Γιάννης Μανέτας: Ἕνας παράξενος απόφοιτος

manetasgiannis-enasparaksenosapofoitos-eikona-02


Γιά­ννης Μα­νέ­τας


Ἕ­νας πα­ρά­ξε­νος ἀ­πό­φοι­τος


04-omikron ΝΕΑΡΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΟΣ τῆς τά­ξης τοῦ 2030 ἦ­ταν κά­πως ἰ­δι­ό­τρο­πος. Ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νος ἀ­πὸ τὰ μι­σό­λο­γα με­ρι­κῶν ἐκ­κεν­τρι­κῶν κα­θη­γη­τῶν του, ποὺ ἂν καὶ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι, ἔ­με­ναν κα­θη­λω­μέ­νοι χα­μη­λὰ στὴν ἱ­ε­ραρ­χι­κὴ βαθ­μί­δα, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ μὴν ἀ­κο­λου­θή­σει τὸ συρ­μό, ὅ­πως αὐ­τὸς δι­α­μορ­φω­νό­ταν ἀ­πὸ τοὺς μά­να­τζερ τῶν ἑ­ται­ρει­ῶν, ποὺ εἶ­χαν κα­τα­κλύ­σει τὸ πα­νε­πι­στή­μιο. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι συμ­φοι­τη­τές του ἐκ­στα­σι­ά­ζον­ταν στὴν προ­ο­πτι­κὴ νὰ κά­νουν δι­δα­κτο­ρι­κὸ μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τῆς «Immortality S&A» ἢ τῆς «Hale after 100 R&D», στὰ ἰ­δι­ό­κτη­τα ἐρ­γα­στή­ριά τους. Ἀ­πο­μό­νω­ση βέ­βαι­α, σὰν φυ­λα­κὴ πο­λυ­τε­λεί­ας ἦ­ταν αὐ­τὰ τὰ νη­σά­κια, ποὺ εἶ­χαν ἐ­πι­τα­χτεῖ καὶ ἐκ­κε­νω­θεῖ γιὰ νὰ γί­νουν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ πάρ­κα, ὡ­στό­σο ὑ­πῆρ­χε ἄ­νε­ση, ἀ­σφά­λεια καί, τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο, σί­γου­ρη ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὴ ἀ­πο­κα­τά­στα­ση. Καὶ αὐ­τὸ για­τί τὸ προσ­δό­κι­μο ἐ­πι­βί­ω­σης στὰ κα­λῶς φυ­λασ­σό­με­να γκέ­το πο­λυ­τε­λεί­ας τῶν βο­ρεί­ων προ­α­στί­ων τῆς πρω­τεύ­ου­σας εἶ­χε ἀ­νέ­βει ἀρ­κε­τά, καὶ ἕ­να σω­ρὸ χού­φτα­λα ἦ­σαν δι­α­τε­θει­μέ­να νὰ πλη­ρώ­σουν ὅ­σο-ὅ­σο γιὰ τὰ χά­πια τῆς ψευ­δαί­σθη­σης. Νὰ φαί­νον­ται λί­γο πιὸ κο­τσο­νά­τοι, τὶς ἐ­λά­χι­στες ἔ­στω ὧ­ρες, ποὺ μπο­ροῦ­σαν φρου­ρού­με­νοι νὰ ξε­μυ­τί­σουν ἀ­πὸ τὸ κά­στρο. Ὁ ἰ­δι­ό­τρο­πος ἀ­πό­φοι­τος κα­τέ­βη­κε μὲ προ­φυ­λά­ξεις τὰ σκα­λιὰ τοῦ τρί­του ὑ­πο­γεί­ου, ὅ­που καὶ τὰ γρα­φεῖ­α τῶν νε­ο-Λου­δι­τῶν, ὅ­πως τοὺς ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν μὲ χλευα­σμὸ καὶ πε­ρι­φρό­νη­ση οἱ ἄλ­λοι κα­θη­γη­τές. Δὲν ἤ­ξε­ρε τί ση­μαί­νει ὁ χα­ρα­κτη­ρι­σμὸς καὶ για­τὶ ταί­ρια­ζε σὲ αὐ­τὰ τὰ συμ­πα­θῆ γε­ρον­τά­κια. Ἤ­ξε­ρε ὅ­μως ὅ­τι γιὰ νὰ κα­τέ­βεις στὸ ὑ­πό­γει­ο ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­φή­σεις τὴν ἔ­παρ­ση καὶ τὶς ἐ­ξυ­πνά­δες στὸ ἀ­νώ­γει­ο.

