Δι­ο­νύ­σης Μα­ρί­νος: Τσά­ι ἢ κά­τι ἄλ­λο


marinosdionysis-tsaiikatiallo-eikona-02b


Δι­ο­νύ­σης Μα­ρί­νος


Τσά­ι ἢ κά­τι ἄλ­λο


05-OmikronΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ 8ης τά­ξε­ως Ἐ­φραὶμ Γκριγ­κό­ρι­ε­βιτς Φε­ζέν­κοφ δὲν ἄρ­γη­σε νὰ φτά­σει στὴν ἥτ­τα του· κα­νεὶς δὲν ἀρ­γεῖ. Ἐ­πὶ τριά­ντα συ­να­πτὰ ἔ­τη ἐ­ξύ­φαι­νε τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες του στὴ σκό­νη νο­μαρ­χια­κῶν χαρ­τι­ῶν, ὑ­πη­ρε­σια­κῶν δελ­τα­ρί­ων, πρω­το­κολ­λη­μέ­νων ἐγ­γρά­φων, δι­οι­κη­τι­κῶν πρά­ξε­ων καὶ πει­θαρ­χι­κῶν ἀ­πο­φά­σε­ων τοῦ δι­οι­κη­τι­κοῦ συμ­βου­λί­ου·  τὶς νύ­χτες ξή­λω­νε τὰ πάν­τα. Ἡ αἴ­σθη­ση τῆς κου­ρα­σμέ­νης ὑ­πο­τα­γῆς ποὺ στρο­βι­λι­ζό­ταν στὶς συ­ζη­τή­σεις του στὸ γρα­φεῖ­ο, μὲ συ­να­δέλ­φους πα­ρα­ζα­λι­σμέ­νους καὶ ἀ­κραιφ­νῶς εὐ­πει­θεῖς, στὴ φει­δω­λὴ γο­η­τεί­α τοῦ κα­φὲ «Μα­γι­κὸ Λυ­χνά­ρι» γι­νό­ταν μιὰ φορ­τι­σμέ­νη στιγ­μὴ ἐγ­γύ­τη­τας μὲ ἀν­θρώ­πους ἄλ­λης ὑ­φῆς. Πο­τέ του δὲν ἔ­γρα­ψε κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ δι­οι­κη­τι­κὲς πα­ραγ­γε­λί­ες καὶ γνω­μο­δο­τή­σεις τοῦ ἀ­νώ­τα­του γρα­φεί­ου. Ἦ­ταν ἕ­νας γρα­φιὰς δί­χως νὰ γρά­φει. Τὸ χέ­ρι του κυ­λοῦ­σε πά­νω στὶς στε­γνὲς λέ­ξεις τῆς ὑ­παλ­λη­λι­κῆς δι­α­λέ­κτου μὲ τρό­πο ἀ­νί­σκιο καὶ πι­κρό. Πί­νον­τας κο­νιὰκ καὶ κά­ποι­ες φο­ρὲς βότ­κα σὲ ψη­λὸ πο­τή­ρι, ξε­κο­κά­λι­ζε τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ «Ξυ­πνη­τή­ρι», «Θε­α­τής», «Μό­σχα» καὶ «Θραύ­σμα­τα» ποὺ μό­νο στὸ «Μα­γι­κὸ Λυ­χνά­ρι» μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ κα­νεὶς ἐ­κεῖ­νες τὶς ἡ­μέ­ρες. Ζοῦ­σε διὰ τῆς ἀ­νά­γνω­σης. Μὲ τὸν και­ρὸ ἔ­γι­νε ἄ­ξιος καρ­πω­τὴς ἱ­στο­ρι­ῶν ποὺ δὲν γνώ­ρι­ζε πὼς συ­νέ­βαι­ναν στὴν πό­λη του. Πό­λη βα­ριὰ κι ἀ­ναμ­μέ­νη σὰν μαγ­κά­λι. Τὸ πρω­ὶ κα­θό­ταν πά­λι στὸ γρα­φεῖ­ο του καὶ βου­τοῦ­σε ἀ­δι­ά­φο­ρα τὴν κρα­τι­κὴ σφρα­γί­δα στὸ με­λά­νι·  τὴν ἔ­πνι­γε.

