Κώστογλου Νιόβη: Ἐπίπεδο ρολόι


Νι­ό­βη Κώ­στο­γλου


Ἐ­πί­πε­δο: Ρο­λό­ϊ


ΟΥ ΑΡΕΣΕΙ νὰ κοι­τά­ζεις τὸ πρω­ϊ­νὸ φῶς νὰ δι­α­θλᾶ­ται ἀ­πὸ τὸ τζά­μι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου καὶ νὰ χρω­μα­τί­ζει τὸ δω­μά­τιο μὲ τὸ θα­λασ­σί τῆς κουρ­τί­νας. Ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο, σοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ κά­νεις με­γά­λες βόλ­τες μὲ τὸ πο­δή­λα­το καὶ νὰ νι­ώ­θεις τὸν ἄ­νε­μο νὰ σοῦ παίρ­νει τὰ μαλ­λιά. Βέ­βαι­α, ζεῖς πά­νω σε ἕ­να ρο­λό­ι καὶ χρει­ά­ζε­ται νὰ προ­σέ­χεις δια­ρκῶς γιὰ νὰ μὴν σὲ φτά­σουν οἱ δεῖ­κτες του καὶ σοῦ κό­ψουν τὸ κε­φά­λι.

        Θυ­μᾶ­σαι μιὰ ὄ­μορ­φη κο­πέ­λα ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε κι ἀ­νέ­μι­ζε τὸ μα­κρὺ φου­λά­ρι της ἀ­πὸ τὸ ξε­σκέ­πα­στο αὐ­το­κί­νη­το. Ὅ­ταν τὴν ἔ­φτα­σε ὁ δεί­κτης, δὲν τὸν εἶ­δε. Κι αὐ­τός, τύ­λι­ξε στὴ ρό­δα τὸ φου­λά­ρι καὶ τὴν ἔ­πνι­ξε. Με­τά, ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος ὁ εὐ­φυ­ὴς ἀρ­χι­τέ­κτο­νας ποὺ ἔ­χτι­σε στὴν πό­λη του πο­λύ­χρω­μα κτί­ρια γιὰ νὰ τὰ θαυ­μά­ζει στὸν πε­ρί­πα­τό του. Αὐ­τόν, μό­λις τὸν ἔ­φτα­σε ὁ δεί­κτης, ἔ­φε­ρε μπρο­στά του ἕ­να τρὰμ καὶ τὸν πά­τη­σε.

        Ἴ­σως πιὸ τυ­χε­ρὸς νὰ ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος ὁ κω­μι­κὸς μὲ τὸ βρώ­μι­κο χι­οῦ­μορ ποὺ μιὰ μέ­ρα τοῦ εἶ­παν ἕ­να τό­σο προ­σβλη­τι­κὸ ἀ­στεῖ­ο γιὰ τὴν ἀ­δερ­φή του κι ἐ­κεῖ­νος ἄρ­χι­σε νὰ γε­λά­ει ἀ­στα­μά­τη­τα. Τό­τε τὸν βρῆ­κε ὁ δεί­κτης, ἔ­σπρω­ξε τὴν κα­ρέ­κλα καὶ με­τὰ τὸν γδοῦ­πο ποὺ ἔ­κα­νε τὸ κε­φά­λι του στὸ πά­τω­μα, τοῦ κό­πη­κε τὸ γέ­λιο γιὰ πάν­τα. Κι ἄς μὴν εἶ­χε κὰν ἀ­δερ­φή.

        Ἐ­σὺ ἔ­χεις σί­γου­ρα τὸ μυ­στι­κό σου. Τρέ­χεις πά­νω στὸ ἐ­πί­πε­δο ρο­λόϊ κι ὅ­ταν φτά­νει κον­τά σου ὁ δεί­κτης, μὲ μι­σὸ ἅλ­μα, χω­ρί­ζεις τὸ σῶ­μα σου στὰ δύ­ο γιὰ νὰ πε­ρά­σει ἀ­νά­με­σα καὶ νὰ τὴ γλι­τώ­σεις. Ὅ­μως, κά­θε φο­ρά, ὁ ὕ­που­λος λε­πτο­δεί­κτης σοῦ κό­βει μιὰ φλού­δα καὶ σὲ λι­γο­στεύ­ει.

        Θὰ ἦ­ταν πιὸ πρα­κτι­κὸ ἂν εἶ­χες βρεῖ τρό­πο νὰ φτιά­χνεις ἕ­να ἀν­τί­γρα­φο ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα σου ὅ­πο­τε περ­νοῦν ἀ­πὸ κον­τά σου οἱ δεῖ­κτες. Τό­τε, θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ τὸ ἀ­φή­νεις πί­σω καὶ νὰ κρύ­βε­σαι σὲ μιὰ γω­νιὰ γιὰ νὰ δεῖς τί θὰ τὸ κά­νουν. Ἴ­σως νὰ πε­τοῦ­σαν τὸ πο­δή­λα­το στὴ θά­λασ­σα καὶ νὰ φρόν­τι­ζαν νὰ κα­τα­πι­εῖς μιὰ με­γά­λη πο­σό­τη­τα ἀ­πὸ μι­κρὰ ψά­ρια γιὰ νὰ πνι­γεῖς ἢ νὰ ἔ­ρι­χναν τὸ τα­βά­νι στὸ κε­φά­λι σου, ἐ­νῶ χα­ζεύ­εις τὸ πρω­ϊ­νὸ φῶς ποὺ μπαί­νει ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἴ­σως καὶ νὰ γε­λοῦ­σαν «τὶκ-τὰκ-τὶκ-τάκ».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νι­ό­βη Κώ­στο­γλου (Ἀ­θή­να, 1983). Σπού­δα­σε Δι­α­φή­μι­ση καὶ Δη­μό­σι­ες Σχέ­σεις στὴν Ἀ­θή­να, ἐρ­γά­ζε­ται στὴ δι­α­φή­μι­ση καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ δι­η­γη­μά­των καὶ ποι­η­μά­των. Κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔντυ­πα καὶ ἠ­λεκτρο­νικὰ περι­οδι­κά. Ἔχει συμμετάσχει στὴ συλλογικὴ ἔκδοση διη­γημάτων Δώ­μα­τα μὲ θέα (Παρά­ξε­νες Μέρες, 2020).