Dionisis Marinos: Té o algo diferente



Dionisis Marinos

 

Té o algo diferente


l empleado administrativo de octava categoría Efrem Grigórievits Feséncof no tardó en llegar a su derrota; nadie tarda. Durante treinta años consecutivos entretejía sus deseos en el polvo del papeleo de la Diputación, de los boletines oficiales, de los impresos protocolizados, de los actos administrativos y de las decisiones disciplinarias del Consejo de Administración; por las noches lo destejía todo. La impresión de una sumisión opresiva que se arremolinaba en torno a sus conversaciones en la oficina, con colegas demasiado mareados y excesivamente obedientes, en el encanto moderado del café «La lámpara mágica» se transformaba en un momento lleno de cercanía con personas de otra índole. Nunca escribió nada más que órdenes administrativas e informes de la oficina directiva. Era un escriba sin escribir. Su mano se deslizaba sobre las palabras secas del lenguaje funcionarial de una manera apagada y amarga. Bebiendo coñac y algunas veces vodka en una copa alta, devoraba las revistas Despertador, Espectador, Moscú y Fragmentos que en aquellos días alguien podia encontrar solo en «La lámpara mágica». Vivía a través de la lectura. Con el tiempo se transformó en un digno acaparador de las historias que no sabía cómo acontecieron en su ciudad. Ciudad pesada y ardiente como un brasero. Por la mañana se sentaba de nuevo en su escritorio y sumergía con indiferencia el sello estatal en la tinta; lo ahogaba.

       Nada cambiaría la geometría de su vida, si en aquel invierno de 1897 no hubiera conocido por casualidad a Antón Chéjov sobre el cual había oído y leído tantas cosas. La barba tupida, las gafas opacas, el pellizco de pena en los ojos, ese nudo fino de la pajarita; todo, todo en ese hombre estaba hecho para llamar la atención. Los rulos de su pelo en la frente que conseguían escaparse quejosos incluso cuando llevaba el sombrero puesto, el cuello de la camisa siempre limpio y duro como si fuera una barricada para el aliento. El estilo fino y gentil de su discurso. «Por tanto, doctor usted ¿qué opina?». «Pero, mi buen Petrushka la gente no se fija si es invierno o verano, cuando está feliz». U otras veces, se inclinaba sobre su interlocutor y en un arrebato de fe declaraba: «No hay nada nuevo en el arte, excepto el talento».

       Nunca antes la carga de la oficina le había parecido tan alentadora a Efrem Grigórievits Feséncof. Se encontraba en un estado de alerta permanente. Un girasol en flor.

       Pero, esa noche – ¡ayǃ, esa noche. Nada fue como las veces anteriores. El cuerpo de Chéjov irradiaba algo desagradable – una in­cli­na­ción de la cabeza hacia la derecha generaba en sus ojos y en su boca un efecto de urgencia. Como que algo profundamente mental lo atormentaba y lo consumía. Las manos se restregaron sobre la tela fina del pantalón. Su respiración se encaramaba por el chaleco con dificultad. Al borde de ahogarse. Y entonces mirando la ventana de «La lámpara mágica» con las cortinas violáceas corridas se volvió hacia el pobre Efrem, esto lo hacía por primera vez, y le dijo intrigante: «¡Qué tiempo maravilloso el de hoy! No puedo decidir: ¿hago un té o me ahorco?».

       En el camino de vuelta a su casa, Efrem Grigórievits Feséncof sentía el peso de su carne en cada paso que daba. Los olmos enviaban aromas de primavera, la luna murmuraba, las sombras caían como hojas mojadas; hacía un tiempo maravilloso. Qué maravilloso de veras. Pero también, qué elegante es que alguien se atormente por semejantes dilemas. ¿Esto o lo otro? ¿Adelante o atrás? ¿Libre o tal vez…?

       Efrem nunca tuvo dilemas. Y ahora tampoco. Su camino estaba hecho sin regreso. Por un instante se detuvo debajo de un farol, secó su nuca transpirada con su pañuelo y, de golpe, se dio cuenta de que nunca en su vida había bebido ese zumo negro que los demás esperaban con elegancia a que hirviera en el samovar. Por lo tanto: ¿hacía un té o se ahorcaba? Qué fácil fue decidirse cuando abrió la puerta de su casa, tiró su saco al suelo y deshizo el nudo de su pajarita.



