Μάγδα Κόσσυβα: “Ὁι Ἐραστές ΙΙ”


Μά­γδα Κόσ­συ­βα


«Οἱ Ἐ­ρα­στές ΙΙ»


 ΡΕΝΕ ἦ­ταν ψη­λὸς σὰν κα­λο­σχη­μα­τι­σμέ­νο σκιά­χτρο, εἶ­χε ἕ­να ἄ­βο­λο χα­μό­γε­λο ποὺ τὸν ἔ­κα­νε συμ­πα­θῆ καὶ δυ­ὸ ἀ­γω­νι­ώ­δη μά­τια ποὺ τὸν ἔ­κα­ναν νὰ φαί­νε­ται ἔ­ξυ­πνος. Ἐ­πί­σης εἶ­χε μιὰ πε­ρί­ερ­γη ἱ­κα­νό­τη­τα ἢ δυ­σκο­λί­α ἴ­σως.

        Ὅ­ταν ἔ­νι­ω­θε ἐ­ρω­τι­κὴ ἕλ­ξη γιὰ κά­ποι­ον καὶ ἤ­θε­λε νὰ τὸν φι­λή­σει, ταυ­τό­χρο­να ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε δι­α­κα­ῶς νὰ τὸν σκο­τώ­σει. Ὁ­πό­τε δὲν εἶ­χε φι­λή­σει πο­τὲ κα­νέ­ναν ἄν­θρω­πο, ἀ­πὸ ἀ­πο­στρο­φὴ στὰ δο­λο­φο­νι­κὰ ἔν­στι­κτα ποὺ γεν­νᾶ ὁ ἔ­ρω­τας.

        Ὅ­λα ἔ­γι­ναν χει­ρό­τε­ρα μό­λις γνώ­ρι­σε τὴν Λου­ΐζ. Μό­νο μὲ πλα­νη­τι­κὴ σύγ­κρου­ση θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ συγ­κρί­νει. Ἡ Λου­ῒζ τὸν συγ­κι­νοῦ­σε ἐ­πι­κίν­δυ­να. Ἀ­πρό­θυ­μος νὰ ἀν­τι­στέ­κε­ται, σκέ­φτη­κε νὰ προ­τεί­νει στὴν Λου­ῒζ νὰ φι­λι­οῦν­ται μὲ ἕ­ναν μο­να­δι­κὸ τρό­πο, νὰ φο­ρᾶ­νε κου­κοῦ­λες ὅ­σο φι­λι­οῦν­ται καὶ ἔ­τσι νὰ μὴν μπο­ρεῖ νὰ δεῖ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον.

        Με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να μή­να ἀ­που­σί­ας ἡ Λου­ῒζ τοῦ ἔ­στει­λε ἕ­να ἀν­τί­γρα­φο τοῦ πί­να­κα τοῦ Μαγ­κρίτ, «Οἱ Ἐ­ρα­στές ΙΙ».

        Σὰν εὐ­χα­ρι­στή­ρια ἀ­πάν­τη­ση τῆς ἔ­στει­λε ἕ­να τη­λε­γρα­φι­κὸ σχε­δὸν μή­νυ­μα ποὺ συ­νό­ψι­ζε τὴν κα­τά­στα­σή του.

        Ἕ­να βρά­δυ τὴν βρῆ­κε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι του νὰ φορᾶ ἕ­να λευ­κὸ σεν­τό­νι στὸ κε­φά­λι.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να,1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.


Ζευγάρι ποὺ μιμεῖται τὸ γνωστὸ ἔργο τοῦ Ρενὲ Μαγκρὶτ «Ἐραστές II».

 

Μά­γδα Κόσ­συ­βα: Χέρια

 



Μά­γδα Κόσ­συ­βα


Χέ­ρια


Η ΘΕΛΙΑ ἔ­κο­βε χέ­ρια. Γεν­νή­θη­κε στὴν Μα­δρί­τη τὸ 1985.

       Δὲν δι­α­μέ­λι­ζε πάν­τα ἀν­θρώ­πους, μό­νο τὰ τε­λευ­ταῖ­α τέσ­σε­ρα χρό­νια. Δί­δα­σκε ἱ­στο­ρί­α τῆς τέ­χνης. Κά­θε Μάρ­τη τε­λοῦ­σε ἕ­να εἶ­δος μνη­μό­συ­νου γιὰ τὰ χέ­ρια ποὺ εἶ­χε κα­θαι­ρέ­σει. Ἄ­να­βε κε­ριά, πή­γαι­νε στὴν βι­τρί­να μὲ τὰ χέ­ρια τοῦ ἑ­κά­στο­τε θα­νόν­τος, ἔ­λε­γε κά­ποι­α λό­για γιὰ τὸν ἐ­κλι­πόν­τα καὶ το­πο­θε­τοῦ­σε μιὰ προ­σφο­ρὰ ποὺ θὰ τὸν ἀν­τι­προ­σώ­πευ­ε.

       Ἤ­πι­ε ἕ­να ἀ­κό­μα κο­νιάκ, τώ­ρα στέ­κον­ταν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸν Μα­έ­στρο.

       Τί ὑ­πέ­ρο­χα χέ­ρια!

       Ἂν καὶ ἀ­νῆ­καν σὲ ἄν­τρα με­γα­λύ­τε­ρο τῆς μέ­σης ἡ­λι­κί­ας, εἶ­χαν χρῶ­μα καὶ σχῆ­μα παι­δι­κό. Χω­ρὶς νὰ εἶ­ναι πλα­δα­ρὰ ἦ­ταν εὔ­πλα­στα, ἀ­νοι­χτὰ στὴν ἐ­ναλ­λα­γὴ σχη­μά­των. Ἀ­κό­μα κι ὅ­σο ζοῦ­σαν ἔ­μοια­ζαν σὰν νὰ εἶ­χαν ἤ­δη τα­ρι­χευ­τεῖ. Τό­ση τε­λει­ό­τη­τα δὲν ταί­ρια­ζε στὴν ζω­ή.

       Βέ­βαι­α στὴν πε­ρί­πτω­σή τους, ὁ κα­νό­νας ἀ­ναι­ροῦν­ταν, για­τὶ πο­λὺ ἁ­πλὰ δὲν εἶ­χε κα­μί­α ση­μα­σί­α ἂν ἦ­ταν δύ­σμορ­φα ἢ γε­μά­τα κά­λους, τὰ χέ­ρια αὐ­τὰ ἔ­γρα­φαν νό­τες, τὶς πέ­τα­γαν στὸν ἀ­έ­ρα καὶ τὶς μοί­ρα­ζαν σὲ ἔγ­χορ­δα, πνευ­στὰ καὶ κά­ποι­ες φο­ρὲς σὲ φω­νη­τι­κὲς χορ­δές. Ἐ­να­πό­θε­σε μπρο­στά τους ἕ­να βι­νύ­λιο μὲ τὸ Canzone Del Mal Di Luna.

       Χαί­ρο­μαι ποὺ κά­να­με ἔ­στω μιὰ χει­ρα­ψί­α καὶ ἂς ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α σου.

       Ἡ Θέ­λια ἄ­να­ψε ἕ­να τσι­γά­ρο, κρά­τη­σε ἑ­νὸς λε­πτοῦ σι­γὴ καὶ σκέ­φτη­κε πό­σα χέ­ρια δὲν θὰ εἶ­χαν κο­πεῖ, ἂν κά­ποι­ος τὴν εἶ­χε ἀγ­γί­ξει.



Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να, 1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.


Μάγδα Κόσσυβα:


Μά­γδα Κόσ­συ­βα


Ι. Ἔν­τγκαρ


ΑΠΟΤΕ ΗΞΕΡΕ ἀ­μέ­τρη­τα ὀ­νό­μα­τα, σοῦ ἀ­ρά­δια­ζε σὰν κα­τα­πέλ­της πα­ρα­πομ­πὲς ἐμ­φυ­σών­τας σου ἔμ­πνευ­ση, καὶ ὅ­ταν ὁ ἴ­διος ἔ­φτα­νε σὲ φρε­νί­τι­δα, ἔ­φτα­νες καὶ ἐ­σύ.

        Κά­πο­τε εἶ­χε καὶ ἄ­πει­ρα αὐ­τιὰ κρε­μα­σμέ­να πά­νω του.

             Κά­πο­τε τὸ μυα­λό του ἦ­ταν μιὰ κι­νη­τὴ βι­βλι­ο­θή­κη, ὄ­χι ἀ­πὸ αὐ­τὲς ποὺ ἔ­χουν οἱ ἐ­πι­δει­ξί­ες γνώ­σε­ων καὶ οἱ ἀ­δι­ά­βα­στοι.

          Ἡ βι­βλι­ο­θή­κη του ἔ­μοια­ζε μὲ τσίρ­κο, ὅ­λοι ἦ­ταν εὐ­πρόσ­δε­κτοι, ἀρ­κεῖ νὰ ἦ­ταν φρι­κιά.

        Αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες, εἶ­ναι 25 χρο­νῶν. Τοῦ ἀ­ρέ­σει μιὰ Μι­σέλ, δὲν ξέ­ρει τί­πο­τα γιὰ αὐ­τὴν ἐ­κτός τοῦ ὅ­τι δι­α­βά­ζει γρή­γο­ρα καὶ τρώ­ει τὰ νύ­χια της, σπου­δά­ζει στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ καὶ εἶ­ναι πάν­τα ἄ­φραγ­κη.

        Κι ὅ­μως ἔ­χει ἤ­δη ὑ­πάρ­ξει σύ­ζυ­γος, πα­τέ­ρας, ἐ­ρα­στής, καλ­λι­τέ­χνης, τρε­λός, ση­μαν­τι­κός· τώ­ρα βέ­βαι­α ἁ­πλὰ ἔ­χει σύγ­χυ­ση.

        Τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες ὧ­ρες τῆς ἡ­μέ­ρας κά­ποι­ες ἄ­γνω­στες γυ­ναῖ­κες τοῦ σκου­πί­ζουν τὰ σά­λια καὶ ἄλ­λες ἐ­πί­σης ἄ­γνω­στες τὸν μπου­κώ­νουν μὲ χά­πια. Ὅ­ταν βι­ώ­νει τὸν ἑ­αυ­τὸ του 25 χρο­νῶν ἀν­τι­στέ­κε­ται, στὰ 40 εἶ­ναι πιὸ πει­θή­νιος, στὰ 50 δέ, τὸν κά­νεις ὅ­τι θές, δὲν κά­νει βῆ­μα.


ΙΙ. Δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α ποι­ά στὸ δι­ά­ο­λο εἶ­σαι


        Ἦρ­θε μιὰ ἀ­κό­μα ἄ­γνω­στη γυ­ναί­κα ἀλ­λὰ αὐ­τὴ εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κή, ἔ­χει χρῶ­μα.

        Τὰ μαλ­λιά της εἶ­ναι μαῦ­ρα, τὸ δέρ­μα της ἀ­νοι­χτό, τὰ μά­τια της σκου­ραί­νουν κά­ποι­ες φο­ρὲς καὶ δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­πο­φα­σί­σω τί χρῶ­μα εἶ­ναι.

        Ὅ­ταν ἔρ­χε­ται ἐ­δῶ, βγά­ζει στὸν κῆ­πο τὸ κα­ρό­τσι μου καὶ μὲ πά­ει βόλ­τα.

        Μοῦ χα­ρί­ζει χαρ­τιὰ καὶ μὲ πεί­θει ὅ­τι μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ ζω­γρα­φί­ζω.

        Φαί­νε­ται εὐ­τυ­χι­σμέ­νη. Μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ ἔρ­χε­ται. Προ­σπα­θῶ νὰ τὴν ἐν­τυ­πω­σιά­ζω, γιὰ αὐ­τὸ ὅ­ταν τὴν πε­ρι­μέ­νω, πεί­θω τὶς μό­νι­μες ἄ­γνω­στες γυ­ναῖ­κες νὰ μὲ γυα­λί­σουν του­λά­χι­στον ἀ­πέ­ξω. Τὸ μέ­σα εἶ­ναι κου­βά­ρι.


ΙΙΙ. Πῶς ἀλ­λι­ῶς νὰ δεί­ξουν τὰ τέ­ρα­τα τὴν ἀ­γά­πη τους…


        Τὸν πῆ­γε στὸν κῆ­πο ὅ­πως κά­θε φο­ρά, τοῦ χά­ι­δε­ψε τὰ μαλ­λιά, τὸν φί­λη­σε, τοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να μπλὸκ ὅ­πως πάν­τα, ὅ­μως αὐ­τὴ τὴν φο­ρὰ τοῦ ἔ­δω­σε κά­τι ἀ­κό­μα.

        Πι­ές τα ὅ­λα μα­ζί, ὅ­ταν σβή­σουν τὰ φῶ­τα.

        Κρύ­ψε τὰ κα­λά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να, 1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.