το, ἤ­ρε­μο, κά­τα­σπρο, σὰν νὰ κοι­μό­ταν. Ἔ­κα­νε συν­τρο­φιὰ στὴ μά­να μας ποὺ ἔ­κλαι­γε ἥ­συ­χα ἥ­συ­χα. Σὰν νὰ μὴν ἤ­θε­λε, σὰν νὰ φο­βό­ταν νὰ τὸ ξυ­πνή­σει.

         Τὸ κρα­τή­σα­με κον­τά μας, κοι­τά­ζον­τάς το, βου­βά, ἴ­σα μὲ τὸ με­ση­μέ­ρι. Στὴν ἐκ­κλη­σί­α τὸ φι­λή­σα­με γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Εἶ­χε δρο­σί­σει τὸ μέ­τω­πό του. Ἑ­φτὰ-ὀ­χτὼ ἄν­θρω­ποι ἀ­κο­λου­θή­σα­νε στὸν τό­πο ὅ­που εἶ­χαν φέ­ρει τὸν Μῆ­τσο τὸν μουγ­κὸ πρὶν ἀ­πὸ και­ρό.

         Πε­ρά­σα­με πί­σω ἀ­πὸ τὰ σχο­λεῖ­α, μὲ τὸ μω­ρὸ τυ­λιγ­μέ­νο σὲ ἄ­σπρο σεν­τό­νι, στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς μά­νας. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸ ἀ­πο­χω­ρι­στεῖ. Δι­α­βή­κα­με μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ μέ­ρος ποὺ μα­ζευ­ό­μα­σταν νὰ πε­τά­ξου­με χαρ­τα­ε­τοὺς τὴν Κα­θα­ρὰ Δευ­τέ­ρα. Πή­ρα­με τὸν ἔ­ρη­μο δρό­μο μὲ τὶς πι­κρο­δάφ­νες κι ἀ­πὸ κεῖ τὸ σκο­τει­νὸ μο­νο­πά­τι μὲ τὰ κυ­πα­ρίσ­σια ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε στὸ κοι­μη­τή­ριο. Ὁ βι­βλι­ο­πώ­λης, φί­λος τοῦ πα­τέ­ρα, εἶ­χε συ­νεν­νο­η­θεῖ ν’ ἀ­νοί­ξουν ἕ­να παι­δι­κὸ τά­φο.

         Ὅ­ταν γυ­ρί­σα­με, ἡ πα­πα­διὰ εἶ­χε ἑ­τοι­μά­σει ψά­ρι. Δὲν μπο­ρέ­σα­με νὰ φᾶ­με. Δὲν κα­τέ­βαι­νε τί­πο­τα.

         Μεί­να­με μό­νοι.

         Τὰ δά­κρυ­α τε­λεί­ω­σαν.

         Χτύ­πη­σε ἡ πόρ­τα. Ἦ­ταν ὁ δά­σκα­λος, ὁ κύ­ριος Λυγ­κώ­νης, πε­ρα­στι­κὸς ὅ­πως πάν­τα ἀ­προ­ει­δο­ποί­η­τα, μ’ ἕ­να πλα­τὺ χα­μό­γε­λο, χω­ρὶς νὰ ξέ­ρει.

         «Γειά σας, τί μοῦ κά­νε­τε; Ὁ Λευ­τε­ρά­κης; Ποῦ…»

         Τό­τε ὁ πα­τέ­ρας, ἀν­τὶ γιὰ ἀ­πάν­τη­ση ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει μ’ ἕ­να ἀ­να­φιλ­λη­τὸ πα­ρά­ξε­νο, σὰν τοῦ Λι­γνοῦ στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο. Χω­ρὶς δά­κρυ­α.                   Δὲν τὸν εἴ­χα­με ξα­να­δεῖ νὰ κλαί­ει. Ὅ­λοι ἤ­μα­σταν ἀ­ξι­ο­θρή­νη­τοι. Ἐκ­μη­δε­νι­σμέ­νοι. Καὶ ὁ θρῆ­νος μας μα­ζί.

         Ὁ δά­σκα­λος, πά­γω­σε τὸ χα­μό­γε­λό του, ἔ­μει­νε ψη­λός, με­τέ­ω­ρος, ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος, με­τὰ δι­πλώ­θη­κε σ’ ἕ­να λυγ­μὸ κι αὐ­τὸς τό­σο ἀ­στεῖ­ο μέ­σα στὴν ἄ­φα­τη θλί­ψη, τό­σο ὑ­περ­βο­λι­κό, ποὺ ἀν­τὶ νὰ μᾶς πα­ρη­γο­ρή­σει με­γά­λω­σε τὴν ὀ­δύ­νη.

         Ἤ­θε­λα τό­τε νὰ φτιά­ξω ἕ­να λυ­πη­μέ­νο τρα­γού­δι νὰ θρη­νεῖ μὲ σπα­ραγ­μὸ τὰ χα­μέ­να μι­κρὰ παι­διὰ καὶ τὸν μι­κρού­λη μας τὸν Λευ­τε­ρά­κη, ποὺ χθὲς ἦ­ταν καὶ σή­με­ρα δὲν εἶ­ναι πιά. Νὰ κλαί­ει γι’ αὐ­τὸν τὸν θά­να­το μέ­χρι τὸ τέ­λος καὶ τῆς δι­κῆς μου ζω­ῆς.

         Τὸ βρα­δά­κι, τὰ δυ­ὸ ἀ­δέλ­φια κα­τε­βή­κα­με, πι­α­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι, μέ­χρι τὴ γω­νί­α καὶ γυ­ρί­σα­με. Δὲν εἴ­χα­με κου­ρά­γιο νὰ δοῦ­με τ’ ἄλ­λα παι­διά. Εἴ­πα­με μό­νο: «Πά­ει ὁ Λευ­τε­ρά­κης μας».

         Πη­γαί­να­με συ­χνά το κα­λο­καί­ρι στὰ μνή­μα­τα. Δὲν μπο­ρού­σα­με νὰ μὴν κλά­ψου­με.

         Τὸν ἄλ­λο χρό­νο φύ­γα­με ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι. Ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν πό­λη.

         Ὁ Λευ­τε­ρά­κης ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ γιὰ πάν­τα.

         Δὲν τοῦ χα­ρί­στη­κε οὔ­τε ὁ τό­πος οὔ­τε ὁ χρό­νος.

         Κα­νέ­νας θε­ός.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της, Ἐν­νέ­α μύ­θοι καὶ ἕ­να πα­ρα­μύ­θι (δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, ἰδι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση, 2015).

Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της (Αθήνα, 1945). Ποίηση, διήγημα, παραμύθι. Σπού­δασε Νευρολογία, Ψυχιατρικὴ μὲ ἐξειδίκευση στὴν παιδονευρολογία. Ἐρ­γά­στηκε τριάντα χρόνια στὸ νοσοκομεῖο Παίδων Ἀθηνῶν Π. & Ἀ. Κυρι­α­κοῦ. Ἔχει γράψει διηγήματα, ποιήματα καὶ παραμύθια. Βιβλία του: Εννέ­α μύ­θοι κι ένα παραμύθι (διηγήματα, εκδ. Ἐριφύλη, 2007) και Ἀναρχικὲς ἀ­ναφορὲς ἐπὶ ἡμικλάστων κολλῶν (διηγήματα, 2015). Κείμενά του ἔχουν δη­μο­σιευτεῖ σὲ λογοτεχνικὰ περιοδικὰ, ἐφημερίδες καὶ παρουσιάστηκαν στὸ ρα­διόφωνο.