Γιώργης Μανουσάκης: Ἡ διάλεξη

Manousakis,Giorgis-IDialeksi-Eikona-01


Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης


Ἡ δι­ά­λε­ξη


  09-Epsilon-Eiriksonnenes_saga_-_initial_-_G__MuntheΙΧΑ ΠΡΟΣΚΛΗΘΕΙ στὴν πό­λη Ὠ­μέ­γα γιὰ νὰ δώ­σω μιὰ δι­ά­λε­ξη. Ὅ­ταν ξε­κί­νη­σε τὸ τα­ξὶ ποὺ θὰ μὲ με­τά­φε­ρε στὸ κα­θο­ρι­σμέ­νο μέ­ρος, ἀν­τι­λή­φθη­κα πὼς δὲν εἶ­χα πά­ρει τὰ πρε­σβυ­ω­πι­κά μου γυα­λιά. Πα­ρα­κά­λε­σα τὸν ὁ­δη­γὸ νὰ γυ­ρί­σο­με πί­σω, πράγ­μα ποὺ ἔ­κα­με μ’ ἀρ­κε­τὴ γκρί­νια, ἀ­νέ­βη­κα στὸ δω­μά­τιό μου, κι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ κά­ποι­ο ψά­ξι­μο βρῆ­κα τὴ θή­κη μὲ τὰ γυα­λιά μου στὸ συρ­τά­ρι τοῦ κο­μο­δί­νου. Εἶ­πα στὸν τα­ξιτ­ζὴ νὰ τρέ­ξει πιὸ γρή­γο­ρα, για­τί εἶ­χα χά­σει ἤ­δη, ἐν­τε­λῶς ἀ­νό­η­τα, γύ­ρω στὰ δέ­κα λε­φτά.

       Φτά­σα­με στὸν προ­ο­ρι­σμό μας ἀ­κρι­βῶς τὴν κα­νο­νι­σμέ­νη ὥ­ρα. Ἀ­νέ­βη­κα γρή­γο­ρα τὴ σκά­λα καὶ συ­νάν­τη­σα τοὺς ὀρ­γα­νω­τὲς τῆς δι­ά­λε­ξης. Τοὺς χαι­ρέ­τη­σα καὶ συμ­φω­νή­σα­με ν’ ἀρ­χί­σο­με σὲ πέν­τε λε­φτά. Ἀ­να­ζή­τη­σα τὰ γυα­λιά μου γιὰ νὰ δῶ κά­τι στὴν πρό­σκλη­ση, ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ τὴ δι­α­τύ­πω­ση τοῦ θέ­μα­τος, καὶ δὲν τὰ βρῆ­κα στὴν τσέ­πη μου. Θυ­μή­θη­κα πὼς σὲ μιὰ στιγ­μή, κα­τὰ τὴ δι­α­δρο­μή, τὰ φό­ρε­σα γιὰ νὰ ρί­ξω μιὰ μα­τιὰ στὸ χει­ρό­γρα­φο καὶ φαί­νε­ται πὼς ξέ­χα­σα νὰ τὰ γυ­ρί­σω στὴ θέ­ση τους. Γιὰ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ μὲ χτυ­ποῦ­σε ἡ ἀ­τυ­χί­α καὶ τώ­ρα τὸ χτύ­πη­μα ἤ­τα­νε σο­βα­ρό­τε­ρο. Ἀ­να­κοί­νω­σα τὸ πράγ­μα στοὺς ὀρ­γα­νω­τές. Μὲ ρώ­τη­σαν ἂν θυ­μό­μουν τὸν ἀ­ριθ­μὸ τοῦ τα­ξὶ ἢ ἔ­στω τὴν ἑ­ται­ρεί­α στὴν ὁ­ποί­α ἀ­νῆ­κε. Ὄ­χι, βέ­βαι­α. Μοῦ εἶ­παν πὼς τὰ γυα­λιὰ πι­θα­νῶς νὰ τά ’­χα­να, ὅ­μως τὸ ζή­τη­μα θὰ τα­χτο­ποι­οῦν­ταν, σί­γου­ρα, μὲ κά­ποι­α ἄλ­λα, δα­νει­κὰ γυα­λιά. Ὅ­λοι οἱ κύ­ριοι τοῦ Συλ­λό­γου προ­θυ­μο­ποι­ή­θη­καν νὰ μοῦ προ­σφέ­ρουν τὰ δι­κά τους. Πῆ­ρα τὸ πρῶ­το ζευ­γά­ρι καὶ τὰ δο­κί­μα­σα. Ἔ­νι­ω­σα με­γά­λη ἔκ­πλη­ξη, για­τί τὰ γράμ­μα­τα τῶν χει­ρο­γρά­φων μου τά ’­βλε­πα γραμ­μέ­να σὲ μιὰν ἄ­γνω­στη γλώσ­σα – πού, βέ­βαι­α, δὲ μπο­ροῦ­σα νὰ δι­α­βά­σω. Τοὺς εἶ­πα πὼς δὲν ἔ­βλε­πα κα­λὰ καὶ δο­κί­μα­σα ἕ­να δεύ­τε­ρο ζευ­γά­ρι. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὰ γράμ­μα­τα φαί­νον­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κά, πάν­τα ὅ­μως σ’ ἀ­κα­τα­νό­η­τη γλώσ­σα. Τὸ ἴ­διο ἔ­γι­νε καὶ μὲ τὸ τρί­το καὶ μὲ τὸ τέ­ταρ­το ζευ­γά­ρι. Ἀ­πο­ροῦ­σα μὲ τὸ πα­ρά­δο­ξο φαι­νό­με­νο. Κά­πο­τε, ἐ­πι­τέ­λους, τὰ γράμ­μα­τά μου ἔ­γι­ναν ἀ­να­γνώ­σι­μα. Ὄ­χι πὼς τά ’­βλε­πα γραμ­μέ­να στὴ γλώσ­σα μας, ἀλ­λὰ στὰ γαλ­λι­κά, σὲ μιὰ γλώσ­σα ποὺ στὸ κά­τω κά­τω ἤ­ξε­ρα νὰ δι­α­βά­ζω. Τί θὰ γι­νό­ταν ὅ­μως μὲ τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριο, ποὺ εἶ­χε γε­μί­σει τὴν αἴ­θου­σα καὶ φαι­νό­ταν ν’ ἀ­δη­μο­νεῖ γιὰ τὴν κα­θυ­στέ­ρη­ση τῆς ἔ­ναρ­ξης;

       Δὲν μοῦ ἔ­με­νε πα­ρὰ νὰ τοὺς μι­λή­σω στὰ γαλ­λι­κά. Σί­γου­ρα θὰ βρί­σκον­ταν κάμ­πο­σοι γαλ­λο­μα­θεῖς νὰ μὲ κα­τα­λά­βουν. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι, σκέ­φτη­κα —μὲ ὑ­περ­βο­λι­κὴ αὐ­το­πε­ποί­θη­ση, ὁ­μο­λο­γῶ— θὰ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν σι­ω­πη­λά, κι ἄς μὴ μ’ ἐν­νο­οῦ­σαν, ἀ­πὸ σε­βα­σμὸ πρὸς τὸ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ κύ­ρος μου ὡς κα­θη­γη­τοῦ τοῦ με­γα­λύ­τε­ρου Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς χώ­ρας. Τὸ πο­λύ, με­ρι­κοί, οἱ πιὸ θρα­σεῖς, νὰ ση­κώ­νον­ταν καὶ νά ’­φευ­γαν.

       Ἀ­νέ­βη­κα στὸ βῆ­μα μὲ τὸ συ­νη­θι­σμέ­νο μου ἀ­έ­ρα. Ὅ­ταν ἄρ­χι­σα νὰ δι­α­βά­ζω ἀ­πὸ τὸ χει­ρό­γρα­φό μου, εἶ­δα τὴν ἔκ­πλη­ξη στὰ πρό­σω­πα τῶν πε­ρισ­σό­τε­ρων. Δὲν ἄρ­γη­σαν ν’ ἀρ­χί­σουν ν’ ἀλ­λη­λο­κοι­τά­ζον­ται ἐ­ρω­τη­μα­τι­κά, καὶ σὲ λί­γο νὰ συ­νο­μι­λοῦν με­τα­ξύ τους. Ξαφ­νι­κὰ κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὰ τε­λευ­ταῖ­α κα­θί­σμα­τα ση­κώ­θη­κε καὶ φώ­να­ξε: «Γιὰ Βουλ­γά­ρους μᾶς πε­ρά­σα­τε, κύ­ρι­ε;» Τοῦ ἀ­πάν­τη­σα πὼς μι­λῶ γαλ­λι­κὰ κι ὄ­χι βουλ­γά­ρι­κα καὶ δὲν φταί­ω ἐ­γὼ ἂν δὲν μπο­ρεῖ νὰ μὲ κα­τα­λά­βει. Μο­νο­μιᾶς ση­κώ­θη­κε σχε­δὸν ὅ­λο τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριο καὶ μὲ τὰ πρό­σω­πα κόκ­κι­να, ἄρ­χι­σαν νὰ φω­νά­ζουν ὅ­λοι μα­ζί, κα­θέ­νας τὸ δι­κό του, καὶ νὰ κου­νοῦν τὰ χέ­ρια τους πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Δὲν ξε­κα­θά­ρι­ζα τί ἔ­λε­γαν, ὅ­μως ἤ­τα­νε φα­νε­ρὸ πὼς ἦ­ταν ὀρ­γι­σμέ­νοι – δὲν ἔ­δει­χναν κα­νε­νὸς εἴ­δους σε­βα­σμό, ὅ­πως λαν­θα­σμέ­να εἶ­χα ὑ­πο­λο­γί­σει. Ἅ­πλω­σα τὰ χέ­ρια γιὰ νὰ τοὺς ἠ­ρε­μή­σω καὶ νὰ δώ­σω μιὰν ἐ­ξή­γη­ση, ὅ­μως οἱ πιὸ θυ­μω­μέ­νοι προ­χω­ρού­σα­νε κι­ό­λας πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Κα­τέ­βη­κα ἐ­σπευ­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ βῆ­μα καὶ βγῆ­κα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν αἴ­θου­σα.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τόμο Τὰ ποιήματα. 1967-2007. Τόμος Β’, Ἀνέκδοτα – Ἀθησαύριστα (ἐκδ. Γαβριηλίδης, Ἀθήνα, 2013).

Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης (Χα­νιά, 1933-2008). Ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ δί­δα­ξε στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Μο­νό­λο­γοι (Χα­νιά, 1967), Τ σῶ­μα τς σι­ω­πῆς (Χα­νιά, 1970) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­ο με­τα­θα­νά­τιο βι­βλί­ο του τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἐ­θε­λον­τής (Κί­χλη, 2008).


		
Advertisements

Γιώργης Μανουσάκης: Ἐκτὸς προγράμματος

 

 

Γιώργης Μανουσάκης

 

Ἐκτὸς προγράμματος

 

­ΜΟΥ­ΝΑ ΜΟ­ΝΑ­ΧΟΣ στὸ σπί­τι, πε­ρα­σμέ­να με­σά­νυχτα, καὶ πα­τοῦ­σα τὰ κουμ­πιὰ τῆς τη­λε­ό­ρα­σης, χω­ρὶς νὰ ξέ­ρω κι ἐ­γὼ τί ζη­τοῦ­σα. Εἶ­χα μπεῖ στὴν πε­ρι­ο­χὴ κα­να­λιῶν ἀ­γνώ­στων σ’ ἐ­μέ­να, ὅ­ταν σὲ μιὰ στιγ­μὴ εἶ­δα τὸ πρό­σω­πο τῆς θεί­ας μου τῆς Φω­τει­νῆς, πού ‘­χε πε­θά­νει πρὶν ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε χρό­νια, πα­γε­ρὸ κι ἀ­νέκ­φρα­στο, ὅ­πως ἤ­τα­νε στὸ φέ­ρε­τρο, μὲ τὰ μά­τια ὅ­μως ἀ­νοι­χτά, νὰ μὲ κοι­τά­ζει. Μό­λις ποὺ πρό­λα­βα νὰ τὸ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σω, για­τὶ κά­τι σὰ σύν­νε­φο ἢ σὰν ὁ­μί­χλη τὴ σκέ­πα­σε καὶ γιὰ κάμ­πο­ση ὥ­ρα δὲν ἔ­βλε­πα πα­ρὰ μό­νο μιὰ θο­λού­ρα, ὅ­που δὲν ξε­χώ­ρι­ζα τί­πο­τα τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο.

       Κά­πο­τε ὅ­μως, σὰ νὰ φύ­ση­ξε ἀ­ε­ρά­κι, τὸ σύν­νε­φο ἢ ἡ ὁ­μί­χλη ἔ­φυ­γε κι αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ εἶ­δα, σὰν κα­θι­σμέ­νους σ’ ἕ­να πε­ζού­λι, ὅ­λους τους νε­κροὺς συγ­γε­νεῖς πού ‘­χα γνω­ρί­σει ἀ­πὸ παι­δί. Κά­θον­ταν μὲ τὴ σει­ρὰ πού ‘χαν πε­θά­νει —πρῶ­τος ὁ πα­τέ­ρας μου, ὕ­στε­ρα ἡ για­γιὰ καὶ στὴ συ­νέ­χεια τ’ ἀ­δέρ­φια τοῦ πα­τέ­ρα ἢ τῆς μη­τέ­ρας μου— ὅ­λοι εὐ­θυ­τε­νεῖς, μὲ τὰ χέ­ρια τους ν’ ἀ­κουμ­ποῦ­νε στὰ γό­να­τα καὶ τὰ μά­τια στη­λω­μέ­να πά­νω μου, σὰ νά ‘­χα­νε πα­ρα­τα­χθεῖ γιὰ νὰ τοὺς φω­το­γρα­φί­σω ἢ σὰ ν’ ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν οἱ ἴ­διοι μιὰ φω­το­γρα­φί­α, κα­θὼς πα­ρά­με­ναν ἐν­τε­λῶς ἀ­κί­νη­τοι – οὔτ’ ἕ­να βλέ­φα­ρό τους δὲν ἐ­σά­λευ­ε. Γύ­ρω τους δὲ φαι­νό­τα­νε τί­πο­τα, πα­ρὰ ἕ­να χρῶ­μα στα­χτί, ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρα ἂν ἀ­πο­τε­λοῦ­σε σκη­νο­γρα­φί­α ἢ ἁ­πλῶς δή­λω­νε τὴν ἔλ­λει­ψη κά­θε ἐν­νοί­ας χώ­ρου. Καὶ τό­τε πά­λι ἕ­να σύν­νε­φο ἢ κά­τι πα­ρό­μοι­ο πέ­ρα­σε ἀ­πὸ μπρο­στά τους καὶ τοὺς ἔ­κρυ­ψε.

       Ὅ­ταν ξε­κα­θά­ρι­σε ἡ εἰ­κό­να, δι­έ­κρι­να μιὰ τα­ρα­χὴ στὰ πρό­σω­πά τους, μ’ ὅ­λο ποὺ ἦ­ταν ἀ­κό­μη ἀ­κί­νη­τοι, στὴν ἴ­δια στά­ση. Ὁ πα­τέ­ρας μου ἄ­νοι­ξε τὸ στό­μα, σὰ νά ‘­θε­λε νὰ μι­λή­σει, ἀλ­λὰ ἡ ὁ­μί­χλη τοὺς κά­λυ­ψε γιὰ τρί­τη φο­ρά. Μό­λις ξα­να­φα­νή­κα­νε στὸ γυα­λί, ἄρ­χι­σαν ὅ­λοι τους ν’ ἀ­νοι­γο­κλεί­νου­νε τὰ στό­μα­τα, σὰν ἀ­πὸ ἀ­κα­τα­νί­κη­τη ἀ­νάγ­κη νὰ μι­λή­σουν, ὅ­μως δὲν ἀ­κου­γό­τα­νε κα­μιὰ φω­νή. Πά­τη­σα τὸ κουμ­πὶ νὰ δυ­να­μώ­σω τὸν ἦ­χο, ξα­νὰ καὶ ξα­νά, ἀλ­λὰ μά­ται­α. Κά­τι ἔμ­παι­νε ἀ­νά­με­σά μας καὶ δὲν ἄ­φη­νε νὰ πε­ρά­σει οὔ­τ’ ἕ­νας φθόγ­γος ἀ­πὸ τὴ συ­νε­χῆ ὁ­μι­λία τους. Σή­κω­σα τὸ χέ­ρι καὶ τοὺς ἔ­γνε­ψα, γιὰ νὰ κα­τα­λά­βουν πὼς τοὺς εἶ­χα δεῖ. Συ­νέ­χι­ζαν ν’ ἀ­νοι­γο­κλεί­νου­νε τὰ στό­μα­τα καὶ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τους ἔ­δει­χναν ἔν­τα­ση κι οἱ φλέ­βες τοῦ λαι­μοῦ τους φού­σκω­ναν ἀ­πὸ τὴν προ­σπά­θειά τους ν’ ἀ­κου­στοῦ­νε, μ’ ὅ­λο τοῦ­το μή­τε ὁ πα­ρα­μι­κρὸς ἦ­χος δὲν ἔ­φτα­νε ὣς ἐ­μέ­να. Καὶ ξαφ­νι­κὰ ἡ εἰ­κό­να ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­μει, ὥ­σπου ἔ­σβη­σε. Ἀ­κο­λού­θη­σαν σκη­νὲς ἀ­πὸ τὸ καρ­να­βά­λι τοῦ Ρί­ο, μ’ ἐ­κεῖ­νες τὶς μι­σό­γυ­μνες μαῦ­ρες καλ­λο­νές.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ ­να κρα­νί­ο καρ­φω­μέ­νο στὸ κιγ­κλί­δω­μα, Τρι­αν­τα­δύ­ο μι­κρὰ πε­ζά (Οἱ Ἐκ­δό­σεις τῶν Φί­λων, Ἀ­θή­να, 1999).