Fuente: Primera publicación en el blog Planodion- Historias Bonsái (24 de noviembre de 2016)

 

Dionisis Marinos (Atenas, 1971) es periodista, escritor y crítico literario. Ha publicado tres novelas (Χαμένα Κορμιά, 2011, Τελευταία Πόλη, 2012, Ουρανός κάτω, 2014) y una colección poética (Anamneza, 2014). En breve se pondrá en circulación la colección de relatos bajo el título Όπως και αν έρθει αυτό το βράδυ.

Traducción: Alejandra Curcumeli, Revisión: Konstantinos Paleologos.

 

Advertisements

Δι­ο­νύ­σης Μα­ρί­νος: Τσά­ι ἢ κά­τι ἄλ­λο


marinosdionysis-tsaiikatiallo-eikona-02b


Δι­ο­νύ­σης Μα­ρί­νος


Τσά­ι ἢ κά­τι ἄλ­λο


05-OmikronΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ 8ης τά­ξε­ως Ἐ­φραὶμ Γκριγ­κό­ρι­ε­βιτς Φε­ζέν­κοφ δὲν ἄρ­γη­σε νὰ φτά­σει στὴν ἥτ­τα του· κα­νεὶς δὲν ἀρ­γεῖ. Ἐ­πὶ τριά­ντα συ­να­πτὰ ἔ­τη ἐ­ξύ­φαι­νε τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες του στὴ σκό­νη νο­μαρ­χια­κῶν χαρ­τι­ῶν, ὑ­πη­ρε­σια­κῶν δελ­τα­ρί­ων, πρω­το­κολ­λη­μέ­νων ἐγ­γρά­φων, δι­οι­κη­τι­κῶν πρά­ξε­ων καὶ πει­θαρ­χι­κῶν ἀ­πο­φά­σε­ων τοῦ δι­οι­κη­τι­κοῦ συμ­βου­λί­ου·  τὶς νύ­χτες ξή­λω­νε τὰ πάν­τα. Ἡ αἴ­σθη­ση τῆς κου­ρα­σμέ­νης ὑ­πο­τα­γῆς ποὺ στρο­βι­λι­ζό­ταν στὶς συ­ζη­τή­σεις του στὸ γρα­φεῖ­ο, μὲ συ­να­δέλ­φους πα­ρα­ζα­λι­σμέ­νους καὶ ἀ­κραιφ­νῶς εὐ­πει­θεῖς, στὴ φει­δω­λὴ γο­η­τεί­α τοῦ κα­φὲ «Μα­γι­κὸ Λυ­χνά­ρι» γι­νό­ταν μιὰ φορ­τι­σμέ­νη στιγ­μὴ ἐγ­γύ­τη­τας μὲ ἀν­θρώ­πους ἄλ­λης ὑ­φῆς. Πο­τέ του δὲν ἔ­γρα­ψε κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ δι­οι­κη­τι­κὲς πα­ραγ­γε­λί­ες καὶ γνω­μο­δο­τή­σεις τοῦ ἀ­νώ­τα­του γρα­φεί­ου. Ἦ­ταν ἕ­νας γρα­φιὰς δί­χως νὰ γρά­φει. Τὸ χέ­ρι του κυ­λοῦ­σε πά­νω στὶς στε­γνὲς λέ­ξεις τῆς ὑ­παλ­λη­λι­κῆς δι­α­λέ­κτου μὲ τρό­πο ἀ­νί­σκιο καὶ πι­κρό. Πί­νον­τας κο­νιὰκ καὶ κά­ποι­ες φο­ρὲς βότ­κα σὲ ψη­λὸ πο­τή­ρι, ξε­κο­κά­λι­ζε τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ «Ξυ­πνη­τή­ρι», «Θε­α­τής», «Μό­σχα» καὶ «Θραύ­σμα­τα» ποὺ μό­νο στὸ «Μα­γι­κὸ Λυ­χνά­ρι» μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ κα­νεὶς ἐ­κεῖ­νες τὶς ἡ­μέ­ρες. Ζοῦ­σε διὰ τῆς ἀ­νά­γνω­σης. Μὲ τὸν και­ρὸ ἔ­γι­νε ἄ­ξιος καρ­πω­τὴς ἱ­στο­ρι­ῶν ποὺ δὲν γνώ­ρι­ζε πὼς συ­νέ­βαι­ναν στὴν πό­λη του. Πό­λη βα­ριὰ κι ἀ­ναμ­μέ­νη σὰν μαγ­κά­λι. Τὸ πρω­ὶ κα­θό­ταν πά­λι στὸ γρα­φεῖ­ο του καὶ βου­τοῦ­σε ἀ­δι­ά­φο­ρα τὴν κρα­τι­κὴ σφρα­γί­δα στὸ με­λά­νι·  τὴν ἔ­πνι­γε.

