Κατερίνα Μαυρογεώργη: Ἡ λεοπάρδαλη



Κατερίνα Μαυρογεώργη


Ἡ λεοπάρδαλη


ΤΑ ΧΕΡΙΑ τῆς Σο­φί­ας πλέ­κουν κο­τσί­δα τὰ μαλ­λιὰ τῆς Ἄν­νας. Ἡ Ἄν­να εἶ­ναι ἡ κό­ρη, ἡ μα­μὰ εἶ­ναι ἡ Σο­φί­α. Εἶ­ναι πρω­ΐ, ἡ Σο­φί­α ἑ­τοι­μά­ζει τὴν Ἄν­να γιὰ τὸ σχο­λεῖο.


«Κά­τσε λί­γο ἥ­συ­χη. Δὲν μπο­ρεῖς νὰ κά­τσεις λί­γο ἥ­συ­χη;», λέ­ει ἡ Σο­φί­α. Πλέ­κει πο­λὺ σφι­χτὴ τὴν κο­τσί­δα. Ἡ Ἄν­να πο­νά­ει καὶ ἀ­φή­νει σι­γα­νοὺς ἤ­χους δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας. Δὲν εἶ­ναι κα­λὴ μέ­ρα. Χτὲς τὸ βρά­δυ στὸ μέ­τρη­μα, πά­λι ἔ­λει­πε ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἀ­δέρ­φια της.

       Ἕ­να μουγ­κρη­τὸ ἀ­κού­γε­ται ἀ­πὸ τὸν κῆ­πο. Ἡ Σο­φί­α καὶ ἡ Ἄν­να στρέ­φουν πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Μιὰ βα­θιὰ ρυ­τί­δα θυ­μοῦ ἐμ­φα­νί­ζε­ται στὸ μέ­τω­πο τῆς Σο­φί­ας, πα­ρα­τά­ει τὴν κο­τσί­δα στὴ μέ­ση καὶ βγαί­νει ἔ­ξω στὸν κῆ­πο, τι­νά­ζον­τας μὲ δύ­να­μη τὴν πόρ­τα πί­σω της. Ἡ Ἄν­να μέ­νει στὴ θέ­ση της σὰν ἄ­γαλ­μα. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ξα­ναρ­χί­ζουν τὰ μουγ­κρη­τὰ στὸν κῆ­πο.


 Ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς κο­τσί­δας πέ­ρα­σαν πολ­λὰ χρό­νια. Ἡ Ἄν­να με­γά­λω­σε, παν­τρεύ­τη­κε, ἔ­κα­νε παι­διά. Κι ἕ­να βρά­δυ ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­σκυ­ψε νὰ φι­λή­σει τὴν μι­κρή της κό­ρη της γιὰ κα­λη­νύ­χτα, ξαφ­νι­κὰ τῆς ψι­θύ­ρι­σε:

       — Ἄν σοῦ ἔ­λε­γα ὅ­τι πα­λιὰ ζοῦ­σε μιὰ λε­ο­πάρ­δα­λη στὸν κῆ­πο μας; Στὸ σπί­τι ποὺ με­γά­λω­σα;…

       Τὸ κο­ρι­τσά­κι, ἕν­τε­κα χρο­νῶν, ἀ­πάν­τη­σε ἀ­μέ­σως μι­σο­κοι­μι­σμέ­νη:

       — Θὰ σὲ πί­στευ­α.

       Κι ἔ­τσι ἡ Ἄν­να ἄρ­χι­σε νὰ λέ­ει ψι­θυ­ρι­στὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α. Ὁ μπαμ­πάς της εἶ­χε πε­θά­νει ὅ­ταν ἐ­κεί­νη ἦ­ταν ὀ­χτὼ χρο­νῶν. Πέ­θα­νε ἀ­πὸ ἔμ­φραγ­μα στὴν δου­λειά του, ἦ­ταν φύ­λα­κας στὸ ζω­ο­λο­γι­κὸ κῆ­πο. Λί­γους μῆ­νες με­τὰ τὸν θά­να­τό του, τρύ­πω­σε στὸν κῆ­πο τους μιὰ λε­ο­πάρ­δα­λη.

       Ἡ Σο­φί­α συ­νέ­χι­ζε:

       — Ἄν σου ἔ­λε­γα, ὅ­τι τὰ πάν­τα ἑ­ξαρ­τῶν­ταν ἀ­πὸ τὶς δι­α­θέ­σεις της;…

       — Θὰ σὲ πί­στευ­α.

       — Εἶ­ναι τε­λεί­ως τυ­χαῖ­ο τὸ ὅ­τι ζῶ. Ἔ­τυ­χε νὰ μὴν εἶ­μαι μπρο­στὰ τὶς ὧ­ρες ποὺ πει­νοῦ­σε.

       — Πῶς μπῆ­κε στὸν κῆ­πο;

       — Μπῆ­κε μι­κρή, τὴν πε­ρά­σα­με γιὰ γά­τα μᾶλ­λον. Κρυ­βό­ταν. Ὅ­ταν ἔ­φα­γε κά­τι που­λιὰ τὴν εἶ­δα ἐ­γὼ πρώ­τη φο­ρά. Εἶ­χε ἤ­δη με­γα­λώ­σει πο­λύ.

       — Τὴν φο­βό­σουν;

       — Τὴν ἔ­τρε­μα. Πή­γαι­να κον­τά της ὅ­ταν κοι­μό­ταν μό­νο.

       — Καί;

       — Τὴν κοι­τοῦ­σα.

       — Καί;

       — Δὲν ἔ­χω ξα­να­δεῖ πιὸ ὄ­μορ­φο πλά­σμα. Ἡ γού­να της λαμ­πύ­ρι­ζε. Κά­θε τρί­χα της ἔ­μοια­ζε μὲ λε­πτε­πί­λε­πτη βε­λό­να.

       — Μπο­ρεῖ νὰ σᾶς ἀ­γα­ποῦ­σε.

       — Τρε­φό­ταν μὲ μᾶς. Ὅ­ποι­ον ἔ­βρι­σκε πρό­χει­ρο.

       — Ἐ­σὺ τὴν ἀ­γα­ποῦ­σες;

       — Τὴν λά­τρευ­α.

       — Τὴν ἄγ­γι­ξες πο­τέ;

       — Θὰ μὲ ἔ­τρω­γε. Ἔ­φα­γε πολ­λοὺς ἀ­πὸ τὰ ἀ­δέρ­φια μου.

       — Ἀ­λή­θεια;

       — Ἀ­λή­θεια. Τὸ βρά­δυ πρὶν κοι­μη­θοῦ­με ἡ μη­τέ­ρα μου μᾶς ἔ­στη­νε στὴν σει­ρὰ καὶ μᾶς με­τροῦ­σε. Φο­ρού­σα­με τὰ νυ­χτι­κά μας καὶ μοι­ά­ζα­με ἤ­δη μὲ φαν­τά­σμα­τα. Πολ­λὲς φο­ρές, ἔ­λει­πε κά­ποι­ος. Γυρ­νού­σα­με στὰ κρε­βά­τια μας τρέ­μον­τας ἀ­πὸ τὸν φό­βο. Ἀ­πὸ θαῦ­μα ζῶ ἐ­γώ…

       — Πῶς τὴν γλί­τω­σες; Πῶς σώ­θη­κες; ρώ­τη­σε τὸ κο­ρι­τσά­κι.

       Ἡ Ἄν­να χα­μο­γέ­λα­σε ἀ­χνὰ καὶ ἀ­πάν­τη­σε σχε­δὸν κε­φά­τα:

       — Τυ­χαῖα! Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μὲ εἶ­χε φά­ει κι ἐ­μέ­να ὅ­πως τὰ ἀ­δέρ­φια μου. Ἁ­πλὰ ἔ­τυ­χε νὰ λεί­πω τὶς ὧ­ρες ποὺ πει­νοῦ­σε! Εἶ­χα σχο­λεῖ­ο, φρον­τι­στή­ριο, ἀγ­γλι­κά, μπα­λέ­το, γερ­μα­νι­κά…

       — Τὴν εἶ­χες βα­φτί­σει;

       — Δὲν θὰ σοῦ πῶ.

       — Πῶς τὴν ἔ­λε­γαν; Πές μου…

       — Ντρέ­πο­μαι νὰ σοῦ πῶ.

       — Ἔ­λα μα­μά… πές μου.

