Ἀνδρέας Μαλόρης: Ρὸκ, ρόκ γύρω ἀπὸ τὴ Βίβλο

Closeup of wooden crucifix on yellow music sheet


Ἀνδρέας Μαλόρης


Ρόκ, ρὸκ γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ Βί­βλο

02-Omikron ΘΕΟΣ τοῦ ρὸκ μα­ζί σου!» Νὰ φά­ω τη­γα­νη­τὸ χε­λι­δό­νι, αὐ­τὸ ἄ­κου­σα. Εἶ­χε μό­λις τε­λει­ώ­σει ἡ Θεί­α Λει­τουρ­γί­α. Νά ‘­ταν πα­ρά­κρου­ση, ἀ­πὸ κεῖ­νες τῶν λω­λῶν πρὶν τοὺς κου­κου­λώ­σουν; Κουμ­πώ­θη­κα. Ἱ­ε­ρο­μό­να­χος ἄν­θρω­πος στὴν καρ­διὰ τοῦ Ἁ­γί­ου Ὅ­ρους καὶ Ρόκ; Δὲν ἔ­δε­νε.

Ψυλ­λι­ά­ζε­ται ὅ­μως τὴν ἔκ­πλη­ξη καὶ σκύ­βει. Μοῦ τὸ ξα­να­σφυ­ρί­ζει μέ­σα ἀ­πὸ τὰ γέ­νια ἀ­πα­ράλ­λα­χτο: «Ὁ θε­ὸς τοῦ Ρὸκ μα­ζί σου ἀ­δελ­φέ» καὶ μοῦ χώ­νει στὸ χέ­ρι ἀν­τί­δω­ρο. Τό­σα χρό­νια νη­στεί­α καὶ προ­σευ­χὴ θὰ τοῦ δό­θη­κε θεί­α χά­ρι­τι τη­λε­πά­θεια, σκέ­φτη­κα. Δι­εῖ­δε ποὺ ἤ­μουν ἄ­πι­στος Θω­μᾶς, ἀλ­λὰ καὶ πα­λιὸς ρο­κὰς ἀ­πὸ τοὺς λί­γους. Θά ‘­ξε­ρε καὶ γιὰ τὸ κα­τά­στη­μά μου τῶν μου­σι­κῶν ὀρ­γά­νων, για­τί ἀ­πο­ρη­μέ­νος κά­νω νὰ φύ­γω καὶ μὲ τρα­βά­ει ἀ­π’ τὸ μα­νί­κι: «Θὰ πε­ρά­σω μιὰ μέ­ρα ἀ­π’ τὸ μα­γα­ζὶ σου, νὰ μὲ πε­ρι­μέ­νεις. Κι ἀ­δελ­φέ…», συ­νε­χί­ζει σχε­δὸν ἀ­πνευ­στί, «ἐν ὅ­λῃ τῇ ψυ­χῇ σου εὐ­λα­βοῦ τὸν Κύ­ριον καὶ τοὺς ἱ­ε­ρεῖς αὐ­τοῦ θαύ­μα­ζε».

       Ἀ­πρί­λης τοῦ ἐ­νε­νήν­τα-ὀ­κτώ, ἀ­ρω­μα­το­πνί­χτης. Μὲ τὸ Γι­ώρ­γη τὸν κα­ψου­ρο-τρα­γου­δι­στή, ζή­σα­με κεῖ­νο τὸ μή­να τρεῖς μέ­ρες ἐ­ξω­κο­σμι­κὲς στὴ Μο­νὴ Με­γί­στης Λαύ­ρας. Ψά­χνα­με ὁ κα­θέ­νας τὴ δι­κιά του λύ­τρω­ση. Ἐ­γὼ ἀ­πὸ βί­δα ὅ­τι τὰ πάν­τα ἐ­δῶ πλη­ρώ­νον­ται ζη­τοῦ­σα γραμ­μή, κι αὐ­τὸς ἐ­ρω­το­χτυ­πη­μέ­νος ἀ­παλ­λα­γὴ ἀ­πὸ τὰ βέ­λη τοῦ ἔ­ρω­τα. Δὲν ἔ­πα­ψαν πο­τὲ νὰ τὸν κα­τα­δι­ώ­κουν. Κι ἂς τὰ ξόρ­κι­ζε με­ρό­νυ­χτα στὰ σκυ­λά­δι­κα.

       Χύ­θη­κε πο­λὺ νε­ρὸ ἀ­πὸ τό­τε. Μέ­χρι ποὺ χθὲς γλι­στρά­ει στὸ κα­τά­στη­μα κεῖ­νο τὸ ἀ­ε­ρι­κὸ μὲ τὸ ρά­σο, καὶ μ’ ἀ­να­μο­χλεύ­ει. Στὴν ἀρ­χὴ νό­μι­σα πὼς μπῆ­κε γι’ ἁ­για­σμό, μὰ τὸ κα­λαν­τά­ρι χτυ­πι­ό­ταν στὸν τοῖ­χο πὼς δὲν ἦ­ταν τῶν Θε­ο­φα­νί­ων κι εἶ­πα μᾶλ­λον γιὰ εἰ­σφο­ρά. Κτί­ζα­νε τό­τες, μ’ ἐν­το­λὴ τῆς Μη­τρό­πο­λης, να­ὸ δί­πλα ἀ­κρι­βῶς ἀ­π’ τὸ δη­μό­σιο γη­ρο­κο­μεῖ­ο, γιὰ νά ‘χει κι ἡ δι­κιά μας ἐ­νο­ρί­α ἕ­να πά­γιο ἔ­σο­δο. Ἂς εἶ­ναι κι ἀ­πὸ κη­δεῖ­ες. Κο­ψο­χρο­νιὰ τό­τες, τὰ μό­να ποὺ κρα­τοῦ­σαν τι­μὴ ἦ­ταν τὰ φα­στφουν­τά­δι­κα καὶ οἱ κη­δεῖ­ες. Εἰ­δι­κά τα κη­δευ­τι­κὰ εἶ­χαν ἀ­νέ­βει σὲ τέ­τοι­α ἀ­πί­στευ­τα ὕ­ψη, ποὺ σκε­φτό­σουν πο­λὺ ν’ ἀ­πο­δη­μή­σεις. Θά ‘­χαν μεί­νει ρέ­στοι ἀ­πὸ λε­φτά, ὑ­πο­ψι­ά­στη­κα, γι’ αὐ­τὸ καὶ στέλ­να­νε πα­τέ­ρες νὰ εἰ­σπρά­ξουν. Ἦ­ταν πιὸ πι­στευ­τοί, ἐ­νέ­πνε­αν.

       Μπαί­να­νε στὸ κα­τά­στη­μα δι­ά­φο­ροι. Εἶ­χα πά­ρε δῶ­σε μὲ κά­θε κα­ρυ­διᾶς κα­ρύ­δι, ἀ­πὸ μα­θη­τὲς καὶ δα­σκά­λους μέ­χρι ντα­βα­τζῆ­δες κι ἰ­δι­ο­κτῆ­τες καμ­πα­ρέ. Πα­πὰ ὅ­μως πο­τέ. Κι ἐ­νῶ τὸν πε­ρι­μέ­νω πί­σω ἀ­π’ τὸν πάγ­κο, ἔ­χον­τας ἤ­δη κτι­σμέ­νο τὸ χα­μό­γε­λο ποὺ που­λᾶ, αὐ­τὸς μ’ ἀ­γνο­εῖ καὶ προ­χω­ρᾶ κα­τευ­θεί­αν στὰ ὄρ­γα­να.

       Ἀρ­χί­ζει νὰ τὰ πε­ρι­ερ­γά­ζε­ται ἕ­να ἕ­να σὰν ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας μου­σι­κός, κά­νον­τας ἀρ­χὴ ἀρ­χὴ ἀ­π’ τὰ πνευ­στά. Ἀγ­κα­λιά­ζει τὴν γκραν­κά­σα, ἴ­δια ὅ­πως ἀγ­κα­λιά­ζεις μω­ρὸ ποὺ κλαί­ει, μὰ δὲν τὴν παί­ζει, περ­νά­ει στὴν πα­χου­λὴ τούμ­πα: Τὴν παίρ­νει στὰ χέ­ρια, κά­θε­ται στὸ σκα­μνί, τὴν κλεί­νει κα­λὰ ἀ­νά­με­σα στὰ γό­να­τα κι ἀ­κουμ­πά­ει τὸ στό­μα στὴν κου­πί­τσα τοῦ πε­ρι­στο­μί­ου. Τὴν ξε­φω­νί­ζει μιὰ μὲ δυ­ὸ φο­ρὲς κι ὅ­λα γύ­ρω ξυ­πνᾶ­νε, τρέ­μουν ὁ­μα­δι­κὰ σὰν σει­σμός. Ξε­κολ­λά­ει τὰ χεί­λη, ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται γιὰ λί­γο τὸ γλυ­κὸ θά­να­το τῶν κρα­δα­σμῶν καὶ παίρ­νει στὰ χέ­ρια τὸ τρομ­πό­νι. Τὸ χα­ϊ­δεύ­ει, τὸ γυ­α­λί­ζει μὲ τοὺς ἀγ­κῶ­νες κι ἀ­φοῦ τοῦ σκου­πί­σει τὸ στό­μιο τὸ φέρ­νει στὰ χεί­λη. Παίρ­νει βα­θιὰ ἀ­νά­σα, φου­σκώ­νει τὰ μά­γου­λα καὶ με­τά, μ’ ὅ­λη του τὴ δύ­να­μη, ἐκ­πνέ­ει φι­λὶ ζω­ῆς στὸ λα­ρύγ­γι τοῦ ὀρ­γά­νου ποὺ στριγ­κλί­ζει σὰν ἐ­λέ­φαν­τας ἀ­γου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νος.

       Φτά­νει με­τὰ στὶς κι­θά­ρες: Παίρ­νει στὰ χέ­ρια πρῶ­τα-πρῶ­τα τὴν κλα­σι­κή, καὶ με­τὰ προ­σέ­χω ποὺ κολ­λά­ει πιὸ πο­λὺ στὴν ἠ­λε­κτρι­κή, τὴ Στρα­το­κά­στερ. Τὴν κοι­τά­ζει ἀ­μί­λη­τος καὶ μοιά­ζει νὰ τῆς ἐ­ξη­γεῖ ἢ καὶ νὰ ζη­τᾶ συγ­χώ­ρε­ση γιὰ κά­τι ποὺ τὴν πλή­γω­σε ἄ­θε­λά του. Ρυθ­μί­ζει ὅ­μως τὰ πο­τεν­σι­ό­με­τρα κι ἀρ­χί­ζει νὰ τὴ χα­ϊ­δεύ­ει, στὴν ἀρ­χὴ ἁ­πα­λὰ ἁ­πα­λά, μὰ ὕ­στε­ρα τὴ γρα­τζου­νά­ει, τῆς γδέρ­νει τὶς χορ­δὲς μὲ μα­νί­α καὶ τὴν τα­λαι­πω­ρεῖ, τὴν ἐ­κνευ­ρί­ζει ἀ­φάν­τα­στα, τὸ νι­ώ­θω στὶς δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες της ποὺ μοῦ τρυ­πᾶ­νε τὰ τύμ­πα­να. Ἀ­πό­το­μα τὴν πα­ρα­τά­ει. Σὰν ἁ­μαρ­τω­λὸς φαί­νε­ται νὰ με­τα­νι­ώ­νει. Δεί­χνει νὰ ἀ­σέλ­γη­σε.

       Περ­νά­ει ἕ­να χέ­ρι καὶ τ’ ἄλ­λα ἔγ­χορ­δα, κα­τευ­θύ­νε­ται στὸ βά­θος δε­ξιά, ἐ­κεῖ ὅ­που ἔ­χω παρ­κά­ρει τὰ ντρὰμς κι ἀ­πό­το­μα φρε­νά­ρει. Ἀ­να­σκουμ­πώ­νε­ται. Συμ­μα­ζεύ­ει μὲ τὸ δε­ξὶ τὸ ρά­σο, τὸ τρα­βά­ει πά­νω ἀ­π’ τὰ γό­να­τα, κι ἀ­να­πη­δών­τας ψη­λὰ σὰν ζαρ­κά­δι αἰ­ω­ρεῖ­ται ἐ­λά­χι­στα στὸ κε­νὸ καὶ με­τὰ πέ­φτει στὴν πε­ρι­στρε­φό­με­νη κα­ρε­κλί­τσα, ὅ­που ἰ­σορ­ρο­πεῖ χω­ρὶς ν’ ἀ­κουμ­πά­ει που­θε­νά! Βά­ζει ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ χέ­ρι κά­τω ἀ­π’ τὸ ρά­σο κι ἐμ­φα­νί­ζει τὶς δυ­ὸ μπαγ­κέ­τες μὲ τὰ βυ­ζά­κια στὶς ἄ­κρες, πού ‘­χουν ὅ­λοι οἱ ντρά­μερς. Ρί­χνει δυ­ὸ μὲ τρεῖς ὁ­μο­βρον­τί­ες στὰ ταμ­που­ρά, κλο­τσᾶ ταυ­τό­χρο­να κι ἀ­πα­νω­τὰ τὴν μπό­τα, καὶ βα­ρών­τας τὰ χάλ­κι­να πι­α­τί­νια τ’ ἀ­ναγ­κά­ζει νὰ τσι­ρί­ξουν ὅ­λα μα­ζὶ σὰν βρα­χνὲς κάρ­γι­ες. Κα­θη­συ­χά­ζει τὰ που­λιά, ἀ­κουμ­πών­τας τα τρυ­φε­ρὰ μὲ τὰ ξύ­λι­να πλῆ­κτρα μέ­χρι ποὺ σι­ω­ποῦν, κι ἀ­μέ­σως πε­τά­γε­ται κά­τω.

       Ἔρ­χε­ται κα­τὰ πά­νω μου τὸ ἴ­διο σβέλ­τα σὰν πε­τει­νά­ρι. Πλη­σιά­ζει κι ἀ­να­δύ­ον­ται ἀ­π’ τὸ πα­ρελ­θὸν κεῖ­να τὰ γλα­ρὰ κι αἰ­ω­νί­ως ὑ­γρὰ μά­τια μὲ τὴ γαμ­ψὴ μύ­τη ἀ­πὸ κά­τω. Πιὸ κον­τὰ κι ἀρ­γο­σα­λεύ­ουν μέ­σα μου Ἀ­πρί­λης κι Ἅ­γιο Ὅ­ρος, Θεί­α Κοι­νω­νί­α κι Ἀ­πό­λυ­ση, ἀν­τί­δω­ρο καὶ Ρόκ. Εἶ­ναι καὶ τὸ βά­δι­σμα ἀ­λὰ Ντά­στιν Χόφ­μαν κι εἶ­μαι σί­γου­ρος: Ὁ Εὐ­τύ­χιος εἶ­ναι! Τὸ μου­σι­κὸ αὐ­τὶ ἀ­π’ τὸ Λύ­κει­ο, ποὺ ἀν­ταλ­λάσ­σα­με δί­σκους καὶ πορ­νο­πε­ρι­ο­δι­κὰ στὸ δι­ά­λειμ­μα. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­χα νὰ τὸν δῶ πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα χρό­νια.

       Νέ­ος φέ­ρελ­πις, μὲ λαμ­πρὸν μέλ­λον, φεύ­γει γιὰ σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να, ἀλ­λὰ φεῦ! Μὲ πρε­ζά­κη­δες καὶ χε­βι­με­τα­λά­δες κα­τα­λή­γει πρε­ζό­νι, μέ­χρι ποὺ μιὰ μέ­ρα τὸ τη­λέ­φω­νο χτυ­πᾶ μου­σκε­μέ­νο: Ὁ Εὐ­τύ­χιος στὴν ἐν­τα­τι­κή. Μι­σο­πνι­μέ­νο τὸν βρῆ­καν ν’ ἀ­φρί­ζει, τὸ μα­νί­κι ἀ­νε­βα­σμέ­νο, τὴ σύ­ριγ­γα μπη­μέ­νη στὴ φλέ­βα καὶ στὸ πὶκ-ἂπ νὰ οὐρ­λιά­ζουν οἱ Ντὶπ Πὲρπλ στὸ Χά­ι­γου­ε­η Στάρ.

       Στὸ τσὰκ ὅ­μως τὴ σκα­που­λά­ρει, τὸν στέλ­λουν στὴν Ἐλ­βε­τί­α, ἀ­πο­το­ξι­νώ­νε­ται καὶ μᾶς ξα­νάρ­χε­ται. Πί­σω στὶς ρί­ζες του, ἐ­δῶ ποὺ ἀρ­χί­ζουν ὅ­λα γιὰ ὅ­λους, στὴ γει­το­νιά. Στε­γνὸς κα­τά­στε­γνος ἔ­κα­νε μπὰμ ἡ ἀ­παλ­λα­γή του, ἀλ­λὰ τὸ Ρόκ, Ρόκ. Τὸ Ρὸκ γιὰ κεῖ­νον ἦ­ταν δεύ­τε­ρη φύ­ση, ἠ­χη­τι­κὸ ὀ­ξυ­γό­νο, θε­ὸς κι ἀ­φι­ό­νι μα­ζί. Γιὰ νὰ δεῖς, πιὸ μι­κρὸς σὰν ἤ­θε­λε νὰ γί­νει πι­στευ­τὸς γιὰ κά­τι ἀ­κραῖ­ο ἢ καὶ ἀ­πί­θα­νο, ὁρ­κι­ζό­ταν στὸ θε­ὸ τοῦ Ρόκ: Ἀ­να­σή­κω­νε γιὰ λί­γο τ’ ἀ­κου­στι­κὰ τοῦ Γου­όκ­μαν, σοῦ ‘­λε­γε: «Μὴ σώ­σω καὶ πο­σώ­σω, ὁ θε­ὸς τοῦ Ρὸκ φω­τιὰ νὰ ρί­ξει νὰ μὲ κά­ψει ἂν λέ­ω ψέ­μα­τα» καὶ τὰ ξα­νά­βα­ζε πί­σω στ’ αὐ­τιά.

       Ἡ μου­σι­κὴ αὐ­τὴ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ τοῦ στου­πώ­νει, καὶ με­τὰ τὴν Ἐλ­βε­τί­α ἀ­κό­μη, κύ­ριος οἶ­δε πό­σες δι­αρ­ρο­ὲς στὴν ἄ­βυσ­σο τῆς ψυ­χῆς του. Μὰ ἐ­νῶ μα­ϊ­μού­δι­ζε θαυ­μα­στὰ στὴν κι­θά­ρα τὶς κο­ρό­νες τῶν μέ­τρ —εἰ­δι­κὰ κεί­νου τοῦ Τζί­μι Πέ­ι­τζ τῶν Λὲντ Ζέπ­πε­λιν— μὴν ἀ­κού­σει ξα­νὰ νό­τα ἀ­πὸ Ντὶπ Πέρπλ. Οὔ­τε σ’ ἀ­φί­σα!

       Λί­γους μό­νο μῆ­νες με­τὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φή του, οἱ γο­νεῖς ἀ­να­θέ­τουν σὲ γνω­στὸ πνευ­μα­τι­κὸ τῆς ἐ­νο­ρί­ας νὰ τὸν πά­ρει ἀ­πὸ κον­τά. Ὁ­δη­γεῖ­ται ἔ­τσι ἀ­γά­λι, ἀ­γά­λι στοὺς κό­σμους τῆς ἐ­πι­θυ­μί­ας καὶ τῆς ἐλ­πί­δας. Ἐγ­κα­τα­λεί­πει τὴ μα­ται­ό­τη­τα τοῦ ρε­α­λι­σμοῦ καὶ τῆς λο­γι­κῆς. Κα­τα­πι­ά­νε­ται μὲ συ­να­ξά­ρια, εὐ­αγ­γέ­λια κι ἐ­ξι­στο­ρή­σεις θαυ­μά­των ἀ­πὸ πρῶ­το χέ­ρι καὶ λά­ου λά­ου γα­λη­νεύ­ει, ἀ­πο­κτᾶ ὕ­φος ἀ­λὲ-πα­σέ, ται­ριά­ζει μ’ ὅ­λους καὶ ὅ­λα.

       Ὧ­ρες ὧ­ρες, σὰν ψι­λο­μπού­χτι­ζε μὲ τοὺς ἁ­γί­ους, ἐρ­χό­ταν καὶ κα­τα­δῶ. Μέ­να­με τό­τε στὴ Βί­κτο­ρος Οὐγ­κῶ κον­τὰ στὸ σφαι­ρι­στή­ριο τοῦ Δι­ο­μή­δη. Τὰ παι­διὰ πα­ρα­τοῦ­σαν ἀ­μέ­σως τὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ παι­χνί­δια καὶ ξέ­ρον­τας τὴν ἀ­πέ­χθειά του γιὰ τοὺς Ντὶπ Πέρπλ, τὸν ἄρ­χι­ζαν τὴν κα­ζού­ρα. Τοῦ ζη­τοῦ­σαν, δῆ­θεν, τί­πο­τα νέ­α ἀ­π’ τὸ συγ­κρό­τη­μα κι αὐ­τὸς φούν­τω­νε. Κοκ­κί­νι­ζε, μὰ συγ­κρα­τι­ό­ταν. Ἴ­διος ὁ Ἅ­γιος Νε­ό­φυ­τος ὁ Ἔγ­κλει­στος μπρο­στὰ στὶς ὀρ­δὲς τῶν θη­λυ­κῶν πει­ρα­σμῶν. «Ρὲ παι­διά, νὰ τὸ ξέ­ρε­τε», τοὺς ἔ­λε­γε, «ἐ­γὼ ρο­κὰς γεν­νή­θη­κα, ρο­κὰς θε­νὰ πε­θά­νω, μό­νο τοὺς Ντὶπ Πὲρπλ μὴ μοῦ θυ­μί­ζε­τε, για­τί πα­θαί­νω, ξυ­πνά­ει κεί­νη ἡ σύ­ριγ­γα καὶ μοῦ τυ­λί­γει τὸ μα­νί­κι, σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, ἥ­μαρ­τον!»

       Τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο χά­θη­κε. Λέ­γα­νε ὅ­τι «ἀ­να­χώ­ρη­σε» γιὰ τὸ Ἅ­γιον Ὅ­ρος, ὅ­που πε­ρι­ε­βλή­θη τὸ μονα­χι­κὸ σχῆ­μα, ἀ­φή­νον­τας πί­σω ἐ­μᾶς τοὺς ἁ­μαρ­τω­λούς, ν’ ἀν­τι­πα­λεύ­ου­με τοὺς χί­λιους-δυ­ὸ με­τα­μορ­φω­μέ­νους Βελ­ζε­βού­λη­δες τῆς πό­λης.

       Μοῦ συ­στή­θη­κε: «Πά­τερ Ἐ­φραίμ, κα­τὰ κό­σμον Εὐ­τύ­χιος». Σὰν εἶ­δε ποὺ τὸν θυ­μή­θη­κα ἔ­λαμ­ψε! Ἴ­δια ὅ­πως καὶ τό­τε ποὺ τρε­λαι­νό­ταν κά­θε ποὺ ‘­βλέ­πε και­νού­ριο δί­σκο τῶν Πὶνκ Φλό­ιντ. Τὸν τρά­τα­ρα χυ­μό. Δὲν τὸ δέ­χτη­κε κι ἀ­νά­βον­τας εὐ­θὺς τσι­γά­ρο, μοῦ ζη­τά­ει κα­φέ: «Ἀ­π’ τὸν κα­πνὸ δὲν ξεμ­πέρ­δε­ψα ἀ­κό­μη», μοῦ λέ­ει, «ἀλ­λὰ ποῦ θὰ πά­ει θὰ τὸν κό­ψω, νὰ τὸ δεῖς. Θυ­μᾶ­σαι τό­τε μὲ τὰ ναρ­κω­τι­κά, ἐ; Ἔ­τσι καὶ μὲ δαῦ­τον, θὰ τοῦ κλο­τσή­σω τ’ ἀρ­χί­δια, τὸν κα­τα­ρα­μέ­νο».

       Καὶ σὲ κά­τι ἄλ­λο πα­ρέ­μει­νε πι­στός: Στὸ Γου­όκ­μαν! Τὸ ἀ­να­σέρ­νει εὐ­λα­βι­κὰ σὰν φυ­λα­χτὸ μὲς ἀ­πὸ χει­ρο­ποί­η­τη θή­κη πού ‘­χει στὴ μέ­ση, καὶ μοῦ τὸ δεί­χνει μὲ πε­ρη­φά­νια μα­ζὶ μὲ τ’ ἀ­κου­στι­κὰ κε­φα­λῆς: «Ἐ­κεῖ, ὅ­ταν κα­μιὰ φό­ρα μὲ πλα­κώ­νουν νο­σταλ­γί­α καὶ μο­να­ξιὰ ἢ κι ἀ­κό­μη ὅ­ταν αἰ­σθά­νο­μαι πο­νη­ρὰ πνεύ­μα­τα νὰ εἰ­σβάλ­λουν στὸ κε­λί, τὸ βά­ζω στὴ δι­α­πα­σών, φο­ρά­ω τ’ ἀ­κου­στι­κὰ σφι­κτὰ καὶ τό­τε δὲν ἀ­κού­ω δι­α­βό­λου φω­νή, μὰ οὔ­τε κι ἀν­θρώ­που. Ἀ­κού­ω Ρὸκ καὶ μό­νο Ρόκ. Ὅ­ταν ἡ μου­σι­κὴ τε­λει­ώ­νει, βγά­ζω τ’ ἀ­κου­στι­κὰ κι ἡ γύ­ρω μου σι­ω­πή μου λέ­ει πὼς εἶ­μαι πιὰ ἀ­σφα­λὴς καὶ δὲ φο­βᾶ­μαι κα­νέ­να».

       Ξαφ­νι­κὰ συν­νε­φιά­ζει. Κά­τι θέ­λει νὰ πεῖ. Ἀ­νοί­γει τὸ στό­μα καὶ τὸ ξα­να­κλεί­νει, τὸ ξα­να­νοί­γει, τὸ ξα­να­κλεί­νει, τὸ ξα­να­νοί­γει, τὸ ξα­να­κλεί­νει. Δὲν ἀν­τέ­χει ἄλ­λο: «Ξέ­ρεις… ὁ ἡ­γού­με­νος τῆς μο­νῆς, κεῖ­νο τὸ ξό­α­νο, ἔ­μα­θε γιὰ τὸ Γου­όκ­μαν καὶ τοῦ σφη­νώ­θη­κε ἰ­δέ­α πὼς ἅ­μα παί­ζεις τὶς κα­σέ­τες ἀ­νά­πο­δα ἀ­κοῦς μη­νύ­μα­τα σα­τα­νι­κά. Νά ‘­χα μό­νο μιὰ ἠ­λε­κτρι­κὴ κι­θά­ρα…».

       Μοῦ ἐ­ξη­γεῖ πὼς ἔ­χει καὶ κόλ­πο νὰ μὴ ξε­τρε­λαί­νει τοὺς ὑ­πο­ψή­φιους ἁ­γί­ους: θὰ μπό­λια­ζε τὴν κι­θά­ρα μὲ εἰ­δι­κὸ πρό­γραμ­μα σι­γα­στή­ρα, ποὺ λει­τουρ­γεῖ καὶ μὲ κοι­νὲς μπα­τα­ρί­ες. Τοῦ τὸ χά­ρι­σε Ἐγ­γλέ­ζος ἠ­λε­κτρο­νι­κὸς ποὺ βρέ­θη­κε πέρ­σι στὸ μο­να­στή­ρι κυ­νη­γη­μέ­νος ἀ­πὸ κα­κὸ δι­α­ζύ­γιο. Ρο­κὰς κι αὐ­τὸς φα­να­τι­κός, ἔ­φτια­ξε ὁ Ρο­κό­βιος τσὶπ μὲ λο­γι­σμι­κὸ τρε­λό, ποὺ σ’ ἀ­φή­νει νὰ γλυ­καί­νε­σαι τὶς κλαί­ου­σες χορ­δὲς μὲ εἰ­δι­κὰ ἀ­κου­στι­κά, ἐ­νῶ γύ­ρω οἱ ἄλ­λοι τρα­βᾶ­νε τὰ μαλ­λιά τους ποὺ σὲ βλέ­πουν νὰ κου­νι­έ­σαι κι αὐ­τοὶ δὲν ἀ­κοῦ­νε γρύ!

       Στὸ βω­μὸ τῶν πα­λι­ῶν ἀν­ταλ­λα­γῶν τοῦ δι­α­λείμ­μα­τος τοῦ χα­ρί­ζω τὴ Στρὰτ κι­θά­ρα, καὶ συγ­κι­νη­μέ­νος πέ­φτει στὴν ἀγ­κα­λιά μου. Μέ­νου­με ἐ­κεῖ χα­μέ­νοι ὁ ἕ­νας στὸν κόρ­φο τοῦ ἄλ­λου γιὰ δύ­ο λε­πτά. Τὸ ρά­σο, ποὺ μὲ μι­σο­σκε­πά­ζει, ἀ­πο­πνέ­ει μιὰ ὑ­πο­ψί­α πί­στης, μὰ με­τὰ ξε­κολ­λά­ει ἀ­πὸ πά­νω μου ὅ­πως κα­κιὰ σκέ­ψη καὶ μὲ τὰ πό­δια τοῦ Ντά­στιν Χόφ­μαν πε­τά­γε­ται ἔ­ξω στὸ δρό­μο. Μὲ τὴν κι­θά­ρα κά­τω ἀ­π’ τὸ ρά­σο ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται. Δὲν τὸν ξα­νά­δα.

       Προ­χτὲς ποὺ πέ­ρα­σε ἀ­π’ τὸ μα­γα­ζὶ ὁ Γι­ώρ­γης, μοῦ δι­η­γή­θη­κε ἱ­στο­ρί­α ἀλ­λό­κο­τη γιὰ φι­γού­ρα μο­να­χοῦ ποὺ σκι­ά­ζον­ται οἱ ἐ­πι­σκέ­πτες τῆς Μο­νῆς Με­γί­στης Λαύ­ρας τὰ σού­ρου­πα. Ἀ­κρο­περ­πα­τά­ει, λέ­νε, στ’ ἀγ­γρί­φια τῆς ἀ­κτῆς κι ἀ­κρο­βα­τών­τας ζη­λευ­τὰ στοὺς βρά­χους, φαί­νε­ται νὰ παί­ζει μ’ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ κα­τάρ­τι­ση κι­θά­ρα ἠ­λε­κτρι­κή. Τὸ πιὸ πα­ρά­ξε­νο ὅ­μως εἶ­ναι πού, ἐ­νῶ φι­γου­ρά­ρει τέ­λεια τὸ παί­ξι­μο, κα­νεὶς δὲν ἀ­κού­ει τί­πο­τα! Μᾶλ­λον θὰ πρό­κει­ται γιὰ φάν­τα­σμα.

       Ἔ­τσι μοῦ ‘­πε ὁ Γι­ώρ­γης ὁ κα­ψού­ρης, ποὺ ξα­να­πῆ­γε στὸ Ἅ­γιο Ὅ­ρος χω­ρὶς ἐ­μέ­να, μιὰ τε­λευ­ταί­α προ­σπά­θεια μπὰς κι ἀ­παλ­λα­γεῖ ἀ­π’ τοὺς δαί­μο­νες τοῦ ἔ­ρω­τα. Καλ­λι­τέ­χνης αἰ­σθη­μα­τί­ας αὐ­τός, πι­στεύ­ει πο­λὺ σὲ ψυ­χὲς καὶ φαν­τά­σμα­τα.


https://www.youtube.com/watch?v=Wr9ie2J2690


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Τίποτα, τίποτα. (ἐκδ. Ἀρμίδα, Λευ­κω­σία, 2003).

Ἀν­δρέ­ας Μα­λό­ρης (Ἀ­χέ­λεια Πά­φου, Κύ­προς, 1955). Δι­ή­γη­μα, ποί­η­ση. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη καὶ στὸ Γι­ο­χάν­νεσ­μπουργκ τῆς Νό­τιας Ἀ­φρι­κῆς. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς για­τρὸς στὴ Λε­με­σό. Δη­μο­σί­ευ­σε: Τὰ τριά­ντα ποι­ή­μα­τα (1983) καὶ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Τὰ μπα­λό­νια ἄ­φαν­τα (Βι­βλι­ο­εκ­δο­τι­κὴ «Κι­νύ­ρας», Λευ­κω­σί­α, 1997) καὶ Τί­πο­τα, τί­πο­τα (ἐκδ. Ἀρ­μί­δα, Λευ­κω­σί­α, 2003).

Advertisements

Ἀνδρέας Μαλόρης: Ἡ ἀναβολή

 

 

 

Ἀνδρέας Μαλόρης

 

Ἡ ἀναβολή

 

Ι­ΝΑΙ ΓΕΡ­ΜΕ­ΝΟΣ ΣΤΟ ΔΕ­ΞΙ ΤΟΥ ΠΛΕΥ­ΡΟ καὶ κοι­τά­ζει μέ­σ’ ἀ­π’ τ’ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς κλι­νι­κῆς τὸ πε­ρί­πτε­ρο στὸν ἀ­πέ­ναν­τι δρό­μο. Μὰ εἶ­ναι τό­ση ἡ ὑ­πο­ξαι­μί­α στὸ μυα­λό του, ποὺ ζα­λι­σμέ­νος δὲν ἀ­κού­ει τί­πο­τα! Τί­πο­τα! Βλέ­πει μό­νο τὸ δρό­μο νὰ σφύ­ζει ἀ­πὸ βου­βὲς σπα­σμω­δι­κὲς κι­νή­σεις ἀν­θρώ­πι­νων φι­γού­ρων, λὲς σὲ δι­α­δή­λω­ση κω­φα­λά­λων καὶ μὲς στὴν πή­χτρα τῆς κυ­κλο­φο­ρί­ας βλέ­πει τ’ αὐ­το­κί­νη­τα, χω­ρὶς κόρ­νες καὶ στριγ­γλί­σμα­τα φρέ­νων, νὰ σέρ­νον­ται ξέ­ψυ­χες νε­φέ­λες στὴν ἄ­σφαλ­το.

       Παίρ­νει τὴ χθε­σι­νὴ ἐ­φη­με­ρί­δα καὶ τὴν τσα­λα­κώ­νει μέ­σα στὶς ἀ­δύ­να­μες φοῦ­χτες του. Ἁ­πλώ­νει τὸ χέ­ρι —τρε­μά­με­νο— καὶ πε­τᾶ τὴ χάρ­τι­νη μπα­λί­τσα στὸ πά­τω­μα, ὅ­πως φι­λεύ­σπλαγ­χνο φῶς ποὺ ρί­χνει σπό­ρους ζω­ῆς μέ­σ’ ἀ­πὸ σύν­νε­φο. Τὴν πα­ρα­κο­λου­θεῖ ποὺ ὕ­που­λα, μιὰ δε­ξιά, μιὰ ἀ­ρι­στε­ρά, ψά­χνει νὰ κολ­λή­σει ὑ­γρα­σί­α καὶ νὰ τὴν ἀ­ρά­ξει ἐ­πὶ μο­νί­μου βά­σε­ως στὸ πά­τω­μα.

       Εὔ­και­ρο ὑ­γρὸ δὲν ὑ­πάρ­χει που­θε­νά, ἀλ­λὰ οὔ­τε καὶ τί­πο­τις χυ­μέ­να ἰ­α­μα­τι­κὰ σι­ρό­πια καὶ τὰ γράμ­μα­τα τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας ξε­κολ­λών­τας ἀ­πὸ τὴ χάρ­τι­νη μά­ζα σκορ­πᾶ­νε ὁ­λο­ζών­τα­να στὸ πά­τω­μα, ἀλ­λὰ καὶ κα­τά­ξε­ρα, πέ­ρα-δῶ­θε σὰν κέρ­μα­τα. Τὸ προ­σω­πι­κὸ τρο­μά­ζει, οἱ ἀ­δελ­φὲς ἀ­νε­βαί­νουν στὶς κα­ρέ­κλες τσι­ρί­ζον­τας, οἱ για­τροὶ ἀ­κουμ­πᾶ­νε κα­τα­κί­τρι­νοι στὸν τοῖ­χο κι οἱ συγ­γε­νεῖς πα­ρα­κο­λου­θοῦν κά­τα­σπροι, μὲ τρι­α­κό­σιους τό­νους πά­γο νὰ στοι­βά­ζε­ται στὶς φλέ­βες τους.

       Σὲ λί­γο τὰ γράμ­μα­τα κα­τρα­κυ­λᾶν ἀ­π’ τὶς σκά­λες χέ­ρι-χέ­ρι —τὰ κε­φα­λαῖ­α βο­η­θᾶ­νε τὰ μι­κρὰ— κι οἱ τό­νοι ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νοι προ­χω­ροῦν μὲ ἤ­χους με­ταλ­λι­κούς, κα­θὼς κου­του­λᾶ­νε ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο.

       Στὴν αἴ­θου­σα ὑ­πο­δο­χῆς περ­νᾶ­νε σβέλ­τα μέ­σ’ ἀ­π’ τὰ πό­δια τῶν ἐ­πι­σκε­πτῶν, ποὺ χο­ρο­πη­δᾶ­νε σὰν ἀ­να­στε­νά­ρη­δες, κα­θὼς προ­σπα­θοῦν νὰ μὴν τὰ πολ­το­ποι­ή­σουν. Κα­λον­τυ­μέ­νοι καὶ φρε­σκο­λου­σμέ­νοι, πρω­ῒ-πρω­ΐ, φο­βοῦν­ται τὰ με­λά­νια.

       Τὰ γράμ­μα­τα-φυ­γά­δες δὲ δί­νουν ση­μα­σί­α οὔ­τε καὶ στὰ κο­ρί­τσια τῆς ὑ­πο­δο­χῆς, για­τί αὐ­τά, δεί­χνον­τας πρω­το­φα­νῆ ἀ­δι­α­φο­ρί­α, ψη­λα­φᾶ­νε τε­λευ­ταῖ­α μό­νο τὰ κρύ­α μπὶτς καὶ μπά­ιτς τῶν ὑ­πο­λο­γι­στῶν, ἀ­γνο­ών­τας προ­κλη­τι­κά τὴ δί­ψα τῶν χάρ­τι­νων γραμ­μά­των γιὰ χά­δι.

       Βγαί­νον­τας σὲ λί­γο ἔ­ξω συ­ναν­τοῦν στὸ δρό­μο κι ἄλ­λα γράμ­μα­τα, χθε­σι­νῶν πάν­τα ἐ­φη­με­ρί­δων, ποὺ ἔρ­χον­ται ἀ­ρω­γὰ στὸ πρω­το­φα­νὲς αὐ­τὸ κί­νη­μα τοῦ τύ­που. Ὅ­λα μα­ζί, ση­μαι­ο­φό­ρος πάν­το­τε τὸ Ἄλ­φα, δι­α­σχί­ζουν τὸ δρό­μο ἀ­κο­λου­θών­τας πι­στὰ τοὺς κα­νό­νες ποὺ δι­έ­πουν τὴν ὁ­δι­κὴ κυ­κλο­φο­ρί­α τῶν πε­ζῶν γραμ­μά­των: δε­ξιά, ἀ­ρι­στε­ρὰ καὶ πά­λι δε­ξιὰ καὶ με­τὰ σβίτς.­.­., σβίτς.­.­., σβίτς.­.­., ἕ­να-ἕ­να περ­νᾶν ἀ­πέ­ναν­τι, ἐ­κεῖ ποὺ βρί­σκε­ται τὸ πε­ρί­πτε­ρο ποὺ ἀ­νή­κει στὸν κύ­ριο Γι­ῶρ­γο.

 

       Στὸν κύ­ριο Γι­ῶρ­γο, ποὺ ἄρ­ρω­στος βα­ριὰ μὲ καρ­δια­κὴ ἀ­νε­πάρ­κεια, νο­ση­λεύ­ε­ται στὴν κλι­νι­κὴ ἀ­πέ­ναν­τι. Μέ­ρες τώ­ρα κλει­στό, δι­ψᾶ ἡ πρό­σο­ψή του ἐ­φη­με­ρί­δα, κι ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς κλι­νι­κῆς τὸ βλέ­πει κι ἀ­να­στε­νά­ζει.

       Οἱ για­τροὶ περ­νών­τας βι­α­στι­κοὶ-βι­α­στι­κοὶ ἀ­π’ τὴν ἐν­τα­τι­κὴ ἀ­κουμ­πᾶ­νε τ’ ἀ­κου­στι­κὰ στὸ κα­τά­λευ­κο κι ἀ­πο­σκε­λε­τω­μέ­νο του στῆ­θος καὶ δι­α­βά­ζουν στοὺς κτύ­πους ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο μή­νυ­μα ζω­ῆς, μιᾶς ἕ­ως δυ­ὸ ἡ­με­ρῶν τὸ πο­λύ.

       Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα ὅ­μως τὸ πρω­ῒ ὁ κύ­ριος Γι­ῶρ­γος γερ­μέ­νος στὸ δε­ξί του πλευ­ρό, μ’ ὅ­σο γί­νε­ται λι­γό­τε­ρο βά­ρος στὴν καρ­διά, κοι­τά­ζει ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ βλέ­πει τὸ πε­ρί­πτε­ρο κα­λυμ­μέ­νο μ’ ἑ­κα­τον­τά­δες ἐ­φη­με­ρί­δες, ἀ­π’ ἄ­κρη σ’ ἄ­κρη!

       Τὰ γράμ­μα­τα ἀ­πὸ μα­κριὰ φαί­νον­ται ξα­νὰ στὴ σω­στή τους θέ­ση: οἱ τί­τλοι τί­τλοι, οἱ ὑ­πό­τι­τλοι ὑ­πό­τι­τλοι κι οἱ στῆ­λες στῆ­λες. Μὲ μιὰ φω­νή, μιὰ πνο­ή, ἀ­νε­μί­ζουν τὰ φύλ­λα καὶ τὸν φω­νά­ζουν.

       Ὁ κύ­ριος Γι­ῶρ­γος ξέ­ρει κα­λὰ ὅ­τι θὰ πρέ­πει τώ­ρα νὰ ση­κω­θεῖ ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι. Πὲς πὼς παίρ­νει μιὰ ἀ­να­βο­λή, για­τί τὸν πε­ρι­μέ­νει πο­λὺ δου­λειὰ στὸ πε­ρί­πτε­ρο. Καὶ με­τὰ εἶ­ναι κι οἱ τα­κτι­κοὶ πε­λά­τες. Τί ση­μα­σί­α ἔ­χει, ποὺ ὁ ἴ­διος δὲν ξέ­ρει ὅ­τι ὅ­λες οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες εἶ­ναι χθε­σι­νές;

 

       Ὁ για­τρὸς βγαί­νον­τας ἀ­π’ τὴν ἐν­τα­τι­κὴ βα­στᾶ στὸ χέ­ρι τὸ μπλὸκ τοῦ πι­στο­ποι­η­τι­κοῦ κι ἀρ­γο­κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι, κα­θὼς ὑ­πο­γρά­φει: «Κά­να­με ὅ,τι μπο­ρού­σα­με», λέ­ει.

       Τ’ ἀ­πό­γευ­μα τ’ αὐ­το­κί­νη­τα, ἀ­πλη­ρο­φό­ρη­τα, περ­νών­τας ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πε­ρί­πτε­ρο χρε­με­τί­ζουν ἀπὸ χαρὰ μαρσάροντας μέσα στὸ πάντοτε γλυκὸ φῶς τοῦ Σεπτέμβρη.

         

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Τὰ μπα­λό­νια ἄ­φαν­τα (ἐκδ. Βι­βλι­ο­εκ­δο­τι­κὴ «Κι­νύ­ρας», Λευ­κω­σί­α, 1997).

 

Ἀν­δρέ­ας Μα­λό­ρης (Ἀ­χέ­λεια Πά­φου, Κύ­προς, 1955). Δι­ή­γη­μα, ποί­η­ση. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη καὶ στὸ Γι­ο­χάν­νεσ­μπουργκ τῆς Νό­τιας Ἀ­φρι­κῆς. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς για­τρὸς στὴ Λε­με­σό. Δη­μο­σί­ευ­σε: Τὰ τριά­ντα ποι­ή­μα­τα (1983) καὶ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Τὰ μπα­λό­νια ἄ­φαν­τα (Βι­βλι­ο­εκ­δο­τι­κὴ «Κι­νύ­ρας», Λευ­κω­σί­α, 1997) καὶ Τί­πο­τα, τί­πο­τα (ἐκδ. Ἀρ­μί­δα, Λευ­κω­σί­α, 2003).