       Τί­πο­τα δὲν θὰ ἄλ­λα­ζε τὴ γε­ω­με­τρί­α τῆς ζω­ῆς του, ἂν ἐ­κεῖ­νο τὸ χει­μώ­να τοῦ 1897 δὲν τύ­χαι­νε νὰ γνω­ρί­σει τὸν Ἄν­τον Τσέ­χωφ γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο τό­σα πολ­λὰ εἶ­χε ἀ­κού­σει καὶ δι­α­βά­σει. Τὸ πυ­κνὸ μού­σι, τὰ θο­λὰ μα­το­γυά­λια, τὸ τσίμ­πη­μα θλί­ψης στὰ μά­τια, ἐ­κεῖ­νος ὁ λε­πτο­φυ­ὴς κόμ­πος τοῦ πα­πι­γιόν·  ὅ­λα, ὅ­λα πά­νω σε αὐ­τὸν τὸν ἄν­δρα ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­να γιὰ πα­ρα­τή­ρη­ση. Τὰ δα­χτυ­λί­δια τῶν μαλ­λι­ῶν του στὸ μέ­τω­πο ποὺ κα­τά­φερ­ναν νὰ ξε­φεύ­γουν δι­α­μαρ­τυ­ρό­με­να ἀ­κό­μη καὶ ὅ­ταν φο­ροῦ­σε τὸ κα­πέ­λο του, τὸ κο­λά­ρο τοῦ που­κα­μί­σου πάν­το­τε κα­θα­ρὸ καὶ στη­τὸ σὰν ὁ­δό­φραγ­μα ἀ­να­πνο­ῆς. Ὁ λε­πτὸς καὶ εὐ­γε­νὴς τρό­πος τῆς ὁ­μι­λί­ας του. «Λοι­πόν, για­τρὲ ἐ­σεῖς τί λέ­τε;», «Μά, κα­λέ μου Πε­τρού­σκα οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν προ­σέ­χουν ἂν εἶ­ναι χει­μώ­νας ἢ κα­λο­καί­ρι, ὅ­ταν εἶ­ναι εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι». Ή, ἄλ­λες φο­ρές, ἔ­γερ­νε πρὸς τὸ συ­νο­μι­λη­τή του καὶ μ’ ἕ­να ρί­γος πί­στης ἀ­πο­φαι­νό­ταν: «Δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τε και­νούρ­γιο στὴν τέ­χνη, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ τα­λέν­το».

       Πο­τὲ ἄλ­λο­τε τὸ φορ­τί­ο τοῦ γρα­φεί­ου δὲν φά­νη­κε στὸν Ἐ­φραὶμ Γκριγ­κό­ρι­ε­βιτς Φε­ζέν­κοφ τό­σο ἐν­θαρ­ρυν­τι­κό. Βρι­σκό­ταν μο­νί­μως σὲ κα­τά­στα­ση ἐ­γρή­γορ­σης. Ἕ­να ἡ­λι­ο­τρό­πιο σὲ ἄν­θη­ση.