       Τί­πο­τα δὲν θὰ ἄλ­λα­ζε τὴ γε­ω­με­τρί­α τῆς ζω­ῆς του, ἂν ἐ­κεῖ­νο τὸ χει­μώ­να τοῦ 1897 δὲν τύ­χαι­νε νὰ γνω­ρί­σει τὸν Ἄν­τον Τσέ­χωφ γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο τό­σα πολ­λὰ εἶ­χε ἀ­κού­σει καὶ δι­α­βά­σει. Τὸ πυ­κνὸ μού­σι, τὰ θο­λὰ μα­το­γυά­λια, τὸ τσίμ­πη­μα θλί­ψης στὰ μά­τια, ἐ­κεῖ­νος ὁ λε­πτο­φυ­ὴς κόμ­πος τοῦ πα­πι­γιόν·  ὅ­λα, ὅ­λα πά­νω σε αὐ­τὸν τὸν ἄν­δρα ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­να γιὰ πα­ρα­τή­ρη­ση. Τὰ δα­χτυ­λί­δια τῶν μαλ­λι­ῶν του στὸ μέ­τω­πο ποὺ κα­τά­φερ­ναν νὰ ξε­φεύ­γουν δι­α­μαρ­τυ­ρό­με­να ἀ­κό­μη καὶ ὅ­ταν φο­ροῦ­σε τὸ κα­πέ­λο του, τὸ κο­λά­ρο τοῦ που­κα­μί­σου πάν­το­τε κα­θα­ρὸ καὶ στη­τὸ σὰν ὁ­δό­φραγ­μα ἀ­να­πνο­ῆς. Ὁ λε­πτὸς καὶ εὐ­γε­νὴς τρό­πος τῆς ὁ­μι­λί­ας του. «Λοι­πόν, για­τρὲ ἐ­σεῖς τί λέ­τε;», «Μά, κα­λέ μου Πε­τρού­σκα οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν προ­σέ­χουν ἂν εἶ­ναι χει­μώ­νας ἢ κα­λο­καί­ρι, ὅ­ταν εἶ­ναι εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι». Ή, ἄλ­λες φο­ρές, ἔ­γερ­νε πρὸς τὸ συ­νο­μι­λη­τή του καὶ μ’ ἕ­να ρί­γος πί­στης ἀ­πο­φαι­νό­ταν: «Δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τε και­νούρ­γιο στὴν τέ­χνη, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ τα­λέν­το».

       Πο­τὲ ἄλ­λο­τε τὸ φορ­τί­ο τοῦ γρα­φεί­ου δὲν φά­νη­κε στὸν Ἐ­φραὶμ Γκριγ­κό­ρι­ε­βιτς Φε­ζέν­κοφ τό­σο ἐν­θαρ­ρυν­τι­κό. Βρι­σκό­ταν μο­νί­μως σὲ κα­τά­στα­ση ἐ­γρή­γορ­σης. Ἕ­να ἡ­λι­ο­τρό­πιο σὲ ἄν­θη­ση.

