Δημήτρης Μαγριπλῆς: Καθιστική διαμαρτυρία


Δη­μή­τρης Μα­γρι­πλῆς


Κα­θι­στι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α


ΟΝ ΧΡΗΣΤΟ τὸν ἔζωσαν τὰ φί­δια.

Ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα ποὺ γύ­ρι­σε, ἔ­βλε­πε ἀρ­κε­τοὺς νὰ τρι­γυ­ρί­ζουν στὴ γει­το­νιά. Στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α ζοῦ­σε μιὰ πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα κά­τω ἀ­πὸ τὸ μπαλ­κό­νι του. Ἄ­σπροι, μαῦ­ροι, κί­τρι­νοι. Ἀ­κό­μη καὶ ἕ­ναν κόκ­κι­νο εἶ­δε, ἢ τοῦ φά­νη­κε, ἀ­φοῦ ἀ­πὸ τὸ πα­ρα­θυ­ρά­κι τοῦ φω­τα­γω­γοῦ, ποὺ ἔ­βλε­πε στὸν ἀ­κά­λυ­πτο, πρό­λα­βε νὰ δι­α­κρί­νει τὸ κού­ρε­μα ἑ­νὸς Μο­ϊ­κα­νοῦ. Ἀ­νη­σύ­χη­σε. Αὐ­τὸς δι­καί­ω­μα δὲν ἔ­δω­σε πο­τέ. Πάν­τα εὐ­γε­νι­κὸς μὲ ὅ­λους. Καὶ τὸ μυρ­μήγ­κι πρό­σε­χε μὴν τὸ πα­τή­σει. Πό­σο μᾶλ­λον τοὺς συ­ναν­θρώ­πους του. Ἁ­πλὰ δὲν ἤ­θε­λε πολ­λὰ πολ­λά. Οὔ­τε μὲ τὸν ἄλ­λο, οὔ­τε μὲ τοὺς ἄλ­λους. Ἔ­τσι, δὲν ἐ­νο­χλοῦ­σε, καὶ φυ­σι­κὰ δὲν ἐ­νο­χλεῖ­το ἀ­πὸ τί­πο­τα. Ἄλ­λω­στε, γιὰ τοὺς πολ­λοὺς ἦ­ταν ἀ­νύ­παρ­κτος.

        Φο­ρο­λο­γι­κὰ ἄ­ερ­γος, ἀ­σφα­λι­στι­κὰ προ­στα­τευ­ό­με­νο μέ­λος τῆς γυ­ναί­κας του, τῆς Καλ­λι­ό­πης, κοι­νωνι­κὸ του­ρι­σμὸ τὸ κα­λο­καί­ρι, ἁ­μά­ξι εἰ­κο­σα­ε­τί­ας καὶ φί­λος τοῦ κι­νή­μα­τος. Στὸ ἐ­ρώ­τη­μα ἐ­πάγ­γελ­μα, ἀ­παν­τοῦ­σε ἀ­ό­ρι­στα, καὶ λό­γω εὐ­φρά­δειας με­τέ­τρε­πε τὴν ἀ­δι­α­κρι­σί­α σὲ δι­ά­λο­γο κοι­νω­νι­κῆς κρι­τι­κῆς. Ζοῦ­σε στὸν δι­κό του ρυθ­μό. Κρυμ­μέ­νος τὰ πρω­ι­νά. Σὲ πλή­ρη δι­έ­γερ­ση τὰ ἀ­πογεύ­ματα καὶ τὴ νύ­χτα. Στὸ συσ­σί­τιο τῆς ἐ­νο­ρί­ας πῆ­γε ἅ­παξ. Τοῦ τὴν ἔ­σπα­σε ὁ ἱ­ε­ρέ­ας μὲ τὴν ἀ­δι­α­κρι­σί­α του. Ποῦ μέ­νεις; Τί κά­νεις; Πῶς ζεῖς; Ἄ­κου ἐ­ρω­τή­μα­τα. Καὶ ὅ­λα γιὰ ἕ­να πιά­το φα­κῆς. Προ­τι­μοῦ­σε τὰ γεύ­μα­τα τοῦ δή­μου. Ἐ­κεῖ οἱ δη­μό­σιοι ὑ­πάλ­λη­λοι δὲν ρω­τοῦ­σαν, γέ­μι­ζαν τὴ γα­βά­θα καὶ ἔ­βα­ζαν καὶ ἐ­πι­πλέ­ον. Γέ­μι­ζε κρυ­φὰ ἕ­να δο­χεῖ­ο ποὺ πάν­τα εἶ­χε στὴ σα­κου­λί­τσα του. Ἔ­τσι, γύ­ρι­ζε πάν­τα μὲ ζε­στὸ φα­γά­κι σπί­τι, καὶ μά­λι­στα φρόν­τι­ζε τὸ μπο­λά­κι νὰ εἶ­ναι ἐ­πώ­νυ­μο.

