Ἔλσα Λιαροπούλου: Αὐτός


Liaropoulou,Elsa-AytosEikona-01


Ἔλ­σα Λι­α­ρο­πού­λου


Αὐ­τός


ΤΟΝ ΚΟΙΤΟΥΣΕ ἔκ­θαμ­βη.

       Μό­λις εἶ­χε χο­ρέ­ψει ἕ­να ζεμ­πέ­κι­κο μὲ τρό­πο ἀ­κρι­βῆ, με­λε­τη­μέ­νο κι ἀ­πα­ρά­μιλ­λο.

       Ἕ­να κι ἐ­πι­λε­κτι­κά, ὅ­πως ἔ­σπευ­σε νὰ τῆς το­νί­σει λα­χα­νι­α­σμέ­να, μὲ αὐ­στη­ρὸ ὕ­φος, τὸ δεύ­τε­ρο συ­νι­στᾶ φλυ­α­ρί­α καὶ ὑ­περ­βο­λή.

       Τὸν κοι­τοῦ­σε μὲ εὐ­γνω­μο­σύ­νη καὶ λα­τρεί­α. Πρὶν ἀ­νε­βεῖ στὴν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη, στε­νὴ πί­στα, τὴν εἶ­χε βομ­βαρ­δί­σει μὲ θε­ω­ρί­ες γιὰ τὴν μα­ται­ό­τη­τα κι ἀ­να­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα τῶν σπου­δῶν καὶ τὴν ἀ­ξί­α τῆς ἐ­λεύ­θε­ρης, ἀ­δέ­σμευ­της σκέ­ψης, μα­κριὰ ἀ­πὸ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­σμοὺς καὶ κοι­νό­το­πες συλ­λο­γι­στι­κὲς δι­α­δι­κα­σί­ες. Ἡ ἐμ­πει­ρί­α της ἀ­πὸ τὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν, ἂν καὶ ξώ­φαλ­τση, εὐ­νο­οῦ­σε τὴν ἐν­θου­σι­ώ­δη καὶ ἄ­νευ ὅ­ρων πα­ρεί­σφρη­σή της στὴν κοι­νω­νί­α τῆς ἀ­πει­θαρ­χί­ας, ποὺ ἐ­κεί­νη, μὲ τὶς λί­γες πνευ­μα­τι­κὲς δυ­νά­μεις ποὺ εἶ­χε, θε­ω­ροῦ­σε, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἐ­θνι­κὴ πα­ρά­δο­ση, κι ἀν­τί­στα­ση στὸ οἰ­κο­νο­μι­κὸ καὶ πνευ­μα­τι­κὸ κα­τε­στη­μέ­νο.       

       Τὸν κα­τα­λά­βαι­νε ἀ­πο­λύ­τως, ἔ­νι­ω­θε προ­σβε­βλη­μέ­νος, πα­ρε­ξη­γη­μέ­νος, κυ­ρί­ως ἀ­δι­καί­ω­τος, πῶς γί­νε­ται ἡ με­τά­φρα­ση ποὺ εἶ­χε κά­νει στὸν ση­μαν­τι­κὸ ρῶ­σο συγ­γρα­φέ­α νὰ σκον­τά­φτει στὴν ἄ­γνοι­α τῆς γλώσ­σας, πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ ξε­ση­κώ­σει τό­σες ἀν­τι­δρά­σεις, «με­τα­φρά­ζω για­τὶ νοι­ώ­θω τὸ κεί­με­νο, εἶ­μαι ἐν δυ­νά­μει ὁ συγ­γρα­φέ­ας, μπο­ρεῖ καὶ νὰ τὸ εἶ­χα γρά­ψει ἐ­γώ, ἂν δὲν μὲ προ­λά­βαι­νε» τῆς εἶ­χε πεῖ, «τί ση­μα­σί­α ἔ­χει ἂν δὲν ξέ­ρω τὴν γλώσ­σα… ὅ­λα ὅ­σα μπο­ρῶ νὰ νι­ώ­σω εἶ­ναι δι­κά μου…».

       Αὐ­τὴ εἶ­χε ἀ­να­τρι­χιά­σει, κρί­μα ποὺ τὰ δά­κρυ­α καὶ ἡ συν­τρι­βὴ στὴν ἔκ­φρα­ση δὲν μπο­ροῦν νὰ φα­νοῦν στὴν με­τά­φρα­ση, εἶ­χε σκε­φτεῖ, κρί­μα, ποὺ ἡ εἰ­κό­να, ἡ στιγ­μή, δὲν συ­νο­δεύ­ουν τὸν λό­γο, τὸν ἀ­φή­νουν ἀ­νυ­πε­ρά­σπι­στο στὴν νό­η­ση, στὴν κρί­ση τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, ποὺ «ὅ­σο τὸν μι­σῶ ἄλ­λο τό­σο καὶ τὸν χρει­ά­ζο­μαι», εἶ­χε δη­λώ­σει αὐ­τός, συν­τε­τριμ­μέ­νος, τε­λει­ώ­νον­τας τὸ δεύ­τε­ρο μπου­κά­λι κόκ­κι­νο κρα­σὶ Βουρ­γουν­δί­ας.

       Τὸν κα­τα­λά­βαι­νε… τί ἄλ­λο μπο­ροῦ­σε νὰ προ­σφέ­ρει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὰ αἰ­σθή­μα­τά του, τὰ εἰ­λι­κρι­νῆ του αἰ­σθή­μα­τα, αὐ­τὴ τὰ εἶ­χε ἀ­νάγ­κη κι οὔ­τε ποὺ σκε­φτό­ταν, στὸ τρί­το μπου­κά­λι κρα­σὶ πιά, πό­σο ἀ­φε­ρέγ­γυ­ος ἦ­ταν, μιᾶς καὶ χό­ρευ­ε τὸ τρί­το στὴ σει­ρὰ ζεμ­πέ­κι­κο.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἔλ­σα Λι­α­ρο­πού­λου. Φι­λό­λο­γος. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Οἱ Ἄλ­λες (Νε­φέ­λη 1994), Πλὴν Ἑ­νός (Ἴν­δι­κτος 1998) καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ὁ σύλ­λο­γος (Ἴν­δι­κτος 2001). Μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὴν συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν ποι­η­μά­των τοῦ Ἄγ­γε­λου Ση­μη­ρι­ώ­τη (Πνευ­μα­τι­κὸ Κέν­τρο Δή­μου Νέ­ας Ἰ­ω­νί­ας Ἀτ­τι­κῆς, 1995). Ἄρ­θρα, κρι­τι­κὲς καὶ σχό­λιά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά. Ὑ­πῆρ­ξε ἱ­δρυ­τι­κὸ μέ­λος καὶ δι­ευ­θύν­τρια τοῦ Ποι­η­τι­κοῦ Ἐρ­γα­στη­ρί­ου στὸ Ἵ­δρυ­μα «Τά­κης Σι­νό­που­λος-Σπου­δα­στή­ριο Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Ποί­η­σης». Εἶ­ναι ἱ­δρυ­τι­κὸ μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Δι­α­πο­λι­τι­σμι­κῶν Σπου­δῶν.