         «Θὰ ἤ­θε­λα νὰ με­λε­τή­σω ἕ­να φυ­σι­κὸ οἰ­κο­σύ­στη­μα» εἶ­πε δει­λά.

         «Δὲν ὑ­πάρ­χουν πιὰ φυ­σι­κὰ οἰ­κο­συ­στή­μα­τα, γι­έ μου» ἀ­πάν­τη­σε μὲ κά­ποι­α πι­κρό­χο­λη νο­σταλ­γί­α.

         «Τό­τε, ποι­ό οἰ­κο­σύ­στη­μα νο­μί­ζε­τε ὅ­τι θὰ εἶ­χε ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον;»

         Τὰ μά­τια τοῦ κα­θη­γη­τὴ ἔ­λαμ­ψαν.

         «Τὸ γκέ­το τοῦ κέν­τρου, δὲν ξέ­ρω ὅ­μως ἂν θὰ εἶ­ναι γιὰ τὸ κα­λὸ ἢ τὸ κα­κό.»

         «Καὶ τί μπο­ρῶ νὰ κά­νω ἐ­κεῖ;»

         «Νὰ μὲ βο­η­θή­σεις γι­έ μου. Με­λε­τά­ω τὴν ἐ­πί­δρα­ση τοῦ συ­νω­στι­σμοῦ, τῆς στέ­ρη­σης καὶ τῆς βί­αι­ης κα­τα­στο­λῆς στὶς ὁρ­μό­νες τῆς ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τας καὶ τῆς ἀ­πά­θειας.»


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μό­σι­ευ­ση.

Γιά­ννης Μα­νέ­τας (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε φυ­σι­ο­γνω­σί­α καὶ γε­ω­γρα­φί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας, πῆ­ρε δι­δα­κτο­ρι­κὸ Βι­ο­λο­γι­κῶν Ε­πι­στη­μῶν ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Πά­τρας. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ ἴ­διο πα­νε­πι­στή­μιο ἀ­πό τὸ 1978 ἕ­ως σή­με­ρα. Ἐ­ξε­λέ­γη κα­θη­γη­τής Φυ­σι­ο­λο­γί­ας Φυ­τῶν τὸ 1993. Συ­νερ­γά­στη­κε ἐ­ρευ­νη­τι­κὰ μὲ τὸν Δη­μό­κρι­το, τὸν Πει­ρα­μα­τι­κὸ Σταθ­μὸ «Abisco» τῆς Λα­πω­νί­ας κ.ἄ.

Advertisements

Γιάννης Μανέτας: Ἐξοστρακισμός

 

 

Γιά­ννης Μα­νέ­τας

 

Ἐ­ξο­στρα­κι­σμός

 

Ο ΠΑΙ­ΔΙ ΘΑΥ­ΜΑ τῆς κλασ­σι­κῆς μου­σι­κῆς μπῆ­κε βι­α­στι­κὸ ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὰ κα­μα­ρί­νια καὶ κα­τευ­θύν­θη­κε πρὸς τὸ πιά­νο. Ἡ αἴ­θου­σα ἀ­σφυ­κτι­κὰ γε­μά­τη, τὸ τσου­χτε­ρὸ εἰ­σι­τή­ριο καὶ οἱ φι­λαν­θρω­πι­κοὶ σκο­ποὶ τῆς συ­ναυ­λί­ας κα­θό­ρι­σαν ἐ­πι­κοι­νω­νια­κὰ καὶ τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριο, ἡ ἀ­φρό­κρε­μα τῆς πο­λι­τι­κῆς, κοι­νω­νι­κῆς καὶ ἐ­πι­χει­ρη­μα­τι­κῆς ζω­ῆς τῆς πρω­τεύ­ου­σας ἔ­δι­νε τὸ πα­ρόν. Μὲ τὴν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ πι­τσι­ρί­κου τὸ κοι­νὸ ἐν­θου­σι­ά­στη­κε καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ τὸν ὑ­πο­δε­χτεῖ μὲ τὸ συ­νη­θι­σμέ­νο χει­ρο­κρό­τη­μα. Αὐ­τὸς ἀρ­νή­θη­κε μὲ μί­α ἀ­πο­τρε­πτι­κὴ κί­νη­ση τοῦ χε­ριοῦ, δυ­σα­νά­λο­γα αὐ­στη­ρὴ γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α του, ἴ­σως καὶ λί­γο κω­μι­κή, ἔ­τσι ὅ­πως τὸ μι­κρο­σκο­πι­κὸ ἀν­θρω­πά­κι μὲ τὸ φρά­κο καὶ τὸ πα­πι­γιὸν ἀ­παι­τοῦ­σε τὴ σι­ω­πὴ τῶν στη­ριγ­μά­των τῆς κοι­νω­νί­ας. Ἄλ­λοι αἰφ­νι­δι­ά­στη­καν, οἱ κυ­ρί­ες σχο­λί­α­σαν πό­σο ἀ­θῶ­ο καὶ χα­ρι­τω­μέ­νο εἶ­ναι, ὅ­λοι ὅ­μως ὑ­πά­κου­σαν. Ὄ­χι βέ­βαι­α χω­ρὶς δυ­σφο­ρί­α, ποῦ ἀ­κού­στη­κε ἕ­να νιά­νια­ρο νὰ ἀρ­νεῖ­ται τὸν ἔ­παι­νο τοῦ Προ­έ­δρου τῆς Δη­μο­κρα­τί­ας, τοῦ Μη­τρο­πο­λί­τη καὶ τό­σων ἄλ­λων ἐ­πω­νύ­μων καὶ ἰ­θυ­νόν­των. Ἴ­σως ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν πρό­σφα­τη ἱ­στο­ρί­α τοῦ τό­που ποὺ οἱ ἄρ­χον­τες ὑ­πά­κου­σαν στοὺς εὐ­φυ­εῖς. Πρὶν κά­τσει στὸ πιά­νο, τὸ μι­κρο­σκο­πι­κὸ ἀν­θρω­πά­κι ζή­τη­σε εὐ­γε­νι­κὰ ἀ­πὸ τὴν πα­ρου­σιά­στρια ποὺ θὰ ἀ­πα­ριθ­μοῦ­σε τὶς περ­γα­μη­νὲς καὶ τὰ καλ­λι­τε­χνι­κὰ του τα­λέν­τα νὰ ἀ­πο­συρ­θεῖ. Τὸ χα­μό­γε­λό της πά­γω­σε καὶ οἱ ὦ­μοι ση­κώ­θη­καν ἐ­λα­φρὰ ἀ­πὸ ἀ­μη­χα­νί­α. Ἔ­στρε­ψε τὸ βλέμ­μα γιὰ βο­ή­θεια πρὸς τὰ πα­ρα­σκή­νια, ὅ­που ἐμ­φα­νὴς τα­ρα­χὴ καὶ ἀ­πο­ρί­α δι­α­κα­τεῖ­χε τὸ ἐ­πι­τε­λεῖ­ο τῶν ὀρ­γα­νω­τῶν. Τί κα­μώ­μα­τα εἶ­ναι αὐ­τὰ μπρο­στὰ στὸν Πρό­ε­δρο τῆς Δη­μο­κρα­τί­ας; Ἂν καὶ μὲ δι­σταγ­μό, ἡ πα­ρου­σιά­στρια τε­λι­κὰ ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ πα­ρα­σκή­νιο, ἐξ ἄλ­λου, πῶς νὰ χα­λά­σεις τὸ χα­τί­ρι σὲ μί­α μου­σι­κὴ ἰ­δι­ο­φυί­α. Ἄ­κρα σι­γὴ ὅ­ταν ὁ μι­κρὸς ξε­κί­νη­σε παί­ζον­τας στὸ πιά­νο, ἐ­κτὸς προ­γράμ­μα­τος, τὸ Let it be. Λί­γες ὧ­ρες νω­ρί­τε­ρα ἀ­πὸ τὶς εἰ­δή­σεις εἴ­χα­με μά­θει ὅ­τι ἕ­νας ἄλ­λος νε­α­ρὸς εἶ­χε δο­λο­φο­νή­σει ἀ­ναί­τια τὸν ἄν­δρα μὲ τὰ στρογ­γυ­λὰ γυα­λιά.

       Τὸ κοι­νὸ συγ­κι­νή­θη­κε, ὡ­στό­σο δί­στα­σε νὰ χει­ρο­κρο­τή­σει τὴν ἀ­πρό­σμε­νη πρω­το­βου­λί­α τοῦ μπόμ­πι­ρα. Δὲν θὰ ἄν­τε­χαν δεύ­τε­ρη ἐν­το­λή. Τό­τε ὁ μι­κρὸς καλ­λι­τέ­χνης ση­κώ­θη­κε, χει­ρο­κρό­τη­σε μό­νος του, «τον ἄν­δρα μὲ τὰ μα­κριὰ μαλ­λιά», ἐ­ξή­γη­σε, καί, δη­λώ­νον­τας ὅ­τι σή­με­ρα δὲν μπο­ρεῖ νὰ παί­ξει κά­τι ἄλ­λο, ἔ­φυ­γε τρέ­χον­τας πρὸς τὰ πα­ρα­σκή­νια.

       Σού­σου­ρο καὶ ἀ­πο­δο­κι­μα­στι­κὰ σχό­λια ἐ­πι­κρά­τη­σαν στὴν πλα­τεί­α τὴν ὥ­ρα ποὺ στὰ πα­ρα­σκή­νια ὁ μι­κρὸς μου­σι­κὸς δε­χό­ταν ἕ­να ἠ­χη­ρὸ χα­στού­κι ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του καὶ ἄ­κου­γε τὴν κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὴ καὶ τε­λε­σί­δι­κη ἀ­πό­φα­ση τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ ὅ­τι μπαί­νει σὲ καλ­λι­τε­χνι­κὴ κα­ραν­τί­να. Ἕ­να μή­να με­τὰ ἀ­να­χω­ροῦ­σε γιὰ τὴ Γερ­μα­νί­α, μὲ πρό­σκλη­ση τῆς Συμ­φω­νι­κῆς Ὀρ­χή­στρας τοῦ Βε­ρο­λί­νου. Ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ γιὰ πάν­τα. 

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Γιά­ννης Μα­νέ­τα­ς (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε Φυ­σι­ο­γνω­σί­α καὶ Γε­ω­γρα­φί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ ἀ­πέ­κτη­σε τὸν τίτ­λο τοῦ δι­δά­κτο­ρα Βι­ο­λο­γι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Πά­τρας τὸ 1976. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ ἴ­διο πα­νε­πι­στή­μιο ἀ­πὸ τὸ 1978 ἕ­ως σή­με­ρα. Ἐπίσης ἔ­χει ἐρ­γα­στεῖ ἐ­ρευ­νη­τι­κὰ στὸ Ἐ­θνι­κὸ Κέν­τρο Ἔ­ρευ­νας Φυ­σι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν “Δη­μό­κρι­τος”, στὸν Πει­ρα­μα­τι­κὸ Σταθ­μὸ “Abisco” τῆς Λα­πω­νί­ας καὶ στὰ Πα­νε­πι­στή­μια Stirling (Σκω­τί­α), Goteborg (Σου­η­δί­α), Essen καὶ Karlsruhe (Γερ­μα­νί­α).