       Μά, ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ – ἄχ, ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ. Τί­πο­τα δὲν ἦ­ταν ὅ­πως τὶς ἄλ­λες φο­ρές. Τὸ σῶ­μα τοῦ Τσέ­χωφ εἶ­χε κά­τι τὸ ἀ­πο­πεμ­πτι­κό – μιὰ κλί­ση τοῦ κε­φα­λιοῦ του πρὸς τὰ δε­ξιὰ ἔ­δι­νε στὰ μά­τια καὶ τὸ στό­μα τοῦ μιὰ αἴ­σθη­ση ἐ­πεί­γον­τος. Λὲς καὶ κά­τι βα­θιὰ δι­α­νο­η­τι­κὸ τὸν βα­σά­νι­ζε καὶ τὸν μα­δοῦ­σε. Τὰ χέ­ρια τρί­φτη­καν πά­νω στὸ λε­πτὸ ὕ­φα­σμα τοῦ παν­τε­λο­νιοῦ. Ἡ ἀ­νά­σα του σκαρ­φά­λω­νε στὸ γι­λέ­κο μὲ δυ­σκο­λί­α. Σχε­δὸν πνι­γό­ταν. Καὶ τό­τε κοι­τών­τας τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ «Μα­γι­κοῦ Λυ­χνα­ριοῦ» μὲ τὶς τρα­βηγ­μέ­νες μὸβ κουρ­τί­νες γύ­ρι­σε πρὸς τὸν δύ­στυ­χο Ἐ­φραίμ, πρώ­τη φο­ρὰ τὸ ἔ­κα­νε αὐ­τό, καὶ τοῦ εἶ­πε συ­νω­μο­τι­κά: «Τί ὑ­πέ­ρο­χος και­ρὸς σή­με­ρα! Δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­πο­φα­σί­σω: νὰ φτιά­            ξω τσά­ι ἢ νὰ κρε­μα­στῶ;».

       Στὸ δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς γιὰ τὸ σπί­τι ὁ Ἐ­φραὶμ Γκριγ­κό­ρι­ε­βιτς Φε­ζέν­κοφ ἔ­νι­ω­θε τὸ φορ­τί­ο τῆς σάρ­κας του νὰ βα­ραί­νει κά­θε του βῆ­μα. Οἱ φτε­λι­ὲς ἔ­στελ­ναν ἀ­ρώ­μα­τα ἄ­νοι­ξης, τὸ φεγ­γά­ρι μουρ­μού­ρι­ζε, οἱ σκι­ὲς ἔ­πε­φταν σὰν βρεγ­μέ­να φύλ­λα·  ἦ­ταν ἕ­νας ὑ­πέ­ρο­χος και­ρός. Πό­σο ἀ­λη­θι­νὰ ὑ­πέ­ρο­χος. Μά, καὶ πό­σο κομ­ψὸ εἶ­ναι νὰ τυ­ραν­νι­έ­ται κα­νεὶς ἀ­πὸ τέ­τοι­α δι­λήμ­μα­τα. Ἐ­κεῖ­νο ἢ τὸ ἄλ­λο; Μπρὸς ἢ πί­σω; Ἐ­λεύ­θε­ρος ἢ μή­πως…

       Ὁ Ἐ­φραὶμ δὲν εἶ­χε πο­τέ του δι­λήμ­μα­τα. Οὔ­τε καὶ τώ­ρα. Ὁ δι­κός του δρό­μος ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νος χω­ρὶς ἐ­πι­στρο­φή. Κον­το­στά­θη­κε κά­τω ἀ­πὸ ἕ­ναν φα­νο­στά­τη, σκού­πι­σε τὸν ἱ­δρω­μέ­νο αὐ­χέ­να του μὲ τὸ μαν­τί­λι του καὶ αἴφ­νης συ­νει­δη­το­ποί­η­σε πὼς πο­τὲ στὴ ζω­ή του δὲν εἶ­χε πι­εῖ γου­λιὰ ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ μαυ­ρο­ζού­μι ποὺ οἱ ἄλ­λοι μὲ χά­ρη πε­ρί­με­ναν νὰ βρά­σει στὸ σα­μο­βά­ρι. Τὸ λοι­πόν: νὰ φτιά­ξει τσά­ι ἢ νὰ κρε­μα­στεῖ; Πό­σο εὔ­κο­λο ἦ­ταν νὰ ἀ­πο­φα­σί­σει ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ του, πέ­τα­ξε τὸ σα­κά­κι του στὸ πά­τω­μα καὶ ἔ­λυ­σε τὸν κόμ­πο τοῦ πα­πι­γιόν του.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Δι­ο­νύ­σης Μα­ρί­νος (Ἀθήνα, 1971). Ἐργάζεται ὡς δημοσιογράφος καὶ ἔχει ἐκδώσει δύο μυθιστορήματα: Χαμένα κορμιά (ἐκδ. Τετράγωνο) καὶ Τελευ­ταί­α πόλη (ἐκδ. Γα­βρι­ηλίδης).