 

Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης (Χα­νιά, 1933-2008). Ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ δί­δα­ξε στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Μο­νό­λο­γοι (Χα­νιά, 1967), Τὸ σῶ­μα τῆς σι­ω­πῆς (Χα­νιά, 1970) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­ο με­τα­θα­νά­τιο βι­βλί­ο του τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἐ­θε­λον­τής (Κί­χλη, 2008).

 

Γιώργης Μανουσάκης: Ἡ ἱστορία ἑνὸς ἐρειπίου

 

 

Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης

 

Ἡ ἱστορία ἑνὸς ἐρειπίου

 

ΤΑΝ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ ΜΕΓΑΛΟ, μὲ δυ­ὸ πα­τώ­μα­τα, πί­σω ἀ­πὸ τὰ κάγ­κε­λα, μέ­σα στὰ δέν­τρα. Ὅ­μοι­ο μὲ τ’ ἄλ­λα σπί­τια τοῦ με­γά­λου δρό­μου καὶ μα­ζὶ ἀ­νό­μοι­ο, ξε­χω­ρι­στό. Μέ­σα του ἔ­σφυ­ζε ἡ ζω­ή: Ἄν­θρω­ποι ἀ­νέ­βαι­ναν καὶ κα­τέ­βαι­ναν τὶς σκά­λες του, ἄ­νοι­γαν κι ἔ­κλει­ναν τὶς πόρ­τες, κά­θι­ζαν στὶς κα­ρέ­κλες, μι­λοῦ­σαν με­τα­ξύ τους, ἔ­τρω­γαν κι ἔ­πι­ναν, κοι­μοῦν­ταν. Ἄν­θρω­ποι. Μὲ χα­ρὲς καὶ μὲ λύ­πες, μὲ σκέ­ψεις, μὲ ὄ­νει­ρα.

         Καὶ κά­ποι­α μέ­ρα ἔ­φυ­γε κι ὁ τε­λευ­ταῖ­ος του ἔ­νοι­κος κι ἔ­μει­νε νὰ τὸ κα­τοι­κεῖ ἡ σι­ω­πή. Αὐ­τὴ ἡ πυ­κνὴ σι­ω­πὴ ποὺ παίρ­νει τὴ θέ­ση τῶν ἀν­θρώ­πων, ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νοι ἐγ­κα­τα­λεί­πουν ἕ­να χῶ­ρο. Ἡ σκό­νη ἄρ­χι­σε νὰ κα­θί­ζει στρώ­μα­τα στρώ­μα­τα στὰ πα­τώ­μα­τα καὶ στοὺς τοί­χους, στὰ τζά­μια τῶν πα­ρα­θύ­ρων. Ὁ ἀ­έ­ρας βρῆ­κε κά­ποι­ες τρύ­πες, τὶς με­γά­λω­νε ὅ­λο καὶ πιὸ  πο­λὺ κι ἄρ­χι­σε νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται μέ­σα στὸ ἄ­δει­ο σπί­τι, κά­νον­τας νὰ σα­λεύ­ει τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κουρ­τι­νά­κι ποὺ ἀ­πό­μει­νε ξε­χα­σμέ­νο σὲ κά­ποι­ο πα­ρά­θυ­ρο.