       — Χίθ­κλιφ τὴν ἔ­βγα­λα. Εἶ­χα ἀ­κού­σει κά­που το ὄ­νο­μα καὶ μοῦ ἄ­ρε­σε. Δὲν ἤ­ξε­ρα ἂν εἶ­ναι ἀ­γο­ρί­στι­κο ἢ κο­ρι­τσί­στι­κο. Ἀ­πὸ θαῦ­μα ζῶ. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μὲ εἶ­χε φά­ει κι ἐ­μέ­να…

       Ἡ Ἄν­να σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα στὸ τα­βά­νι κι ἐ­πα­νέ­λα­βε χα­μο­γε­λών­τας ἀ­φη­ρη­μέ­να:

       — …Ἔ­τυ­χε νὰ λεί­πω τὶς ὧ­ρες ποὺ πει­νοῦ­σε. Εἶ­χα σχο­λεῖ­ο, φρον­τι­στή­ριο, ἀγ­γλι­κά, μπα­λέ­το, γερ­μα­νι­κά… Φρόν­τι­ζα νὰ λεί­πω συ­νέ­χεια.

       — Τί ἀ­πέ­γι­νε;

       — Ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη;

       — Ναί.

       — Φο­ροῦ­σε μιὰ μπλὲ ρόμ­πα.

       — Ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη;

       — Ἡ μη­τέ­ρα μου ἡ Σο­φί­α. Φο­ροῦ­σε μιὰ μπλὲ ρόμ­πα τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ τῆς ἐ­πι­τέ­θη­κε ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη.

       — Πές..

       — Μιὰ μέ­ρα, ἐ­γὼ ἔ­λει­πα πά­λι. Μοῦ εἶ­παν τὰ ἀ­δέρ­φια μου ὅ­τι ἡ μη­τέ­ρα μου ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δι­ώ­ξει τὴν λε­ο­πάρ­δα­λη ἀ­πὸ τὸν κῆ­πο μας. Εἶ­χε βα­ρε­θεῖ νὰ με­τρά­ει κά­θε βρά­δυ τὰ παι­διά της. Πῆ­γε λοι­πὸν στὴν κρυ­ψώ­να τῆς λε­ο­πάρ­δα­λης, κά­θι­σε καὶ τὴν πε­ρί­με­νε νὰ βγεῖ.

       — Καὶ ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη;

       — Τὸ κα­τά­λα­βε. Ἐ­κεῖ μέ­σα στὴν κρυ­ψώ­να της τὸ ἔ­νι­ω­σε. Κα­τά­λα­βε ὅ­τι ὁ χρό­νος της τε­λεί­ω­νε καὶ ὅ­τι τὴν ἔ­δι­ω­χναν. Θύ­μω­σε. Καὶ ὅρ­μη­ξε στὴν μη­τέ­ρα μου.

       — Καί;…

       — Ἡ μπλὲ βε­λού­δι­νη ρόμ­πα τῆς μη­τέ­ρας μου σώ­θη­κε. Τὴν βρή­κα­με στὰ χώ­μα­τα, γε­μά­τη ξε­ρα­μέ­να αἵ­μα­τα. Εἶ­χε πολ­λὰ σκι­σί­μα­τα ἀλ­λὰ ἐ­πι­δι­ορ­θώ­θη­κε ἀ­πὸ μιὰ πο­λὺ κα­λὴ μο­δί­στρα.

       — Ἡ μη­τέ­ρα σου; Ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη;

       — Αὐ­τὲς πά­λε­ψαν μέ­χρι θα­νά­του. Πά­λευ­αν γιὰ μέ­ρες, τὶς ἀ­κού­γα­με. Μουγ­κρη­τὰ καὶ βογ­κη­τά. Ἐ­μεῖς πη­γαί­να­με κα­νο­νι­κὰ σχο­λεῖ­ο, ἀγ­γλι­κά, φρον­τι­στή­ριο, κι αὐ­τὲς ἐ­κεῖ μέ­σα στὶς φυλ­λω­σι­ές, πά­λευ­αν ποι­ά θὰ νι­κή­σει.