		

	

Διονύσης Μαρίνος: Ἡ βιβλιοθήκη τῆς Χοσεφίνας

.

Marinos,Dionysis-IBibliothikiTisChosefinas-Eikona-02

.

Δι­ο­νύ­σης Μα­ρί­νος

.

Ἡ βι­βλι­ο­θή­κη τῆς Χο­σε­φί­νας

 .

03-EpsilonΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ, λί­γο πο­λὺ ἀ­πὸ εὔ­θραυ­στο ὑ­λι­κὸ φτι­αγ­μέ­νος, ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ του καὶ βρί­σκε­ται σὲ ἕ­να χω­ρά­φι σπαρ­μέ­νο μὲ τα­ξι­αν­θί­ες ρει­κι­ῶν σὲ σχῆ­μα κλει­στῆς πα­λά­μης. Φαν­τά­ζει πὼς φταί­ει τὸ ξη­ρο­θερ­μι­κὸ κα­λο­καί­ρι τῆς πό­λης ποὺ με­τα­τρέ­πει στα­δια­κὰ τοὺς δρό­μους σὲ φρυ­γα­νώ­δεις θά­μνους.

       Νὰ μιὰ χει­ρο­πια­στὴ ἐ­ξή­γη­ση γιὰ πά­σα νό­σο.

       Στὸ ἑ­πό­με­νο στε­νὸ συ­ναν­τά­ει τὸν πα­λιό του φί­λο, Χου­ὰν Ροῦλ­φο.

      «Τί κά­νεις, Χου­άν;»

      «Πάν­τα τὰ ἴ­δια, κα­λέ μου φί­λε. Πάν­τα τὰ ἴ­δια.»

      Ἀ­να­ση­κώ­νουν τὰ κα­πέ­λα τους, γέρ­νον­τας ἐ­λα­φρὰ τὰ κε­φά­λια τους πρὸς τὰ μπρο­στά, ἀλ­λὰ ὁ ἄν­τρας μ’ ἕ­ναν σβέλ­το ἐ­λιγ­μὸ ἔ­χει βρε­θεῖ ἤ­δη στὴν γα­λα­ρί­α ἑνὸς λε­ω­φο­ρεί­ου, ἀ­φή­νον­τας τὸν συ­νο­μι­λη­τὴ του πνιγ­μέ­νο σὲ μιὰ στή­λη ἅ­λα­τος.

      Μα­θαί­νει πὼς τὸ τέρ­μα τῆς γραμ­μῆς εἶ­ναι τὸ λι­μά­νι καὶ τό­τε ἀ­πο­φα­σί­ζει πὼς εἶ­ναι ἰ­δα­νι­κὸς ὁ και­ρὸς γιὰ ἕ­να τα­ξι­δά­κι στὰ νη­σιά. Μπαί­νει στὸ πρῶ­το πλοί­ο ποὺ βρί­σκει ἀ­ραγ­μέ­νο μπρο­στά του, ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ μὴν πλη­ρώ­σει εἰ­σι­τή­ριο, ἀλ­λὰ νὰ προ­σποι­η­θεῖ τὸν λα­θρε­πι­βά­τη ποὺ τὸν πιά­νει ὁ κα­πε­τά­νιος τοῦ πλοί­ου, ὀ­νό­μα­τι Τό­μας Ἐ­λό­ι Μαρ­τί­νες καὶ τὸν κλεί­νει στὸ μη­χα­νο­στά­σιο.

      Τὴν δέ­κα­τη ἡ­μέ­ρα καὶ ἀ­φοῦ ἔ­χουν πε­ρά­σει μιὰ μα­νι­α­σμέ­νη θα­λασ­σο­τα­ρα­χὴ στὴ θά­λασ­σα τῶν Σαρ­γασ­σῶν, ἡ ἰ­δι­ό­τυ­πη φυ­λα­κὴ του χά­νει κά­θε ἐ­πα­φὴ μὲ τὸ ὑ­πό­λοι­πο μέ­ταλ­λο τοῦ κα­ρα­βιοῦ, ἀ­πο­κολ­λᾶ­ται δί­χως τριγ­μοὺς καὶ πα­ρα­δέρ­νε­ται μό­νη καὶ ἔ­ρη­μη στὴ μέ­ση τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ. Ὁ ἄν­τρας συ­νη­θί­ζει τὸ θα­λασ­σι­νὸ νε­ρό, ἔ­χει πά­ψει νὰ τοῦ γδέρ­νει τὸν οὐ­ρα­νί­σκο, τρώ­ει ὠ­μὰ ψά­ρια καὶ τὶς ὦ­ρες τῆς σχό­λης δι­α­βά­ζει τὴ δι­α­θή­κη κά­ποι­ου κυ­ρί­ου Ἀ­δόλ­φο Μπι­ό­υ Κα­σά­ρες, ποὺ βρῆ­κε κλει­σμέ­νη σὲ ἕ­να μπου­κά­λι.

     Ὤ, τί ὄ­μορ­φη γεύ­ση ποὺ ἔ­χει ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α, σκέ­φτε­ται ὁ ἄν­τρας ποὺ δὲν κα­λο­βλέ­πει καὶ τὸ δέρ­μα του ἔ­χει γί­νει σκλη­ρὸ σὰν τὰ στρεί­δια τοῦ Εἰ­ρη­νι­κοῦ. Ἀ­κρι­βῶς ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τῆς ἀ­γαλ­λί­α­σης ἡ ξαν­θο­μάλ­λα φοι­τή­τρια φι­λο­λο­γί­ας, Χο­σε­φί­να Φράν­κο, ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ φτιά­ξει ξα­νὰ τὰ ρά­φια τῆς βι­βλι­ο­θή­κης της. Πάρ­τον κά­τω τὸν Κορ­τά­σαρ, δῶ­σε μιὰ στὸν Φου­έν­τες, λί­γο πιό ΄κεῖ κύ­ρι­ε Λι­ό­σα. Κι ἐ­σεῖς ἀ­ξι­ό­τι­με κύ­ρι­ε Χ.Λ. Μπόρ­χες, στα­μα­τῆ­στε ἐ­πι­τέ­λους νὰ πί­νε­τε θα­λασ­σι­νὸ νε­ρό, νὰ τρῶ­τε ὠ­μὰ ψά­ρια καὶ νὰ δι­α­βά­ζε­τε τὴν δι­α­θή­κη τοῦ Κα­σά­ρες.

       Τί θὰ πεῖ ἡ μη­τέ­ρα της, ποὺ ἀ­πὸ ὥ­ρα σὲ ὥ­ρα ἀ­να­μέ­νε­ται νὰ φτά­σει στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα καὶ νὰ ἐ­πι­θε­ω­ρή­σει τὴ νοι­κο­κυ­ρο­σύ­νη τῆς μο­νά­κρι­βης κό­ρης της;

      Ἡ Χο­σε­φί­να, σκυμ­μέ­νη ἀ­πὸ πά­νω τους καὶ μὲ τοὺς κόμ­πους τοῦ ἱ­δρώ­τα νὰ γυ­α­λί­ζουν τὰ μά­γου­λά της, τοὺς κοι­τά­ζει πα­ρα­κλη­τι­κά.