       Μά, ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ – ἄχ, ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ. Τί­πο­τα δὲν ἦ­ταν ὅ­πως τὶς ἄλ­λες φο­ρές. Τὸ σῶ­μα τοῦ Τσέ­χωφ εἶ­χε κά­τι τὸ ἀ­πο­πεμ­πτι­κό – μιὰ κλί­ση τοῦ κε­φα­λιοῦ του πρὸς τὰ δε­ξιὰ ἔ­δι­νε στὰ μά­τια καὶ τὸ στό­μα τοῦ μιὰ αἴ­σθη­ση ἐ­πεί­γον­τος. Λὲς καὶ κά­τι βα­θιὰ δι­α­νο­η­τι­κὸ τὸν βα­σά­νι­ζε καὶ τὸν μα­δοῦ­σε. Τὰ χέ­ρια τρί­φτη­καν πά­νω στὸ λε­πτὸ ὕ­φα­σμα τοῦ παν­τε­λο­νιοῦ. Ἡ ἀ­νά­σα του σκαρ­φά­λω­νε στὸ γι­λέ­κο μὲ δυ­σκο­λί­α. Σχε­δὸν πνι­γό­ταν. Καὶ τό­τε κοι­τών­τας τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ «Μα­γι­κοῦ Λυ­χνα­ριοῦ» μὲ τὶς τρα­βηγ­μέ­νες μὸβ κουρ­τί­νες γύ­ρι­σε πρὸς τὸν δύ­στυ­χο Ἐ­φραίμ, πρώ­τη φο­ρὰ τὸ ἔ­κα­νε αὐ­τό, καὶ τοῦ εἶ­πε συ­νω­μο­τι­κά: «Τί ὑ­πέ­ρο­χος και­ρὸς σή­με­ρα! Δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­πο­φα­σί­σω: νὰ φτιά­            ξω τσά­ι ἢ νὰ κρε­μα­στῶ;».

       Στὸ δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς γιὰ τὸ σπί­τι ὁ Ἐ­φραὶμ Γκριγ­κό­ρι­ε­βιτς Φε­ζέν­κοφ ἔ­νι­ω­θε τὸ φορ­τί­ο τῆς σάρ­κας του νὰ βα­ραί­νει κά­θε του βῆ­μα. Οἱ φτε­λι­ὲς ἔ­στελ­ναν ἀ­ρώ­μα­τα ἄ­νοι­ξης, τὸ φεγ­γά­ρι μουρ­μού­ρι­ζε, οἱ σκι­ὲς ἔ­πε­φταν σὰν βρεγ­μέ­να φύλ­λα·  ἦ­ταν ἕ­νας ὑ­πέ­ρο­χος και­ρός. Πό­σο ἀ­λη­θι­νὰ ὑ­πέ­ρο­χος. Μά, καὶ πό­σο κομ­ψὸ εἶ­ναι νὰ τυ­ραν­νι­έ­ται κα­νεὶς ἀ­πὸ τέ­τοι­α δι­λήμ­μα­τα. Ἐ­κεῖ­νο ἢ τὸ ἄλ­λο; Μπρὸς ἢ πί­σω; Ἐ­λεύ­θε­ρος ἢ μή­πως…

       Ὁ Ἐ­φραὶμ δὲν εἶ­χε πο­τέ του δι­λήμ­μα­τα. Οὔ­τε καὶ τώ­ρα. Ὁ δι­κός του δρό­μος ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νος χω­ρὶς ἐ­πι­στρο­φή. Κον­το­στά­θη­κε κά­τω ἀ­πὸ ἕ­ναν φα­νο­στά­τη, σκού­πι­σε τὸν ἱ­δρω­μέ­νο αὐ­χέ­να του μὲ τὸ μαν­τί­λι του καὶ αἴφ­νης συ­νει­δη­το­ποί­η­σε πὼς πο­τὲ στὴ ζω­ή του δὲν εἶ­χε πι­εῖ γου­λιὰ ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ μαυ­ρο­ζού­μι ποὺ οἱ ἄλ­λοι μὲ χά­ρη πε­ρί­με­ναν νὰ βρά­σει στὸ σα­μο­βά­ρι. Τὸ λοι­πόν: νὰ φτιά­ξει τσά­ι ἢ νὰ κρε­μα­στεῖ; Πό­σο εὔ­κο­λο ἦ­ταν νὰ ἀ­πο­φα­σί­σει ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ του, πέ­τα­ξε τὸ σα­κά­κι του στὸ πά­τω­μα καὶ ἔ­λυ­σε τὸν κόμ­πο τοῦ πα­πι­γιόν του.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Δι­ο­νύ­σης Μα­ρί­νος (Ἀθήνα, 1971). Ἐργάζεται ὡς δημοσιογράφος καὶ ἔχει ἐκδώσει δύο μυθιστορήματα: Χαμένα κορμιά (ἐκδ. Τετράγωνο) καὶ Τελευ­ταί­α πόλη (ἐκδ. Γα­βρι­ηλίδης).



		

	

Διονύσης Μαρίνος: Ἡ βιβλιοθήκη τῆς Χοσεφίνας

.

Marinos,Dionysis-IBibliothikiTisChosefinas-Eikona-02

.

Δι­ο­νύ­σης Μα­ρί­νος

.

Ἡ βι­βλι­ο­θή­κη τῆς Χο­σε­φί­νας

 .

03-EpsilonΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ, λί­γο πο­λὺ ἀ­πὸ εὔ­θραυ­στο ὑ­λι­κὸ φτι­αγ­μέ­νος, ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ του καὶ βρί­σκε­ται σὲ ἕ­να χω­ρά­φι σπαρ­μέ­νο μὲ τα­ξι­αν­θί­ες ρει­κι­ῶν σὲ σχῆ­μα κλει­στῆς πα­λά­μης. Φαν­τά­ζει πὼς φταί­ει τὸ ξη­ρο­θερ­μι­κὸ κα­λο­καί­ρι τῆς πό­λης ποὺ με­τα­τρέ­πει στα­δια­κὰ τοὺς δρό­μους σὲ φρυ­γα­νώ­δεις θά­μνους.

       Νὰ μιὰ χει­ρο­πια­στὴ ἐ­ξή­γη­ση γιὰ πά­σα νό­σο.

       Στὸ ἑ­πό­με­νο στε­νὸ συ­ναν­τά­ει τὸν πα­λιό του φί­λο, Χου­ὰν Ροῦλ­φο.

      «Τί κά­νεις, Χου­άν;»

      «Πάν­τα τὰ ἴ­δια, κα­λέ μου φί­λε. Πάν­τα τὰ ἴ­δια.»

      Ἀ­να­ση­κώ­νουν τὰ κα­πέ­λα τους, γέρ­νον­τας ἐ­λα­φρὰ τὰ κε­φά­λια τους πρὸς τὰ μπρο­στά, ἀλ­λὰ ὁ ἄν­τρας μ’ ἕ­ναν σβέλ­το ἐ­λιγ­μὸ ἔ­χει βρε­θεῖ ἤ­δη στὴν γα­λα­ρί­α ἑνὸς λε­ω­φο­ρεί­ου, ἀ­φή­νον­τας τὸν συ­νο­μι­λη­τὴ του πνιγ­μέ­νο σὲ μιὰ στή­λη ἅ­λα­τος.

      Μα­θαί­νει πὼς τὸ τέρ­μα τῆς γραμ­μῆς εἶ­ναι τὸ λι­μά­νι καὶ τό­τε ἀ­πο­φα­σί­ζει πὼς εἶ­ναι ἰ­δα­νι­κὸς ὁ και­ρὸς γιὰ ἕ­να τα­ξι­δά­κι στὰ νη­σιά. Μπαί­νει στὸ πρῶ­το πλοί­ο ποὺ βρί­σκει ἀ­ραγ­μέ­νο μπρο­στά του, ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ μὴν πλη­ρώ­σει εἰ­σι­τή­ριο, ἀλ­λὰ νὰ προ­σποι­η­θεῖ τὸν λα­θρε­πι­βά­τη ποὺ τὸν πιά­νει ὁ κα­πε­τά­νιος τοῦ πλοί­ου, ὀ­νό­μα­τι Τό­μας Ἐ­λό­ι Μαρ­τί­νες καὶ τὸν κλεί­νει στὸ μη­χα­νο­στά­σιο.