       — Καὶ τε­λι­κά, ποι­ά νί­κη­σε;

       — Δύ­σκο­λο νὰ πῶ. Ἡ μη­τέ­ρα μου πά­λευ­ε γιὰ ἐ­μᾶς. Γιὰ νὰ πά­ψει τὸ μέ­τρη­μα τὰ βρά­δια. Γιὰ νὰ μὴν φο­βό­μα­στε. Ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη πά­λε­ψε γεν­ναῖα. Εἶ­χε καὶ ἐ­κεί­νη τὰ δι­κά της ἰ­δα­νι­κά. Πι­στεύ­ω πὼς καὶ οἱ δυ­ό τους ἀ­γα­ποῦ­σαν πο­λὺ τὸν πα­τέ­ρα μου. Πι­στεύ­ω πὼς τοὺς ἔ­λει­πε.

       Ἡ Ἄν­να κοί­τα­ξε τὴν κό­ρη της, ἄ­θε­λά της τὴν εἶ­χε ξυ­πνή­σει. Τὸ κο­ρί­τσι τὴν κοί­τα­ζε μὲ μά­τια δι­ά­πλα­τα, κι εἶ­χε σχε­δὸν ἀ­να­ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι. Ἡ Ἄν­να συ­νέ­χι­σε.

       — Ξαφ­νι­κὰ ἕ­να πρω­ΐ, ἀ­κού­στη­κε ἡ­συ­χί­α στὸν κῆ­πο. Κα­τα­λά­βα­με ὅ­τι ἡ μά­χη ἔ­λη­ξε, ξε­χυ­θή­κα­με στὸν κῆ­πο ὅ­σα παι­διὰ εἴ­χα­με ἀ­πο­μεί­νει νὰ δοῦ­με ἂν νί­κη­σε ἡ μη­τέ­ρα μας. Ἀλ­λὰ εἶ­χαν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ καὶ οἱ δυ­ό τους. Μό­νο τὴν μπλὲ ρόμ­πα εἴ­δα­με στὰ χώ­μα­τα.

       — Μή­πως ἦ­ταν ἰ­σο­πα­λί­α; Μή­πως καὶ οἱ δύ­ο ἔ­πε­σαν στὴν μά­χη;

       — Ὄ­χι ὄ­χι, εἶ­ναι σί­γου­ρο ὅ­τι μό­νο μί­α ἀ­πὸ τὶς δύ­ο ἐ­πι­κρά­τη­σε.

       — Ποι­ά νί­κη­σε λοι­πόν;

       — Εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ πῶ.

       Κα­νεὶς δὲν πλη­σιά­ζει πιὰ στὸ ση­μεῖ­ο τῆς μά­χης νὰ δεῖ τί ἀ­πέ­μει­νε ἀ­πὸ τὶς δυ­ό τους. Τὸ πα­λιό μας σπί­τι ἐ­ρή­μω­σε.

       Ἡ Ἄν­να χα­μο­γέ­λα­σε πά­λι ἀ­χνά. Χά­ι­δε­ψε τὸ πρό­σω­πο τῆς κό­ρης της.

       — Ξέ­ρεις.. Ἐ­μεῖς τώ­ρα, γιὰ κα­λὸ καὶ γιὰ κα­κό, ἂς συ­νε­χί­σου­με νὰ με­τρι­ό­μα­στε τὰ βρά­δια.



Ἡ Κα­τε­ρί­να Μαυ­ρο­γε­ώρ­γη γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὴν Δρα­μα­τι­κὴ Σχο­λὴ «Ἀρχή» τῆς Νέλ­λης Καρ­ρᾶ καὶ τὸ Παν­τεῖ­ο Πα­νε­πι­στή­μιο, τμῆ­μα Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας Μέ­σων & Πο­λι­τι­σμοῦ. Ὡς ἠ­θο­ποι­ὸς ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ τὴν ὁ­μά­δα Pa­tari Pro­ject στὶς πα­ρα­στά­σεις Πιά­νω Πα­πού­τσι Πά­νω στὸ Πιά­νο καὶ Χι­ο­νά­νοι, σὲ σκη­νο­θε­σί­α Σο­φί­ας Πά­σχου, μὲ τοὺς Blitz Theater Group στὶς πα­ρα­στά­σεις Τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς Παγ­κό­σμιας Μο­να­ξιᾶς στὸ φε­στι­βὰλ Ἀ­θη­νῶν κ.ἄ. Γράφει θεατρικὰ ἔργα, σενάρια καὶ σκηνοθετεῖ.


		
Διαφημίσεις