Ἀλέξιος Μάινας: Πράγματα ποὺ δὲν θὰ σοῦ ξαναπῶ στὸ Λὸς Ἄντζελες


Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας


Πράγματα ποὺ δὲν θὰ σοῦ ξαναπῶ στὸ Λὸς Ἄντζελες


caelumque aspicit et dulcis moriens reminiscitur Argos*

(Βιρ­γί­λιος)


ΕΝ ΞΕΡΩ ΑΠΟ ΠΟΥ νὰ μπῶ στὸ χαρ­τί, τί νὰ πρω­τα­να­φέ­ρω. Στὸ χαρ­τὶ ποὺ θὰ λά­βεις αὔ­ριο. Θὰ τὸ ρί­ξω ἡ ἴ­δια στὸ γραμ­μα­το­κι­βώ­τιο. Ἂν σὲ εἶ­χα κα­τα­λά­βει πο­τέ, θὰ ἔ­βλε­πα ἤ­δη τώ­ρα τὴν ἀν­τί­δρα­σή σου. Σά­στι­σμα, συν­τρι­βή, ὀρ­γή. Θὰ ἔ­πρατ­τες ἤ­δη μπρο­στὰ στὰ μά­τια μου, σὰν ὑ­πνο­βά­της, χω­ρὶς νὰ τὸ ξέ­ρεις. Ἡ αὐ­ρια­νή σου ἀν­τί­δρα­ση στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα θὰ ἀ­να­πα­ρι­στοῦ­σε, μὲ κά­ποι­α μα­νι­έ­ρα, τού­τη ‘δῶ τὴ μυ­στι­κὴ καὶ πρώ­τη. Ἡ ζω­ὴ θὰ μι­μοῦν­ταν τὴ γνώ­ση.

          Ἀλ­λὰ δὲν ἔ­χω σα­φῆ εἰ­κό­να. Ἀ­δύ­να­τον νὰ δι­α­χει­ρι­στεῖ κα­νεὶς ἀ­να­μνή­σεις τριά­ντα ἐ­τῶν. Καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει κα­τάλ­λη­λη εἰ­σα­γω­γὴ γιὰ κά­τι τέ­τοι­ο. Εἴ­μα­στε ἤ­δη στὴν αἴ­θου­σα ἀ­να­μο­νῆς. Τὰ ζά­ρια ἔ­χουν πέ­σει. Ἔ­χουν ὅ­λα ἤ­δη συμ­βεῖ.

          Σὲ θυ­μᾶ­μαι χω­ρὶς μού­σι, μὲ μαῦ­ρο μού­σι, με­τὰ μὲ γκρί­ζο. Σὲ θυ­μᾶ­μαι νὰ φω­νά­ζεις στὴν πα­λιὰ κου­ζί­να. Στὴ νέ­α κου­ζί­να. Θυ­μᾶ­μαι τὰ χέ­ρια σου ὅ­ταν δι­ά­βα­ζες. Θυ­μᾶ­μαι νὰ κοι­μᾶ­σαι. Κά­θε πε­ρί­ο­δος, κά­θε εἰ­κό­να σου, κά­θε ἀ­πό­φα­ση γιὰ τὸ τί τε­λι­κὰ νι­ώ­θω, δη­μι­ούρ­γη­σε μιὰ νέ­α γε­ω­λο­γι­κὴ στρώ­ση. Σκύ­βω πά­νω στὸ χαρ­τὶ καὶ νι­ώ­θω τὴν ἐγ­κάρ­σια το­μὴ ὅ­λων τῶν στρώ­σε­ων μέ­σα μου. Βλέ­πω τὴν κα­θε­μιὰ μὲ ζων­τα­νὰ χρώ­μα­τα, σὰν νὰ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε μό­λις. Λάμ­πουν καὶ μοιά­ζουν νὰ ἀ­να­φέ­ρον­ται σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ πρό­σω­πα. Ἀλ­λὰ ἀ­να­φέ­ρον­ται σὲ σέ­να. Τριά­ντα χρό­νια δη­μι­ουρ­γεῖ­σαι μέ­σα μου.

          Τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ σὲ θυ­μᾶ­μαι νὰ γέρ­νεις τὸ κε­φά­λι στὸ πλά­ι γιὰ νὰ πεῖς ὄ­χι. Για­τὶ δὲν μπο­ροῦ­σες πιὰ νὰ μι­λή­σεις. Ἐ­σὺ ὁ κύ­ριος κα­θη­γη­τής, πά­νω στὴν ἕ­δρα, ἕ­τοι­μος νὰ ἐ­ξη­γή­σει με­τὰ τὸ βή­ξι­μο, ἕ­τοι­μος νὰ δεί­ξει ὅ­τι δὲν ἔ­χει νό­η­μα ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση με­τὰ τὸν βή­χα του. Ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει νό­η­μα με­τὰ τὸ δι­κό του. Τώ­ρα στὸ τη­λέ­φω­νο δὲν μπο­ρεῖς κὰν νὰ μι­λή­σεις. Σα­λι­α­ρί­ζεις καὶ σὲ ἔ­χει ἐ­ξου­θε­νώ­σει ἡ μο­να­ξιά, οἱ ὀ­ροὶ καὶ οἱ ἀ­σκή­σεις γιὰ τὰ σύμ­φω­να. Σὲ ἐ­ξου­θε­νώ­νει τ’ ὅ­τι ἔρ­χον­ται οἱ φοι­τη­τὲς καὶ τὸ βλέ­πουν.

          Για­τί βγά­ζα­με πάν­τα τὸν χει­ρό­τε­ρο ἑ­αυ­τό; Μὲ κα­τη­γο­ροῦ­σες στὰ γράμ­μα­τα, μ’ ἔ­λε­γες ἀ­χά­ρι­στη, μὴ-πλα­τω­νι­κή, ὅ,τι κι ἂν ση­μαί­νει αὐ­τό. Ἀλ­λὰ ἀ­να­φε­ρό­σουν στὰ λε­φτά. Εἴ­χα­με τέσ­σε­ρα χρό­νια νὰ εἰ­δω­θοῦ­με, ἀλ­λὰ ἐμ­φα­νί­στη­κες νὰ μὲ βρί­σεις στὴ νέ­α μου κου­ζί­να.

          Ἀ­νε­βαί­νου­με στὸν ἀ­έ­ρα. Κοι­τά­ζω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τὸ πρω­ὶ κι ἔ­χει ἕ­να πεν­τα­κά­θα­ρο, συμ­πα­γὲς γα­λά­ζιο. Θέ­λει νὰ βγεῖ κα­νεὶς ἔ­ξω στὸ φτε­ρὸ νὰ τὸ πιά­σει μὲ τὰ χέ­ρια. Ὅ­ταν σὲ σκέ­φτο­μαι, σκέ­φτο­μαι πὼς τὸ γα­λά­ζιο δὲν ἔ­χει διά­ρκεια. Πὼς ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μὴ θὰ δι­αρ­ρα­γεῖ καὶ θὰ φα­νεῖ ἡ ζω­ὴ – πο­λύ­πλο­κη, ὕ­που­λη, λε­ρω­μέ­νη.

          Δί­πλα μου κοι­μᾶ­ται ὁ μι­κρός, πρώ­τη φο­ρὰ πε­τά­ει, τὸ πε­ρί­με­νε ἑ­βδο­μά­δες. Ζω­γρά­φι­ζε ἀ­ε­ρο­πλά­να μὲ τρεῖς ἀν­θρώ­πους. Ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ σοῦ κά­νω ἔκ­πλη­ξη, νὰ σοῦ τὸν φέ­ρω γιὰ τὰ τριά­ντα μας. Με­γά­λω­σε καὶ θέ­λει νὰ γνω­ρί­σει τὸν πα­τέ­ρα του. Θέ­λει νὰ γε­μί­σει τὴ ζω­ή του καὶ μὲ σέ­να. Δὲν θέ­λει νὰ ρω­τά­ει μό­νο, θέ­λει νὰ σὲ ξέ­ρει καὶ νὰ σὲ βλέ­πει στὸν ὕ­πνο του.

          Νὰ ξέ­ρεις πὼς μὲ πῆ­ρε ὁ πα­θο­λό­γος σου. Μοῦ τά ’­πε σὲ δυ­ὸ προ­τά­σεις. Γι’ αὐ­τὸ ἔρ­χο­μαι.

          Γι’ αὐ­τὸ ἦρ­θα. Γι’ αὐ­τὸ εἶ­μαι ἐ­δῶ τώ­ρα ποὺ τὸ δι­α­βά­ζεις. Εἶ­μαι μὲ τὸν μι­κρὸ στὸ ἀ­πέ­ναν­τι κα­φέ. Πῆ­ρα τη­λέ­φω­νο καὶ ἔ­μα­θα πὼς ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα. Εἶ­παν δὲν χρει­ά­ζε­ται, ἀλ­λὰ ἔ­κα­να κρά­τη­ση. Σὲ πε­ρι­μέ­νου­με ἐ­δῶ στὸ τζά­μι καὶ ἴ­σως σὲ ἀ­να­γνωρίσει μό­λις σε δει νὰ ση­κώ­νεις τὸ κε­φά­λι. Αὐ­τὸς ἀ­πέ­ναν­τι, μά­τια μου, εἶ­ναι ὁ μπαμ­πάς σου.

          Ξέ­ρεις τὸ μί­σος εἶ­ναι πολ­λὰ συ­ναι­σθή­μα­τα, δὲν εἶ­ναι ἕ­να. Εἶ­ναι ἡ ἐκ­βο­λὴ ἑ­νὸς με­γά­λου πο­τα­μοῦ στὸ τέ­λος. Κά­θε με­γά­λος ἔ­ρω­τας ὀ­φεί­λει νὰ τε­λει­ώ­σει στὸ μί­σος, ἂν σέ­βε­ται τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἐ­μεῖς τὰ κα­τα­φέ­ρα­με. Ἐ­γὼ σί­γου­ρα, για­τὶ σοῦ τά ’­χα δώ­σει ὅ­λα. Τά ’­δω­σα ὅ­λα, ἀλ­λὰ ἤ­σουν ἀ­νήμ­πο­ρος νὰ τὸ δεῖς. Για­τί ξέ­ρεις νὰ δι­α­βά­ζεις μό­νο σε­λί­δες. Ἀλ­λὰ αὐ­τὰ ποὺ συ­νέ­βαι­ναν, δὲν ἦ­ταν λέ­ξεις. Κι ἡ προ­σφο­ρά, ἡ κα­θη­με­ρι­νὴ θυ­σί­α δὲν ἐ­πι­δέ­χε­ται πε­ρί­λη­ψη. Ὁ ἐ­γω­ι­σμὸς ἐ­πι­δέ­χε­ται.

          Ἡ τά­φρος ἀ­νά­με­σά μας. Σὰν τὴ χα­ρά­δρα κά­τω ἀ­πὸ τὸ φτε­ρό. Ἡ ἀ­πύθ­με­νη ἀ­πό­κλι­ση ὅ­σων δώ­σα­με. Ὅ­ταν χω­ρί­σα­με, μοί­ρα­σες τσάμ­πα συγ­χω­ρο­χάρ­τια στὸν ἑ­αυ­τό σου. Αἰ­ώ­νια ἐ­ξι­λέ­ω­σή σου κά­ποι­ες ἀμ­φι­βο­λί­ες ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα μὲ βρο­χή. Μι­σὴ συγ­γνώ­μη, ποὺ προ­δι­έ­θε­τε γιὰ νέ­α κύ­μα­τα ὑ­πε­ρη­φά­νειας. Κι ἕ­να βρεγ­μέ­νο μα­νί­κι.

          Λέ­νε πὼς τὸ ἐ­πί­πε­δό τῆς καρ­διᾶς φαί­νε­ται στὴ συ­νεί­δη­ση. Ἐ­γὼ λέ­ω πὼς φαί­νε­ται στὶς ἐ­πι­λο­γές, κι ὄ­χι στὶς τύ­ψεις. Ἄς εἶ­ναι. Τὸ ἔ­σχα­το ἐ­πει­σό­διο, με­τὰ τὸ μί­σος, δὲν μπο­ρεῖ πα­ρὰ νὰ εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος ἐ­πί­γνω­σης ἢ ρωγ­μῆς. Εἶ­ναι τὸ ἐ­πει­σό­διο ποὺ πο­τὲ δὲν προ­βάλ­λε­ται. Δὲν ξέ­ρω γιὰ ἐ­πι­στο­λὲς καὶ σκέ­ψεις, ἀλ­λὰ ἔ­χω γρά­ψει γιὰ χά­ρη σου ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κομ­ψό­τε­ρα κε­φά­λαι­α στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς μα­ται­ό­τη­τας.

          Κι ὅ­ταν ἔρ­θει τὸ τέ­λος, εἶ­ναι ἀμ­φί­βο­λο ἂν θὰ στρέ­ψεις ἀλ­λοῦ τὴ μνή­μη γιὰ νὰ με­λαγ­χο­λή­σεις. Θὰ σκε­φτεῖς τὸν γιό μας, θὰ σκε­φτεῖς ἐ­μέ­να νὰ φι­λῶ τὸν ὦ­μο σου τὴν ὥ­ρα ποὺ γρά­φεις. Κι ὅ­μως αὐ­τὴ ἡ ἐ­λά­χι­στη νο­σταλ­γί­α δὲν θά ’­χει τί­πο­τα ἀ­πὸ δι­και­ο­σύ­νη. Θὰ ὀ­φεί­λε­ται στὸ τέ­λος, ὄ­χι σὲ με­τα­μέ­λεια.

Στα­μα­τῶ για­τί ἕ­νας κύ­ριος ση­κώ­θη­κε στὸ δι­ά­δρο­μο καὶ φω­νά­ζει.


* Κοι­τά­ζει τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ πε­θαί­νον­τας θυ­μᾶ­ται τὸ γλυ­κὸ Ἄρ­γος.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.


Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας (Ἀ­θή­να, 1976). Μὲ ἑλ­λη­νο­γερ­μα­νι­κὴ κα­τα­γω­γὴ γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που καὶ με­γά­λω­σε. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Βόν­νη, με­λε­τᾶ καὶ πα­ρου­σιά­ζει τὸ ἔρ­γο Ἑλ­λή­νων ποι­η­τῶν στὸ γερ­μα­νό­φω­νο χῶ­ρο. Γρά­φει καὶ με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὶς δύ­ο γλῶσ­σες. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ ὑ­πό­λοι­που (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2011).


 

Alexios Mainas: Paradise Lost


Mainas,Aleksios-ParadiseLost-Eikona-05a


Alexios Mainas


Paradise Lost


08-Epsilon-603px-Barcley_custom_corsetsE_svgN 1994 TENÍA dieciocho años, era un neopilus Adán, un pequeño burgués en la flor de toda mi ambigüedad, y el último de mi pandilla en bailar el blues. Todo pasó en casa de un amigo, Takis, en un edificio de viviendas- desde el balcón de la quinta planta se veía al fondo el monte Himeto, y al otro lado estaba la ciudad como un invisible susurro mitológico.

       Todos los muchachos llevábamos gruesas monturas de pasta, que ahora se han vuelto a poner de moda después de diecisiete años, y habíamos formado un corrillo en el ancho sofá amarillento de cuero resbaladizo junto al carrito de las bebidas, negociando entre cuchicheos con cuál de las vecinas de Takis íbamos a bailar. Las guapas estaban sentadas al otro lado de la vida, en un charco de luz de una lámpara triple y aunque estaban riéndose a carcajadas, evidentemente llenas de vida y fogosidad, para nosotros eran compactas e inaccesibles como figuras de cera. Lo único que nos unía era el parqué.

       Agotado por las dificultades evidentes de no ser ya un niño, salí al balcón a fumar. Estaba solo y hacía frío. El cigarrillo no era todavía una excusa para charlar y entablar relaciones, como lo era pasear al perro, era una especie de apuesta o de demostración, un acto de fe en algo en lo que no creíamos, como sería más tarde la mili. Detrás de la pared lateral de la terraza, delante de la cocina, si te asomabas por encima del tendedero, se apreciaba un trozo triangular de Atenas, como un cementerio, con lucecitas de colores y con la queja acallada de los muertos. Me sentía conectado al rumor de la ciudad como al cordón umbilical. La Kipseli(1) de los primeros años no se divisaba entre las constelaciones desde este punto, tampoco la otra colmena a la sombra de la colina Licabeto, donde crecí en medio de bocinazos. Bien entrada la noche, cuando apagaba la luz podía imaginarme la respiración de millares de durmientes que subía a lo alto de la atmósfera como tiras de papel de arroz. No conocía a casi nadie. Por la noche solía soñar con semáforos, las encrucijadas de mi sueño estaban llenas de desnudos que llevaban chaquetas.

       Hubo un momento en el que se me acercó por detrás Tani (con i latina), una noruega Brunilda de ojos verdes a la que Takis conocía de otro edificio de apartamentos de verano en Fáliro(2). Quería bailar conmigo, me hizo una proposición inesperada, de una manera directa y a la noruega, pero me negué, porque sabía que tendríamos que abrazarnos sobre mi ya imperiosa anatomía. Aun así, se me acercó sin miedo, como si no hubiera terremotos en el quinto, como si no hubiera existido el Grito de Munch, me quitó el cigarrillo de la boca con un simple movimiento, echó una calada, lo tiró en la oscuridad sin preguntarme, envolvió el vestido verde de sus brazos lentamente por debajo de mi melena como pitones alrededor de mi nuca y selló para siempre, con un simple seductor meneo de caderas, en un blues de tres minutos sobre mi erección, bajo el eco azul de “Without you” detrás de los ventanales del salón y la distante gárgara de la ciudad, lo que significa supremacía. Y feminidad suprema.

       Pasaron los tres minutos. Mariah guardó silencio detrás del cristal. Tani corrió la cristalera y se perdió entre los fiordos de la cortina. La ciudad se quedó fuera.


(1) Barrio popular en el centro de Atenas cuyo nombre significa colmena.

(2) Barrio en la zona costera de Atenas.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Fuente: Primera publicación blog Planodion – Historias Bonsái, 30 de junio de 2013

Alexios Mainas (Atenas, 1976). Estudió Filosofía en la ciudad alemana de Bonn. Trabaja como traductor y escribe en las dos lenguas.

La traducción colectiva se ha realizado en el marco de la asignatura «Traducción literaria inversa del griego al español» del Máster en Traducción, Co­mu­ni­ca­ción y Mundo Editorial (Universidad Aristóteles de Salónica) impartida du­rante el curso 2015-2016 por Natividad Peramos Soler. Participaron los estu­di­antes: Anestopoulou Anna, Georgo­pou­lou Efi, Golfinopoulou Alexandra, Dimitropoulou Katerina, Kampyli Aspasia, Ka­ra­gian­nidou Kiriaki, Kiose Konstantina, Lambrou Natasa, Malakata Maria, Bakatsia Dimi­tra, Papaioannou Eustratía.



		

	

Ἀλέξιος Μάινας: Ὁ ὑδραυλικὸς

.

untitled

.

Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας

 

Ὁ ὑ­δραυ­λι­κὸς

 

05-Miι­λᾶ­με χτὲς συ­νάν­τη­σα ἕ­ναν τύ­πο μὲ στρα­βιὰ μύ­τη καὶ ξαν­θὸ μου­σά­κι καὶ γυα­λιὰ ποὺ εἶ­μαι σί­γου­ρος πὼς πρὶν ἀ­πὸ χρό­νια εἴ­χα­με σπρω­χτεῖ καὶ βρι­στεῖ στὴν οὐ­ρὰ τοῦ τα­χυ­δρο­μεί­ου τῶν Φη­ρῶν χω­ρὶς νὰ δώ­σου­με συ­νέ­χεια. Χτὲς ὅ­μως παί­ξα­με μα­ζὶ μπά­σκετ, καὶ μὲ κά­τι παι­διὰ ἀ­πὸ τὴ δου­λειά. Πιὸ πο­λὺ σου­τά­κια. Καὶ κά­τι ἀγ­κω­νι­ές, λί­γο βρό­μι­κα. Κά­ποι­α στιγ­μὴ τὰ φτύ­σα­με, δὲν εἴ­μα­στε εἰ­κο­σά­ρη­δες, πᾶ­νε αὐ­τά. Μοιά­ζει μ’ ἕ­ναν πα­λιὸ δε­κα­νέ­α κα­θί­κι ἀ­πὸ τὰ πο­λυ­δι­αυ­λι­κὰ Χα­ϊ­δα­ρί­ου, τέ­λος πάν­των, ἄλ­λη ἱ­στο­ρί­α αὐ­τή, τί μοῦ θύ­μι­σα τώ­ρα, μι­λᾶ­με Ρό­δο με­τά, Ψίν­θος, τσαμ­πι­κο­χώ­ρι, καὶ δὲ βγαί­να­με πο­τὲ ἐ­ξο­δοῦ­χοι. Λοι­πὸν κά­να­με δι­ά­λειμ­μα χτές, εἴ­χα­με φέ­ρει νε­ρὰ σὲ μπου­κά­λια ἀ­π’ τὶς βρύ­σες καὶ αὐ­τὸς γιὰ νὰ κα­τα­λά­βεις εἶ­χε φέ­ρει μιὰ μπύ­ρα νὰ πι­εῖ, ἔ­λε­ος, θε­έ μου δη­λα­δή. Τέ­λος πάν­των νὰ μὴν τὰ πο­λυ­φλυα­ρῶ, ὁ τύ­πος λέ­ει τὴν ἑ­ξῆς ἱ­στο­ρί­α: Τσα­κώ­θη­κε, λέ­ει, μὲ τὴν ἀ­δελ­φή του γιὰ τὸ ποι­ὰ εἶ­ναι ἡ πρω­τεύ­ου­σα τῆς Ἐλ­βε­τί­ας. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­λε­γε Ζυ­ρί­χη, αὐ­τὴ Γε­νεύ­η. Ὄ­χι, ἐ­πί­ση­μα εἶ­ναι ἡ Ζυ­ρί­χη, ὄ­χι ρὲ ἄ­σχε­τε, ἡ Γε­νεύ­η. Ἄρ­χι­σαν νὰ πει­ρά­ζον­ται καὶ κα­τέ­λη­ξαν νὰ τὰ παίρ­νουν στὸ κρα­νί­ο καὶ νὰ φω­νά­ζουν. Στὴν κρά­να ἐν­τε­λῶς. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ποὺ τῆς λέ­ει: ἀ­φοῦ ἔ­μει­νες δυ­ὸ φο­ρὲς ρὲ στὸ λύ­κει­ο, τρώ­ει ἕ­να χα­στού­κι καὶ τοῦ φεύ­γουν τὰ γυα­λιά. Εἶ­χαν ξε­κι­νή­σει στὴν κου­ζί­να, ἀλ­λὰ αὐ­τὴ ἡ σκη­νὴ παί­χτη­κε, λέ­ει, στὸ μπά­νιο, τα­πη­ρο­κρα­νί­α­ση, λέ­ει. Τὰ γυα­λιὰ πέ­φτουν λοι­πὸν στὸ νι­πτή­ρα, σπᾶ­νε οἱ φα­κοὶ κι ὁ σκε­λε­τὸς δι­πλώ­νε­ται, λέ­ει, στὰ δυ­ό. Ἕ­να με­γά­λο κομ­μά­τι γυα­λὶ πά­ει ἀ­π’ ὅ,τι φαί­νε­ται, λέ­ει, καὶ σκα­λώ­νει στὸ σι­φό­νι, για­τί ἂν καὶ δὲ βλέ­πεις κά­τι μὲ γυ­μνὸ μά­τι, ἀρ­γεῖ νὰ φύ­γει τὸ νε­ρό. Σή­με­ρα, λέ­ει, ἦρ­θε ὁ ὑ­δραυ­λι­κὸς καὶ δί­νει στὴν ἀ­δελ­φή του τὴν κάρ­τα του μὲ τὸ τη­λέ­φω­νο τοῦ γρα­φεί­ου, ὅ­πως τῆς εἶ­πε, με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ κου­βέν­τα ποὺ ἔ­κα­ναν γιὰ ται­νί­ες τοῦ Τέ­ρι Γκί­λιαμ. Τὸ σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο, λέ­ει, θὰ βγοῦ­νε. Καὶ τε­λει­ώ­νει τὴν ἱ­στο­ρί­α λέ­γον­τας ἐ­πὶ λέ­ξει: φο­βᾶ­μαι μὴν κά­νει κα­μιὰ μα­λα­κί­α καὶ μεί­νει ἔγ­κυ­ος μὲ τὸν ὑ­δραυ­λι­κό. Αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ ἱ­στο­ρί­α πού μᾶς εἶ­πε χτὲς στὸ μπά­σκετ πί­νον­τας τὴ μπύ­ρα ποὺ ἔ­φε­ρε, μὲ τὴ στρα­βιὰ του μύ­τη, καὶ μοῦ φαί­νε­ται χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή, ἐν­τε­λῶς. Ἐν­νο­ῶ ἡ ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὴ γιὰ τὴν πο­λυ­πλο­κό­τη­τα, ἀλ­λὰ μυ­στι­κό­τη­τα καὶ γε­λοι­ό­τη­τα τῶν μη­χα­νι­σμῶν τοῦ κό­σμου καὶ τῶν πάν­των. Δη­λα­δὴ πῶς νὰ στὸ πῶ; Πὲς το σύμ­πτω­ση ἂν σὲ βο­η­θά­ει.

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας (Ἀ­θή­να, 1976). Μὲ ἑλ­λη­νο­γερ­μα­νι­κὴ κα­τα­γω­γὴ γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που καὶ με­γά­λω­σε. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Βόν­νη, με­λε­τᾶ καὶ πα­ρου­σιά­ζει τὸ ἔρ­γο Ἑλ­λή­νων ποι­η­τῶν στὸ γερ­μα­νό­φω­νο χῶ­ρο. Γρά­φει καὶ με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὶς δύ­ο γλῶσ­σες. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ ὑ­πό­λοι­που (ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2011).

 

Ἀλέξιος Μάινας: Μπλὲ μάγουλα

 .

 

.

Ἀλέξιος Μάινας

 

Μπλὲ μά­γου­λα

 

04-OmikronΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΠΑΙΔΙ πα­ρα­θε­ρί­ζα­με συ­νή­θως στὸ Κα­μά­ρι τῆς Σαν­το­ρί­νης, στὸ Μέ­σα βου­νό, κον­τὰ στὴ θά­λασ­σα. Κά­θε ἀ­πό­γευ­μα οἱ γο­νεῖς μου μὲ ἔ­στελ­ναν στὸ χω­ριό, ὅ­που ἦ­ταν τὸ μο­να­δι­κὸ μπα­κά­λι­κο. Ἡ ἔν­νοι­α μί­νι μάρ­κετ ἦρ­θε ἀρ­γό­τε­ρα. Μὲ τὰ με­γά­λα κα­ρά­βια ποὺ κα­τέ­βα­ζαν τοὺς του­ρί­στες ἀ­πὸ Πει­ραι­ὰ Ἀ­θη­νιὸ σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε ὧ­ρες. Ἐ­πα­νά­στα­ση τὸ Λῆ­μνος.

       Τὸ χω­ριὸ ἦ­ταν μα­κριὰ ἀ­π’ τὴ θά­λασ­σα, σὰν νά ’­χε πέ­σει ἀ­πό­το­μα ἡ στάθ­μη τοῦ νε­ροῦ. «Τὸ φτι­ά­ξα­με πιὸ ψη­λὰ γιὰ νὰ μὴ γί­νει τί­πο­τα…» μοῦ ἐ­ξη­γοῦ­σε μὲ ἔν­ρι­νη φω­νὴ σὰν νά ’­χε γά­ζες στὴ μύ­τη ὁ κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρος. «Τί νὰ γί­νει δη­λα­δή;» ρώ­τα­γα. Ἤ­μουν παι­δί, κα­νεὶς δὲν ἀ­σχο­λι­ό­ταν.

       Ἦ­ταν ὁ μπα­κά­λης, ξά­δερ­φος τῆς θεί­ας Μα­ρου­λί­ας. Τὸ μα­γα­ζὶ που­λοῦ­σε ἀ­πὸ καρ­πού­ζια μέ­χρι κρη­τι­κὲς μί­νι μπα­νά­νες, ἀ­πὸ συ­ρια­νὰ λου­κού­μια μέ­χρι σαν­το­ρι­νιὸ κου­φέ­το μὲ μέ­λι, ἀ­πὸ φά­βα μέ­χρι φάρ­μα­κα καὶ βι­βλί­α. Ἦ­ταν παν­το­πω­λεῖ­ο. Ἀ­π’ ἔ­ξω, ἀ­πέ­ναν­τι στὰ σκα­λιὰ στὴν εἴ­σο­δο τοῦ χω­ριοῦ, κα­θό­ταν πάν­τα μιὰ γι­α­γι­ού­λα, ἔ­τσι μοῦ ’­μοια­ζε, γύ­ρω στὰ πε­νήν­τα πέν­τε ἢ ἑ­ξήν­τα, ζα­ρω­μέ­νη καὶ μό­νη, μὲ μαύ­ρη μαν­τί­λα στὸ κε­φά­λι, καὶ κα­θά­ρι­ζε ὁ­λη­με­ρὶς φι­στί­κια στὸν ἥ­λιο. Εἶ­χε ὁ­λό­κλη­ρο σα­κὶ δί­πλα της. Τὴ θυ­μᾶ­μαι πάν­τα στὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο, στὰ ἀ­σβε­στω­μέ­να σκα­λιά, νὰ ξε­κλει­δώ­νει τὰ φι­στί­κια καὶ νὰ ρί­χνει τὸν καρ­πὸ σ’ ἕ­να τσίγ­κι­νο πιά­το. Πο­τὲ δὲν τὴν ἄ­κου­σα νὰ μι­λά­ει. Τὴ θυ­μᾶ­μαι νὰ δι­αι­ω­νί­ζει τὴν ἴ­δια κί­νη­ση ἐ­πὶ ὧ­ρες, σὰν μη­χα­νή, καὶ ἀμ­φι­βάλ­λω ἂν ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ. Ἡ ἀ­νά­μνη­ση αὐ­τή, ἀ­βέ­βαι­η, ἐρ­γα­τι­κὴ καὶ δι­η­νε­κής, μὲ συγ­κλο­νί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­κό­μα πα­λι­ό­τε­ρη τοῦ Ἰσ­λαν­δοῦ ποὺ πνι­γό­ταν μπρο­στὰ στὰ μά­τια μας. Πνι­γό­ταν, ἀλ­λὰ ἔ­μοια­ζε χα­ρού­με­νος. Τὸν θυ­μᾶ­μαι μὲ μπλὲ μά­γου­λα νὰ χα­μο­γε­λά­ει ἀ­νί­κα­νος νὰ φω­νά­ξει, καὶ νὰ πι­τσι­λά­ει ὁ­λό­γυ­ρα. Ὁ πα­τέ­ρας μου τοῦ ’­χε ρί­ξει τὸ στρῶ­μα θα­λάσ­σης μου, εἶ­χε προ­λά­βει νὰ πια­στεῖ, ὄ­χι ὅ­μως νὰ ξα­πλώ­σει πρὶν τὸν πά­ρει ὁ ὕ­πνος. Ὅ­πως μοῦ ἐ­ξή­γη­σαν. Ἤ­μουν πέν­τε ἐ­τῶν καὶ συ­νέ­δε­σα τὸ θά­να­το μὲ τὴν ἀ­πώ­λεια παι­χνι­δι­ῶν.

       Ἐ­πι­στρέ­φω στὸ παν­το­πω­λεῖ­ο, μπαί­νω μὲ τὸ μυα­λό μου ἀ­π’ τὴ δί­φυλ­λη ἄ­σπρη πόρ­τα. Τὸ ἕ­να φύλ­λο ὁ κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρος τό ’βγα­ζε ὅ­ταν ἦ­ταν ἀ­νοι­χτός, γιὰ νὰ μπαί­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο φῶς. Μέ­σα τὸ μα­γα­ζὶ ἦ­ταν σπη­λαι­ῶ­δες καὶ σκο­τει­νό, χω­ρὶς πα­ρά­θυ­ρα. Ἔμ­παι­νες καὶ δὲν ἔ­βλε­πες τί­πο­τα γιὰ μι­σὸ λε­πτό. Ἔ­νι­ω­θες ἔκ­θε­τος. Ὁ κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρος πί­σω ἀ­π’ τὸν πάγ­κο σοῦ μί­λα­γε ὅ­πως ὁ ἄγ­γε­λος στὸν Σα­ούλ. Με­τὰ τὰ ἀν­τι­κεί­με­να ἐμ­φα­νί­ζον­ταν ἀ­χνά. Στὸ βά­θος ὁ κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρος κρα­τοῦ­σε ἕ­να μα­χαί­ρι μὲ τὴ νέ­α φέ­τα ἀ­πὸ Πε­λο­πόν­νη­σο.

       Στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ μέ­ρος τοῦ μα­γα­ζιοῦ ὑ­πῆρ­χε μιὰ σκά­λα οἰ­κο­δο­μῆς ποὺ ἀ­νέ­βα­ζε τὸν ἀ­γο­ρα­στὴ στὰ ρά­φια μὲ τὰ βα­ζά­κια. Ρί­γα­νη, φα­σκό­μη­λο, ξε­ρα­μέ­να σύ­κα, κα­ρα­με­λω­μέ­να φι­στί­κια μὲ βα­σι­λι­κό, ὅ­λα ντό­πια καὶ δι­α­φα­νῆ σὲ βα­ζά­κια. Σὲ ἕ­να με­γά­λο πα­ραλ­λη­λό­γραμ­μο ἐ­νυ­δρεῖ­ο εἶ­χε μι­κρὲς σαῦ­ρες ποὺ ἔ­παιρ­ναν πό­ζες πά­νω σε ξυ­λα­ρά­κια, νό­μι­ζες ὅ­τι ζοῦ­σαν. Σὲ μιὰ ψά­θι­νη πο­λυ­θρό­να δί­πλα στὴ σκά­λα κα­θό­ταν μὲ πλά­τη στὸ φῶς τῆς πόρ­τας ἕ­νας χλω­μὸς κύ­ριος σὲ λι­νὸ κου­στού­μι, γα­λά­ζιο που­κά­μι­σο, ἄ­σπρο κα­πέ­λο μὲ φαρ­διὰ πά­νι­νη ται­νί­α, καὶ πα­τε­ρί­τσες. Στὰ χέ­ρια του εἶ­χε ἕ­να τε­τρά­διο κι ἕ­να κόκ­κι­νο μο­λύ­βι, ποῦ καὶ ποῦ ση­μεί­ω­νε κά­τι, θά ’­λε­γες ὅ­τι ἔ­λυ­νε σταυ­ρό­λε­ξο. Ἦ­ταν σχε­δὸν πάν­τα στὸ μα­γα­ζὶ ὅ­ταν πή­γαι­να. Ἔ­στρε­φε γιὰ λί­γο τὸ κε­φά­λι, μοῦ χα­μο­γε­λοῦ­σε μὲ εὐ­γέ­νεια σὰν νὰ μ’ ἔ­βλε­πε γιὰ πρώ­τη φο­ρά, καὶ συ­νέ­χι­ζε νὰ λύ­νει, προ­σθέ­τον­τας κά­θε τό­σο μιὰ λέ­ξη.

       Ἤ­μουν σχε­δὸν κά­θε ἀ­πό­γευ­μα ἐ­κεῖ. Μὲ πεί­ρα­ζε ἡ αἴ­σθη­ση ὅ­τι ὁ κύ­ριος αὐ­τὸς μοῦ χα­μο­γε­λοῦ­σε ὅ­πως χα­μο­γε­λᾶ­με σ’ ἕ­να γά­το ποὺ σου­λα­τσά­ρει στὸ κάγ­κε­λο τοῦ τρί­του ὀ­ρό­φου. Γι’ αὐ­τὸν ἤ­μουν ἕ­να παι­δί. Ἕ­να παι­δὶ ποὺ μπαί­νει μὲ τι­ράν­τες καὶ φεύ­γει μὲ μιὰ μπλὲ σα­κού­λα το­μά­τες καὶ φέ­τα Πε­λο­πον­νή­σου.

       Μιὰ μέ­ρα ποὺ πε­ρί­με­να τὸν κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρο νὰ ξε­φορ­τώ­σει καρ­πού­ζια ἀ­πὸ τὴν κα­ρό­τσα τοῦ ἀ­γρο­τι­κοῦ γιὰ νὰ μοῦ βά­λει κε­φα­λο­τύ­ρι, ἀ­κού­στη­κε μιὰ γυ­ναι­κεί­α φω­νὴ νὰ μὲ φω­νά­ζει ἀπ’ τὸ σο­κά­κι δί­πλα στὸ μα­γα­ζί. Ὁ κύ­ριος μὲ τὶς πα­τε­ρί­τσες ση­κώ­θη­κε, για­τὶ ἐν­νο­οῦ­σαν ἐ­κεῖ­νον, ὅ­λοι Μά­ι­νες, Κα­ρα­μο­λέγ­κοι καὶ Σι­γά­λες λε­γό­μα­σταν, ἔ­βα­λε τὶς πα­τε­ρί­τσες στὶς μα­σχά­λες τοῦ κου­στου­μιοῦ καὶ κι­νή­θη­κε πρὸς τὴν πόρ­τα. Ἐ­κεῖ στα­μά­τη­σε τὸ κου­τσό, γύ­ρι­σε, μὲ κοί­τα­ξε σὰν νὰ ὑ­πο­λο­γί­ζει κά­τι, κοί­τα­ξε καὶ τὸ σταυ­ρό­λε­ξο πά­νω στὴν ψά­θι­νη καὶ βγῆ­κε ἔ­ξω. Ἡ στιγ­μὴ εἶ­χε ἔρ­θει. Ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Πῆ­γα στὴν πο­λυ­θρό­να, πῆ­ρα τε­τρά­διο καὶ μο­λύ­βι, τά ’­χω­σα στὴ σα­κού­λα μὲ τὸ γά­λα καὶ τοὺς γι­αρ­μά­δες καὶ βγῆ­κα ἔ­ξω, χαι­ρέ­τη­σα τὸν κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρο, ποὺ δὲν πρό­λα­βε κὰν νὰ ἀ­πο­ρή­σει, κι ἐ­ξα­φα­νί­στη­κα. Κα­τέ­βη­κα στὴν πα­ρα­λί­α, θὰ γυρ­νοῦ­σα ἀ­π’ τὴν ἄμ­μο στὸ σπί­τι.

       Κά­θι­σα σὲ μιὰ βάρ­κα ποὺ εἶ­χε σχο­λά­σει καὶ τρα­βη­χτεῖ στὴν ἀ­κτὴ μὲ τὴ χει­ρο­κί­νη­τη τρο­χα­λί­α καὶ ἔ­βγα­λα τὸ τε­τρά­διο. Πά­νω ἔ­γρα­φε «Ἀγ­γε­λέ­τος». Τὸ ξε­φύλ­λι­σα. Δὲν ἦ­ταν σταυ­ρό­λε­ξα. Ἦ­ταν σχε­δὸν ὁ­λό­τε­λα λευ­κὲς σε­λί­δες μὲ λί­γες χει­ρό­γρα­φες λέ­ξεις στὴν κα­θε­μιά. Σὰν κώ­δι­κας. Ἐν μέ­ρει ἔ­βγα­ζαν νό­η­μα. Σὲ μιὰ ποὺ θυ­μᾶ­μαι ἀ­κό­μα ἔ­γρα­φε: Οἱ σαῦ­ρες κοι­μή­θη­καν / Βρεγ­μέ­να τὰ ρά­φια / Χα­μο­γε­λᾶ στὰ στε­γνὰ / Τὸ ἐ­νυ­δρεῖο.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας (Ἀ­θή­να, 1976). Μὲ ἑλ­λη­νο­γερ­μα­νι­κὴ κα­τα­γω­γὴ γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που καὶ με­γά­λω­σε. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Βόν­νη, με­λε­τᾶ καὶ πα­ρου­σιά­ζει τὸ ἔρ­γο Ἑλ­λή­νων ποι­η­τῶν στὸ γερ­μα­νό­φω­νο χῶ­ρο. Γρά­φει καὶ με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὶς δύ­ο γλῶσ­σες. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ ὑ­πό­λοι­που (ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2011).

 

Ἀλέξιος Μάινας: Paradise Lost

 

.

Mainas,Aleksios-ParadiseLost-Eikona-05a

.

Ἀλέξιος Μάινας

 

P­a­r­a­d­i­se L­o­st

 

T-[Tay]-SomataΟ 1994 ΗΜΟΥΝ δε­κα­ο­χτὼ ἐ­τῶν, ἕ­νας νε­ο­θρὶξ μι­κρο­α­στὸς Ἀ­δὰμ στὸ ἄν­θος ὅ­λης μου τῆς ἀ­σά­φειας, καὶ ἤ­μουν ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἀ­π’ τὴν πα­ρέ­α μου ποὺ χό­ρε­ψε b­l­u­es. Ἦ­ταν στὸ σπί­τι ἑ­νὸς φί­λου, τοῦ Τά­κη, σὲ μιὰ πο­λυ­κα­τοι­κί­α – ἀ­πὸ τὸ μπαλ­κό­νι τοῦ πέμ­πτου ὀ­ρό­φου φαι­νό­ταν στὸ βά­θος ὁ Ὑ­μητ­τός, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ ἦ­ταν ἡ πό­λη ὡς ἀ­ό­ρα­το μυ­θο­λο­γι­κὸ μουρ­μού­ρι­σμα.

       Τὰ ἀ­γό­ρια φο­ρού­σα­με ὅ­λα χον­τροὺς κο­κά­λι­νους σκε­λε­τοὺς ποὺ ξα­νά­γι­ναν τῆς μό­δας με­τὰ ἀ­πὸ δε­κα­ε­πτὰ χρό­νια, καὶ εἴ­χα­με κά­νει πη­γα­δά­κι πά­νω στὸν φαρ­δὺ ὑ­πο­κί­τρι­νο κα­να­πὲ μὲ τὴ γλι­στε­ρὴ δερ­μά­τι­νη ἐ­πι­φά­νεια καὶ τὶς ἐ­τα­ζέ­ρες γιὰ τὰ κο­κτέ­ιλ, ψι­θυ­ρί­ζον­τας καὶ δι­α­πραγ­μα­τευ­ό­με­νοι μὲ ποι­ὰ γει­τό­νισ­σα τοῦ Τά­κη θὰ χο­ρέ­ψου­με. Οἱ ὄ­μορ­φες κα­θόν­του­σαν ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τῆς ζω­ῆς, σὲ μιὰ γού­βα φω­τὸς τοῦ τρι­πλοῦ πορ­τα­τὶφ καί, ἂν καὶ χα­χά­νι­ζαν ἐμ­φα­νῶς ζων­τα­νὲς καὶ θερ­μό­αι­μες, ἦ­ταν γιὰ μᾶς συμ­πα­γεῖς κι ἀ­προ­σπέ­λα­στες σὰν κέ­ρι­να ὁ­μοι­ώ­μα­τα. Τὸ μό­νο ποὺ μᾶς συ­νέ­δε­ε ἦ­ταν τὸ παρ­κέ.

      Ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νος ἀ­πὸ τὶς ἐμ­φα­νεῖς δυ­σκο­λί­ες τοῦ νὰ μὴν εἶ­σαι πιὰ παι­δὶ βγῆ­κα στὸ μπαλ­κό­νι νὰ κα­πνί­σω. Ἤ­μουν μό­νος κι ἔ­κα­νε κρύ­ο. Τὸ τσι­γά­ρο δὲν ἦ­ταν ἀ­κό­μα μιὰ δι­και­ο­λο­γί­α γιὰ συ­ζη­τή­σεις καὶ γνω­ρι­μί­ες ὅ­πως ἡ βόλ­τα μὲ τὸ σκύ­λο, ἦ­ταν ἕ­να εἶ­δος στοι­χή­μα­τος ἢ ἀ­πό­δει­ξης, μιὰ πρά­ξη πί­στης σὲ κά­τι ποὺ δὲν πι­στεύ­α­με ὅ­πως ἀρ­γό­τε­ρα ὁ στρα­τός. Πί­σω ἀ­π’ τὸν πλα­ϊ­νὸ τοῖ­χο τῆς βε­ράν­τας μπρο­στὰ στὴν κου­ζί­να, ἂν ἔ­σκυ­βες πά­νω ἀ­πὸ τὴν ἁ­πλώ­στρα, φαι­νό­ταν ἕ­να τρί­γω­νο Ἀ­θή­νας σὰν νε­κρο­τα­φεῖ­ο μὲ πο­λύ­χρω­μα φω­τά­κια καὶ τὴ φι­μω­μέ­νη μεμ­ψι­μοι­ρί­α τῶν νε­κρῶν. Ἔ­νι­ω­θα συν­δε­δε­μέ­νος μὲ τὸν ἀ­χὸ τῆς πό­λης ὅ­πως μὲ ὀμ­φά­λιο λῶ­ρο. Ἡ Κυ­ψέ­λη τῶν πρώ­των ἐ­τῶν δὲ φαι­νό­ταν μέ­σα στοὺς ἀ­στε­ρι­σμοὺς ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο, οὔ­τε ἡ ἄλ­λη κυ­ψέ­λη στὴ σκιὰ τοῦ Λυ­κα­βητ­τοῦ, ὅ­που με­γά­λω­σα μέ­σα στὰ κορ­να­ρί­σμα­τα. Ἀρ­γὰ τὸ βρά­δυ ὅ­ταν ἔ­σβη­να τὸ φῶς μπο­ροῦ­σα νὰ φαν­τα­στῶ τὶς ἀ­νά­σες τῶν μυ­ριά­δων κοι­μώ­με­νων νὰ ἀ­νε­βαί­νουν ψη­λὰ στὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα σὰ λω­ρί­δες ρι­ζό­χαρ­το. Δὲ γνώ­ρι­ζα σχε­δὸν κα­νέ­ναν. Τὴ νύ­χτα ἔ­βλε­πα συ­χνὰ φα­νά­ρια, οἱ δι­α­σταυ­ρώ­σεις τοῦ ὕ­πνου μου ἦ­ταν γε­μά­τες γυ­μνοὺς μὲ σα­κά­κια.

      Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἦρ­θε ἀ­πὸ πί­σω μου ἡ Τά­νι (μὲ γι­ώ­τα), μιὰ νορ­βη­γί­δα πρα­σι­νο­μά­τα Μπρυν­χίλ­ντε ποὺ ὁ Τά­κης γνώ­ρι­ζε ἀ­πὸ μιὰ ἄλ­λη, κα­λο­και­ρι­νὴ πο­λυ­κα­τοι­κί­α στὸ Φά­λη­ρο. Ἤ­θε­λε νὰ χο­ρέ­ψου­με, μοῦ ἔ­κα­νε τὴν ἀ­νέλ­πι­στη πρό­τα­ση εὐ­θύ­βο­λα καὶ νορ­βη­γι­κά, ἀλ­λὰ τῆς εἶ­πα ὄ­χι, για­τί ἤ­ξε­ρα ὅ­τι θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἀγ­κα­λι­α­στοῦ­με πά­νω ἀ­π’ τὴν ἤ­δη ἐ­πι­τα­κτι­κὴ ἀ­να­το­μί­α μου. Πα­ρό­λα αὐ­τὰ μὲ πλη­σί­α­σε, ἄ­φο­βα σὰν νὰ μὴν ὑ­πῆρ­χαν σει­σμοὶ στὸν πέμ­πτο, σὰν νὰ μὴν ὑ­πῆρ­χε ἡ Κραυ­γὴ τοῦ M­u­n­ch, μοῦ πῆ­ρε μὲ μιὰ ἁ­πλὴ κί­νη­ση τὸ τσι­γά­ρο ἀ­π’ τὸ στό­μα, ἔ­κα­νε μιὰ τζού­ρα, τὸ πέ­τα­ξε στὸ σκο­τά­δι χω­ρὶς νὰ ρω­τή­σει, τύ­λι­ξε τοὺς βρα­χί­ο­νες σὲ πρά­σι­νο φό­ρε­μα ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μαλ­λί μου σὰν πύ­θω­νες γύ­ρω ἀ­π’ τὸ σβέρ­κο μου, καὶ σφρά­γι­σε μιὰ γιὰ πάν­τα μ’ ἕ­να ἁ­πλὸ γη­τευ­τι­κὸ λί­κνι­σμα τῶν γο­φῶν, μ’ ἕ­να τρί­λε­πτο b­l­u­es πά­νω στὴ στύ­ση μου, κά­τω ἀ­πὸ τὸν μπλὲ ἀ­πό­η­χο τοῦ “W­i­t­h­o­ut y­ou” πί­σω ἀ­π’ τὰ τζά­μια τοῦ σα­λο­νιοῦ καὶ τὴ μα­κρι­νὴ γαρ­γά­ρα τῆς πό­λης, τί θὰ πεῖ ὑ­πε­ρο­χή. Καὶ ὑ­πέ­ρο­χη θη­λυ­κό­τη­τα.

      Τὰ τρί­α λε­πτὰ πέ­ρα­σαν. Ἡ M­a­r­i­ah σώ­πα­σε πί­σω ἀ­π’ τὸ τζά­μι. Ἡ Τά­νι τρά­βη­ξε τὴ συ­ρό­με­νη καὶ χά­θη­κε στὰ φιὸρδ τῆς κουρ­τί­νας. Ἡ πό­λη ἔ­μει­νε ἔ­ξω.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας (Ἀ­θή­να, 1976). Μὲ ἑλ­λη­νο­γερ­μα­νι­κὴ κα­τα­γω­γὴ γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που καὶ με­γά­λω­σε. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Βόν­νη, με­λε­τᾶ καὶ πα­ρου­σιά­ζει τὸ ἔρ­γο Ἑλ­λή­νων ποι­η­τῶν στὸ γερ­μα­νό­φω­νο χῶ­ρο. Γρά­φει καὶ με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὶς δύ­ο γλῶσ­σες. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ ὑ­πό­λοι­που (ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2011).