       Λί­γη τά­ξη, κύ­ριοι, λί­γη τά­ξη δὲν ἔ­βλα­ψε κα­νέ­ναν. Μὴν πα­ρα­πο­νι­έ­στε λοι­πόν.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δι­ο­νύ­σης Μα­ρί­νος (Ἀθήνα, 1971). Ἐργάζεται ὡς δημοσιογράφος καὶ ἔχει ἐκδώσει δύο μυθιστορήματα: Χαμένα κορμιά (ἐκδ. Τετράγωνο) καὶ Τελευ­ταί­α πόλη (ἐκδ. Γαβριηλίδης).

 .

Διονύσης Μαρίνος: Ἡ καθημερινὴ βόλτα

.

Marinos,Dionysis-IKathimeriniBolta-Eikona-04b

.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

.

.

.

.

Διο­νύ­σης Μα­ρί­νος

 .

Ἡ κα­θη­με­ρι­νὴ βόλ­τα

 

10-Kappa-Magnus_Blindes_saga-Initial_K-G__MuntheΑΘΕ ΠΡΩΙ ὁ κύ­ριος Ρο­βέρ­τος βγά­ζει τὴν οἰ­κό­σι­τη σαύ­ρα του νὰ ξε­σκά­σει. Ἕ­να λε­πτὸ δερ­μά­τι­νο λου­ρὶ ἑ­νώ­νει ἀ­φέν­τη καὶ ἑρ­πε­τὸ σὲ ἕ­ναν ἀ­ξε­δι­ά­λυ­το κόμ­πο. Ὁ ἕ­νας προ­σέ­χει τὸν ἄλ­λον νὰ κρα­τη­θεῖ ἐν πο­ρεί­ᾳ. Τὰ βή­μα­τά τους ἠ­χοῦν ρυθ­μι­κὰ καὶ πα­ρα­πει­στι­κὰ πά­νω στὸ πλα­κό­στρω­το. Λὲς καὶ ἀρ­νοῦν­ται νὰ πα­τή­σουν στὸ ἔ­δα­φος κι ὅ­μως τὸ κά­νουν. Εἰς μά­την. Ὁ κό­σμος περ­νά­ει ἀ­φα­νὴς ἀ­πὸ δί­πλα τους· σπά­νια τοὺς κοι­τοῦν, ἀ­κό­μα πιὸ σπά­νια τοὺς χαι­ρε­τοῦν. Τὸν κύ­ριο Ρο­βέρ­το καὶ τὴν οἰ­κό­σι­τη σαύ­ρα του. Κι ὅ­μως κά­τι θὰ ἔ­πρε­πε νὰ θυ­μί­ζουν στοὺς πε­ρα­στι­κούς, αὐ­τὸς ὁ πα­ρά­ξε­νος ἄν­θρω­πος καὶ ἡ σερ­νά­με­νη γλώσ­σα τῆς οἰ­κο­γε­νεί­ας τῶν Ἰ­γου­α­νί­δων. Ἂν κοι­τοῦ­σαν πί­σω ἀ­πὸ τὶς πλά­τες τους, ἂν δέ­χον­ταν μὲ εὐ­γνω­μο­σύ­νη τὰ λέ­πια ποὺ πά­νω στὰ κορ­μιά τους εἶ­χαν φυ­τρώ­σει, θὰ κα­τα­λά­βαι­ναν πὼς καὶ τοὺς ἴ­διους, κά­ποι­ος κύ­ριος Ρο­βέρ­τος τοὺς βγά­ζει κά­θε πρω­ὶ στὸ δρό­μο νὰ πά­ρουν ἀ­έ­ρα. Αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ κά­ποι­ος κου­νά­ει τὸ λου­ρὶ στὸν λαι­μό μου. Τὸ νι­ώ­θω.

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Διο­νύ­σης Μα­ρί­νος (Ἀ­θή­να, 1971). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δη­μο­σιο­γρά­φος καὶ ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα: Χα­μέ­να Κορ­μιά (ἐκ­δ. Τε­τρά­γω­νο) καὶ Τε­λευ­ταί­α πό­λη (ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης).