Κώστας Λαχᾶς: Εἰς μνήμην

 

 

Κώ­στας Λα­χᾶς

 

Εἰς μνή­μην

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ τοῦ ἐ­κλι­πόν­τος σὲ πλαί­σιο ἔ­κτα­κτης λε­πτουρ­γι­κῆς τέ­χνης πά­νω σὲ σκοῦ­ρο κα­φέ, σχε­δὸν μαῦ­ρο τρα­πέ­ζι. Ἀ­γρι­ο­λού­λου­δα, ἐ­πί­τη­δες ἀ­γρι­ο­λού­λου­δα, μὲ δυ­σφο­ρί­α στο­λί­ζουν γυ­ά­λι­νο ἀν­θο­δο­χεῖ­ο.

         Κυ­ρια­κὴ Μα­ΐ­ου καὶ πε­ρί­με­ναν, ἴ­σως, κά­πως ἀλ­λοι­ῶς νὰ πε­ρά­σουν τὴν ἥ­με­ρα. Ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ μο­σχο­λίβα­νου δη­μι­ουρ­γεῖ τὴν πρέ­που­σα ἀ­τμό­σφαι­ρα. Σκη­νο­θε­σί­α ἐ­πι­με­λής. Ἀν­τι­κεί­με­να ποὺ πο­λὺ ἀ­γά­πη­σε ὁ με­τα­στὰς το­πο­θε­τη­μέ­να μὲ συγ­κί­νη­ση. Μιὰ Κα­λη­μέ­ρα —που­λὶ σὲ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο— ἔρ­γο ξυ­λουρ­γι­κῆς μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ τι­μώ­με­νος θὰ ἀ­πη­σχό­λη­σε, ὑ­πο­θέ­τω, πολ­λὲς ὧ­ρες τὸν κα­θη­γη­τὴ τῶν «τε­χνι­κῶν». Μιὰ ἐ­τα­ζέ­ρα μὲ τρί­α ἄ­νι­σα ἐ­πί­πε­δα κόν­τρα πλα­κέ, φι­λο­ξε­νεῖ τώ­ρα μπου­κα­λά­κι μὲ κο­λώ­νια —πρό­βλε­ψις γιὰ κά­θε ἐν­δε­χό­με­νο— ἔ­χει τὴν καρ­διά της ἡ κυ­ρί­α Ἐ­λευ­θε­ρί­α.

        Οἱ πα­ρι­στά­με­νοι μὲ ἀ­νά­λο­γο γιὰ τὴν πε­ρί­στα­ση ἔκ­φρα­ση. Πα­ρα­λυ­μέ­νο τὸ κά­τω χεῖ­λος, πε­σμέ­νη ἡ κά­τω σια­γών, δι­α­βλέ­πεις ἤ­δη γω­νί­ες ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ τοῦ στό­μα­τος. Τὸ βλέμ­μα σχε­δὸν ἀ­πλα­νές. Ὅ­λα αὐ­τὰ σὲ πρό­σω­πα ποὺ ἔ­χουν πά­ρει ἐ­λα­φρὰ κλί­ση πρός, τὰ δε­ξιά. Τὰ πό­δια στὸ ὕ­ψος τῶν ἀ­στρα­γά­λων, συμ­πλέ­κον­ται. Τὰ χέ­ρια σὲ ἀ­το­νί­α ἢ σὲ μο­νό­το­νη μη­χα­νι­κὴ κί­νη­ση.

        Μοι­ρο­λο­γῆ­τρες, ἐ­πὶ τού­του κα­λε­σμέ­νες, πῆ­ραν θέ­ση ἔν­θεν καὶ ἔν­θεν τῆς φω­το­γρα­φί­ας. Τι­μῆς ἕ­νε­κεν πιὸ κον­τὰ στὴν ἔκ­φρα­ση τοῦ εἰ­κο­νι­ζό­με­νου. Ἄλ­λω­στε αὐ­τὸ θὰ βο­η­θή­σει σὲ συγ­κι­νη­τι­κώ­τε­ρες ἐκ­δη­λώ­σεις. Ρω­τοῦν: Για­τί τό ‘­κα­νες αὐ­τό· κι ἀ­κό­μα: Ποῦ βρί­σκον­ται τὰ μα­τά­κια σου, τὰ χει­λά­κια σου, κι ἂν συ­νάν­τη­σε τὸν Ἀν­τρό­νι­κο. Ἦ­ταν πα­τέ­ρας τοῦ μνη­μο­νευ­ο­μέ­νου ὁ Ἀν­τρό­νι­κος ποὺ χά­θη­κε στοὺς Ἁ­γί­ους Σα­ράν­τα. Τώ­ρα κα­μα­ρώ­νει ἀ­νυ­πο­ψί­α­στος μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ φω­το­γρα­φί­α ποὺ ὁ πλα­νό­διος φω­το­γρά­φος πέ­τυ­χε νὰ τὴν μον­τά­ρει ἔ­τσι ποὺ φαί­νε­ται ὅ­τι ὁ­δη­γεῖ ἀ­ε­ρο­πλά­νο. Μό­νο ποὺ κά­τω κά­τω δι­α­κρί­νον­ται οἱ γκέ­τες του. Πάν­τως καὶ πρι­ο­νά­κια ἔ­χει γύ­ρω γύ­ρω, σὲ σχῆ­μα καρ­διᾶς, καὶ κά­ποι­ους στί­χους δι­α­βά­ζεις στὸ πλαί­σιο:

        Λά­βε κορ­μὶ χω­ρὶς ψυ­χὴ

        καὶ σῶ­μα δί­χως αἷ­μα

        λά­βε καὶ τὴ φω­το­γρα­φί­α μου

        γιὰ νὰ θυ­μᾶ­σαι ἐ­μέ­να.

Οἱ μοι­ρο­λο­γῆ­τρες συ­νε­χί­ζουν τοὺς κο­πε­τοὺς καὶ μα­ζὶ τὶς ἐ­ρω­τή­σεις πάν­τα. Καὶ μὲ τὸ δί­κιο τους, για­τὶ τὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ δελ­τί­ο μᾶς ἄ­φη­σε, τό­τε, ἀ­πλη­ρο­φό­ρη­τους. Βέ­βαι­α, βρί­σκουν πὼς ἦ­ταν κα­λὸ παι­δί, ἔ­ξυ­πνος, καὶ πὼς δὲν πα­ρέ­λει­πε νὰ πο­τί­ζει κά­θε πρω­ὶ τοὺς αὐ­το­φυ­εῖς κρί­νους τῆς αὐ­λῆς.

        Μιὰ κυ­ρί­α δι­α­πι­στώ­νει πὼς ὁ και­ρὸς ἔ­στρω­σε, σὲ πεῖ­σμα τοῦ με­τε­ω­ρο­λο­γι­κοῦ δελ­τί­ου εἰ­δή­σε­ων, καὶ πὼς οἱ τρι­αν­τα­φυλ­λι­ές της προ­ο­δέ­ψα­νε τὶς τε­λευ­ταῖ­ες μέ­ρες. Ἀ­πο­φαί­νε­ται ὅ­τι τὸ κα­στα­νό­χω­μα ποὺ που­λᾶ­νε στὴ γω­νί­α Κο­μνη­νῶν-Βα­σι­λέ­ως Ἡ­ρα­κλεί­ου εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κό. Μὲ δι­α­κρι­τι­κό­τη­τα, κο­πέλ­λα με­τρᾶ τὰ κε­φά­λια. Τὰ δά­χτυ­λά της κον­τυ­λο­φό­ροι ποὺ κα­τα­γρά­φουν τοὺς πα­ρόν­τες. Προ­φα­νῶς κα­φε­δά­κι. Σι­χαί­νο­μαι τὸν κα­φὲ καὶ σ’ αὐ­τὸ φταί­ει ἡ πεν­θοῦ­σα ποὺ δὲν κα­τα­φέρ­νει τὸ ψή­σι­μό του. Ὅ­μως ἐ­πι­μέ­νει κά­θε πρώ­τη τοῦ μη­νὸς νὰ μοῦ λέ­ει: Ἕ­να κα­φε­δά­κι; Ἔ­τσι, εὐ­τυ­χῶς ποὺ ἡ κυ­ρί­α Ἐ­λευ­θε­ρί­α δὲν εἶ­χε και­ρό, για­τὶ ἔ­πρε­πε νὰ κλαί­ει.

        Ὁ κα­φὲς ἦρ­θε. Ζη­τή­σα­με «ἄ­φε­ση ἁ­μαρ­τι­ῶν», «γαῖ­αν ἐ­λα­φράν» καὶ τὰ πα­ρό­μοι­α. Σι­ω­πή.­.. Ἀ­να­ζη­τεῖ­ται ὁ θαρ­ρα­λέ­ος ποὺ θὰ κά­νει τὴν ἀρ­χή. Ὕ­στε­ρα ρου­φηξι­ές, θό­ρυ­βος ἀ­πὸ τὰ φλυτ­ζά­νια, λί­γα ψί­χου­λα στὰ σκοῦ­ρα —ὣς ἐ­πὶ τὸ πλεί­στον— ἐν­δύ­μα­τα τῶν κα­λε­σμέ­νων. Ὁ ἄλ­λος γιὸς τῆς νοι­κο­κυ­ρᾶς μου βρί­σκει τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ δι­α­σκε­δά­σει τὴν ἀ­νί­α πα­ρα­κα­θη­μέ­νης του. Αἰ­σθά­νε­ται εὐ­τυ­χὴς ποὺ στὴ γε­νι­κὴ κα­τά­θλι­ψη βρί­σκει τὴ χα­ρά.

 

        Κα­τὰ τὰ ἄλ­λα στὴν Αἰ­σχύ­λου 9 ὅ­λα ζοῦν ὅ­πως καὶ χτές, ὅ­πως καὶ προ­χτές, ὅ­πως θὰ ζή­σουν κι αὔ­ριο.

        Οἱ φοι­τη­ταὶ ἑ­τοι­μά­ζον­ται γιὰ τὴν ἐ­ξε­τα­στι­κὴ πε­ρί­ο­δο τοῦ Ἰ­ου­νί­ου, δι­α­σκε­δά­ζον­τας πό­τε πό­τε μὲ τὴ σκαν­τα­λιά­ρα γει­τό­νισ­σα, οἱ θα­μῶ­νες τοῦ κα­φε­νεί­ου ζη­τᾶ­νε τρί­το γιὰ πρέ­φα καὶ στὸ θε­ρι­νὸ κι­νη­μα­το­γρά­φο οἱ κα­ουμ­πό­υ­δες ψά­χνουν τὸ χα­μέ­νο θη­σαυ­ρό…

 

 

Πη­γή: Κώ­στας Λαχᾶς, Πε­δί­ον ὀσφρή­σε­ως, Β΄ ἔκδο­ση, ἐκδ. Ὕψι­λον, Ἀθή­να, 1985 (Α’ ἔκδο­ση: Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1964).

 

Κώ­στας Λαχᾶς (Κά­τω Θε­ο­δω­ρά­κι Νο­μοῦ Κιλ­κίς, 1936). Μελέ­τη, δι­ή­γη­μα, ζω­γρα­φι­κή. Στὰ γράμ­μα­τα ἐμφα­νί­στη­κε τὸ 1964. Ἀπὸ τὸ 1982 ἕως τὸ 1986 δι­η­ύ­θυ­νε τὴν γκα­λερὶ «Κο­χλί­ας» στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Πρῶτο του βι­βλί­ο ἡ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των Πε­δί­ον ὀσφρή­σε­ως (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1964).