Δημήτρης Λεβέντης: Ὁ ἔνδοξος μεγάλος θυμός

Δη­μή­τρης Λε­βέν­της


Ὁ ἔν­δο­ξος με­γά­λος θυ­μός


ΑΙ ΑΥΡΙΟ ΠΑΛΙ πα­ρο­μοί­ως θὰ πρά­ξω» σκέ­φτη­κε μὲ αὐ­το­κα­τα­στρο­φι­κὴ ἔ­παρ­ση ὁ κύ­ριος Τά­κης, κα­τε­βά­ζον­τας τὸ ἀ­κου­στι­κό τοῦ τη­λε­φώ­νου, καὶ ὁ θυ­μός του τό­νω­σε τὸν παλ­μὸ στὴν ἤ­δη τσι­τω­μέ­νη φλε­βί­τσα ποὺ ρω­μα­λέ­α ἔ­παλ­λε καὶ ἀ­να­πη­δοῦ­σε ἰ­αμ­βι­κά, κά­τω ἀ­πὸ τὸν γκρί­ζο του κρό­τα­φο. Θρα­σύ­τα­τα καὶ πα­ρα­βα­τι­κὰ στα­λαγ­μέ­νη, ἡ ἀ­δρε­να­λί­νη δι­α­χε­ό­ταν στὸ ἀ­φρόν­τι­στο καὶ κα­κο­πα­θη­μέ­νο κυ­κλο­φο­ρι­κό του, καὶ ὠ­θοῦ­σε στὰ ἄ­κρα τὶς σκέ­ψεις του, ἔ­τσι ποὺ τὸν συ­νέ­παιρ­ναν πα­ρά­φο­ρα, σὰν νά ’­τα­νε ἐμ­πει­ρί­ες ἐ­φη­βι­κές· πα­ράλ­λη­λα, ὅ­μως, τὸν συν­τρό­φευ­αν μὲ ἕ­ναν τρό­πο ποὺ θὰ τολ­μού­σα­με νὰ ὀ­νο­μά­σου­με συ­ζυ­γι­κό, μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι ἦ­ταν σχέ­ση ποὺ εἶ­χε ἀ­να­πτυ­χθεῖ στα­δια­κά, στέ­ρε­α καὶ ἐν τέ­λει ἐ­πι­ζή­μια μέ­σα στὴ μα­κρό­χρο­νη μο­να­ξιά του, μα­ζὶ μὲ τὰ τό­σα ἄλ­λα χού­για του.

        Ἤ­τα­νε μό­νος καὶ μο­να­χι­κός, στριμ­μέ­νος, ἀλ­λὰ ὄ­χι μί­ζε­ρος ὁ κύ­ριος Τά­κης. Δὲν εἶ­χε φύ­γει ἀ­πὸ τὸ Τσι­ρί­γο, πα­ρὰ μό­νο γιὰ τὶς σπου­δές του. Ἡ Βέ­τα ἡ ἀ­δερ­φή του, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὴ χη­ρεί­α της, ἐ­δῶ καὶ πολ­λὰ χρό­νια, εἶ­χε με­τοι­κί­σει στὸ ἰ­σό­γει­ο μιᾶς δι­ώ­ρο­φης ἡ­μι­πο­λυ­τε­λοῦς κα­τοι­κί­ας στὴν ὁ­δὸ Σκαν­δεί­ας στὸν Ἄ­λι­μο, ὅ­που ἐ­πί­σης δι­έ­με­ναν οἱ δύ­ο της κό­ρες (μί­α σὲ κά­θε ὄ­ρο­φο) μὲ τὰ παι­διὰ καὶ τοὺς ἄν­τρες τους, οἱ ὁ­ποῖ­οι ὑ­πέ­με­ναν ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στα τὸ βά­σα­νο τῆς πε­ρι­ποι­η­τι­κῆς καὶ ἄ­στορ­γης τρι­α­δι­κῆς μη­τρι­αρ­χί­ας, κι αὐ­τὸ για­τὶ μὲ τὸν και­ρὸ εἶ­χαν κα­τα­στεῖ ὁ μὲν ἕ­νας ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ πει­θή­νιος (σχε­δὸν χαλ­βάς), ὁ δὲ ἄλ­λος ψευ­δο­λό­γος καὶ μπερ­μπάν­της. Στὸ νη­σὶ εἶ­χε πα­ρα­μεί­νει (μᾶλ­λον μὲ μι­σὴ καρ­διὰ) ὁ μι­κρὸς ἀ­δερ­φὸς ὁ Βα­σί­λης (μι­κρός… τριά­ντα ὀ­χτὼ χρό­νων πλέ­ον), δι­α­χει­ρι­στὴς τῆς ὅ­λης καὶ κα­θό­λου εὐ­κα­τα­φρό­νη­της οἰ­κο­γε­νεια­κῆς πε­ρι­ου­σί­ας (τοῦ με­ρι­δί­ου τοῦ κυ­ρί­ου Τά­κη συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου), ἄ­τυ­πα μὲν καὶ σι­ω­πη­ρά, μὰ κοι­νῇ συ­ναι­νέ­σει καὶ ἀ­γόγ­γυ­στα. Μὰ καὶ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νεια αὐ­τὴ ὁ κύ­ριος Τά­κης ἐ­λά­χι­στα εἶ­χε, λί­γο για­τὶ τὸν ἐ­νο­χλοῦ­σε ἡ ἄ­ξε­στη προ­φο­ρὰ καὶ ἡ θο­ρυ­βο­ποι­ὸς πο­λυ­λο­γί­α τῆς ἐξ ἀγ­χι­στεί­ας ἀ­νι­ψιᾶς του (ἀ­πὸ τὰ μέ­ρη τῆς Καρ­δί­τσας σὰν δα­σκα­λί­τσα πρω­το­ῆρ­θε στὸ νη­σί), καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὴν ἐ­κνευ­ρι­στι­κὴ ἀ­δρά­νεια τὴν ὁ­ποί­α ἔ­δει­χνε τὸ ζευ­γά­ρι στὴ σα­ρω­τι­κὴ κα­τα­στρο­φο­μα­νί­α ποὺ ὀ­νό­μα­ζαν παι­χνί­δι τὰ παι­δά­κια τους (δύ­ο θη­λυ­κοὶ τραμ­ποῦ­κοι ἤ­τα­νε, ὄ­χι παι­δά­κια), καὶ εἶ­χε σὰν πε­δί­ο ἄ­σκη­σης τὸ ἴ­διο του τὸ σπί­τι, τὸ μὲ ἐ­πι­μέ­λεια καὶ ἐρ­γο­νο­μί­α φρον­τι­σμέ­νο, κα­τὰ τὶς ἀρ­χι­κὰ σπά­νι­ες καὶ πλέ­ον μη­δε­νι­κὲς ἐ­πι­σκέ­ψεις τους. Τὰ οἰ­κο­γε­νεια­κὰ πά­ρε-δῶ­σε, λοι­πόν, εἶ­χαν πε­ρι­ο­ρι­στεῖ σὲ κά­ποι­ες πα­σχα­λι­νὲς συ­να­θροί­σεις, στὶς ἀ­πρό­βλε­πτες μὰ εὐ­τυ­χῶς πάν­τα σύν­το­μες ἐ­πι­σκέ­ψεις τοῦ Βα­σί­λη καὶ στὸ κα­θι­ε­ρω­μέ­νο δε­κά­λε­πτο τη­λε­φώ­νη­μα τῆς Βέ­τας κά­θε Σάβ­βα­το στὶς ἐν­νι­ά­μι­σι τὸ πρω­ί, ἀ­νελ­λι­πῶς.

        Νὰ για­τί ἡ τη­λε­φω­νι­κὴ κλή­ση ποὺ λί­γο πρὶν δέ­χτη­κε ἀ­πὸ τὴν ἀ­δερ­φή του, Πέμ­πτη με­ση­μέ­ρι στὶς τέσ­σε­ρις, καὶ ἐ­νερ­γο­ποί­η­σε τὸν εὐ­φάν­τα­στο θυ­μό του, ἤ­τα­νε ἔ­κτα­κτη καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κή, ἂν καὶ ἀ­πὸ ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ σκο­πιὰ ἰ­δω­μέ­νη, ἀ­να­με­νό­με­νη.

        «… δὲν ντρέ­πε­σαι στὴν ἡ­λι­κί­α σου… αὐ­τὴ τὰ λε­φτά σου θέ­λει νὰ φά­ει… ἴ­σως καὶ ἀ­πο­κα­τά­στα­ση, ὁ Θε­ὸς νὰ μᾶς φυ­λά­ξει… ἔ­χει καὶ παι­δί… σι­γά, ἀ­πὸ σέ­να τί νὰ ζή­λε­ψε…; τί θὰ λέ­ει ὁ κό­σμος…; τὸν Βα­σί­λη δὲν τὸν σκέ­φτε­σαι…; μᾶς ἐκ­θέ­τεις ὅ­λους… εἶ­σαι καὶ προ­ϊ­στά­με­νος, τρο­μά­ρα σου… σύ­νελ­θε…». Τέ­τοι­α καὶ ἄλ­λα πα­ρεμ­φε­ρῆ εἰ­πώ­θη­καν ἀ­πὸ τὴ Βέ­τα σὲ ἕ­ναν φι­λιπ­πι­κό, τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ ὁ­ποί­ου ἄ­κου­σε ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση, ἀ­κουμ­πών­τας τὸ ἀ­κου­στι­κὸ πά­νω στὸ πα­ρα­κεί­με­νο μπου­φε­δά­κι, ἐ­νο­χλη­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἀ­πρέ­πεια ποὺ ἀ­νέ­δι­δαν ἡ ἔν­τα­ση καὶ ἡ χροι­ὰ τῆς φω­νῆς. Κα­τό­πιν ἔ­κλει­σε τὸ τη­λέ­φω­νο ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ χω­ρὶς νὰ πεῖ λέ­ξη.

        Καὶ τί νὰ πεῖ; Ὁ κα­θέ­νας ἀ­πὸ τὴ με­ριὰ του ἔ­βλε­πε, ἔ­κρι­νε τὰ γε­γο­νό­τα καὶ ἔ­πρατ­τε ἀ­να­λό­γως. Ἂς ἔ­βρα­ζαν στὸ ζου­μί τους καὶ ἡ Βέ­τα καὶ ὁ Βα­σί­λης καὶ ὅ­ποι­ος ἄλ­λος κε­ρα­τὰς ἤ­θε­λε. Ἐ­κεῖ­νος μὲ τὸν ἑ­αυ­τὸ του τὰ εἶ­χε τώ­ρα δὰ κα­λά. Πο­λὺ κα­λὰ μά­λι­στα. Κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ πο­τέ! Κι ἄ­φη­σε ἀ­χα­λί­νω­τη τὴ φαν­τα­σί­α του μὲ τόλ­μη νὰ συμ­πλη­ρώ­νει τὰ ἤ­δη τολ­μη­ρὰ συμ­βε­βη­κό­τα τῶν τε­λευ­ταί­ων δε­κα­τρι­ῶν ἡ­με­ρῶν.

        Για­τί ἤ­τα­νε δε­κα­τρεῖς μέ­ρες, γλυ­κὰ με­τρη­μέ­νες, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­πό­γευ­μα ποὺ ὁ κύ­ριος Τά­κης, ἀ­να­θαρ­ρεύ­ον­τας μπρο­στὰ στὸ ἴ­σως καὶ αὐ­θόρ­μη­το, μὰ σί­γου­ρα ἀ­πα­στρά­πτον χα­μό­γε­λο ποὺ ἀ­νέ­τει­λε πί­σω ἀ­πὸ τὸ θη­ρι­ῶ­δες καὶ φω­τα­γω­γη­μέ­νο ψυ­γεῖ­ο τῶν τυ­ρι­ῶν τοῦ σοῦ­περ μάρ­κετ στὸ πρό­σω­πο τῆς χα­ρι­τω­μέ­νης καὶ καλ­λί­γραμ­μης Βουλ­γά­ρας, ποὺ τοῦ ἔ­κο­βε ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τὴν ἕ­βδο­μη ἀ­πὸ τὶς δέ­κα φέ­τες τῆς βρα­στῆς γα­λο­πού­λας ποὺ τῆς εἶ­χε πα­ραγ­γεί­λει, τῆς πρό­τει­νε με­τα­ξὺ σο­βα­ροῦ καὶ ἀ­στεί­ου, καὶ παίρ­νον­τας ὅ­λα τὰ ρί­σκα μιᾶς πι­θα­νό­τα­της ἀ­πόρ­ρι­ψης καὶ γε­λοι­ο­ποί­η­σης, νὰ βγοῦ­νε γιὰ δεῖ­πνο, κι ἐ­κεί­νη δέ­χτη­κε, χα­ρί­ζον­τάς του ἕ­να ἀ­κό­μη χα­μό­γε­λο, σὺν ἕ­να μι­κρὸ γε­λά­κι, τὰ ὁ­ποῖ­α ἐν­τός του με­του­σι­ώ­θη­καν σὲ ἀ­πρό­σμε­νο σὸκ στιγ­μια­ίας εὐ­δαι­μο­νί­ας.

        Ἔ­κτο­τε βγῆ­καν ἀ­κό­μη τέσ­σε­ρις φο­ρές. Πή­γαι­ναν μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­τό του συ­νή­θως σὲ κά­ποι­ο ἑ­στι­α­τό­ριο (ἄλ­λο κά­θε φο­ρά) καὶ τρώ­γα­νε ἀ­δι­α­φο­ρών­τας γιὰ τὰ κα­θό­λου κα­λὰ συγ­κα­λυμ­μέ­να ἐ­πι­κρι­τι­κὰ βλέμ­μα­τα τῆς ὑ­πό­λοι­πης πε­λα­τεί­ας. Πί­να­νε ἐμ­φι­α­λω­μέ­νο κρα­σί. Τὴ σέρ­βι­ρε καὶ τὴν πε­ρι­ποι­ό­τα­νε ὅ­πως ἁρ­μό­ζει σὲ ἕ­ναν εὐ­γε­νὴ ποὺ συ­νο­δεύ­ει μιὰ κυ­ρί­α. Μί­λα­γαν λί­γο καὶ γε­λού­σα­νε πο­λύ. Εἶ­χε χι­οῦ­μορ κο­φτε­ρὸ καὶ πρω­τό­τυ­πο ὁ κύ­ριος Τά­κης. Κι ὅ­ταν τὸ ἀ­στεῖ­ο ἦ­ταν ἀ­πὸ τὰ πιὸ πε­τυ­χη­μέ­να, ἐ­κεί­νη γέ­λα­γε πο­λύ, τοῦ ’­πια­νε καὶ τοῦ ’­σφιγ­γε τὸ χέ­ρι, μὰ αὐ­τὸ δὲν δι­αρ­κοῦ­σε πο­λύ. Στὸ γυ­ρι­σμὸ τὴν πή­γαι­νε ὣς ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι της, κι ἐ­κεῖ, πρὶν χω­ρί­σουν, τοῦ ἔ­δι­νε ἕ­να πε­τα­χτὸ φι­λὶ στὸ μά­γου­λο καὶ τοῦ ἔ­λε­γε «ἀν­τί­ο», προ­φέ­ρον­τάς το μὲ ἕ­ναν τρό­πο ποὺ ὁ κύ­ριος Τά­κης ἔ­βρι­σκε ἀ­κα­τα­μά­χη­το καὶ ἀ­φρο­δι­σια­κό.

        Αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο. Μὰ ἡ φαν­τα­σί­α του τὸ συμ­πλή­ρω­νε μὲ δρά­σεις καὶ πρά­ξεις θαρ­ρε­τές, νε­α­νί­ζου­σες καὶ ἐ­λευ­θε­ρι­ά­ζου­σες, ποὺ ὅ­μως σκόν­τα­φταν, ἀ­κό­μα καὶ σὲ αὐ­τὸν τὸν κό­σμο τῆς φαν­τα­σί­ας του, στὴν ἐ­γω­πα­θῆ καὶ ὑ­πο­λο­γι­στι­κὴ σκλη­ρό­τη­τα τῶν συγ­γε­νῶν καὶ στὴν ἀ­πα­ξι­ω­τι­κὴ πε­ρι­θω­ρι­ο­ποί­η­ση ἀ­πὸ τὴν το­πι­κὴ κοι­νό­τη­τα, καὶ τό­τε κα­τά­στρω­νε σχέ­δια πο­λε­μι­κὰ καὶ τὸν κα­τα­κυ­ρί­ευ­ε ὁ με­γά­λος ἔν­δο­ξος θυ­μός, μὲ τὶς ἀρ­τη­ρί­ες του νὰ βρον­τοῦν καὶ τὸ χρῶ­μα τοῦ προ­σώ­που του νὰ γί­νε­ται, περ­νών­τας στα­δια­κὰ ἀ­πὸ πλῆ­θος ἀ­πο­χρώ­σε­ων τοῦ ἐ­ρυ­θροῦ, τε­λι­κὰ με­λι­τζα­νί.

        Τό ’­πα­θε ποὺ λέ­τε τὸ ἐγ­κε­φα­λι­κὸ καὶ ὕ­στε­ρα τὸ ξα­νά­πα­θε χει­ρό­τε­ρα, καὶ κα­τέ­λη­ξε ὁ κύ­ριος Τά­κης ἀ­νήμ­πο­ρος στὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι, μὲ χα­κὶ ζα­κέ­τα στοὺς ὤ­μους, μπὲζ-κα­ρὸ κου­βερ­τού­λα στὰ πό­δια καὶ μὲ τὸ βλέμ­μα ἀ­πλα­νές, ἀ­κί­νη­το κι ἀ­κό­μη θυ­μω­μέ­νο. Λε­φτὰ δὲν λυ­πή­θη­καν οἱ συγ­γε­νεῖς. Τοῦ προσ­λά­βα­νε μιὰ Πο­λω­νέ­ζα νό­στι­μη (τυ­χαί­α νό­στι­μη ἤ, ἄ­ρα­γε, ἀ­πὸ τύ­ψεις;) νὰ τὸν πε­ρι­ποι­εῖ­ται ὁ­λη­με­ρίς. Σὰν μω­ρὸ τὸν εἶ­χε.

        Οἱ συν­το­πί­τες του ὅ­λο συμ­πά­θεια στα­μα­τοῦν τὸν Βα­σί­λη στὸ δρό­μο καὶ ρω­τοῦν: «Τί κά­νει ὁ κύ­ριος Τά­κης;». Κι ἐ­κεῖ­νος ἀ­παν­τᾶ: «Τί νὰ κά­νει;».

        Ὁ κύ­ριος Τά­κης ἐ­πι­βι­ώ­νει καρ­τε­ρι­κὰ καὶ ἄ­χρο­να, καὶ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ἀ­σύ­στο­λα μὲ τὰ μά­τια του ἀ­νοι­χτὰ ἢ κλει­στά (τὸ ἴ­διο κά­νει). Καὶ τὸ βρά­δυ βρά­δυ, αὐ­τὸ μᾶλ­λον στ’ ἀ­λή­θεια τοῦ συμ­βαί­νει, μὰ δὲν εἶ­ναι καὶ ἀ­πό­λυ­τα σί­γου­ρος… ἡ κο­πε­λιὰ τοῦ φτιά­χνει τὴ μπὲζ-κα­ρὸ κου­βέρ­τα, τὸν φι­λά­ει στὰ χεί­λη ἀ­κουμπών­τας τα ἀ­νε­παί­σθη­τα καὶ τρυ­φε­ρά, καὶ τοῦ ψι­θυ­ρί­ζει: «ἀν­τί­ο».



Πη­γή: Οὐ παν­τὸς πλεῖν ἐς Κύ­θη­ρα (δε­κα­ο­κτὼ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).

Δη­μή­τρης Λε­βέν­τη­ς (Ἀ­λε­ξάν­δρεια τῆς Αἰ­γύ­πτου, 1957). Δι­ή­γη­μα. Ἦρ­θε στὴν Ἑλ­λά­δα τὸ 1961. Με­γά­λω­σε στὸ Πα­λαι­ὸ Φά­λη­ρο καὶ σπού­δα­σε χη­μι­κὸς στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α εἴ­κο­σι πέν­τε χρό­νια ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὰ Κύ­θη­ρα ὡς κα­θη­γη­τὴς δευ­τε­ρο­βάθ­μιας ἐκ­παί­δευ­σης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Οὐ παν­τὸς πλεῖν ἐς Κύ­θη­ρα (δε­κα­ο­κτὼ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).


 

Δη­μή­τρης Λε­βέν­της: Μιὰ λέ­ξη ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρα


Lebentis,Dimitris-MiaLeksiPouDenIksera-Eikona-04


Δη­μή­τρης Λε­βέν­της


Μιὰ λέ­ξη ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρα


02-PiΡΕΠΕΙ, ΝΑ ΗΤΑΝ ΤΟ 1987, δεύ­τε­ρη χρο­νιὰ πα­ρα­μο­νῆς μου στὰ Κύ­θη­ρα. Τό­τε συ­νή­θι­ζα νὰ πη­γαί­νω μιὰ φο­ρὰ τὴ βδο­μά­δα στὴ βρύ­ση στὰ Βι­α­ρά­δι­κα καὶ νὰ γε­μί­ζω μπου­κά­λια μὲ νε­ρὸ γιὰ τὸ σπί­τι. Τὸ ἔ­κα­να ἀ­πὸ τὴ μιὰ για­τί εἶ­χα πει­στεῖ ὅ­τι τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο νε­ρὸ ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ αὐ­τὸ τῆς ὕ­δρευ­σης, καὶ ἦ­ταν, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ὅ­μως, καὶ κα­τὰ κύ­ριο λό­γο, γιὰ τὴ γα­λή­νια ὀ­μορ­φιὰ τῶν ἤ­χων καὶ τῶν ὀ­σμῶν γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν πη­γή.

       Τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ πῆ­γα, καὶ μό­λις εἶ­χα ἀρ­χί­σει νὰ γε­μί­ζω τὰ πρῶ­τα μπου­κά­λια, ἐμ­φα­νί­στη­κε σὰν ἀ­πὸ τὸ που­θε­νά —το χω­ριὸ ἦ­ταν καὶ τό­τε σχε­δὸν ἀ­κα­τοί­κη­το— ἕ­νας μι­κρό­σω­μος καὶ ἐν­τυ­πω­σια­κὰ εὐ­κί­νη­τος γέ­ρον­τας. Ἰ­σχυ­ρί­στη­κε ὅ­τι πή­γαι­νε γιὰ δου­λειὰ στὰ πε­ρι­βό­λια του, στὴν οὐ­σί­α ὅ­μως μὲ ὑ­πέ­βα­λε σὲ μιὰ ἀ­ρι­στο­τε­χνι­κὰ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὴ ἀ­νά­κρι­ση, μα­θαί­νον­τας ὄ­χι ἁ­πλά τὸ λό­γο τῆς ἐ­κεῖ πα­ρου­σί­ας μου, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ μέ­να ἴ­σως καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­π’ ὅ­σα κά­ποι­οι κα­λοί μου φί­λοι ἤ­ξε­ραν.

       Ἡ ὅ­λη δι­α­δι­κα­σί­α δὲν μὲ ἐ­νό­χλη­σε. Ἀ­πὸ τὴ με­ριά του φαί­νε­ται ὅ­τι καὶ ἐ­κεῖ­νος μὲ ἐ­νέ­κρι­νε. Τὸν κέρ­δι­σα ἐ­παι­νών­τας, μὲ εἰ­λι­κρί­νεια καὶ ἐν­θου­σια­σμό, τὸ νη­σί, τὸ χω­ριὸ καὶ τὸ νε­ρό του. Ὁ γέ­ρον­τας ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε στὸ πυ­κνὸ πρά­σι­νο καί, λί­γο πρὶν φύ­γω, ἐ­πα­νεμ­φα­νί­στη­κε, καὶ πά­λι σὰν ἀ­πὸ τὸ που­θε­νά, φι­λεύ­οντάς μὲ κάμ­πο­σα σκαν­δα­λω­δῶς νό­στι­μα πε­τρο­κέ­ρασα. Μοῦ ἔ­δω­σε νὰ κα­τα­λά­βω, χω­ρὶς νὰ μοῦ τὸ πεῖ, ὅ­τι πο­τὲ δὲν ἔ­πρε­πε νὰ πά­ω νὰ κό­ψω μό­νος μου κε­ρά­σια. Τοῦ ἔ­δω­σα νὰ κα­τα­λά­βει, λέ­γον­τάς το, ὅ­τι δὲν θὰ τὸ ἔ­κα­να. Τὸ μέλ­λον ἀ­πέ­δει­ξε πὼς ἤ­μουν ψεύ­της. Ὅ­πο­τε ἀ­να­με­τρή­θη­καν ἡ νο­στι­μιὰ τῶν κε­ρα­σι­ῶν μὲ τὸν κώ­δι­κα τι­μῆς μου, ὁ δεύ­τε­ρος ἡτ­τή­θη­κε κα­τὰ κρά­τος, κα­τα­δει­κνύ­ον­τας ὅ­τι τό­τε ζοῦ­σα σὲ ἕ­να σύμ­παν στιγ­μῶν ἀρ­χέ­γο­νης εὐ­τυ­χί­ας.

       Κα­τὰ τὶς ἑ­πό­με­νες ἐ­πι­σκέ­ψεις μου, ἐ­κεῖ­νος ἄλ­λο­τε ἐμ­φα­νι­ζό­ταν καὶ ἄλ­λο­τε ὄ­χι. Περ­νού­σα­με ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα μα­ζί, ἀλ­λὰ οἱ κου­βέν­τες μας ἤ­τα­νε λι­γο­στές. Δύ­ο πράγ­μα­τα θυ­μᾶ­μαι πιὸ πο­λύ. Τὸν ἀ­βί­α­στα ἁρ­μο­νι­κὸ τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο συμ­πλέ­κον­ταν καὶ συγ­χρο­νί­ζον­ταν τὸ τέμ­πο καὶ ὁ τό­νος τῆς φω­νῆς του μὲ τ’ ἀ­κού­σμα­τα τοῦ ἀ­νέ­μου, τοῦ νε­ροῦ καὶ τῶν ὄν­των, καὶ ποὺ συ­νέ­θε­ταν μιὰν ἀ­ξέ­χα­στα εὐ­ή­κο­η ἐμ­πει­ρί­α, καὶ τὴν ὑ­πέ­ρο­χη μο­να­δι­κό­τη­τα τῶν συ­ναι­σθη­μά­των μου ποὺ ἀ­να­δύ­ον­ταν στὰ με­σο­δι­α­στή­μα­τα τῆς σι­ω­πῆς. Δὲν θυ­μᾶ­μαι κα­θό­λου τί λέ­γα­με.

       Τὴ μέ­ρα ἐ­κεί­νη δὲν εἶ­χε ἔρ­θει. Εἶ­χα ἀ­φή­σει στὶς τρεῖς βρυ­σοῦ­λες ἰ­σά­ριθ­μα μπου­κά­λια νὰ ξε­χει­λί­ζουν, εἶ­χα ἀ­νά­ψει τσι­γά­ρο καὶ χά­ζευ­α. Καὶ τό­τε εἶ­δα τὸν Νί­κο. Στε­κό­ταν ἀ­νά­με­σα στὰ φυλ­λώ­μα­τα, σὲ μιὰν ἀρ­κε­τὰ μα­κρι­νὴ ἀ­πό­στα­ση, ὄ­χι ὅ­μως τό­σο ποὺ νὰ μὲ κά­νει νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι πὼς ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος. Μὲ κοι­τοῦ­σε κα­τά­μα­τα, ἀ­νέκ­φρα­στος καὶ ἀ­μί­λη­τος. Τοῦ ἔ­κα­να νό­η­μα μὲ τὸ χέ­ρι καὶ τὸν φώ­να­ξα μὲ τὸ ὄ­νο­μά του, πι­στεύ­ον­τας πὼς ἴ­σως καὶ νὰ μὴ μὲ εἶ­χε ἀν­τι­λη­φθεῖ. Κα­μί­α ἀλ­λα­γή. Θε­ώ­ρη­σα ὅ­τι θὰ ἦ­ταν μᾶλ­λον ἀ­γε­νὲς νὰ ἐ­πι­μεί­νω. Πῆ­γα λοι­πὸν πρὸς τὴ βρύ­ση νὰ μα­ζέ­ψω τὰ γε­μά­τα μπου­κά­λια καί, σβή­νον­τας τὸ τσι­γά­ρο, ἔ­ρι­ξα μιὰ μα­τιὰ πρὸς τὸ μέ­ρος ποὺ εἶ­χα δεῖ πιὸ πρὶν τὸν φί­λο μου. Δὲν ἦ­ταν πιὰ ἐ­κεῖ.

       Ὁ Νί­κος δὲν ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς φί­λος μου. Εἴ­χα­με βρε­θεῖ μα­ζὶ τὴν πε­ρα­σμέ­νη χρο­νιά, Κυ­ρια­κὴ τῆς Τυ­ρι­νῆς, μὲ τὸν Τά­σο ἀρ­χη­γό, νὰ τρα­γου­δᾶ­με καν­τά­δες στὰ «καν­τού­νια», ἀλ­λὰ καὶ σὲ σπί­τια τῆς Χώ­ρας, ὅ­που ἔκ­πλη­κτοι οἱ νοι­κο­κυ­ραῖ­οι, με­ρι­κοὶ μά­λι­στα φο­ρών­τας τὶς πι­τζά­μες τους, μᾶς σέρ­βι­ραν κα­λο­συ­νά­τα τσί­που­ρο ἐ­κλε­κτὸ καὶ λι­κὲρ φτη­νό. Ὁ Νί­κος ξε­χώ­ρι­ζε για­τί ἦ­ταν κά­πως με­γα­λύ­τε­ρος καὶ ντό­πιος, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴν πλει­ο­ψη­φί­α τῆς ὑ­πό­λοι­πης πα­ρέ­ας. Ται­ρι­ά­ξα­με καὶ ἀ­φή­νον­τας κα­τὰ μέ­ρος τὶς ση­μαν­τι­κές μας δι­α­φο­ρές, βρε­θή­κα­με ἀρ­κε­τὲς φο­ρές, ἄλ­λο­τε σα­χλα­μα­ρί­ζον­τας καὶ ἄλ­λο­τε συ­ζη­τών­τας σο­βα­ρά. Περ­νού­σα­με κα­λὰ ἀ­νι­χνεύ­ον­τας καὶ ἀ­να­κα­λύ­πτον­τας ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λον πράγ­μα­τα ἁ­πλὰ μὰ καὶ ἀ­πρό­σμε­να.

       Τὸ τε­λε­τουρ­γι­κό μας ἦ­ταν νὰ μοῦ κά­νει ἐ­κεῖ­νος νό­η­μα, ὅ­ταν μὲ ἔ­βλε­πε νὰ δι­α­σχί­ζω μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το τὸν κεν­τρι­κὸ δρό­μο, ἐ­γὼ νὰ στα­μα­τάω καὶ νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θῶ σὲ κά­ποι­ο τρα­πε­ζά­κι τοῦ «Πι­έρ­ρου», ποὺ τό­τε ἦ­ταν τὸ μο­να­δι­κὸ στέ­κι τοῦ Λι­βα­διοῦ. Κερ­νοῦ­σε πάν­τα ἐ­κεῖ­νος, κι ἐ­γὼ τὸ ἀ­πο­δε­χό­μουν, νι­ώ­θον­τας πὼς ἂν δὲν τὸ ἔ­κα­να, θὰ χα­λοῦ­σα κά­τι στὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α αὐ­τῆς τῆς σχέ­σης.

       Γυρ­νών­τας ἀ­πὸ τὰ Βι­α­ρά­δι­κα, ἀ­πό­γευ­μα πιά, ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα τὸ τε­λε­τουρ­γι­κὸ πα­ρα­βι­ά­στη­κε. Τὸν εἶ­δα νὰ κά­θε­ται μό­νος στὸ τρα­πε­ζά­κι, ἔ­ξω ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα τοῦ κα­φε­νεί­ου. Πάρ­κα­ρα ἀ­πέ­ναν­τι καὶ πῆ­γα νὰ τὸν συ­ναν­τή­σω. Μὲ πῆ­ρε εἴ­δη­ση ὅ­ταν πιὰ εἶ­χα φτά­σει πο­λὺ κον­τά. Κά­θι­σα χω­ρὶς νὰ μοῦ τὸ προ­τεί­νει. Μοῦ χα­μο­γέ­λα­σε κά­πως νευ­ρι­κὰ καὶ μεί­να­με γιὰ λί­γο ἀ­μί­λη­τοι. Ἐν τῷ με­τα­ξύ, ἦρ­θε καὶ ὁ κύ­ριος Γιά­ννης, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­φοῦ, ὅ­πως πάν­τα, εἶ­πε κά­τι γου­στό­ζι­κο, ταυ­τό­χρο­να, γρή­γο­ρα καὶ ἀ­λάν­θα­στα, ἀν­τι­λή­φθη­κε τὴν ἐ­πι­κίν­δυ­νη ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα μιᾶς ἐν ἀ­να­μο­νῇ λαν­θά­νου­σας κα­τάρ­ρευ­σης καί, παίρ­νον­τας τὴν πα­ραγ­γε­λί­α μου, ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε σὲ ἐ­λά­χι­στο χρό­νο. Ἔ­νι­ω­θα κά­πως ἀ­μή­χα­νος μὲ τὴν κα­τά­στα­ση, ξε­περ­νών­τας ὅ­μως τὶς ἀ­να­στο­λές μου, καὶ ἀ­πο­φεύ­γον­τας ἐ­σκεμ­μέ­να νὰ ρω­τή­σω τί στὸ κα­λὸ γύ­ρευ­ε στὶς ἐ­ρη­μι­ές, τὸν ρώ­τη­σα πῶς τὰ κα­τά­φε­ρε νὰ ἔρ­θει πρὶν ἀ­πὸ μέ­να ἀ­πὸ τὰ Βι­α­ρά­δι­κα ποὺ τὸν εἶ­χα δεῖ στὸ Λι­βά­δι, καὶ νὰ ἔ­χει κι­ό­λας πι­εῖ τὸν μι­σὸ κα­φέ του. Γύ­ρι­σε ἀρ­γὰ τὸ κε­φά­λι καὶ μὲ κοί­τα­ξε ὁ­λο­φά­νε­ρα τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος. «Καὶ σύ;» ρώ­τη­σε. Ἔ­πει­τα ση­κώ­θη­κε καὶ ἔ­φυ­γε χω­ρὶς νὰ πεῖ τί­πο­τε ἄλ­λο καὶ χω­ρὶς νὰ πλη­ρώ­σει. Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ τὸν κέ­ρα­σα, πι­θα­νό­τα­τα ἐν ἀ­γνοί­α του, καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ τὸν εἶ­δα.

       Τὴν ἑ­πό­με­νη βδο­μά­δα στὴν κη­δεί­α του, στὶς πα­ρά­ται­ρα ἀ­νά­λα­φρες συ­ζη­τή­σεις ποὺ συ­νη­θί­ζον­ται στὸν γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α χῶ­ρο σὲ τέ­τοι­ες πε­ρι­πτώ­σεις, καὶ ποὺ εἶ­ναι ἕ­νας πιὸ ἀ­νε­πί­ση­μος ἀλ­λὰ ὁ­πωσ­δή­πο­τε οὐ­σι­α­στι­κό­τε­ρος ἐ­πι­κή­δει­ος γιὰ τὸν νε­κρό, ἔ­μα­θα πὼς του­λά­χι­στον ἄλ­λοι δύ­ο εἴ­χα­νε δεῖ τὸ ἀ­νά­ρα­χο τοῦ Νί­κου. Ὁ ἕ­νας κον­τὰ στὴν Ὁ­δη­γή­τρια, νὰ ξε­μα­κραί­νει ἀ­πὸ τὸ δρό­μο, καὶ ὁ ἄλ­λος στὸ πα­ζά­ρι τοῦ Πο­τα­μοῦ, ἀ­νά­με­σα στὸ πλῆ­θος.

       Δὲν ἤ­ξε­ρα τό­τε τί θὰ πεῖ ἀ­νά­ρα­χο. Τώ­ρα ξέ­ρω, κι ἔ­χω κι ἄλ­λα δεῖ. Μὰ πιὰ δὲν τὸ συ­ζη­τά­ω. Ὄ­χι πὼς ἔ­τσι ἀ­πο­τρέ­πω τὸ μοι­ραῖ­ο. Ἁ­πλῶς ἀρ­νοῦ­μαι νὰ πα­ρα­δε­χτῶ ὅ­τι κά­τι τέ­τοι­ο ἀ­νάρ­μο­στο συμ­βαί­νει σ’ ἐ­μέ­να, ἕ­ναν ἄρ­ρω­στα κολ­λη­μέ­νο τοῦ ὀρ­θοῦ λό­γου ζη­λω­τῆ.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Οὐ παν­τὸς πλεῖν ἐς Κύ­θη­ρα (δε­κα­ο­κτὼ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).

Δη­μή­τρης Λε­βέν­της (Ἀ­λε­ξάν­δρεια τῆς Αἰ­γύ­πτου, 1957). Διήγημα. Ἦρ­θε στὴν Ἑλ­λά­δα τὸ 1961. Με­γά­λω­σε στὸ Πα­λαι­ὸ Φά­λη­ρο καὶ σπού­δα­σε χη­μι­κὸς στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α εἴ­κο­σι πέν­τε χρό­νια ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὰ Κύ­θη­ρα ὡς κα­θη­γη­τὴς δευ­τε­ρο­βάθ­μιας ἐκ­παί­δευ­σης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Οὐ παν­τὸς πλεῖν ἐς Κύ­θη­ρα (δε­κα­ο­κτὼ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).