        Ἔ­ξω ἀ­πὸ τοὺς κά­δους τῶν ἑ­στι­α­το­ρί­ων γνώ­ρι­σε κό­σμο καὶ κό­σμο. Πο­τὲ ὅ­μως δὲν τσα­κώ­θη­κε. Ἄ­φη­νε τοὺς ἄλ­λους νὰ ψά­ξουν πρῶ­τοι. Τη­ροῦ­σε τὴν προ­τε­ραι­ό­τη­τα καὶ σε­βό­ταν τὴν κυ­ρι­αρ­χί­α. Ἤ­ξε­ρε λ.χ. ὅ­τι ὁ κά­δος στὴν πα­ρα­κά­τω γω­νί­α ἀ­νή­κει στὸν Τρώ­γλη. Πε­ρί­με­νε ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ λοι­πόν, καὶ ὅ­ταν ὁ ἄλ­λος τοῦ τὸ ἐ­πέ­τρε­πε, ἔ­βρι­σκε αὐ­τὸ ποὺ ἤ­θε­λε. Εἶ­χε καὶ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Τσί­σας, ἐ­πει­δὴ κα­του­ρή­θη­κε ὅ­ταν ὁ Τρώ­γλης τὸν ἔ­φτυ­σε, τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ τὸν εἶ­δε νὰ τρι­γυ­ρί­ζει τὸν κά­δο του. Ἀ­πὸ τό­τε πέ­ρα­σε και­ρός, καὶ ὁ Τσί­σας εἶ­χε πιὰ συ­νη­θί­σει τὸ φτύ­σι­μο τοῦ Τρώ­γλη. Δὲν φο­βό­ταν πιὰ τὸν ἰ­δι­ο­κτή­τη καὶ φυ­σι­κὰ δὲν κα­του­ρι­ό­ταν. Τὸ πα­ρα­τσού­κλι ὅ­μως τοῦ ἔ­μει­νε.

        Κά­δο δι­κό του δὲν εἶ­χε. Δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε ἄλ­λω­στε. Ὅ­σο κι ἂν κρυ­βό­ταν, οἱ ἄ­στε­γοι, στὴν ἀρ­χὴ ἀ­πὸ πε­ρι­έρ­γεια, καὶ κα­τό­πιν ἀ­πὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἔ­μα­θαν ὅ­τι καὶ σπί­τι εἶ­χε καὶ σὲ κα­λὴ γει­το­νιὰ ἦ­ταν. Ἔ­τσι κά­ποι­οι με­τα­κό­μι­σαν κον­τά του. Αὐ­τὸ δὲν τὸν ἐ­νό­χλη­σε. Ἐ­κεῖ­νοι τὴ δου­λειά τους, καὶ αὐ­τὸς τὸν χα­βά του. Φό­ρα­γε χει­μώ­να κα­λο­καί­ρι τὸ τριμμέ­νο παλ­τὸ καὶ ἔ­βγαι­νε γιὰ βόλ­τα στὸν κό­σμο του.

        — Ὁ μπαμ­πὰς πά­ει γιὰ δου­λειά, ἔ­λε­γε ἡ Καλ­λι­ό­πη, καὶ ἡ κό­ρη του κοι­μό­ταν ἥ­συ­χη.

        Μέ­χρι ποὺ ἡ χώ­ρα μπῆ­κε ἐ­πί­ση­μα στὸ ΔΝΤ. Ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη καὶ με­τά, ὁ Τσί­σας ἀ­γό­ρα­ζε μέ­χρι καὶ ἐ­φη­με­ρί­δα. Ἔ­γι­νε εἰ­δι­κὸς οἰ­κο­νο­μο­λό­γος καὶ ἄρ­χι­σε νὰ κά­νει μέ­χρι καὶ προ­βλέ­ψεις γιὰ τὸ μέλ­λον τῆς χώ­ρας.

        — Πᾶμε γιὰ χρε­ο­κο­πί­α, ἀ­να­κοί­νω­σε ἕ­να πρω­ι­νὸ στὴν Καλ­λι­ό­πη. Φεύ­γω, εἶ­πε καὶ ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ του.

        Ὅ­λοι τὰ ἔ­χα­σαν. Καὶ πρῶ­τα καὶ κα­λύ­τε­ρα ὁ Τρώ­γλης. Ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νὸ μά­λι­στα δὲν τὸν ἔ­φτυ­σε, για­τὶ τοῦ κό­πη­κε καὶ τὸ σά­λιο ἔ­τσι ποὺ τὸν εἶ­δε. Ὁ Τσί­σας ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νι­σμέ­νος τὸν ἀ­γνό­η­σε, μὲ ὅ­λες τὶς συ­νέ­πει­ες ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει αὐ­τό, καὶ βι­α­στι­κὰ στα­μά­τη­σε τα­ξί.

        Στὴν τρά­πε­ζα ἔ­σπα­σε τὶς κα­τα­θέ­σεις σὲ μι­κρό­τε­ρα πο­σά, καὶ μέ­ρος τὸ με­τέ­τρε­ψε σὲ λί­ρες χρυ­σές. Βγῆ­κε καὶ χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι τοῦ Ἀ­ρί­στου, τοῦ το­κο­γλύ­φου.

        — Το κε­φά­λαι­ό μου, τοῦ εἶ­πε αὐ­στη­ρά.

        Ὁ Ἀ­ρί­στος ἤ­ξε­ρε τί κου­μά­σι ἦ­ταν καὶ πό­σο ἀ­δί­στα­κτος.

        — Ἐ­δῶ εἶ­ναι, τοῦ εἶ­πε, σὰν νὰ τὸν πε­ρί­με­νε και­ρό.

        Ἡ­σύ­χα­σε μό­νο ὅ­ταν ὁ Τσί­σας ἔ­φυ­γε.

        — Γλί­τω­σα τὴ ζω­ή μου, σκέ­φτη­κε καὶ ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­στά­τω­ση.

        Στὸ κτη­μα­το­με­σι­τι­κὸ γρα­φεῖ­ο ἔ­κα­νε τὴν ἀ­γο­ρά. Οἰ­κό­πε­δο στὸ Φά­λη­ρο καὶ μα­γα­ζὶ στὴ γει­το­νιά του. Ἀ­κρι­βῶς δί­πλα ἀ­πὸ τὸν κά­δο τοῦ Τρώ­γλη. Ἠ­ρέ­μη­σε. Ὅ­λα κα­λά. Ψά­χτη­κε. Εἶ­χε ἐ­πά­νω του ὑ­πό­λοι­πο εἴ­κο­σι χι­λιά­ρι­κα.

        Κα­λύ­τε­ρα νὰ τὰ φά­ω ἐ­γὼ πα­ρὰ αὐ­τοί – ἐν­νο­ών­τας τὸ κρά­τος καὶ τὰ χά­λια του. Με­τά, ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος, πῆ­ρε τὴν Καλ­λι­ό­πη τη­λέ­φω­νο.

        — Ἐν­τά­ξει, τῆς ἀ­να­κοί­νω­σε.

        Αὐ­τὴ πέ­τα­ξε ἀ­πὸ τὴ χα­ρὰ της.

        Και­νούρ­γι­ες οἰ­κο­σκευ­ές, και­νούρ­για ντου­λά­πια, και­νούρ­για ἔ­πι­πλα.

        Ὅ­λα ἔ­γι­ναν ἀ­μέ­σως, τὰ χρή­μα­τα βλέ­πεις.

        Τὴν ἑ­πό­με­νη κι­ό­λας μέ­ρα, τὸ ἁ­μά­ξι ­τῆς ἑ­ται­ρί­ας χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι.

        Ἀ­νέ­βη­καν στὸν τρί­το ἀ­πὸ τὶς σκά­λες, για­τὶ τὸ ἀ­σαν­σὲρ ἦ­ταν μι­κρό, πα­ρέ­δω­σαν, το­πο­θέ­τη­σαν καὶ ἔ­πει­τα ἔ­φυ­γαν βρί­ζον­τας καὶ μὲ τὶς τσέ­πες χω­ρὶς φι­λο­δώ­ρη­μα.

        Πλέ­ον ἦ­ταν ἥ­συ­χος. Εἶ­χε γλι­τώ­σει τὰ πο­λύ­τι­μά του. Τώ­ρα ἂς χρε­ο­κο­πή­σου­με, σκέ­φτη­κε καὶ ἄ­ρα­ξε στὸν κα­να­πέ. Καὶ τό­τε, κά­τι εἶ­δε πά­λι στὸν δρό­μο.

        Ση­κώ­θη­κε ἀ­νή­συ­χος. Πά­λι αὐ­τοί, οἱ γνω­στοὶ ἄ­γνω­στοι. Ὅ­λη ἡ Ὁ­μό­νοι­α κά­τω ἀ­πὸ τὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α του. Δι­α­δή­λω­ση ἀ­στέ­γων καὶ κου­ρε­λή­δων.

        Σύν­το­μα οἱ σει­ρῆ­νες ἔ­δει­ξαν ὅ­τι καὶ ἄλ­λοι εἶ­χαν ἐ­νο­χλη­θεῖ. Κοί­τα­ζε ἀ­πο­ρη­μέ­νος τὸ πλῆ­θος νὰ ἀ­πω­θεῖ­ται, χω­ρὶς πολ­λὲς φα­σα­ρί­ες, ἀ­πὸ τὶς δυ­νά­μεις τῆς τά­ξης. Ὁ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας προ­χώ­ρη­σε μπρο­στὰ καὶ κά­τι εἶ­πε μὲ τὸν Τρώ­γλη. Αὐ­τὸ ὁ Χρῆ­στος τὸ εἶ­δε κα­θα­ρά· ἔ­πει­τα τὰ ὄρ­γα­να ἔ­φυ­γαν καὶ οἱ φί­λοι του κά­θι­σαν ἥ­συ­χα σὲ σει­ρὲς ἀ­πέ­ναν­τι στὸ παρ­κά­κι. Σὰν κα­θι­στι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­λά­βει, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­δω­σε καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρη ση­μα­σί­α.

        Τὸ ἀ­πό­γευ­μα πεί­να­σε. Ἔ­βα­λε τὸ παλ­τὸ καὶ βγῆ­κε γιὰ δου­λειά. Πέ­ρα­σε τὸν δρό­μο καί, μὲ χα­μό­γε­λο, πά­τη­σε στὸ χορ­τά­ρι. Κα­νεὶς δὲν τὸν ἔ­φτυ­σε. Οὔ­τε καὶ τοῦ ἔ­γνε­ψαν τί­πο­τα. Ἄ­νοι­γαν δι­ά­δρο­μο, καὶ αὐ­τὸς πέρ­να­γε ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τοὺς φί­λους του.

        — Πᾶμε γιὰ φα­ΐ; τόλ­μη­σε νὰ πεῖ στὸν Τρώ­γλη.

        — Ἐ­δῶ ἔ­χω, τοῦ εἶ­πε αὐ­τός.

        Τὰ ἔ­χα­σε – ὥ­στε ἤ­ξε­ρε και ­νὰ μι­λᾶ ὁ Τρώ­γλης;

        — Τί; τὸν ρώ­τη­σε.

        — Ἐσέ­να, ἀ­πάν­τη­σε αὐ­τός, καὶ ὁ δι­ά­δρο­μος ἔ­κλει­σε γύ­ρω του βου­βὰ καὶ ἀ­πό­το­μα.

        Ὅ­ταν ξα­νά­νοι­ξε, μό­νο τὸ παλ­τὸ καὶ κά­τι κορ­δό­νια ὑ­πῆρ­χαν. Ὁ Τρώ­γλης σκου­πί­στη­κε καί, γυρ­νών­τας στοὺς ἄλ­λους, ἀ­να­φώ­νη­σε:

        — Πά­λι τὰ ἔ­κα­νε, ὁ ἄ­χρη­στος.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Τὰ κα­να­πε­δά­κια τῆς ἀ­νερ­γί­ας (ἐκδ. Κρι­τι­κή, 2016).

Δ.Γ. Μαγριπλῆς (Ἀθήνα). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος. Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες στὸ Πάντειο καὶ διδάσκει στὸ Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Μαθήματα κηπουρικῆς (Σοκόλης, Ἀθήνα, 2007, διηγήματα).


		
Advertisements

Δ.Γ. Μαγριπλῆς: Σοῦ στέλνω γράμμα νὰ ξέρεις τὴν τύχη μου

Magriplis,Dimitris-SouStelnoGrammaNaKsereisTinTychiMou-Eikona-03

Δ.Γ. Μα­γρι­πλῆς


 

Σοῦ στέλ­νω γράμ­μα νὰ ξέ­ρεις τὴν τύ­χη μου

 


08-Kappa-Fair,_Brown,_and_Trembling_-_Initial_illustrationΑΘΟΜΑΙ ΔΙΠΛΑ στὴν τρύ­πα στὸν τοῖ­χο καὶ κοι­τά­ζω τὸ δρό­μο. Δὲν ὑ­πάρ­χει κα­νείς. Ἔ­φυ­γαν ὅ­λοι. Ἄλ­λος γιὰ τὰ ξέ­να, ἄλ­λος γιὰ πάν­τα, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἁ­πλὰ μέ­χρι νὰ ἡ­συ­χά­σει ἡ κα­τά­στα­ση. Ἐ­γὼ τὸ ἀρ­νή­θη­κα. Ἀ­κό­μη καὶ ὅ­ταν ἦρ­θαν νὰ μοῦ ποῦν γιὰ­ ἐκ­κέ­νω­ση.

Ἐ­δῶ θὰ μεί­νω, ἀ­πάν­τη­σα καὶ ζή­τη­σα σφαῖ­ρες. Ἄ­φη­σαν μπό­λι­κες.

       Θὰ σοῦ χρεια­στοῦν, εἶ­παν καὶ ἀ­νέ­βη­καν στὴν κα­ρό­τσα τοῦ ἀ­γρο­τι­κοῦ.

       Τοὺς εἶ­δα ποὺ ἔ­στρι­βαν τὴν γω­νί­α. Ἀ­πὸ τό­τε ἔ­χω νὰ μι­λή­σω σὲ φί­λο. Ἀ­κού­ω φω­νὲς μὰ δὲν ξε­χω­ρί­ζω τί λέ­νε. Νο­μί­ζω μὲ ἀ­πο­κα­λοῦν τρο­μο­κρά­τη. Δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρος, μὰ τὸ ὕ­φος τοῦ λό­γου τους δεί­χνει πὼς στὰ χέ­ρια τους θὰ κα­τα­λή­ξω ἀ­κέ­φα­λο σῶ­μα. Δὲν τὸ ρι­σκά­ρω νὰ ἀ­πο­κρι­θῶ. Τοὺς στέλ­νω κά­πο­τε κα­νέ­να βό­λι. Ἔ­τσι γιὰ νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σω τὴν θέ­ση τους. Εἶ­ναι παν­τοῦ. Τὶς προ­άλ­λες ἕ­να μαῦ­ρο ἁ­μά­ξι πέ­ρα­σε μὲ ἰ­λιγ­γι­ώ­δη τα­χύ­τη­τα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Ὅ­πλι­σα μὰ δὲν πρό­λα­βα νὰ ρί­ξω. Εἶ­δα μό­νο σκό­νη καὶ ρι­πὲς στὸν ἀ­έ­ρα. Με­τὰ τὴν γω­νί­α κά­ποι­οι ἀ­λά­λα­ζαν στὸ ρυθ­μὸ τοῦ θα­νά­του. Πά­γω­σα. Λὲς νὰ ἔ­μει­να μό­νος στὴν κό­λα­ση;

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ σὲ σκέ­φτη­κα. Νὰ εἶ­σαι κα­λά; Σᾶς δῶ­σαν τρο­φὴ καὶ νε­ρό; Πῶς σᾶς φέρ­θη­καν; Ὅ­πως καὶ νὰ ἔ­χει, φύ­γα­τε. Ὁ ἥ­λιος ἐ­κεῖ συ­νε­χί­ζει νὰ βγαί­νει μὲ δύ­να­μη καὶ τὸ φεγ­γά­ρι στρώ­νει στὴν θά­λασ­σα δρό­μους. Κα­ΐ­κια μὲ ἀ­νοιγ­μέ­να πα­νιὰ τα­ξι­δεύ­ουν στὸ πέ­λα­γο. Παι­διὰ χτί­ζου­νε κά­στρα στὴν ἄμ­μο. Ἐ­σὺ μὲ τὸ γα­λά­ζιο σου φό­ρε­μα νὰ περ­πα­τᾶς σὰν δορ­κά­δα καὶ πί­σω σου τρί­α κου­τσού­βε­λα νὰ φω­νά­ζουν: «μα­μά».

       Πά­λι ἄ­να­ψαν φω­τι­ὲς στὸν λό­φο. Καῖ­νε τὰ πάν­τα. Στά­χτες καὶ ἐ­κεί­νη ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­μέ­νου κρέ­α­τος. Δὲν ἔ­χου­νε ἔ­λε­ος. Φο­βᾶ­μαι νὰ δῶ. Ὁ τοῖ­χος ἀ­πέ­ναν­τι εἶ­ναι γε­μά­τος εἰ­κό­νες. Τὶς ἔ­χω καρ­φώ­σει στὰ πρό­χει­ρα μὰ στέ­κον­ται ὄρ­θι­ες πα­ρὰ τὶς ἐ­κρή­ξεις. Κά­νουν τὸν νοῦ μου νὰ φεύ­γει…

       Ἀ­κού­γον­ται πά­λι κραυ­γές. Σκυ­λιὰ τοῦ πο­λέ­μου. Κά­ποι­ον θὰ βρή­κα­νε πά­λι. Καὶ νὰ φαν­τα­στεῖς ἦρ­θαν σὰν ἄγ­γε­λοι. Εἴ­χα­νε λύ­σεις γιὰ ὅ­λα. Στὴν ἀρ­χὴ τοὺς πι­στέ­ψα­με. Δί­ναν πρά­μα­τα καὶ ὑ­πο­σχέ­σεις. Ποι­ός δὲν τὰ θέ­λει; Τὰ πή­ρα­με. Τὸ σπί­τι ἄλ­λα­ξε, ἡ γει­το­νιά, ἀ­κό­μη καὶ ὁ τρε­λὸς στὴν γω­νί­α ἐν­τύ­θη­κε. Με­τά…

       Ἄρ­χι­σε ἐ­κεῖ­νος ὁ πό­λε­μος. Ὁ ἕ­νας ἐ­ναν­τί­oν τοῦ ἄλ­λου. Πό­νος ἀ­φό­ρη­τος καὶ ὁ κό­σμος συν­νέ­φια­σε. Οἱ γρι­ὲς βά­λα­νε μαῦ­ρα μαν­τή­λια καὶ κου­ρέ­ψα­νε σύν­τρι­χα τὰ παι­διά. Τὰ πρά­μα­τα γί­ναν δε­σμὰ καὶ οἱ ὑ­πο­σχέ­σεις δα­νει­κά. Τὰ ἤ­θε­λαν πί­σω. Μᾶς κλέ­ψαν τὰ πάν­τα. Δη­μεύ­σα­νε σπί­τια καὶ ὀρ­γώ­σα­νε ξέ­να χω­ρά­φια. Σφά­ξαν τὰ ζῶ­α μας καὶ πῆ­ραν μα­κριὰ τὴν σο­δειά μας. Κλεῖ­σαν σχο­λειὰ καὶ ἱ­δρύ­μα­τα. Πῆ­ραν ἀ­κό­μη καὶ τὰ παι­χνί­δια τῶν παι­δι­ῶν. Μᾶς ἄ­φη­σαν μό­νο, χω­ρὶς νὰ τὸ θέ­λουν, ἐλ­πί­δα. «Ἔ­τσι­ ὅ­πως ἦρ­θαν θὰ φύ­γουν», μο­νο­λο­γού­σα­με. Τί­πο­τα δὲν εἶ­ναι ἄλ­λω­στε αἰ­ώ­νιο. Μό­νο τὸ χα­μό­γε­λό σου. Ἀ­πο­τύ­πω­μα πά­νω στὰ ἀ­στέ­ρια. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι;

       Ἦρ­θαν γιὰ μέ­να. Ἀ­κού­ω τὶς μη­χα­νές τους νὰ μουγ­κρί­ζουν καὶ βλέ­πω φι­γοῦ­ρες νὰ κά­νουν πα­ρέ­λα­ση. Με­τρά­ω τὸ χρό­νο, σφίγ­γω τὰ δόν­τια, σέρ­νο­μαι δί­πλα στὴν τρύ­πα. Ἀ­πέ­ναν­τι εἶ­ναι ὁ δρά­κος. Μὲ κοι­τᾶ καὶ οὐρ­λιά­ζει: «ἐ­κεῖ – ἐ­κεῖ».

       Ἀ­κού­ω το μπὰ­μ καὶ τρα­βι­έ­μαι. Νοι­ώ­θω τὸ κά­ψι­μο πά­νω ἀ­πὸ τὸ γό­να­το. Ξυ­στὰ εὐ­τυ­χῶς. Πιά­νω τὸ αἷ­μα. Ζε­στό. Μὲ τὸ δά­χτυ­λο παίρ­νω τὸ κόκ­κι­νο καὶ τὸ ἀ­φή­νω­ πά­νω στὸ κά­τα­σπρο πά­τω­μα: «θέ­λω νὰ ξέ­ρεις ὅ­τι ἔ­κα­να τὰ πάν­τα γιὰ νὰ μεί­νω ἐ­δῶ».

       Ὁ­μο­βρον­τί­ες. Βάλ­θη­καν νὰ μὲ ξε­κά­νουν. Κα­θάρ­μα­τα λέ­ω καὶ ἀρ­χί­ζω νὰ ρί­χνω. Μὲ ἀ­κοῦς;

       Εἶ­μαι ἀ­κό­μη ζων­τα­νός. Μὲ τὸ κε­φά­λι ψη­λὰ ἀ­παν­τά­ω στὶς φλό­γες τους. Τὸ ξέ­ρω πὼς σὲ ἔ­χω πάν­τα κον­τά μου. Ὁ πα­τέ­ρας καὶ ἡ μάν­να, τὰ ἀ­δέλ­φια μου, οἱ μνῆ­μες ποὺ ἔ­χου­νε κά­νει γι­ορ­τές, πα­νη­γύ­ρια καὶ λύ­πες. Εἴ­μα­στε ὅ­λοι ἐ­δῶ καὶ γι’ αὐ­τὸ πο­λε­μά­ω τὸ ἔ­ρε­βος. Πό­σο λί­γοι μοῦ φαί­νον­ται πιά. Ση­κώ­νο­μαι ὄρ­θιος καὶ­ περ­πα­τά­ω στὸ δω­μά­τιο ποὺ χτί­σα­με μὲ ἀ­γά­πη. Εἶ­μαι ἀ­η­τὸς καὶ μπο­ρῶ νὰ πε­τά­ξω. Ἀ­φή­νω τὰ μαλ­λιά μου στὸ κύ­μα ποὺ ἔρ­χε­ται. Κοι­τά­ω τὴν πόρ­τα. Ἀ­κού­ω τὸν θό­ρυ­βο. Σπά­ει καὶ χύ­νον­ται. Τὸ δά­χτυ­λο γί­νε­ται σκαν­δά­λη ποὺ ρί­χνει. Νοι­ώ­θω παν­τοῦ ἕ­να τσού­ξι­μο.

       Μεῖ­ναν ἐ­κεῖ. Νὰ ξέ­ρεις πὼς μέ­σα δὲν μπή­κα­νε. Στὸ λέ­ω για­τί προ­τοῦ ἀρ­χί­σω νὰ πε­τῶ ἀ­πὸ πά­νω τους, εἶ­δα. Δὲν τόλ­μη­σαν. Τὰ μά­ται­α κτή­νη. Κά­ναν στρο­φὴ καὶ χα­θῆ­καν, σκι­ὲς στὸ βά­θος τοῦ δρό­μου. Τώ­ρα πε­τῶ νὰ σᾶς βρῶ. Μὲ λο­γι­σμὸ καὶ ὕ­παρ­ξη ἐ­λεύ­θε­ρη. Πά­νω ἀ­πὸ κάμ­πους καὶ κά­τω ἀ­πὸ ἀ­στέ­ρια. Κρυμ­μέ­νος στὰ πιὸ γλυ­κὰ ὄ­νει­ρά σας. Σὲ βε­βαι­ῶ κα­νεὶ­ς δὲν μᾶς νί­κη­σε που­θε­νά. Τί ση­μα­σί­α ἔ­χει τὸ ὄ­νο­μα: «Κομ­πά­νι – Ἀ­θή­να – Βαρ­κε­λώ­νη», ἢ ὅ­πως ἀλ­λι­ῶς. Ὁ φα­σι­σμὸς δὲν ἔ­χει φτε­ρὰ νὰ πε­τά­ξει.

       Στὸ φῶς τῆς αὐ­γῆς σκαρ­φα­λώ­νω στὸ σύν­νε­φο. Γί­νο­μαι ἕ­να μα­ζὶ μὲ χι­λιά­δες. Χέ­ρι μὲ χέ­ρι βου­τᾶ­με καὶ ρέ­ου­με. Σοῦ στέλ­νω γράμ­μα νὰ ξέ­ρεις τὴν τύ­χη μου. Δι­α­λέ­γω τὸ ρό­δο στὴν πόρ­τα σου. Ἐ­κεῖ θὰ εἶ­μαι ὅ­ταν ἀ­νοί­ξει­ καὶ βγοῦν τὰ παι­διά. Ἐ­κεῖ, στὸν χρό­νο ποὺ ἔρ­χε­ται.


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δ.Γ. Μα­γρι­πλῆς (Ἀθήνα). Διήγημα. Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες στὸ Πά­ντειο καὶ διδάσκει στὸ Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Μαθή­ματα κηπουρικῆς (Σοκόλης, Ἀθήνα, 2007, διηγήματα).

Δ.Γ. Μαγριπλῆς: Γυάλινες μπίλιες

 

 

Δ. Γ. Μα­γρι­πλῆς

 

Γυ­ά­λι­νες μπί­λι­ες 

 

ΠΙΤΕΛΟΥΣ βρη­κα τὶς μπί­λι­ες μου. Τὶς εἶ­χα χά­σει ἐ­δῶ καὶ και­ρὸ καὶ ξαφ­νι­κὰ μί­α μέ­ρα, ἐ­νῶ ἄλ­λα­ζα θέ­ση στὸν βα­ρὺ ξύ­λι­νο κα­να­πὲ τοῦ γρα­φεί­ου, κά­τι ἔ­πε­σε μὲ θό­ρυ­βο στὸ πά­τω­μα.

       Στὴν ἀρ­χὴ τρό­μα­ξα.

      «Τί εἶ­ναι αὐ­τό;» ἀ­να­ρω­τή­θη­κα ξαφ­νι­α­σμέ­νος.

      Μιὰ μι­κρὴ γυ­ά­λι­νη σφαί­ρα προ­σέ­κρου­σε μὲ ἀ­σή­μαν­τη δύ­να­μη στὰ μαῦ­ρα πα­πού­τσια μου.

      «Τί ἀν­τί­θε­ση!» σκέ­φτη­κα καὶ ὑ­πο­κλί­θη­κα στὴν ὀ­μορ­φιά της. Τὴν πῆ­ρα στὰ χέ­ρια μου καὶ μὲ πε­ρισ­σὴ φρον­τί­δα τὴν ἐ­να­πό­θε­σα στὴν τσέ­πη μου.

      Σὲ κά­θε νέ­α γω­νιὰ τῆς με­τα­κό­μι­σης νά ‘σου ξε­πρό­βα­λε καὶ ἄλ­λη μιά. Ἄλ­λη με­γα­λύ­τε­ρη, ἄλ­λη μι­κρό­τε­ρη. Ὅ­λα τὰ χρώ­μα­τα τῆς ἴ­ρι­δας. Κί­τρι­νες, μπλέ, κόκ­κι­νες, πρά­σι­νες. Με­ρι­κὲς εἶ­χαν πά­νω τους ὅ­λα τὰ πα­ρα­πά­νω ἀ­να­κα­τω­μέ­να καὶ κά­ποι­ες θύ­μι­ζαν φτε­ρὰ ἀ­πὸ ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κες πε­τα­λοῦ­δες σὲ ἀ­έ­να­η φω­το­γρά­φη­ση.

      Ἤ­μουν εὐ­τυ­χής. Ἡ τσέ­πη μου βά­ρυ­νε ἐ­πι­κίν­δυ­να καὶ ἴ­σα ποὺ χώ­ρα­γε τὰ ἀ­κρο­δά­χτυ­λά μου. Αὐ­τὰ βου­λι­μι­κὰ πε­ρι­φέ­ρον­ταν στὰ γυ­ά­λι­να ἀγ­γίγ­μα­τα καὶ ἐ­κεῖ­να ἔ­φευ­γαν μὲ χά­ρη ἀ­πὸ τοὺς ἐ­ναγ­κα­λι­σμούς. Ἦ­ταν μιὰ ἐ­ρω­τι­κὴ συ­νεύ­ρε­ση.

      Τὸ μό­νο ποὺ μαρ­τυ­ροῦ­σε τὰ εὑ­ρή­μα­τα ἦ­ταν ἕ­να χα­μό­γε­λο-ὁ­λό­κλη­ρο πρό­σω­πο καὶ ἡ ἔ­ξα­ψη νὰ βγῶ στὴν αὐ­λή. Χω­ρὶς νὰ κά­νω θό­ρυ­βο βγῆ­κα. Μὰ ἦ­ταν νύ­χτα καὶ οἱ μά­νες κοι­μί­ζα­νε τὰ παι­διά τους.

      «Τώ­ρα μὲ ποι­όν νὰ παί­ξω τοὺς βό­λους μου;­».

      Στὸ σταυ­ρο­δρό­μι, κά­τω ἀ­πὸ τὸ φῶς τῆς κο­λό­νας τοῦ δή­μου, χά­ρα­ξα κύ­κλο στὸ χῶ­μα. Χω­ρὶς δι­σταγ­μὸ μπῆ­κα μέ­σα ἀ­πὸ φό­βο. Εἶ­χα τὰ τεί­χη μου καὶ ὅ,τι κι ἂν πρό­βαλ­λε δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μοῦ πά­ρει τὸ θη­σαυ­ρό μου.

      «Παί­ζεις;» ἀ­κού­στη­κε ἡ φω­νὴ τοῦ Χρή­στου. Κά­τι κα­τσα­ρὰ μαλ­λιά, σὰν νὰ μὴν τά ­’­χει πο­τέ του χτε­νί­σει, τί­να­ζαν τὸ σκο­τά­δι στὴν ἄ­κρη τῆς μα­τιᾶς μου.

      «Δὲν κοι­μᾶ­σαι;» τὸν ρώ­τη­σα.

      Μοῦ ἔ­δει­ξε γιὰ ἀ­πάν­τη­ση ἕ­να με­γά­λο δί­χτυ μὲ μπί­λι­ες. Τὸ κού­να­γε καὶ κεῖ­νες χτυ­ποῦ­σαν ἡ μί­α πά­νω στὴν ἄλ­λη συν­θέ­τον­τας τὴν πιὸ ἀ­πό­κο­σμη βου­βὴ μου­σι­κή.

      Πα­ρα­ξε­νεύ­τη­κα.

      «Δεῖ­ξε μου μί­α», τοῦ εἶ­πα.

      «Ἔ­λα νὰ τὶς κερ­δί­σεις», μοῦ ἀ­πάν­τη­σε.

      Δὲν ξέ­ρω για­τὶ μὰ ἀ­πὸ τὸν κύ­κλο δὲν βγῆ­κα. Προ­τι­μοῦ­σα νὰ ἔ­χω πα­ρὰ νὰ χά­σω τὸ θη­σαυ­ρό μου. Ἄ­σε ποὺ οἱ δι­κές του ἦ­ταν μᾶλ­λον μο­νό­χρω­μες καὶ ἀ­πὸ ὅ,τι εἶ­δα μαῦ­ρες καὶ θύ­μι­ζαν ρου­λε­μάν.

      «Φο­βᾶ­σαι, φο­βᾶ­σαι!» μοῦ φώ­να­ζε καὶ γύ­ρι­ζε γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν κύ­κλο μὲ δι­ά­θε­ση πε­ρι­παι­κτι­κή.

      Ντρά­πη­κα καὶ βγά­ζον­τας μιὰ τοῦ πέ­τα­ξα τὰ χαι­ρε­τί­σμα­τά μου.

      Μὲ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­φο­σί­ω­ση ση­μά­δε­ψε. Ἡ δι­κή του ἔ­στει­λε πέ­ρα μα­κριὰ τὴν ὄ­μορ­φη σφαί­ρα μου. Σχε­δὸν τὴν ἐ­ξα­φά­νι­σε στὴ νύ­χτα.

      «Δι­κή μου!» μοῦ δή­λω­σε καὶ τρα­γου­δών­τας τὴ νί­κη του, ἑ­τοι­μά­στη­κε γιὰ τὴ συ­νέ­χεια.

      Τὶς ἔ­χα­σα ὅ­λες ἐ­κτὸς ἀ­πὸ μί­α. Τὴ με­γα­λύ­τε­ρη. Αὐ­τὴ δὲν τὴν παί­ζω πο­τέ. Εἶ­ναι ἡ ζω­ή μου καὶ ἡ μό­νη εὐ­και­ρί­α γιὰ νὰ κερ­δί­σω ξα­νὰ καὶ τὶς ἄλ­λες. Ἔ­μει­να στὸν κύ­κλο στὸ σταυ­ρο­δρό­μι μὲ δά­κρυ­α στὰ μά­τια. Δὲν μὲ λυ­πή­θη­κε. Ἀν­τί­θε­τα ἅ­πλω­σε τὶς γυ­ά­λι­νες χάν­τρες τῆς νί­κης του καὶ μὲ αὐ­θά­δεια τὶς ὀ­νο­μά­τι­ζε.

      Τοὺς ἔ­δι­νε ὀ­νό­μα­τα κλεμ­μέ­να ἀ­πὸ αἰ­σθή­σεις καὶ συ­ναι­σθή­μα­τα.

      «Ὁ πό­νος, ὁ ἔ­ρω­τας, ἡ ἀ­πό­λαυ­ση, ἡ χα­ρά, ἡ λύ­πη, ἡ ἡ­δο­νή, ἡ πα­ρη­γο­ριά, ἡ πτώ­ση, ἡ ἀ­νά­στα­ση, …, ἡ ζω­ή.»

      «Ὄ­χι αὐ­τὴ τὴν κρα­τῶ!­» Τοῦ τὴν ἔ­δει­ξα μὲ κα­μά­ρι.

      «Ὅ­λες γι’ αὐ­τήν. Τί λές ;» μὲ προ­κά­λε­σε.

      Ἦ­ταν ἡ μό­νη πι­θα­νό­τη­τα νὰ τὶς πά­ρω ὅ­λες πί­σω. Ἄλ­λω­στε ἡ ζω­ὴ χω­ρὶς τὸν πό­νο, τὸν ἔ­ρω­τα, τὴν ἀ­πό­λαυ­ση, τὴ χα­ρά, τὴ λύ­πη, τὴν ἡ­δο­νή, τὴν πα­ρη­γο­ριά, τὴν πτώ­ση καὶ τὴν ἀ­νά­στα­ση δὲν ἄ­ξι­ζε τί­πο­τα. Ἔ­πρε­πε νὰ τὸ ρι­σκά­ρω.

      Ἔ­παι­ξα πά­λι πρῶ­τος. Ἡ ζω­ὴ ἔ­πε­σε μὲ φό­ρα πά­νω σὲ μιὰ λακ­κού­βα μὲ ἀ­πό­νε­ρα. Δὲν μπό­ρε­σα κά­τι κα­λύ­τε­ρο. Αὐ­τὸς ἤ­μουν. Δι­κή μου ἡ ζω­ὴ καὶ δι­κά μου τὰ λά­θη.

      «Σει­ρά σου», τοῦ εἶ­πα μὲ τὸ κε­φά­λι ὀρ­θὸ καὶ τὴν πε­ποί­θη­ση πὼς ἔ­κα­να ὅ,τι κα­λύ­τε­ρο. Πάν­τα μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀ­σφά­λεια τοῦ κύ­κλου μου.

      Ἔ­ψα­ξε στὸ σα­κού­λι του καὶ ἔ­βγα­λε θρι­αμ­βι­κὰ τὸν χά­ρο. Μό­νο νὰ ἔ­βλε­πες τὸν βό­λο αὐ­τὸ καὶ σὲ ἔ­πια­νε πα­νι­κός. Τί­πο­τα δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τοῦ ξε­φύ­γει. Γο­νά­τι­σε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ ση­μα­δεύ­ει.

      «Ἄν­τε, τε­λεί­ω­νε! Μᾶς πῆ­ρε ἡ αὐ­γή», τὸν πα­ρα­κί­νη­σα.

      Μὲ κοί­τα­ξε μὲ σο­βα­ρό­τη­τα, σή­κω­σε τὸ χέ­ρι καὶ ἔ­στει­λε τὴ βο­λή του κα­τευ­θεί­αν πά­νω στὴ ζω­ή μου.

      Ἔ­κλει­σα τὰ μά­τια.

      «Ἔ­λε­ος», ψέλ­λι­σα. «Πῶς θὰ ἀν­τέ­ξω ἕ­να τέ­τοι­ο ἀ­πο­χω­ρι­σμό;»

      Ἀ­κού­στη­κε τὸ πέ­ταγ­μα τοῦ χά­ρου ἐ­πά­νω στὴ νο­τι­σμέ­νη γῆ. Ἡ ἐ­πα­φὴ μὲ τὸ νε­ρὸ τῆς λακ­κού­βας ἦ­ταν ἐμ­φα­νής. Πρώ­τη στρο­φὴ, δεύ­τε­ρη καὶ τέ­λος. Ἕ­να μό­λις ἑ­κα­το­στὸ ἀ­πὸ τὴ ζω­ή μου.

      «Κέρ­δι­σα!» καὶ ἀ­λα­λά­ζον­τας λού­στη­κα τὸ φῶς τῆς αὐ­γῆς.

      Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ βγῆ­κα ἀ­πὸ τὸν κύ­κλο καὶ ἄρ­χι­σα νὰ μα­ζεύ­ω τὶς μπί­λι­ες μου. Ἤ­μουν ξα­νὰ γε­μά­τος αἰ­σθή­μα­τα καὶ συ­ναι­σθή­μα­τα καὶ φυ­σι­κὰ μὲ τὴ ζω­ὴ στὰ χέ­ρια μου.

      «Θνη­τὸς εἶ­σαι καὶ σύ», μοῦ ἀν­τέ­τει­νε ὁ φί­λος μου. Καὶ μὲ σβελτάδα ἔφυγε, τρέχοντας μὲ τὸν χάρο μαζί.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. 

 

Δ.Γ. Μαγριπλῆς (Ἀθήνα). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος. Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες στὸ Πάντειο καὶ διδάσκει στὸ Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Μαθήματα κηπουρικῆς (Σοκόλης, Ἀθήνα, 2007,διηγήματα).