Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου: Ἠ­λί­ας Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λος

 


Markoglou,Prodromos-IliasCh.Papadimitrakopoulos-Eikona


Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου


Ἠλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος


01-BitaΓΑΖΕΙ τὴ στρα­τι­ω­τι­κή του στο­λή, ἐ­πι­στρέ­φει καὶ πά­λι στὸν ἑ­αυ­τό του. Κα­τε­βαί­νει στὸν μι­κρὸ κῆ­πο, πε­ρι­ποι­εῖ­ται τὰ φυ­τὰ καὶ τὰ φτω­χὰ ἄν­θη τῆς Μα­κε­δο­νι­κῆς γῆς.

       «Εἶ­ναι σὰν μιὰ ἀ­πο­το­ξί­νω­ση», λέ­ει.

       Με­τὰ πλέ­νει τὰ χέ­ρια, βγά­ζει τὴ φόρ­μα, κλεί­νε­ται στὸ μι­κρὸ σκο­τει­νὸ δω­μά­τιο. Δι­α­βά­ζει, ἐ­πι­τέ­λους, μὲ ἡ­δο­νὴ τ’ ἀ­γα­πη­μέ­να του βι­βλία.

       Γρά­φει, κά­πο­τε, τὸ πρῶ­το του δι­ή­γη­μα «Οἱ Φρα­κα­σά­νες».


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: ἀπὸ τὴν συλλογὴ πεζῶν Κείμενα μικρῆς πνοῆς (ἐκδ. Κέδρος, 2009).

Πρό­δρο­μος Χ. Μάρ­κο­γλου (Κα­βά­λα, 1935). Ποί­η­ση, Δι­ή­γη­μα. Οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν πρό­σφυ­γες ἀ­πὸ τὴν Καπ­πα­δο­κί­α καὶ τὸν Πόν­το. Τὸ 1944 χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ χει­ρο­βομ­βί­δα καὶ ἔ­χα­σε τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νώ­τα­τη Σχο­λὴ Οἰ­κο­νο­μι­κῶν καὶ Ἐμ­πο­ρι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­πὸ τὸ 1971 ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα στὴν Κα­βά­λα, τὸ 1962, μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἔγ­κλει­στοι. Ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Χω­ρο­στάθ­μη­ση (Κα­βά­λα, 1965), Τὰ κύ­μα­τα καὶ οἱ φω­νές (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1971) κ.ἄ. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Ἔ­σχα­τη ὑ­πό­σχε­ση (1958-1992) (ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1996). Δη­μο­σί­ευ­σε καὶ τὰ πε­ζὰ Ὁ χῶ­ρος τῆς Ἰ­ω­άν­νας καὶ ὁ χρό­νος τοῦ Ἰ­ω­άν­νη (ἐκδ. Ἐ­γνα­τί­α, 1980), Στα­θε­ρὴ ἀ­πώ­λεια (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 1992), Σπα­ράγ­μα­τα (νου­βέ­λα, ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1997), Δι­έ­φυ­γε τὸ μοι­ραῖ­ον (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νε­φέ­λη, 2003) κ.ἄ.

 

Εἰκόνα: Ἠλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος. Σεβαστείας 27, Νέα Σμύρνη, 3 Μαρτίου 2010 (φωτογραφία: Γιάννης Πατίλης).



		

	

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου: Πάσχα 1943


Markoglou,Prodromos-Pascha1943-Eikona-01


Πρό­δρο­μος Χ. Μάρ­κο­γλου


Πά­σχα 1943


10-hΤΑΝ ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ. Χα­ρά­μα­τα ἦρ­θε ὁ θεῖ­ος μου, ἀ­δελ­φὸς τῆς μη­τέ­ρας μου, μὲ τὸ κά­ρο του γιὰ νὰ μᾶς κου­βα­λή­σει στὸ χω­ριό. Σέ­λια­νη τὸ πα­λιό του ὄ­νο­μα, Φί­λιπ­ποι τὸ νέ­ο. Στὴν πό­λη ἡ πεί­να θέ­ρι­ζε. Ἀ­φοῦ πή­ρα­με τὴ σχε­τι­κὴ ἄ­δεια, ἀ­πὸ τὴ βουλ­γα­ρι­κὴ ἀ­στυ­νο­μί­α Κα­το­χῆς, ξε­κι­νή­σα­με. Ὁ οὐ­ρα­νὸς γε­μά­τος βα­ριὰ μαῦ­ρα σύν­νε­φα. Τὸ ἄ­λο­γο περ­πα­τοῦ­σε ἀρ­γὰ καὶ στα­θε­ρά. Φτά­σα­με στὸ ὕ­ψω­μα τοῦ Ἁ­γί­ου Σί­λα. Τὰ πεῦ­κα φουν­τω­μέ­να καὶ οἱ θά­μνοι κα­τα­πρά­σι­νοι. Ὁ θεῖ­ος πό­τι­σε τὸ ἄ­λο­γο στὴ βρύ­ση. Εὐ­ω­δί­α­ζε θυ­μά­ρι καὶ ρε­τσί­νι.

       Τὸ κά­ρο πῆ­ρε τὶς στρο­φὲς ποὺ κα­τε­βαί­νουν στὴν πε­διά­δα τῶν Φι­λίπ­πων. Στὸν Ἀ­μυ­γδα­λε­ώ­να μᾶς ἔ­πι­α­σε μιὰ ψι­λὴ βρο­χή. Σκε­πα­στή­κα­με μ’ ἕ­να κα­ρα­βό­πα­νο κι ὁ θεῖ­ος ἔ­ρι­ξε κά­τι τσου­βά­λια στὴ ρά­χη τοῦ ἀ­λό­γου. Ἀρ­γὰ τὸ με­ση­μέ­ρι φτά­σα­με στὸ χω­ριό.

