Μάρτυ Λάμπρου: Κόπιτσες

 

 

Μάρτυ Λάμπρου

 

Κόπιτσες

 

ΑΡΑΜΑΝΕΣ καὶ μικρὲς καρφίτσες.

Ἤμουνα τότε στὰ δώδεκα, Καλοκαίρι ἦταν. Πήγαινα στῆς θείας μου τῆς Βαρβάρας. Τὸ σπίτι σ΄ ἕνα λόφο, δίπλα στὸ κάστρο, κρατοῦσα τὸ μπλὲ κουτὶ μὲ τὰ ραφτικά, ἀνέβαινα τὸν ἀνήφορο, κόντευα νὰ φτάσω.

       Ἀπότομα ἔνιωσα μαχαίρια νὰ κόβουν σκρὰτς τὰ γόνατα, σύρθηκα κάτω, κοίταζα τὸ κουτὶ ποὺ κατρακυλοῦσε πίσω μου. Κάπου θὰ σκόνταψα κι ἔπεσα, σκέφτηκα, πονοῦσα. Δὲν εἶχα ποῦ νὰ πιαστῶ στὴ μέση τοῦ δρόμου ποὺ ἤμουν, δὲν πέρναγε κανείς. Ἀπόμενα καθιστὴ καὶ κοίταζα τὰ πόδια μου. «Ἔχω πόδια.» Στηρίχτηκα στὰ χέρια καὶ γονάτισα. Πάτησα τὸ δεξιὸ μὲ γυμνὴ τὴν πατούσα, πῆρα δύναμη ἀπὸ τὰ χέρια, ἔσπρωξα πρὸς τὰ πάνω καί… ἔπεσα μὲ τὸ πρόσωπο στὴν ἄσφαλτο. Μέχρι ποὺ μὲ βρῆκε ἡ θεία.

       Γιὰ καιρὸ ἔμενα ξαπλωμένη στὸ μέσα δωμάτιο.

       Ἔβαζαν καφτὴ κυρήθρα σ΄ ἕνα σεντόνι καὶ μὲ φάσκιωναν ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω. Μετὰ ἡ Σοφία, ποὺ ἦταν χειροδύναμη μὲ γράπωνε ἀπὸ τὶς μασχάλες καὶ μὲ σήκωνε νὰ σταθῶ, νὰ περπατήσω. Μόλις μ΄ ἄφηνε, σωριαζόμουν.

       Μέρα νύχτα δὲν καταλάβαινα πότε ἦταν. Ἂν ἄκουγα φωνὲς παιδιῶν ἀπέξω, ἔλεγα Ἄνοιξη θά ΄ναι ἢ Καλοκαίρι. Μέχρι τότε δὲν εἶχα κλάψει, δὲν εἶχα φωνάξει, ἔλεγα ὅτι κάνουν τὸ σωστό.

       Κρέμαγαν ἀπὸ κορδέλες στὸ κεφαλάρι τοῦ κρεβατιοῦ μου εἰκονίσματα ἁγίων καὶ κομποσχοίνια καὶ φυλαχτὰ καὶ σταυ­ρου­δά­κια καὶ ἀσημένια πόδια. Ἄλλαζα πλευρό, γκλὶν-γκλὸν αὐτά. Ἦταν ἀρμαθιές. Δὲν ἄντεξα τὰ τράβηξα μὲ μα­νία καὶ τὰ πέταξα τριγύρω καὶ τότε οὔρλιαξα τόσο, ποὺ εἶπαν πὼς μὲ ἄκουσε ὁ κουφὸς στὸν συνοικισμό.

       Δαιμονισμένη! Φώναξαν κρατώντας τὰ στόματά τους, τὰ ξέφραξαν, κακόπραγο πνεῦμα τῆς ἔχει μπεῖ, σιγουρεύτηκαν.

       Μὲ πῆγαν νύχτα τυλιγμένη μὲ κόκκινο σεντόνι στὸν ὅσιο Λουκᾶ.

       Μὲ διάβασε ἕνας καλόγερος, μοῦ εἶπε νὰ φωνάξω νὰ βγεῖ ὁ δαίμονας, τὸ ἔκανα, ἀφοῦ φώναξε, δαιμονισμένη, εἶπε κι αὐτός.

       Μ΄ ἔδεσαν πάνω σὲ ἕνα ξύλινο πάγκο, μέσα σὲ ἕνα σκο­τει­νὸ κελί. Μὲ ἄλειψαν μὲ λίπος, μὲ μαύρη μπογιὰ ἔβαψαν τὸ πρόσωπο. Δυὸ φορὲς ἐρχόταν κάποιος, δὲν μποροῦσα νὰ τὸν δῶ, καὶ μοῦ ΄βάζε στὸ στόμα τροφὴ καὶ νερό. Ἑφτὰ μέρες καὶ νύχτες θὰ μείνεις μοῦ εἶπε καὶ μετὰ θὰ γίνεις καλά. Κάνε ὑ­πο­μο­νή, τοὺς τρελούς τοὺς δένουμε τὸ λιγότερο τρεῖς μῆνες, εἶπε ἕνας ἄλλος.

       Πάλι νύχτα φύγαμε. Μὲ εἶχαν τυλίξει μ΄ ἕνα δίχτυ γιὰ νὰ πιαστεῖ ὁ δαίμονας ἅμα προσπαθήσει νὰ ξαναμπεῖ. Σὲ τρεῖς μέρες ἀκόμα εἶπαν θὰ σηκωθῶ. Τρεῖς καὶ τρεῖς καὶ τρεῖς πέρασαν… ξαπλωμένη. Ἔπαψα νὰ μετρῶ.

       Μετὰ ἔχασα τὴ λαλιά, τὰ μάτια ἔπαψαν νὰ κλείνουν, τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια μου τὰ ἀνοιγόκλειναν ἄλλοι. Στὸ στόμα ἦρθε ἕνα χαμόγελο καὶ τὸ σφράγισε. Σιγὰ-σιγὰ μί­κραινα καὶ μίκραινα. Καὶ εἶμαι ὁλόκληρη ἀπὸ ἄσπρο πανί, πα­ρα­γε­μι­σμέ­νη μὲ μπαμπάκια. Φοράω ἕνα κόκκινο φουστανάκι καὶ μαῦρα γυαλιστερὰ παπούτσια ἀπὸ πετσί. Στέκομαι καὶ ὄρθια, ἀλλὰ μὲ βάζουν καθιστή. Μόνο στὰ πόδια μου ἀπὸ τὰ γόνατα καὶ κάτω εἶμαι σκισμένη. Ὅμως τὰ ἔχουν πιάσει μὲ κόπιτσες καὶ χρυσὲς παραμάνες καὶ μικρὲς καρφίτσες.

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση. Ἀπὸ ὅσα προ­κρίθηκαν γιὰ τὸ τεῦχος ἑλληνικοῦ μπονζάι τοῦ περ. Πλανόδιον. Βλ. ἐδῶ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος», ἐγγραφή 01-08-2010.

 

Μάρτυ Λάμπρου (Λειβαδιά, 1968). Σπούδασε Παιδαγωγικά. Πρῶτο της βιβλίο ἡ νουβέλα Τὸ κόκκινο κουτί, ἐκδ. Χρηστάκης, 1998.