      Τὴν δέ­κα­τη ἡ­μέ­ρα καὶ ἀ­φοῦ ἔ­χουν πε­ρά­σει μιὰ μα­νι­α­σμέ­νη θα­λασ­σο­τα­ρα­χὴ στὴ θά­λασ­σα τῶν Σαρ­γασ­σῶν, ἡ ἰ­δι­ό­τυ­πη φυ­λα­κὴ του χά­νει κά­θε ἐ­πα­φὴ μὲ τὸ ὑ­πό­λοι­πο μέ­ταλ­λο τοῦ κα­ρα­βιοῦ, ἀ­πο­κολ­λᾶ­ται δί­χως τριγ­μοὺς καὶ πα­ρα­δέρ­νε­ται μό­νη καὶ ἔ­ρη­μη στὴ μέ­ση τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ. Ὁ ἄν­τρας συ­νη­θί­ζει τὸ θα­λασ­σι­νὸ νε­ρό, ἔ­χει πά­ψει νὰ τοῦ γδέρ­νει τὸν οὐ­ρα­νί­σκο, τρώ­ει ὠ­μὰ ψά­ρια καὶ τὶς ὦ­ρες τῆς σχό­λης δι­α­βά­ζει τὴ δι­α­θή­κη κά­ποι­ου κυ­ρί­ου Ἀ­δόλ­φο Μπι­ό­υ Κα­σά­ρες, ποὺ βρῆ­κε κλει­σμέ­νη σὲ ἕ­να μπου­κά­λι.

     Ὤ, τί ὄ­μορ­φη γεύ­ση ποὺ ἔ­χει ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α, σκέ­φτε­ται ὁ ἄν­τρας ποὺ δὲν κα­λο­βλέ­πει καὶ τὸ δέρ­μα του ἔ­χει γί­νει σκλη­ρὸ σὰν τὰ στρεί­δια τοῦ Εἰ­ρη­νι­κοῦ. Ἀ­κρι­βῶς ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τῆς ἀ­γαλ­λί­α­σης ἡ ξαν­θο­μάλ­λα φοι­τή­τρια φι­λο­λο­γί­ας, Χο­σε­φί­να Φράν­κο, ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ φτιά­ξει ξα­νὰ τὰ ρά­φια τῆς βι­βλι­ο­θή­κης της. Πάρ­τον κά­τω τὸν Κορ­τά­σαρ, δῶ­σε μιὰ στὸν Φου­έν­τες, λί­γο πιό ΄κεῖ κύ­ρι­ε Λι­ό­σα. Κι ἐ­σεῖς ἀ­ξι­ό­τι­με κύ­ρι­ε Χ.Λ. Μπόρ­χες, στα­μα­τῆ­στε ἐ­πι­τέ­λους νὰ πί­νε­τε θα­λασ­σι­νὸ νε­ρό, νὰ τρῶ­τε ὠ­μὰ ψά­ρια καὶ νὰ δι­α­βά­ζε­τε τὴν δι­α­θή­κη τοῦ Κα­σά­ρες.

       Τί θὰ πεῖ ἡ μη­τέ­ρα της, ποὺ ἀ­πὸ ὥ­ρα σὲ ὥ­ρα ἀ­να­μέ­νε­ται νὰ φτά­σει στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα καὶ νὰ ἐ­πι­θε­ω­ρή­σει τὴ νοι­κο­κυ­ρο­σύ­νη τῆς μο­νά­κρι­βης κό­ρης της;

      Ἡ Χο­σε­φί­να, σκυμ­μέ­νη ἀ­πὸ πά­νω τους καὶ μὲ τοὺς κόμ­πους τοῦ ἱ­δρώ­τα νὰ γυ­α­λί­ζουν τὰ μά­γου­λά της, τοὺς κοι­τά­ζει πα­ρα­κλη­τι­κά.