       Μᾶς ὑ­πο­δέ­χθη­καν ὁ παπ­πούς, ἡ για­γιά, ἡ θεί­α καὶ τὰ ξα­δέλ­φια μὲ χα­ρὲς καὶ γέ­λια. Στὸ χω­ριὸ τί­πο­τε δὲν θύ­μι­ζε τὴ βαρ­βα­ρό­τη­τα τῆς Κα­το­χῆς. Ὑ­πῆρ­χαν βέ­βαι­α οἱ βουλ­γα­ρι­κὲς ἀρ­χές, πρό­ε­δρος, γραμ­μα­τέ­ας, ἀ­γρο­φύ­λα­κας καὶ τέσ­σε­ρις χω­ρο­φύ­λα­κες, ἀλ­λὰ ἡ πα­ρου­σί­α τους ἦ­ταν σχε­τι­κὰ δι­α­κρι­τι­κὴ κα­θὼς ἤ­θε­λαν νὰ κα­λο­περ­νᾶ­νε.

       Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα, Με­γά­λο Σάβ­βα­το, ἄρ­χι­σαν οἱ προ­ε­τοι­μα­σί­ες. Τὸ μυ­στι­κὸ ἦ­ταν ἕ­να γου­ρου­νό­που­λο ποὺ θὰ σφά­ζον­ταν γιὰ τὸ πα­σχα­λι­νὸ τρα­πέ­ζι. Ἦ­ταν κρυμ­μέ­νο κα­λὰ στὴν χορ­τα­πο­θή­κη, για­τὶ ἦ­ταν ἀ­δή­λω­το στὶς ἀρ­χές. Ἂν τὸ παῖρ­ναν χαμ­πά­ρι τὸ χά­να­με. Χώ­ρια τὸ ξύ­λο καὶ ἡ φυ­λα­κή. Οἱ ἄν­τρες τὸ σφά­ξαν μὲ τρό­πο ἀ­ρι­στο­τε­χνι­κό. Κα­νεὶς δὲν πῆ­ρε εἴ­δη­ση. Ἡ για­γιὰ ἄ­να­ψε τὸ φοῦρ­νο κι ἔ­ψη­νε κου­λοῦ­ρες μὲ μέ­λι καὶ κο­λο­κύ­θες. Τὸ κα­κὸ ἔ­γι­νε σὲ λί­γο. Κά­ποι­ο σκυ­λὶ ἅρ­πα­ξε ἕ­να κομ­μά­τι ἀ­πὸ τὸ το­μά­ρι. Δὲν ξέ­ρω ἂν αὐ­τὸ ἦ­ταν ἡ ἀ­φορ­μὴ ἢ κά­ποι­ος γεί­το­νας μᾶς κάρ­φω­σε στοὺς Βουλ­γά­ρους. Σὲ λί­γο κα­τα­φθά­σαν ὀρ­γι­σμέ­νοι δύ­ο χω­ρο­φύ­λα­κες ἀ­πὸ τὴν κοι­νό­τη­τα καὶ τρά­βη­ξαν κα­τ’ εὐ­θεί­αν στὴν χορ­τα­πο­θή­κη. Ἔ­βγα­λαν ἔ­ξω τὸ σφά­γιο καὶ τὸ πέ­τα­ξαν στὸ χῶ­μα. Φώ­να­ζαν καὶ ἀ­πει­λοῦ­σαν. Ὁ πα­τέ­ρας μου ἄρ­χι­σε νὰ τοὺς μι­λά­ει τούρ­κι­κα, τό­τε ὁ ἕ­νας ἀν­τα­πο­κρί­θη­κε. Πι­ά­σα­νε μιὰ ἀ­τέρ­μο­νη συ­ζή­τη­ση. Ἦ­ταν με­γά­λο πρό­βλη­μα κι ἔγ­κλη­μα ποὺ δὲν εἶ­χε δη­λω­θεῖ καὶ δὲν εἶ­χε πα­ρα­δο­θεῖ στὶς δυ­νά­μεις Κα­το­χῆς. Ἄ­ρα κλέ­ψα­τε τὸ βουλ­γα­ρι­κὸ κρά­τος, εἶ­πε ὁ χω­ρο­φύ­λα­κας.

       Ὁ πα­τέ­ρας τοὺς κέ­ρα­σε οὖ­ζο, «τὸ σφά­ξα­με», εἶ­πε, «γιὰ τὸ Πά­σχα». Τοὺς ἔ­δει­ξε τὶς ἄ­δει­ες ποὺ εἴ­χα­με βγά­λει, ζή­τη­σε κα­τα­νό­η­ση, ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ γου­ρού­νι δὲν ἔ­χα­νε τί­πο­τε ἡ κυ­βέρ­νη­σή τους. Ἀ­φοῦ ἤ­πιαν ἕ­να μπου­κά­λι οὖ­ζο, με­τὰ ἀ­πὸ συ­ζη­τή­σεις, ἡ κα­τά­λη­ξη ἦ­ταν νὰ πά­ρουν οἱ χω­ρο­φύ­λα­κες τὸ γου­ρού­νι καὶ νὰ μὴν κου­βα­λή­σουν τοὺς ἄν­τρες στὸ κρα­τη­τή­ριο.

       Τύ­λι­ξαν τὸ σφά­γιο μ’ ἕ­να τσού­λι κα­πνῶν καὶ δι­έ­τα­ξαν τὸν θεῖ­ο καὶ τὸν πα­τέ­ρα μου νὰ τὸ με­τα­φέ­ρουν στὴν αὐ­λὴ τῆς κοι­νό­τη­τας, ποὺ ἦ­ταν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Ἐ­κεῖ κου­βά­λη­σαν ἕ­να κου­βὰ μὲ πρά­σι­νη μπο­γιὰ μὲ δη­λη­τή­ριο, ὅ­πως εἶ­παν, καὶ τοὺς ὑ­πο­χρέ­ω­σαν νὰ τὸ βά­ψουν πρά­σι­νο. Με­τὰ τοὺς ἔ­δω­σαν γκα­σμά­δες καὶ φτυά­ρια νὰ τὸ θά­ψουν. Γύ­ρω μα­ζεύ­τη­καν οἱ χω­ρι­κοὶ σι­ω­πη­λοὶ καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σαν τοὺς ἔ­βα­λαν νὰ πα­τή­σουν μὲ δύ­να­μη τὸ χῶ­μα.       

       Τὴ νύ­χτα πή­γα­με πε­ρί­λυ­ποι στὴν Ἀ­νά­στα­ση. Με­τὰ εἶ­χε στὸ τρα­πέ­ζι πα­τά­τες, χόρ­τα, κο­λο­κύ­θια καὶ αὐ­γά. Τὸ φά­σμα τοῦ ἀ­πο­λε­σθέν­τος χοί­ρου μᾶς κα­τε­δί­ω­κε.

       Πρὶν ἀρ­χί­σου­με τὸ φα­γη­τὸ ὁ παπ­ποὺς μᾶς δι­ά­βα­σε ἀ­πὸ τὴ Βί­βλο του, «ὁ γὰρ ἄρ­τος τοῦ Θε­οῦ ἐ­στιν ὁ κα­τα­βαί­νων ἐκ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ, καὶ ζω­ὴν δι­δοὺς τῷ κό­σμω. Εἶ­πον οὖν πρὸς αὐ­τόν, Κύ­ρι­ε, πάν­το­τε δὸς ἡ­μῖν τὸν ἄρ­τον τοῦ­τον. Εἶ­πε δὲ αὐ­τοῖς ὁ Ἰ­η­σοῦς, Ἐ­γώ εἰ­μι ὁ ἄρ­τος τῆς ζω­ῆς, ὁ ἐρ­χό­με­νος πρός με οὐ μὴ πει­νά­σῃ, καὶ ὁ πι­στεύ­ων εἰς ἐ­μὲ οὐ δι­ψή­σῃ πώ­πο­τε».


Τὸ κα­λο­καί­ρι σ’ ἕ­να μπλό­κο τῶν Βουλ­γά­ρων οἱ στρα­τι­ῶ­τες, ἐ­πει­δὴ δὲν ἔ­λα­βαν ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὲς ἀ­παν­τή­σεις, πο­δο­πά­τη­σαν τὸν παπ­ποὺ ἕ­ως θα­νά­του. Δύ­ο μέ­ρες με­τὰ πέ­θα­νε ἀ­πὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ αἱ­μορ­ρα­γί­α.

       Ἡ βα­σα­νι­σμέ­νη του ψυ­χὴ σὰν μαῦ­ρο καρ­τά­λι πέ­τα­ξε πά­νω ἀ­πὸ θά­λασ­σες, ἀ­πὸ βου­νά, μπῆ­κε στὴν Προ­πον­τί­δα καὶ στὴν Μαύ­ρη Θά­λασ­σα καὶ κούρ­νια­σε γιὰ πάν­τα στὰ χώ­μα­τα τοῦ Πόν­του καὶ τῆς Τρα­πε­ζούν­τας.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: ἐφ. Κα­θη­με­ρι­νή, ἔν­θε­το «Κα­θη­με­ρι­νὴ τῆς Βό­ρειας Ἑλ­λά­δας», Μ. Πα­ρα­σκευ­ή, 21 Ἀ­πρι­λί­ου 1995.

Πρό­δρο­μος Χ. Μάρ­κο­γλου (Κα­βά­λα, 1935). Ποί­η­ση, Δι­ή­γη­μα. Οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν πρό­σφυ­γες ἀ­πὸ τὴν Καπ­πα­δο­κί­α καὶ τὸν Πόν­το. Τὸ 1944 χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ χει­ρο­βομ­βί­δα καὶ ἔ­χα­σε τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νώ­τα­τη Σχο­λὴ Οἰ­κο­νο­μι­κῶν καὶ Ἐμ­πο­ρι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­πὸ τὸ 1971 ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα στὴν Κα­βά­λα, τὸ 1962, μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἔγ­κλει­στοι. Ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Χω­ρο­στάθ­μη­ση (Κα­βά­λα, 1965), Τὰ κύ­μα­τα καὶ οἱ φω­νές (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1971) κ.ἄ. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Ἔ­σχα­τη ὑ­πό­σχε­ση (1958-1992) (ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1996). Δη­μο­σί­ευ­σε καὶ τὰ πε­ζὰ Ὁ χῶ­ρος τῆς Ἰ­ω­άν­νας καὶ ὁ χρό­νος τοῦ Ἰ­ω­άν­νη (ἐκδ. Ἐ­γνα­τί­α, 1980), Στα­θε­ρὴ ἀ­πώ­λεια (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 1992), Σπα­ράγ­μα­τα (νου­βέ­λα, ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1997), Δι­έ­φυ­γε τὸ μοι­ραῖ­ον (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νε­φέ­λη, 2003) κ.ἄ.



		

	

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου: Τὸ μηχάνημα


Markoglou,Prodromos-ToMichanima-Eikona-03


Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου


Τὸ μηχάνημα


02-OmikronΗΛΙΟΣ χώ­ρι­ζε τὸ δρό­μο σὲ δύ­ο κομ­μά­τια. Ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὴ με­γά­λη πόρ­τα τῆς κα­πνα­πο­θή­κης, στὸ ἰ­σκι­ε­ρὸ μέ­ρος, μιὰ ὁ­μά­δα ἀ­πὸ γυ­ναῖ­κες καὶ λί­γους ἄν­δρες πε­ρί­με­ναν. Ἡ οὐ­ρὰ με­γά­λω­νε κα­θὼς κά­θε τό­σο κά­ποι­ος ἐρ­χό­ταν, κολ­λοῦ­σε ἐ­κεῖ ρω­τών­τας καὶ προσ­δο­κών­τας.

       «Γρά­φου­νε;»

       Κα­νεὶς δὲν ἤ­ξε­ρε ν’ ἀ­παν­τή­σει. Οἱ ἄν­δρες κά­πνι­ζαν κα­θι­σμέ­νοι στὸ πε­ζού­λι τοῦ δρό­μου. Τὰ μη­χα­νή­μα­τα ἐ­πε­ξερ­γα­σί­ας κα­πνοῦ εἶ­χαν τσα­κί­σει τὰ ἐρ­γα­τι­κὰ χέ­ρια.

       «Ἂν δὲν εἶ­χα μι­κρὰ παι­διὰ θά ­’­φευ­γα στὴ Γερ­μα­νί­α.»

       «Τὸ χει­μώ­να δού­λε­ψα στοὺς δρό­μους, στὸ χα­λί­κι, λί­γες μέ­ρες.»

       «Ἕ­να χρό­νο εἶ­μαι τώ­ρα χω­ρὶς δου­λειά, στὴ Γερ­μα­νί­α σοῦ λέ­ω, καὶ χέ­στους ἐ­δῶ.»

       «Οἱ Γερ­μα­νί­δες εἶ­ναι που­τά­νες», εἶ­πε μιὰ γυ­ναί­κα.

       Ἄ­νοι­ξε ἡ με­γά­λη σι­δε­ρέ­νια πόρ­τα, βγῆ­κε ἕ­νας ὑ­πάλ­λη­λος τῆς ἑ­ται­ρεί­ας, κον­το­στά­θη­κε.

       «Θὰ μᾶς γρά­ψε­τε;»

       «Πά­λι τὰ ἴ­δια, δὲν γρά­φω ἐ­γώ, μὴν πε­ρι­μέ­νε­τε ἄ­δι­κα, τ’ ἀ­φεν­τι­κὰ τὰ κα­νο­νί­ζουν», σή­κω­σε τοὺς ὤ­μους του, «ἔ­τσι κι ἀλ­λιῶς φέ­τος θὰ πά­ρου­με πο­λὺ λι­γό­τε­ρους». Γύ­ρι­σε, ἔ­φυ­γε πρὸς τὴ δι­εύ­θυν­ση τῆς Ἐ­φο­ρί­ας κα­πνοῦ.

       «Καὶ ’­μεῖς τί θ’ ἀ­πο­γί­νου­με;» εἶ­πε μιὰ γυ­ναί­κα.

       «Ἅ­μα ἤ­σουν κα­μιὰ στρουμ­που­λὴ μι­κρού­λα θὰ σὲ γρά­φα­νε», εἶ­πε ἕ­νας ἄν­δρας ποὺ ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ πε­ζού­λι καὶ τί­να­ξε τὸ παν­τε­λό­νι του.

       «Κα­λὰ ἐ­σὺ δὲν δου­λεύ­εις στὴν Αὐ­στρο­ελ­λη­νι­κή; Τί θέ­λεις ἐ­δῶ;»

       «Μ’ ἔ­σβη­σε ἡ Ἀ­σφά­λεια ἀ­π’ τὴ λί­στα προσ­λή­ψε­ων, εἶ­χα πά­ρει μέ­ρος πέρ­σι στὴν ἀ­περ­γί­α.»

       «Ἐ­γὼ πρέ­πει πά­σῃ θυ­σίᾳ νὰ δου­λέ­ψω, σὲ τρί­α χρό­νια θὰ πά­ω γιὰ σύν­τα­ξη.»

       «Ποι­ός θὰ σὲ πά­ρει, ποῦ θὰ βρεῖς δου­λεί­α, δὲν βλέ­πεις, μά­να μου, τί σφα­γὴ ἔ­φε­ραν τὰ μη­χα­νή­μα­τα.»

       Ὁ ἥ­λιος ἔ­και­γε, σκού­πι­ζαν οἱ γυ­ναῖ­κες τὰ πρό­σω­πα καὶ τὸ λαι­μό τους. Ὁ ἥ­λιος ψή­λω­νε, ἡ σκιὰ εἶ­χε μεί­νει ἕ­να μι­κρὸ κομ­μά­τι στὸ δρό­μο. Ἐ­κεῖ εἶ­χαν στρι­μω­χθεῖ καὶ πε­ρί­με­ναν.


       Ἕ­να Volvo φορ­τη­γό, ἐ­κτυ­φλω­τι­κὰ κόκ­κι­νο βγῆ­κε ἀ­πὸ τὴ γω­νιὰ τοῦ δρό­μου, στα­μά­τη­σε μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα τῆς κα­πνα­πο­θή­κης. Πή­δη­ξαν ἀ­πὸ τὴν κα­ρό­τσα πέν­τε ἐκ­φορ­τω­τές. Κα­τέ­βη­κε ὁ ὁ­δη­γός, μπῆ­κε στὰ γρα­φεῖ­α. Σὲ λί­γο βγῆ­κε μ’ ἕ­ναν κον­τὸ φα­λα­κρό. Αὐ­τὸς τοῦ ἔ­δει­ξε τὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που ἔ­πρε­πε νὰ ξε­φορ­τώ­σουν. Ὁ ὁ­δη­γὸς ἀ­νέ­βη­κε στὸ φορ­τη­γὸ κι ἔ­σβη­σε τὴ μη­χα­νή.

       «Ἐ­δῶ θὰ τὸ κα­τε­βά­σε­τε», εἶ­πε στοὺς ἐκ­φορ­τω­τὲς καὶ τοὺς ἔ­δει­ξε τὸ ση­μεῖ­ο.

       Οἱ ἐκ­φορ­τω­τὲς κα­τέ­βα­σαν δύ­ο χον­τρὰ κα­δρό­νια, ἀ­κούμ­πη­σαν τὴν μιά τους ἄ­κρη στὴν κα­ρό­τσα καὶ τὴν ἄλ­λη στὸ ἔ­δα­φος. Δέ­σα­νε μ’ ἕ­να σχοι­νὶ τὸ μη­χά­νη­μα, τὸ τρά­βη­ξαν, χω­ρι­σμέ­νοι σὲ δύ­ο ὁ­μά­δες, στὸ στό­μιο τῆς κα­ρό­τσας. Ἀ­νέ­βη­καν τρεῖς πά­νω στὴν κα­ρό­τσα καὶ δέ­σα­νε, σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ φο­ρά, καὶ πά­λι μὲ σχοι­νιὰ τὸ μη­χά­νη­μα καὶ κρα­τών­τας κόν­τρα ἄ­φη­σαν τὸ μη­χά­νη­μα νὰ γλι­στρή­σει πά­νω στὰ κα­δρό­νια, ἐ­νῶ οἱ ἄλ­λοι ἀ­πὸ κά­τω βά­ζα­νε κι αὐ­τοὶ ἕ­να χέ­ρι. Γλι­στρών­τας τὸ κα­τέ­βα­σαν στὸ δρό­μο. Με­τὰ πά­λι σὲ κα­δρό­νια καὶ σι­δε­ρέ­νιους σω­λῆ­νες σκουν­τών­τας ἀ­νέ­βα­σαν τὸ μη­χά­νη­μα στὸ πε­ζο­δρό­μιο μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα τῆς κα­πνα­πο­θή­κης. Ἡ δου­λειὰ τε­λεί­ω­σε. Ἀ­νέ­βη­καν στὸ φορ­τη­γὸ καὶ φύ­γα­νε.

       Τὸ μη­χά­νη­μα ἔ­με­νε ἐ­πι­βλη­τι­κὸ στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Οἱ ἐρ­γά­τες τὸ πε­ρι­ερ­γά­ζον­ταν. Ἦ­ταν σκέ­το μέ­ταλ­λο, μα­κρό­στε­νο στὸ ὕ­ψος καὶ τε­τρά­γω­νο. Τέσ­σε­ρις κο­λῶ­νες, μιὰ σὲ κά­θε γω­νιά, κρα­τοῦ­σαν τὸν οὐ­ρα­νό. Ἐ­κεῖ ἕ­να μο­τὲρ κα­θὼς καὶ δύ­ο ἔμ­βο­λα ποὺ κα­τέ­βαι­ναν, ὅ­ταν λει­τουρ­γοῦ­σαν, μέ­χρι κά­τω κι­νών­τας ἕ­να βα­ρί­διο γιὰ τὴν πί­ε­ση σὲ σχῆ­μα πλά­κας. Στὴ βά­ση ὁ χῶ­ρος ὑ­πο­δο­χῆς καὶ πα­τή­μα­τος τῶν φύλ­λων κα­πνοῦ. Ἐ­κεῖ δύο ἄλ­λα μο­τὲρ μὲ τρο­χα­λί­ες καὶ ἱ­μάν­τες. Τὸ μη­χά­νη­μα ἀ­πὸ ἀ­τσά­λι καὶ χυ­το­σί­δη­ρο ἄ­στρα­φτε στὸν ἥ­λιο.

       «Εἶ­ναι πα­τη­τι­κὸ μη­χά­νη­μα», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας, «βγά­ζει ἑ­ξήν­τα τόγ­κες τὴ μέ­ρα, ὅ­σες πέν­τε ἐρ­γά­τες.»

       «Κα­τα­ρα­μέ­να μη­χα­νή­μα­τα», εἶ­πε μιὰ γυ­ναί­κα.


Κα­βά­λα, 1964


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: ἀπὸ τὴν ἀνέκδοτη συλλογὴ κειμένων Ἀκτὴ Νεαπόλεως, 1964-2010.

Πρό­δρο­μος Χ. Μάρ­κο­γλου (Κα­βά­λα, 1935). Ποί­η­ση, Δι­ή­γη­μα. Οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν πρό­σφυ­γες ἀ­πὸ τὴν Καπ­πα­δο­κί­α καὶ τὸν Πόν­το. Τὸ 1944 χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ χει­ρο­βομ­βί­δα καὶ ἔ­χα­σε τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νώ­τα­τη Σχο­λὴ Οἰ­κο­νο­μι­κῶν καὶ Ἐμ­πο­ρι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­πὸ τὸ 1971 ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα στὴν Κα­βά­λα, τὸ 1962, μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἔγ­κλει­στοι. Ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Χω­ρο­στάθ­μη­ση (Κα­βά­λα, 1965), Τὰ κύ­μα­τα καὶ οἱ φω­νές (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1971) κ.ἄ. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Ἔ­σχα­τη ὑ­πό­σχε­ση (1958-1992) (ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1996). Δη­μο­σί­ευ­σε καὶ τὰ πε­ζὰ Ὁ χῶ­ρος τῆς Ἰ­ω­άν­νας καὶ ὁ χρό­νος τοῦ Ἰ­ω­άν­νη (ἐκδ. Ἐ­γνα­τί­α, 1980), Στα­θε­ρὴ ἀ­πώ­λεια (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 1992), Σπα­ράγ­μα­τα (νου­βέ­λα, ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1997), Δι­έ­φυ­γε τὸ μοι­ραῖ­ον (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νε­φέ­λη, 2003) κ.ἄ.

 

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου: Θάσος


Markoglou,Prodromos-Thasos-Eikona-01


Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου


Θάσος


18-MiΕ ΡΟΥΘΟΥΝΙΑ ἀ­λό­γου μπαί­νου­με στοὺς ἐ­λαι­ῶ­νες καὶ τὰ πεῦ­κα. Τὰ χέ­ρια ὑ­γρὰ ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα, τὰ μά­τια γε­μά­τα φύ­κια καὶ ἡ γλώσ­σα δρο­σι­σμέ­νη στὴν πη­γὴ τῆς ἄμ­μου. Πιὸ μέ­σα ὁ Σά­τυ­ρος γο­νι­μο­ποι­εῖ, σὲ νύ­χτες ποὺ δο­ξά­ζει ἡ Σε­λή­νη, γυ­ναῖ­κες ποὺ ὀ­νει­ρεύ­ον­ται κά­τω ἀ­πὸ κλη­μα­τα­ρι­ές. Πιὸ μέ­σα ὁ Ἀρ­χι­λό­χος, ἔ­χον­τας πε­τά­ξει τὴν ἀ­σπί­δα του στὶς φτέ­ρες, τρα­γου­δά­ει τὸ αἷ­μα τῶν ἀμ­πε­λι­ῶν στοὺς βρά­χους.

       Μᾶς δέ­χε­ται τὸ καυ­τὸ με­ση­μέ­ρι στὰ βα­θύ­σκια πεῦ­κα.


Κα­βά­λα, 1966


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: ἀπὸ τὴν ἀνέκδοτη συλλογὴ κειμένων Ἀκτὴ Νεαπόλεως, 1964-2010.

Πρό­δρο­μος Χ. Μάρ­κο­γλου (Κα­βά­λα, 1935). Ποί­η­ση, Δι­ή­γη­μα. Οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν πρό­σφυ­γες ἀ­πὸ τὴν Καπ­πα­δο­κί­α καὶ τὸν Πόν­το. Τὸ 1944 χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ χει­ρο­βομ­βί­δα καὶ ἔ­χα­σε τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νώ­τα­τη Σχο­λὴ Οἰ­κο­νο­μι­κῶν καὶ Ἐμ­πο­ρι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­πὸ τὸ 1971 ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα στὴν Κα­βά­λα, τὸ 1962, μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἔγ­κλει­στοι. Ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Χω­ρο­στάθ­μη­ση (Κα­βά­λα, 1965), Τὰ κύ­μα­τα καὶ οἱ φω­νές (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1971) κ.ἄ. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Ἔ­σχα­τη ὑ­πό­σχε­ση (1958-1992) (ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1996). Δη­μο­σί­ευ­σε καὶ τὰ πε­ζὰ Ὁ χῶ­ρος τῆς Ἰ­ω­άν­νας καὶ ὁ χρό­νος τοῦ Ἰ­ω­άν­νη (ἐκδ. Ἐ­γνα­τί­α, 1980), Στα­θε­ρὴ ἀ­πώ­λεια (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 1992), Σπα­ράγ­μα­τα (νου­βέ­λα, ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1997), Δι­έ­φυ­γε τὸ μοι­ραῖ­ον (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νε­φέ­λη, 2003) κ.ἄ.



		

	

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου: Ὁ Μαυρουδῆς


Markoglou,Prodromos-OMayroudis-Eikona-02


Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου


Ὁ Μαυ­ρου­δῆς


02-GammaΥΡΝΟΥΣΕ ὅ­λη μέ­ρα στοὺς δρό­μους. Στὰ σκου­πί­δια καὶ τοὺς μπαχ­τσέ­δες. Δὲν μι­λοῦ­σε, ἔ­βγα­ζε μό­νον μι­κρὲς κραυ­γές. Ξυ­πό­λυ­τος χει­μώ­να κα­λο­καί­ρι περ­πα­τοῦ­σε. Πο­τὲ δὲν πεί­ρα­ξε ἄν­θρω­πο. Δὲν ἅ­πλω­νε τὸ χέ­ρι νὰ ζη­τή­σει. Οἱ γυ­ναῖ­κες τοῦ δί­ναν φα­γη­τὸ καὶ κά­πο­τε ἕ­να πα­λιὸ ροῦ­χο. Ἦ­ταν ἐ­πο­χὲς ποὺ δὲν πε­ρίσ­σευ­αν. Ἀ­έ­ρας, ἥ­λιος καὶ βρο­χὴ χά­ι­δευ­αν τὸ κου­ρε­μέ­νο του κε­φά­λι. Τὰ βρά­δια κα­τέ­βαι­νε στὸ λι­μά­νι, στὰ μπλό­κια, ἔ­παι­ζε φυ­σαρ­μό­νι­κα. Οἱ κα­πνερ­γά­τες τοῦ δί­ναν κα­πνὸ νὰ στρί­βει τσι­γά­ρα. Κα­νεὶς δὲν γνώ­ρι­ζε ἀ­πὸ ποὺ εἶ­χε ἔρ­θει. Τὸν φώ­να­ζαν Μαυ­ρου­δῆ.

       Ὕ­στε­ρα χά­θη­κε. Πρῶ­τες τὸ πρό­σε­ξαν οἱ γυ­ναῖ­κες κα­θὼς δὲν βλέ­παν τὴ σκιά του νὰ πέ­φτει στοὺς στε­νοὺς δρό­μους, στοὺς χα­μη­λοὺς τοί­χους.

       Ἕ­να πρω­ί, δε­μέ­νους χει­ρο­πό­δα­ρα, τοὺς πέ­τα­ξαν στὴν πλα­τεί­α. Πα­λι­κά­ρια σχε­δὸν ἀ­μού­στα­κα. Ἕ­να γύ­ρο στρα­τι­ῶ­τες νὰ τοὺς φρου­ροῦν. Χτυ­πη­μέ­νοι. Μὲ σχι­σμέ­να τ’ ἀ­πο­φό­ρια, μὲς στὸ αἷ­μα. Κι ἀ­νά­με­σά τους ὁ Μαυ­ρου­δῆς. Με­γά­φω­να με­τα­δί­δαν προ­τρο­πὲς καὶ πα­τρι­ω­τι­κὰ ἄ­σμα­τα. Ἐμ­βα­τή­ρια.

       Νὰ φτά­νουν μά­νες χα­ρο­κα­μέ­νες, νὰ κλαῖ­νε, νὰ φτύ­νουν, νὰ βρί­ζουν, νὰ προ­τρέ­πουν τοὺς φρου­ροὺς νὰ του­φε­κί­σουν τὰ κτή­νη.

      Κι ἄλ­λες μά­νες νὰ φτά­νουν, χα­ρο­κα­μέ­νες, στὰ μαῦ­ρα τους τριμ­μέ­να ροῦ­χα, νὰ μέ­νουν πα­ρά­με­ρα, νὰ δαγ­κώ­νουν τὰ μαν­τί­λια, πνιγ­μέ­νες στὸ κλά­μα, νὰ ἐ­κλι­πα­ροῦν γιὰ τὰ παι­διά τους, νὰ ἐ­κλι­πα­ροῦν νὰ προ­σφέ­ρουν μιὰ κου­βέρ­τα, λί­γο ψω­μὶ στοὺς συν­τριμ­μέ­νους, νὰ ἐ­κλι­πα­ροῦν καὶ γιὰ τὸν Μαυ­ρου­δῆ ποὺ ἦ­ταν ὀρ­φα­νὸς καὶ χα­μέ­νος.

       Νὰ φυ­σά­ει ὁ πα­γω­μέ­νος ἀ­γέ­ρας στοὺς γο­να­τι­σμέ­νους, νὰ πέ­φτει τὸ χι­ό­νι στὰ κορ­μιὰ τὰ ριγ­μέ­να.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: ἀπὸ τὴν συλλογὴ πε­ζῶν Δι­έ­φυ­γε τὸ μοι­ραῖ­ον. Ἐ­πάλ­λη­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 2003).

Πρό­δρο­μος Χ. Μάρ­κο­γλου (Κα­βά­λα, 1935). Ποί­η­ση, Δι­ή­γη­μα. Οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν πρό­σφυ­γες ἀ­πὸ τὴν Καπ­πα­δο­κί­α καὶ τὸν Πόν­το. Τὸ 1944 χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ χει­ρο­βομ­βί­δα καὶ ἔ­χα­σε τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νώ­τα­τη Σχο­λὴ Οἰ­κο­νο­μι­κῶν καὶ Ἐμ­πο­ρι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­πὸ τὸ 1971 ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα στὴν Κα­βά­λα, τὸ 1962, μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἔγ­κλει­στοι. Ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Χω­ρο­στάθ­μη­ση (Κα­βά­λα, 1965), Τὰ κύ­μα­τα καὶ οἱ φω­νές (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1971) κ.ἄ. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Ἔ­σχα­τη ὑ­πό­σχε­ση (1958-1992) (ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1996). Δη­μο­σί­ευ­σε καὶ τὰ πε­ζὰ Ὁ χῶ­ρος τῆς Ἰ­ω­άν­νας καὶ ὁ χρό­νος τοῦ Ἰ­ω­άν­νη (ἐκδ. Ἐ­γνα­τί­α, 1980), Στα­θε­ρὴ ἀ­πώ­λεια (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 1992), Σπα­ράγ­μα­τα (νου­βέ­λα, ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1997), Δι­έ­φυ­γε τὸ μοι­ραῖ­ον (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νε­φέ­λη, 2003) κ.ἄ.



		

	

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου: Εἴμαστε μεῖς, Ἑλλάδα, τὰ παιδιά σου


Markoglou,Prodromos-Eimast;Emeis,Ellada,TaPaidiaSou...-Eikona-02


Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου


Εἴ­μα­στε μεῖς, Ἑλ­λά­δα, τὰ παι­διά σου


03-Sigma’ ΟΛΗ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ τὰ σχο­λεῖ­α ἦ­ταν κλει­στά. Τὰ εἴ­χα­νε κλεί­σει, οἱ Βούλ­γα­ροι στὴν προ­σπά­θειά τους ν’ ἀ­φελ­λη­νί­σουν τὴν πε­ρι­ο­χή μας, κα­θὼς τὴν εἶ­χαν προ­σαρ­τή­σει στὸ βα­σί­λει­ό τους. Ὅ­ταν τὸν Σε­πτέμ­βρη τοῦ 1944 ὁ ΕΛΑΣ μπῆ­κε στὴν πό­λη, σχε­δὸν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­ναν μή­να, ἄ­νοι­ξαν καὶ πά­λι τὰ σχο­λεῖ­α μας. Ἦ­ταν ἡ πε­ρί­ο­δος τῆς Λα­ο­κρα­τί­ας.

       Οἱ αἴ­θου­σες ἦ­ταν πα­γω­μέ­νες καὶ τὰ τζά­μια στὰ πα­ρά­θυ­ρα σπα­σμέ­να. Ἐ­λά­χι­στα θρα­νί­α εἶ­χαν δι­α­σω­θεῖ ἀ­πὸ τοὺς Γερ­μα­νούς, ποὺ εἶ­χαν με­τα­τρέ­ψει τὸ σχο­λεῖ­ο σὲ στρα­τώ­να. Ἔ­τσι, μὲ τὴν προ­τρο­πὴ τοῦ δα­σκά­λου μας, ἦ­ταν ἕ­νας γεί­το­νάς μας φοι­τη­τὴς τῆς Νο­μι­κῆς, δώ­σα­με τὰ θρα­νί­α στὰ κο­ρί­τσια κι ἐ­μεῖς τ’ ἀ­γό­ρια κα­θό­μα­σταν πά­νω σε κού­τσου­ρα, ποὺ εἴ­χα­με κου­βα­λή­σει ἀ­π’ τὸ βου­νὸ κι ἀ­πὸ τοὺς δι­ά­φο­ρους κή­πους. Γιὰ νὰ γρά­φου­με εἴ­χα­με ἕ­να πα­λιὸ σα­νί­δι πά­νω στὰ γό­να­τά μας· ἐ­κεῖ ἀ­κουμ­πού­σα­με τὰ χαρ­τιὰ ἢ τὴν πλά­κα μας, γιὰ νὰ χα­ράσ­σου­με τὶς πρῶ­τες μας προ­τά­σεις. Ὁ δά­σκα­λος μᾶς ἐμ­ψύ­χω­νε: «Τὰ πράγ­μα­τα δὲν θὰ ἦ­ταν γιὰ πάν­τα ἔ­τσι δύ­σκο­λα, σύν­το­μα θ’ ἀλ­λά­ζα­νε.»

       Στὰ δι­α­λείμ­μα­τα, ἀν­τὶ νὰ παί­ζου­με, φτι­ά­χνα­με μι­κροὺς σχη­μα­τι­σμοὺς κρα­τών­τας βέρ­γες στοὺς ὤ­μους μας σὰν ὅ­πλα καὶ τρα­γου­δών­τας μ’ ὅ­λη μας τὴ δύ­να­μη:


Εἴ­μα­στε μεῖς, Ἑλ­λά­δα, τὰ παι­διά σου

Συγ­κεν­τρω­μέ­να πά­νω στὰ βου­νὰ

Καὶ γιὰ σέ­να καὶ γιὰ τὴ λευ­τε­ριά σου

Θ’ ἀ­γω­νι­στοῦ­με ὅ­λοι μὲ καρ­διά.

 

Δὲν μᾶς τρο­μά­ζουν τῶν Γερ­μα­νῶν τὰ βό­λια

Τῶν φα­σι­στῶν τὰ ἄ­δο­ξα σπα­θιὰ

Τό ‘­χου­με γρά­ψει βα­θιὰ μὲς στὴν καρ­διά μας

Λα­ο­κρα­τί­α καὶ ὄ­χι βα­σι­λιά.


Ἐ­κεῖ μά­θα­με τὰ πρῶ­τα γράμ­μα­τα.


       Στὸ τέ­λος τοῦ Μάρ­τη τὰ σχο­λεῖ­α καὶ πά­λι κλεί­σα­νε. Ἀρ­χὲς τοῦ Ἀ­πρί­λη ἄρ­χι­σαν νὰ κα­τα­φτά­νουν οἱ Ἄγ­γλοι κι ἀ­πὸ πί­σω τους τὸ πα­λιὸ κα­θε­στώς. Τὴν 25η Μαρ­τί­ου πραγ­μα­το­ποι­ή­σα­με τὴν τε­λευ­ταί­α μας συγ­κέν­τρω­ση. Κλεί­νον­τας τὴ γι­ορ­τή, ὁ δά­σκα­λος μᾶς εἶ­πε: «Μέ­χρι ἐ­δῶ ἤ­μα­σταν ἐ­μεῖς, ἀ­πὸ δῶ καὶ πέ­ρα θὰ συ­νε­χί­σε­τε μὲ ἄλ­λους, νὰ θυ­μᾶ­στε πὼς ἡ γνώ­ση εἶ­ναι δύ­να­μη, μπο­ρεῖ ν’ ἀλ­λά­ξει τὸν κό­σμο, νὰ τὴν κα­τα­κτή­σε­τε για­τί πρέ­πει ν’ ἀλ­λά­ξει ὁ κό­σμος, ἐ­σεῖς θ’ ἀλ­λά­ξε­τε τὸν κό­σμο.»

       Κλεί­σα­με κλαί­γον­τας τὴ γι­ορ­τὴ τρα­γου­δών­τας: Εἴ­μα­στε μεῖς, Ἑλ­λά­δα, τὰ παι­διά σου…

       Δὲν ξέ­ρω τί κερ­δί­σα­με ἢ τί χά­σα­με κρα­τών­τας ἔ­κτο­τε μέ­σα μας βα­θιὰ μιὰ ἄρ­νη­ση προ­σαρ­μο­γῆς.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἀπὸ τὴν συλλογὴ πεζῶν Κείμενα μικρῆς πνοῆς (ἐκδ. Κέδρος, 2009).


Πρό­δρο­μος Χ. Μάρ­κο­γλου (Κα­βά­λα, 1935). Ποί­η­ση, Δι­ή­γη­μα. Οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν πρό­σφυ­γες ἀ­πὸ τὴν Καπ­πα­δο­κί­α καὶ τὸν Πόν­το. Τὸ 1944 χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ χει­ρο­βομ­βί­δα καὶ ἔ­χα­σε τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νώ­τα­τη Σχο­λὴ Οἰ­κο­νο­μι­κῶν καὶ Ἐμ­πο­ρι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­πὸ τὸ 1971 ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα στὴν Κα­βά­λα, τὸ 1962, μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἔγ­κλει­στοι. Ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Χω­ρο­στάθ­μη­ση (Κα­βά­λα, 1965), Τὰ κύ­μα­τα καὶ οἱ φω­νές (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1971) κ.ἄ. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Ἔ­σχα­τη ὑ­πό­σχε­ση (1958-1992) (ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1996). Δη­μο­σί­ευ­σε καὶ τὰ πε­ζὰ Ὁ χῶ­ρος τῆς Ἰ­ω­άν­νας καὶ ὁ χρό­νος τοῦ Ἰ­ω­άν­νη (ἐκδ. Ἐ­γνα­τί­α, 1980), Στα­θε­ρὴ ἀ­πώ­λεια (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 1992), Σπα­ράγ­μα­τα (νου­βέ­λα, ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1997), Δι­έ­φυ­γε τὸ μοι­ραῖ­ον (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νε­φέ­λη, 2003) κ.ἄ.