        Ὥ­σπου κά­πο­τε ἤρ­θα­νε τὰ τέ­ρα­τα μὲ τὰ σι­δε­ρέ­νια δόν­τια. Μουγ­κρί­ζον­τας ἀ­πει­λη­τι­κὰ ἄρ­χι­σαν νὰ ρί­χνου­νε κομ­μά­τι κομ­μά­τι τὸ σπί­τι τῆς σιω­πῆς. Ἔ­κα­μαν ἕ­να με­γά­λο σω­ρὸ ἀ­πὸ πέ­τρες καὶ χῶ­μα, ἀ­πὸ σπα­σμέ­να ξύ­λα καὶ κε­ρα­μί­δια  – κι ἔ­φυ­γαν μὲ τὴν ἱ­κα­νο­ποί­η­ση τοῦ κα­τα­στρο­φέ­α. Στὴ θέ­ση τοῦ πα­λιοῦ σπι­τιοῦ ἔ­μει­νε τὸ τί­πο­τα. Δυ­ὸ με­γά­λοι ὄ­ρο­φοι κε­νοῦ. Τά που­λιὰ ποὺ εἴ­χα­νε τρο­μά­ξει ἀ­πὸ τὸ θό­ρυ­βο τῶν μη­χα­νῶν ἀ­να­θάρ­ρε­ψαν καὶ ξα­νάρ­θα­νε στὰ δέν­τρα τοῦ κή­που. Κοί­τα­ζαν ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­στε­κε ψη­λὸ τὸ ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο σπί­τι κι ἀ­πο­ρού­σα­νε. Δει­λὰ πε­τά­ξα­νε πρὸς τὰ ἐ­κεῖ καὶ βάλ­θη­καν νὰ δι­α­σχί­ζουν τὸν ἄ­δει­ο χῶ­ρο ὁ­ρι­ζόν­τια καὶ κά­θε­τα, χω­ρὶς νὰ συ­ναν­τοῦν κα­νέ­να ἐμ­πό­διο. Ἦ­ταν ἀ­λή­θεια, λοι­πόν. Τὸ κε­νὸ εἶ­χε ἁ­πλω­θεῖ στὴ θέ­ση τοῦ ἀλ­λο­τι­νοῦ σπι­τιοῦ.

        Στὸ δρό­μο περ­νοῦ­σαν οἱ ἄν­θρω­ποι καί ξαφ­νι­ά­ζον­ταν, μὰ εἴ­χα­νε τό­σες δου­λει­ὲς καὶ σκο­τοῦ­ρες ποὺ ἀ­μέ­σως ξε­χνοῦ­σαν ὅ,τι εἴ­δα­νε. Πέ­ρα­σε κι ὁ ποι­η­τὴς κι ἔ­νι­ω­σε ἕ­να βα­θὺ πό­νο, για­τὶ δὲν ἦ­ταν ἕ­να σπί­τι ποὺ ἔ­λει­πε, μὰ ἕ­να ἀ­κό­μη κομ­μά­τι τῆς πο­λι­τεί­ας, ἕ­να κομ­μά­τι τῆς ἴ­διας του τῆς ψυ­χῆς. Πῆ­ρε τρυ­φε­ρὰ τὴν εἰ­κό­να του, ὅ­πως ἦ­ταν ἄλ­λο­τε καὶ τὴν ἀ­πό­θε­σε στὸ βυ­θὸ τῆς μνή­μης, ἐ­κεῖ ὅ­που εἶ­χε κα­θί­σει, σὰν ἀρ­χαῖ­ο ναυά­γιο ἡ πο­λι­τεί­α τῶν παι­δι­κῶν του χρό­νων.

        Τώ­ρα τὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου σοῦ δεί­χνει μὲ κυ­νι­σμὸ τὸ βου­βὸ σω­ρὸ τῶν ἐ­ρει­πί­ων καὶ βε­βαι­ώ­νει, μὲ τὴν ἀ­κα­τα­μά­χη­τη λο­γι­κή του τὴ νί­κη τοῦ ἀ­νύ­παρ­κτου: Δυ­ὸ κο­λό­νες ποὺ δὲ στη­ρί­ζου­νε κα­μιὰ καγ­κε­λό­πορ­τα, μιὰ σκά­λα ποὺ δέν ὁ­δη­γεῖ που­θε­νά. Ὅ­λα νε­κρά.

        Κά­πο­τε ὅ­μως, στὶς ὧ­ρες τῆς βα­θειᾶς νύ­χτας, οἱ δυ­ὸ πε­σμέ­νοι ὄ­ρο­φοι τοῦ πα­λιοῦ σπι­τιοῦ στή­νον­ται πά­λι στὴ θέ­ση τους, ἀ­έ­ρι­νοι, κι ἀρ­χί­ζει μέ­σα τους ἡ κί­νη­ση τῶν ἴ­σκι­ων. Τὰ πα­ρά­θυ­ρα εἶ­ναι φω­τι­σμέ­να, ἀ­κού­γον­ται ἀν­θρώ­πι­νες κου­βέν­τες, ἐ­νῶ ἀ­πό κά­ποι­ο πιά­νο στά­ζουν ἀρ­γά, ρεμ­βα­στι­κὰ οἱ νό­τες στὸν κόρ­φο τῆς νύ­χτας. Ἄν ἀ­νοί­ξεις τό­τε τὴν καγ­κε­λό­πορ­τα κι ἀ­νε­βεῖς τὴ σκά­λα θὰ βρε­θεῖς μπρο­στὰ σὲ μιὰ πόρ­τα. Θὰ ση­κώ­σεις τὸ χάλ­κι­νο ἐ­πί­θυ­ρο χε­ρά­κι καὶ θὰ χτυ­πή­σεις μιά, δυ­ό, τρεῖς φο­ρές. Θ’ ἀ­κού­σεις τὰ βή­μα­τα ἐ­κεί­νου ποὺ θά ’ρ­θει νὰ σοῦ ἀ­νοί­ξει καὶ θὰ βρε­θεῖς στὸ εὐ­ρύ­χω­ρο σα­λό­νι, ὅ­που ἡ κό­ρη τῆς οἰ­κο­γέ­νειας θὰ σὲ κε­ρά­σει, μέ­σα σὲ δί­σκο, τὸ γλυ­κὸ τοῦ κου­τα­λιοῦ ποὺ ἔ­φτια­ξε ἡ μη­τέ­ρα. Κι ἐ­σὺ θὰ δι­στά­ζεις ν’ ἁ­πλώ­σεις τὸ χέ­ρι καὶ νὰ τὸ πά­ρεις, για­τὶ τὸ ξέ­ρεις πὼς ὅ­λα ὅ­σα βλέ­πεις κι ἀ­κοῦς εἶ­ναι φα­σμα­τι­κά, γεν­νή­μα­τα τῆς μνή­μης καὶ τῆς μα­γι­κῆς νύ­χτας. Κι ὅ­ταν ἀγ­γί­ξεις τὸ πι­α­τά­κι μὲ τὸ βύσ­σι­νο, θὰ δι­α­λυ­θοῦν ὅ­λα κι ἐ­σὺ θὰ βρε­θεῖς νὰ στέ­κε­σαι στὸ τε­λευ­ταῖ­ο σκα­λο­πά­τι τῆς σκά­λας ποὺ δὲν ὁ­δη­γεῖ που­θε­νά. Καὶ τό­τε θ’ ἀ­κού­σεις ἕ­να σι­γα­νὸ κλά­μα, ποὺ ἴ­σως νά ’­ναι καὶ δι­κό σου. Ἕ­να κλά­μα γιὰ τὴ ζω­ὴ ποὺ περ­νᾶ ἀ­νε­πί­στρο­φα καὶ γιὰ τὰ ἐ­ρεί­πια ποὺ σω­ρι­ά­ζον­ται μέ­σα μας, κά­θε μέ­ρα καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο, καὶ μᾶς πνί­γουν. Καὶ κα­νεὶς δὲν μπο­ρεῖ νὰ βο­η­θή­σει.

 

  

Πη­γή: Πρώτη γραπτὴ δημοσίευση.

 

Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης (Χα­νιά, 1933-2008). Ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ δί­δα­ξε στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Μο­νό­λο­γοι (Χα­νιά, 1967), Τὸ σῶ­μα τῆς σι­ω­πῆς (Χα­νιά, 1970) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­ο με­τα­θα­νά­τιο βι­βλί­ο του τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ὁ Ἐ­θε­λον­τὴς (Κί­χλη, 2008).

 

Βίντεο: Τὸ βρά­δυ τῆς 27-09-1995 ὁ ποι­η­τὴς Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης δι­άβα­σε σ’ ἕ­να δη­μό­σιο δρώ­με­νο τὸ δι­ή­γη­μά του “Ἡ ἱ­στο­ρί­α ἑ­νὸς ἐ­ρει­πί­ου” μπρο­στὰ ἀ­πὸ ἕ­να ἐ­ρει­πω­μέ­νο ἀρ­χον­τι­κὸ στὴ γω­νί­α Τσόν­του Βάρ­δα καὶ Ἡ­ρώ­ων Πο­λυ­τε­χνεί­ου στὰ Χα­νιά. Σή­με­ρα ὑ­ψώ­νε­ται στὴ θέ­ση του πο­λυ­κα­τοι­κί­α. Τὸ δρώ­με­νο ἔ­γι­νε λί­γο πρὶν ἀρ­χί­σουν οἱ ἐρ­γα­σί­ες τῆς οἰ­κο­δο­μῆς. Λή­ψη: Λε­ω­νί­δας Μα­νω­λι­κά­κης. Ἰ­δέ­α καὶ εἰ­κα­στι­κὴ ἀν­τί­λη­ψη: Γι­ῶρ­γος Κου­νά­λης, ζω­γρά­φος. Πα­ρα­χώ­ρη­ση: Ἀγ­γε­λι­κὴ Κα­ρα­θα­νά­ση-Μα­νου­σά­κη. Τὸ ἐ­ρα­σι­τε­χνι­κὸ βίν­τεο ποὺ μνη­μει­ώ­νει τὴν ζων­τα­νὴ πα­ρου­σία τοῦ Γιώρ­γη Μα­νου­σά­κη ἀ­να­με­τα­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν τη­λε­ο­πτι­κὸ σταθ­μὸ «Κρή­τη».

 

Γιώργης Μανουσάκης: Ὁ ἄλλος ληστής

 

 

Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης

 

Ὁ ἄλ­λος λη­στής

 

ΛΑ ΗΤΑΝΕ χει­ρο­πια­στά. Τί νὰ κρυ­βό­μα­στε πί­σω ἀ­π’ τὸ δά­χτυ­λό μας. Δύ­ο καὶ δύ­ο ἔ­κα­ναν πάν­τα τέσ­σε­ρα. Ἔ­κα­μες, ἔ­λα­βες. Τὸν ἔ­βλε­πα μπρο­στά μου κρε­μα­σμέ­νο στὸ σταυ­ρό, μὲ τὶς σάρ­κες σκι­σμέ­νες ἀ­πὸ τὰ καρ­φιὰ καὶ τὸ βά­ρος τοῦ σώ­μα­τος. Ἴ­διος κι αὐ­τὸς σὰν κι ἐ­μᾶς, μά­λι­στα πιὸ ντε­λι­κά­τος, πιὸ ἀ­δύ­να­μος, γι’ αὐ­τὸ καὶ πιὸ λι­γό­ζω­ος, μὲ πιὸ σί­γου­ρο τὸ θά­να­τό του. Τί ἀ­ξί­α ἔ­χου­νε τὰ λό­για ποὺ γεν­νᾶ ὁ φό­βος ἢ ἡ μά­ται­α ἐλ­πί­δα; Τε­χνά­σμα­τα, σκι­ές, φαν­τα­σί­ες ποὺ γεν­νᾶ ἡ ἀ­δυ­να­μί­α μας νὰ πα­ρα­δε­χτοῦ­με τὸ ἀ­να­πό­φευ­κτο. Πα­ρά­δει­σος καὶ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν… Ποι­ῶν οὐ­ρα­νῶν, ὅ­ταν ἡ σάρ­κα σου πο­νεῖ ἀ­φό­ρη­τα κι ἡ ἀ­να­πνο­ὴ ἄρ­χι­σε κι­ό­λας νὰ γί­νε­ται δύ­σκο­λη. Ἡ μό­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ν’ ὁ θά­να­τος. Μπο­ρεῖς νὰ ξε­φύ­γεις ἀ­πὸ τοῦ­το τὸ ξύ­λο; Ἀ­πὸ τὰ καρ­φιὰ καὶ τὶς πλη­γές; Ἐ­δῶ σὲ θέ­λω. Δὲ μπο­ρεῖς. Κα­νεὶς δὲ μπο­ρεῖ.

         Κοί­τα­ξε, ὁ ἄλ­λος πα­ρα­λό­ι­σε ἀ­πὸ τὸν πό­νο καὶ τὸ φό­βο. Γαν­τζώ­θη­κε ἀ­πὸ τὴν ὀ­νει­ρο­φαν­τα­σιά του. Βλέ­πει κι­ό­λας ἄλ­λους κό­σμους κι ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ξύ­πνιος μιὰ δεύ­τε­ρη ζω­ή. Μὰ ’­γὼ εἶ­χα πάν­τα ὁ­δη­γό μου τοῦ­το τὸ ξά­στε­ρο μυα­λὸ ποὺ οὔ­τε τού­τη τὴ στιγ­μὴ δὲ μ’ ἀ­παρ­νι­έ­ται. Βλέ­πω κα­θα­ρά. Βλέ­πω ἕ­να λάκ­κο μέ­σα στὸ χῶ­μα καὶ τὰ σκου­λή­κια νὰ μερ­μη­δί­ζου­νε ἀ­νυ­πό­μο­να. Βλέ­πω μαῦ­ρο κι ἄ­πα­το βά­ρα­θρο τὸ Τί­πο­τα.

 

 

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση. Ἀπὸ τὰ κατάλοιπα τοῦ ποιητῆ. 

 

Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης (Χα­νιά, 1933-2008). Ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ δί­δα­ξε στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Μο­νό­λο­γοι (Χα­νιά, 1967), Τὸ σῶ­μα τῆς σι­ω­πῆς (Χα­νιά, 1970) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­ο με­τα­θα­νά­τιο βι­βλί­ο του τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ὁ Ἐ­θε­λον­τὴς (Κί­χλη, 2008).

 

Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ Grant Fuhst.