       Λί­γη τά­ξη, κύ­ριοι, λί­γη τά­ξη δὲν ἔ­βλα­ψε κα­νέ­ναν. Μὴν πα­ρα­πο­νι­έ­στε λοι­πόν.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δι­ο­νύ­σης Μα­ρί­νος (Ἀθήνα, 1971). Ἐργάζεται ὡς δημοσιογράφος καὶ ἔχει ἐκδώσει δύο μυθιστορήματα: Χαμένα κορμιά (ἐκδ. Τετράγωνο) καὶ Τελευ­ταί­α πόλη (ἐκδ. Γαβριηλίδης).

 .

Διονύσης Μαρίνος: Ἡ καθημερινὴ βόλτα

.

Marinos,Dionysis-IKathimeriniBolta-Eikona-04b

.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

.

.

.

.

Διο­νύ­σης Μα­ρί­νος

 .

Ἡ κα­θη­με­ρι­νὴ βόλ­τα

 

10-Kappa-Magnus_Blindes_saga-Initial_K-G__MuntheΑΘΕ ΠΡΩΙ ὁ κύ­ριος Ρο­βέρ­τος βγά­ζει τὴν οἰ­κό­σι­τη σαύ­ρα του νὰ ξε­σκά­σει. Ἕ­να λε­πτὸ δερ­μά­τι­νο λου­ρὶ ἑ­νώ­νει ἀ­φέν­τη καὶ ἑρ­πε­τὸ σὲ ἕ­ναν ἀ­ξε­δι­ά­λυ­το κόμ­πο. Ὁ ἕ­νας προ­σέ­χει τὸν ἄλ­λον νὰ κρα­τη­θεῖ ἐν πο­ρεί­ᾳ. Τὰ βή­μα­τά τους ἠ­χοῦν ρυθ­μι­κὰ καὶ πα­ρα­πει­στι­κὰ πά­νω στὸ πλα­κό­στρω­το. Λὲς καὶ ἀρ­νοῦν­ται νὰ πα­τή­σουν στὸ ἔ­δα­φος κι ὅ­μως τὸ κά­νουν. Εἰς μά­την. Ὁ κό­σμος περ­νά­ει ἀ­φα­νὴς ἀ­πὸ δί­πλα τους· σπά­νια τοὺς κοι­τοῦν, ἀ­κό­μα πιὸ σπά­νια τοὺς χαι­ρε­τοῦν. Τὸν κύ­ριο Ρο­βέρ­το καὶ τὴν οἰ­κό­σι­τη σαύ­ρα του. Κι ὅ­μως κά­τι θὰ ἔ­πρε­πε νὰ θυ­μί­ζουν στοὺς πε­ρα­στι­κούς, αὐ­τὸς ὁ πα­ρά­ξε­νος ἄν­θρω­πος καὶ ἡ σερ­νά­με­νη γλώσ­σα τῆς οἰ­κο­γε­νεί­ας τῶν Ἰ­γου­α­νί­δων. Ἂν κοι­τοῦ­σαν πί­σω ἀ­πὸ τὶς πλά­τες τους, ἂν δέ­χον­ταν μὲ εὐ­γνω­μο­σύ­νη τὰ λέ­πια ποὺ πά­νω στὰ κορ­μιά τους εἶ­χαν φυ­τρώ­σει, θὰ κα­τα­λά­βαι­ναν πὼς καὶ τοὺς ἴ­διους, κά­ποι­ος κύ­ριος Ρο­βέρ­τος τοὺς βγά­ζει κά­θε πρω­ὶ στὸ δρό­μο νὰ πά­ρουν ἀ­έ­ρα. Αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ κά­ποι­ος κου­νά­ει τὸ λου­ρὶ στὸν λαι­μό μου. Τὸ νι­ώ­θω.

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Διο­νύ­σης Μα­ρί­νος (Ἀ­θή­να, 1971). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δη­μο­σιο­γρά­φος καὶ ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα: Χα­μέ­να Κορ­μιά (ἐκ­δ. Τε­τρά­γω­νο) καὶ Τε­λευ­ταί­α πό­λη (ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης).