Μαρία Λαγγουρέλη: Τὸ κοντσέρτο τῆς ντουλάπας


Μα­ρί­α Λαγ­γου­ρέ­λη


Τὸ κοντσέρτο τῆς ντουλάπας


Ο ΜΕΣΗΜΕΡΙ, τὸ βρά­δυ, τὸ πρω­ὶ δὲν ὑ­πάρ­χουν πιά. Τε­λεί­ω­σαν οἱ μπα­τα­ρί­ες τοῦ σκο­τα­διοῦ. Ἀ­πὸ παν­τοῦ ἄ­σπρο καὶ κί­τρι­νο, ἄ­φαν­τες οἱ σκι­ὲς καὶ ὁ ὕ­πνος που­θε­νά. Εἶ­μαι ἡ κόκ­κι­νη κη­λί­δα στὰ σπλά­χνα ἑ­νὸς αὐ­γοῦ ποὺ τὸ τσό­φλι του εἶ­ναι ἄ­τρω­το στὸ γα­λά­ζιο, στὸ μπλέ, στὸ βα­θὺ μπλέ τοῦ ὕ­πνου. Κουρ­νι­α­σμέ­νη κά­τω ἀ­πὸ τὴν κοι­λιὰ τοῦ Και­ροῦ ποὺ μὲ κλωσ­σά­ει νοι­ώ­θω μό­νο κρα­δα­σμοὺς ἀ­πὸ τὴν βο­ὴ ποὺ μὲ να­νου­ρί­ζει ποὺ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ ἔ­τη φω­τὸς ἀ­πὸ τὸ τό­τε, τὸ τό­τε ποὺ ὑ­πῆρ­χε τὸ με­ση­μέ­ρι τὸ βρά­δυ τὸ πρω­ί, τό­τε ποὺ τὸ μι­κρὸ ξύ­λι­νο κου­τὶ ποὺ σφίγ­γουν τὰ γι­γάν­τια δά­χτυ­λά μου ἦ­ταν ἡ σκα­λι­στὴ κα­ρυ­δέ­νια ντου­λά­πα τῆς μη­τέ­ρας μὲ τὸν ὀ­βὰλ κα­θρέ­φτη στὸ με­σαῖ­ο φύ­λο. Τώ­ρα μέ­σα στὴ χού­φτα μου τὸ ζου­λά­ω τὸ τρί­βω σὰν λυ­χνά­ρι τοῦ Ἀ­λαν­τὶν καὶ πε­ρι­μέ­νω τοὺς τριγ­μοὺς σὰν θη­σαυ­ροὺς νὰ στο­λί­σουν τὴν ἁ­φή μου ποὺ πιὰ συ­στέλ­λε­ται καὶ δι­α­στέλ­λε­ται μό­νο ἀ­πορ­ρο­φών­τας ἀ­κτι­νο­βο­λί­ες ἀ­πὸ μα­κρὰ μή­κη κύ­μα­τος… Ώ ἡ ἁ­φή μου. Φλοι­ὸς ποὺ ρά­γι­ζε καὶ δά­κρυ­ζε ρε­τσί­νι… Ώ οἱ ξυ­λο­κό­ποι μου μὲ τὰ κο­φτε­ρά τους τσε­κού­ρια καὶ τὴ μυ­ρω­δά­τη ἄ­γρια ἀ­να­πνο­ή. Μύ­ρι­ζαν σπά­νιο κα­πνὸ τὰ πυ­κνά τους γέ­νεια καὶ ἡ γυ­α­λά­δα στὰ μά­τια τους τὴ στιγ­μὴ ποὺ μα­κέ­λευ­αν τὸν κορ­μό μου γλυ­στροῦ­σε ἴ­σα μὲ τὴ ρί­ζα καὶ τὴν ἔ­τρε­φε, κι ἄλ­λο δέν­τρο ξε­πέ­τα­γε. Τὴν κα­ρυ­διὰ πε­λε­κη­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα με­ταμ­φι­ε­σμέ­νη σὲ σκα­λι­στὴ ντου­λά­πα, τώ­ρα στὴ δι­κή μου διά­ρκεια καὶ δι­ά­στα­ση ὑ­πο­ταγ­μέ­νη στὶς δι­α­στά­σεις ποὺ θέ­λω ἐ­γὼ μου­σι­κὸ κου­τὶ ποὺ τρί­ζει καὶ να­νου­ρί­ζει τὶς ἀ­γρυ­πνί­ες μου…

        Κά­θε φο­ρὰ ποὺ ὁ κρό­κος γύ­ρω μου ἀν­τη­χεῖ τοὺς γνώ­ρι­μους ἀ­γα­πη­μέ­νους ἀλ­λο­τι­νοὺς ἤ­χους τὸ μι­κρὸ παι­δὶ ποὺ σκιρ­τοῦ­σε ὅ­ταν τοὺς ἄ­κου­γε τρέ­χει λευ­τε­ρω­μέ­νο στὸ μαῦ­ρο τοῦ­νελ τοῦ ὕ­πνου, βγαί­νει στὴν πε­ρι­ο­χὴ ποὺ ἡ μνή­μη ἡ παι­δι­κὴ ἀ­νά­βει τὸ ἐ­ξαί­σιό της «ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται» καὶ πη­δά­ει σὰν ἀ­γρι­ο­κά­τσι­κο ἀ­νά­με­σα στοὺς πλα­νῆ­τες τῶν λου­λου­δι­ῶν τῶν δέν­τρων, τῶν καρ­πῶν.

        Με­ση­μέ­ρι, βρά­δυ, ἢ πρω­ὶ ποὺ πάν­τα κοι­μοῦν­ται οἱ με­γά­λοι ὁ πάν­τα πι­ω­μέ­νος πε­ρι­βο­λά­ρης ποὺ πάν­τα γνέ­φει συ­νο­μω­τι­κὰ στὰ μι­κρὰ παι­διὰ τὸ παίρ­νει ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι, τὸ ὁ­δη­γεῖ στὸ κα­λύ­βι του. Ἡ πε­ρι­βο­λά­ρισ­σα λα­γο­κοι­μᾶ­ται στη­ρί­ζον­τας τὸ σα­γό­νι της πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι ποὺ εἶ­ναι γε­μά­το ψί­χου­λα ἀ­πὸ κα­ρυ­δό­πι­τα καὶ μερ­μύγ­κια ποὺ σα­λεύ­ουν τὶς κε­ραῖ­ες τους γὺρω ἀ­πὸ τὰ φου­σκω­τά της στή­θεια ξε­τρ­ε­λα­μέ­να ἀ­πὸ τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ γά­λα­κτος.

        Μὲ τὸν δεί­κτη πά­νω στὸ πο­νη­ρό του χα­μό­γε­λο, τὸν βλέ­πω νὰ μοῦ γνέ­φει σι­ω­πή, νὰ κα­τε­βά­ζει ἀ­πὸ τὸ ντου­λά­πι ἀ­κρο­πο­δη­τὶ τὸ γυ­ά­λι­νο βά­ζο, τὸ κου­τά­λι. Μὲ βγά­ζει στὸ πε­ρι­βό­λι μὲ κα­θί­ζει πά­νω σε ἕ­να μι­κρὸ καρ­πού­ζι μὲ τα­ΐ­ζει γλυ­κὸ βύσ­σι­νο. «Φά­ε νὰ γλυ­κα­θεῖς για­τί τὰ καρ­πού­ζια δὲν ὡ­ρί­μα­σαν ἀ­κό­μα νὰ σὲ γλυ­κά­νουν». Κι ἐ­γὼ τρέ­μον­τας κά­τω ἀ­πὸ τὸ σκο­τει­νό του βλέμ­μα νι­ώ­θω τὴ γλυ­κεί­α χαύ­νω­ση νὰ μου­διά­ζει τὴ γλώσ­σα, τὸν οὐ­ρα­νί­σκο, τὴν κοι­λιά, νὰ μὲ ὠ­θεῖ πρὸς τὰ πά­νω, σὰν νὰ ση­κώ­νο­μαι στοὺς οὐ­ρα­νούς.

        «Εἶ­ναι μι­κρὸ ἀ­κό­μα» μοῦ ἐ­ξη­γεῖ, ἄ­κου­σε πὼς τρί­ζει κα­θὼς με­γα­λώ­νει… Ἔ­τσι κά­νουν καὶ τὰ πε­πό­νια καὶ τὰ φα­σό­λια τὰ μπουμ­πού­κια νὰ μὴ φο­βᾶ­σαι ὅ­ταν ἀ­κοῦς αὐ­τοὺς τοὺς πα­ρά­ξε­νους τριγ­μοὺς τῆς σάρ­κας τους, τρί­ζουν τὰ κορ­μά­κια τοὺς κα­θὼς με­γα­λώ­νουν» μὲ κα­θη­συ­χά­ζει. «Ἔ­τσι τρί­ζει καὶ τὸ δι­κό σου κορ­μά­κι ποὺ με­γα­λώ­νεις, νὰ ἄ­κου…» κι ἀ­κουμ­πά­ει τὸ ἀ­φτὶ στὸ μι­κρό μου στέρ­νο πο­τί­ζον­τας μὲ ἡ­δο­νι­κὴ φρί­κη μὲ τὴν με­θυ­σμέ­νη του ἀ­νά­σα.

        Ἀ­νέ­με­λη μέ­λισ­σα ἔρ­χε­ται νὰ αὐ­το­κτο­νή­σει πά­νω στὰ με­λω­μέ­να χεί­λια μου μαν­τεύ­ον­τας τὶς φο­βε­ρές μου σκέ­ψεις: Τώ­ρα ποὺ ξέ­ρω για­τί ὑ­πάρ­χουν οἱ τριγ­μοὶ δὲν θὰ ξα­να­φο­βη­θῶ. Ἕ­να βρά­δυ ποὺ ὅ­λοι θὰ κοι­μοῦν­ται θὰ τὸ ξα­να­σκά­σω θὰ ρί­ξω τὸν με­θυ­σμέ­νο πε­ρι­βο­λά­ρη στὸ πη­γά­δι νὰ ἐ­ξου­σιά­ζω ἐ­γὼ τὸ βα­σί­λει­ό του. Κυ­ρὰ τῶν καρ­πῶν καὶ τῶν λου­λου­δι­ῶν θὰ ζή­σω ἀ­νά­με­σά τους μὲ τὰ ξόρ­κια μου ὅ­πο­τε θέ­λω θὰ τὰ κά­νω νὰ με­γα­λώ­σουν νὰ με­γα­λώ­σουν νὰ με­γα­λώ­σουν νὰ γί­νουν στὸ δι­κό μου μέ­γε­θος καὶ τό­τε τὰκ τάκ, θὰ χτυ­πή­σω ὁ­ποι­α­δή­πο­τε φλού­δα. Σπό­ρια με­τα­μορ­φω­μέ­να σὲ ἀν­θρω­πά­κια θὰ μ’ ἀ­νοί­ξουν τὴν πόρ­τα καὶ βζζτ θὰ θρο­νιστῶ μέ­σα στοὺς χυ­μοὺς πό­τε στὸ κόκ­κι­νο πό­τε στὸ κί­τρι­νο πό­τε στὸ πρά­σι­νο σα­λό­νι καὶ θὰ μεί­νω γιὰ πάν­τα ἐ­κεῖ νὰ ρου­φά­ω νὰ τρέ­φο­μαι νὰ γεύ­ο­μαι μέ­σα τους κρυμ­μέ­νη, κου­κού­τσι ἔμ­βρυ­ο δι­κό τους γιὰ πάν­τα γλυ­κα­μέ­νη καὶ ὅ­λοι θὰ μὲ ἔ­χουν γιὰ χα­μέ­νη θὰ ψά­χνουν παν­τοῦ νὰ μὲ βροῦν ἀ­πελ­πι­σμέ­νοι καὶ ἔ­νο­χοι ποὺ τό­σο μὲ πί­κρα­ναν κλει­δώ­νον­τας μὲ πάν­τα ἔ­ξω, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ ντου­λά­πι μὲ τὸ γλυ­κὸ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ κα­λο­συ­γυ­ρι­σμέ­νο σα­λό­νι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ μυ­στή­ριο τῶν τριγ­μῶν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ μυ­στή­ριο τῆς ντου­λά­πας, κι ἡ πλά­ση ποὺ θὰ μὲ ἔ­χει κα­τα­βρο­χθί­σει θὰ ρεύ­ε­ται μὲ ἀ­πό­λαυ­ση.

        Ἔ­πει­τα μ΄ ἅρ­πα­ξε ἡ θλί­ψη καὶ μὲ βού­τα­γε στὶς τύ­ψεις. Λυ­πό­μου­να τὸν πε­ρι­βο­λά­ρη με­τάνοι­ω­να ἄλ­λα­ζα σχέ­δια δὲν θὰ τὸν ἔ­ρι­χνα στὸ πη­γά­δι. Γύ­ρι­ζα στὸ δω­μά­τιο μὲ τὴ ντου­λά­πα νὰ συ­νε­χί­σω τὸ ὄ­νει­ρο. Πάν­τα κλει­δω­μέ­νη ἔ­τρι­ζε. Ἔ­φται­γε ἡ ζέ­στη λέ­γα­νε τὸ κα­λο­καί­ρι, καὶ τὸν χει­μώ­να τὸ κρύ­ο. Μιὰ νύ­χτα ἐ­πι­τέ­λους ἔ­ψα­ξα βρῆ­κα τὸ κλει­δί, τό­σφι­ξα ἀ­νά­με­σα στὰ μέ­λη μου τρί­φτη­κα πά­νω μου τὸ ἄ­λει­ψα μὲ τὸν ἱ­δρώ­τα μου νὰ γλυ­στρά­ει στὴν κλει­δα­ριὰ ἄ­νοι­ξα τὴν ντου­λά­πα καὶ σύλ­λη­σα τὸ μυ­στή­ριο. Κυ­λί­στη­κα καὶ χα­ϊ­δεύ­τη­κα πά­νω στὶς μάλ­λι­νες βε­λού­δι­νες βαμ­βα­κε­ρὲς δαν­τε­λέ­νι­ες φλοῦ­δες ποὺ κά­λυ­πταν τὴ σάρ­κα καὶ τοὺς χυ­μοὺς ἀ­γα­πη­μέ­νων σω­μά­των ποὺ πο­τὲ τους δὲν μὲ ἄγ­γι­ξαν.

        Στὸν ὀ­βὰλ κα­θρέ­φτη στὸ με­σαῖ­ο φύ­λο τῆς ντου­λά­πας ἐ­κεῖ, στὸ ση­μεῖ­ο ποὺ τὸ γυα­λὶ θαμ­πώ­νει ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­σα του, τὸ παι­δὶ φι­λά­ει τὸ εἴ­δω­λο τῶν χει­λι­ῶν του. Πρω­το­μα­θαί­νει τὸ φι­λί, μα­θαί­νει ἐ­κεῖ το στό­μα κά­τι ἀλ­λό­κο­το ἀ­πὸ τὸν θη­λα­σμὸ τὸ φα­γὶ τὴν μι­λιὰ τὸ τρα­γού­δι. Ἐ­κεῖ μό­νο του. Ἀ­φοῦ κα­νεὶς στὸ σπί­τι στὸ σχο­λεῖ­ο στὸ δρό­μο στὴ γει­το­νιὰ στὴν ἐ­πο­χή του στὸν πλα­νή­τη του δὲν πρό­κει­ται νὰ τοῦ τὸ μά­θει. Δὲν πε­ρισ­σεύ­ει στορ­γὴ γιὰ τέ­τοι­ο μά­θη­μα. Μό­νο ὁ κα­θρέ­φτης μὲ τὸ εἴ­δω­λο τοῦ δεί­χνει πὼς νὰ φι­λά­ει, νὰ φυ­λά­ει, νὰ πα­ρα­φυ­λά­ει… Ὄ­χι μό­νο τὸ στό­μα ἀλ­λὰ καὶ τὸ σῶ­μα.

        Οἱ πό­ροι, τὰ στό­μα­τα τῆς ἁ­φῆς μου ποὺ ἤ­θε­λαν νὰ κα­τα­βρο­χθί­σουν τὸν ἑ­αυ­τό μου καὶ ὅ­ποι­α οὐ­σί­α ποὺ μὲ τοὺς ζων­τα­νοὺς χυ­μοὺς της χώ­ρε­σε στὶς τό­σες φλοῦ­δες τῆς φύ­σης ἢ στὰ τό­σα φο­ρέ­μα­τα καὶ κο­στού­μια ποὺ κα­θρε­φτί­στη­καν στὸν κα­θρέ­φτη τῆς ντου­λά­πας, τὰ χι­λιά­δες αὐ­τὰ στό­μα­τα ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψα νὰ ὑ­πάρ­χουν στὰ χέ­ρια στοὺς ὤ­μους στὸ στῆ­θος πά­νω στὰ πρά­σι­να καρ­πού­ζια στὰ κί­τρι­να πε­πό­νια στὰ κόκ­κι­να τρι­αν­τά­φυλ­λα. Χω­ρὶς νὰ κα­τα­πιοῦν τοὺς χυ­μοὺς χω­ρὶς νὰ κα­τα­πον­τι­στοῦν μέ­σα τους. Ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν πι­πί­λι­ζα κρυ­φὰ νὰ λε­ρω­θεῖ νὰ πα­λι­ώ­σει τὸ μὼβ βε­λού­δι­νο φου­στα­νά­κι νὰ μὴ μοῦ τὸ βγά­ζουν κά­θε Κυ­ρια­κὴ με­τὰ τὴν λει­τουρ­γί­α ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν και­νού­ριο κι ἔ­νι­ω­θα μύ­στης στὸ μὼβ μυ­στή­ριο τῶν ἀ­νε­μώ­νων. Ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ μὲ τοὺς λε­κέ­δες ἀ­πὸ τὸ σά­λιο μου στὸ πέ­λος τοῦ βε­λού­δου, μέ­σα στὴ ντου­λά­πα τὴν κλει­δω­μέ­νη ἡ τσα­λα­κω­μέ­νη μου ἀ­νε­μώ­να ποὺ ὁ στη­τός της στή­μο­νας αὐ­θα­δί­α­ζε σὰν σγου­ρό­μαλ­λο ἀ­γο­ρί­στι­κο κε­φα­λά­κι στὴ μέ­ση τοῦ ὕ­πε­ρου ὅ­ταν τὸν ἔ­γλει­φαν τὰ χεί­λη μου.

        Ὑ­πάρ­χω σ’ ἕ­να ἔ­τος φω­τὸς ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει σβύ­σει, κόκ­κι­νη κη­λί­δα μέ­σα στὸ αὐ­γὸ ποὺ ζε­σταί­νει ὁ Και­ρὸς μὲ κά­ποι­ο ἐ­ρη­μο­σύν­νε­φο. Ὁ ἐ­αυ­τὸς εἶ­ναι πιὰ τὸ μέλ­λον ποὺ πε­ρι­έ­χε­ται στὸ πα­ρελ­θὸν κι ἐ­λέγ­χει τὸ ἐ­γώ, ἐ­λέγ­χει τὸ σύ­στη­μα ἐ­πα­να­φο­ρᾶς τῆς λει­τουρ­γι­κό­τη­τας τῶν αἰ­σθή­σε­ών του. Τὸ ἐ­γώ μου ποὺ δὲν ξέ­ρει πό­τε γι­γαν­τώ­θη­κα πό­τε μὲ κα­τά­πιαν οἱ τριγ­μοὶ τῶν καρ­πῶν ἢ οἱ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νοι θη­σαυ­ροὶ τῆς ντου­λά­πας ποὺ τὴν ἔ­χω στὴν χού­φτα μου τό­σο σμι­κραί­νει, τὸ ἐ­γὼ ποὺ ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι ἐ­γὼ δὲν μπο­ρεῖ νὰ κρί­νει πό­σο ἀ­ξε­δι­ά­λυ­τα μα­γι­κὰ εἶ­ναι ὁ χρό­νος, ὁ χῶ­ρος, ἡ μνή­μη ἀ­κού­ει μιὰ παρ­τι­τού­ρα, τοὺς τριγ­μοὺς τῆς αἰ­ώ­νιας σύν­θε­σης καὶ σι­γὰ σι­γὰ σβύ­νει.

Στὸ κον­σέρ­το γιὰ τὸ ξύ­λι­νο κου­τὶ

παί­ζουν

τὸ μὼβ βε­λού­δι­νο φό­ρε­μα

ἡ βε­νε­τσι­ά­νι­κη δαν­τέ­λα τῆς για­γιᾶς

ἡ κόκ­κι­νη μου­σε­λί­να τῆς με­γά­λης μου ἀ­δελ­φῆς

ἡ ψά­θι­νη κα­πε­λί­να μὲ τὰ κόκ­κι­να κε­ρά­σια

τὸ μπα­στού­νι τοῦ παπ­ποῦ μὲ τὴν ἀ­ση­μέ­νια λα­βὴ

ἕ­να πορ­το­κά­λι πα­ρα­σό­λι

ἡ ἀ­πο­κρι­ά­τι­κη στο­λὴ τῆς βα­σί­λισ­σας τοῦ Σαβ­βὰ

ἕ­να σα­κά­κι μὲ πα­ρά­ση­μα τοῦ πα­τέ­ρα

ἡ πλε­ρέ­ζα τῆς μη­τέ­ρας

τὰ φθαρ­μέ­να μπλοὺ τζὴν ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το ρὸκ πάρ­τι καὶ ὅ­τι ἀ­πό­μει­νε ἀ­πὸ τὸ καμ­μέ­νο πε­ρι­βό­λι τῶν φυ­τῶν καὶ τῶν καρ­πῶν ποὺ ἄ­φη­σε τὸ νη­στι­κὸ σαρ­κο­βό­ρο θη­ρί­ο τῶν αἰ­σθή­σε­ων γιὰ νὰ να­νου­ρί­ζε­ται στὴν πί­σω με­ριὰ τῆς ἔλ­λει­ψης χορ­τα­σμέ­νο καὶ λυ­τρω­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν αἴ­σθη­ση.


 

Πηγή: περ. Νέες Τομές, ἀρ. 2 (94), Καλοκαίρι 1985.

Μα­ρί­α Λαγ­γου­ρέ­λη Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α, πα­ρα­κο­λού­θη­σε σε­μι­νά­ρια γιὰ τη­λε­ό­ρα­ση καὶ σε­νά­ριο στὸ πα­νε­πι­στή­μιο Columbia of Illinois State of USA. Ἔ­λα­βε μέ­ρος σὲ workshop στὴν Ελ­λα­δα ἀ­πὸ τὸ θέ­α­τρο Grotofski μὲ τὸν δι­ά­ση­μο σκη­νο­θέ­τη Sislack. Ἔ­χει δου­λέ­ψει σὰν ρε­πόρ­τερ καὶ στὶς δη­μό­σι­ες σχέ­σεις τῆς Ὀ­λυμ­πια­κῆς Ἀ­ε­ρο­πο­ρί­ας. Πρῶ­το της βι­βλί­ο Τὰ ἄ­λο­γα (πε­ζο­γρα­φί­α, Αἰ­γό­κε­ρος, 1980), τε­λευ­ταῖ­ο της Σκό­νη πε­τα­λού­δας (ποί­η­ση, Γα­βρι­η­λί­δης, 2014).


Advertisements