Φώτης Κόντογλου: Ὁ Ταλιάνης καὶ τὸ μαγαζί του


Kontoglou,Fotis-OTalianisKaiToMagaziTou-Eikona-03


Φώ­της Κόν­το­γλου


Ὁ Τα­λιά­νης καὶ τὸ μα­γα­ζί του


03-SigmaΕ ΤΟΥΤΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ κά­νει κα­νεὶς γνω­ρι­μιὰ μὲ ἀν­θρώπους εἰ­δῶν-εἰ­δῶν. Οἱ πολ­λοὶ ἀ­π’ αὐ­τοὺς ξε­χνι­οῦν­ται, μὰ κά­τι λί­γοι μο­να­χὰ ἀ­πο­μέ­νου­νε μέ­σα στὴν καρ­διά του. Κ’ ἐ­γώ, σὰν ἄν­θρω­πος ποὺ εἶ­μαι, ἔ­δε­σα γνω­ρι­μί­α μὲ κάμ­πο­σους, πολ­λὲς φο­ρὲς χω­ρὶς νὰ τὸ θέ­λω, ἀ­κό­μα καὶ μὲ ἀν­θρώ­πους κα­τα­φρο­νε­μέ­νους, ποὺ τοὺς ἔ­χου­νε οἱ ἄλ­λοι γιὰ τῆς γῆς τὰ κα­τα­κάθια. Καί, μ’ ὅ­λα ταῦ­τα, σὲ κά­τι τέ­τοι­ους βρῆ­κα πολ­λὲς φο­ρὲς τὸ μαρ­γα­ρι­τά­ρι, ποὺ δὲν τὸ βρί­σκεις σὲ ἀν­θρώ­πους ποὺ ἔ­χου­νε φη­μι­σμέ­νο ὄ­νο­μα κι ἄλ­λα πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ ψεύ­τι­κα στο­λί­δια ποὺ τὰ τι­μᾶς. Τοὺς ἀν­θρώ­πους τοὺς τρώ­γει σὰν σα­ρά­κι ἡ μα­νί­α νὰ φαί­νουν­ται σπου­δαῖ­οι καὶ νὰ τοὺς θαυ­μά­ζει ὁ κό­σμος. Σὰν τὰ λου­λού­δια εἶ­ναι κ’ οἱ ἄν­θρω­ποι, ἄλ­λοι ἀ­γα­πᾶ­νε τὰ φαν­τα­χτε­ρὰ τὰ λου­λού­δια, ποὺ τὰ που­λᾶ­νε γιὰ νὰ στο­λί­ζου­νε τὰ τρα­πέ­ζια τους ἢ τὶς κη­δεῖ­ες τους, κι ἄλ­λοι πά­λι, οἱ λι­γο­στοὶ κ’ οἱ φτω­χοὶ σὰν ἐ­μέ­να, ἀ­γα­πᾶ­νε τὰ τα­πει­νὰ τ’ ἀ­γρι­ο­λού­λου­δα τοῦ βου­νοῦ. Μὰ αὐ­τὰ ἔ­χου­νε τὴ μο­σκο­βο­λιά, ἐ­νῶ τ’ ἄλ­λα, τὰ ἐ­πί­ση­μα, εἶ­ναι σὰν νά ‘­ναι κα­νω­μέ­να ἀ­πὸ χαρ­τὶ κι ἀ­μύ­ρι­στα, μο­νά­χα ποὺ ἔ­χου­νε ἀρ­χον­τι­κιὰ ὄ­ψη καὶ ζω­η­ρὰ χρώ­μα­τα, καὶ κεῖ­να πολ­λὲς φο­ρὲς ψεύ­τι­κα, κα­νω­μέ­να μὲ μπο­γι­ὲς ποὺ τὶς βά­ζου­νε στὴ ρί­ζα τους.

       Θέ­λου­νε νὰ ἔ­χου­νε σπου­δαῖ­α καὶ φαν­τα­χτε­ρὰ πράγ­μα­τα στὰ σπί­τια τους, ἀ­κό­μα καὶ στὰ μνή­μα­τά τους. Γιὰ τοῦ­το, ὅ­ποι­ος δὲν ἔ­χει τέ­τοι­ες ἀ­νό­η­τες ἔ­γνοι­ες, στὰ μά­τια τους εἶ­ναι «πτω­χὸς τῷ πνεύ­μα­τι», ἀ­δι­α­φό­ρε­τος, ἐ­χθρός τῆς προ­ό­δου. Ἕ­νας κου­φι­ο­κε­φα­λά­κης «μον­δέρ­νος» μοῦ εἶ­πε κά­πο­τε: «Μὰ δὲν κα­τα­λά­βα­τε ὅ­τι ὁ πο­λι­τι­σμέ­νος ἄν­θρω­πος δὲν μπο­ρεῖ νὰ ζή­σει χω­ρὶς τέ­τοι­ες φι­λο­δο­ξί­ες καὶ ὅ­τι ἡ ζω­ὴ μας πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἕ­νας δια­ρκὴς ἀν­τα­γω­νι­σμός;» Ἤ­θε­λα νὰ τοῦ πῶ: «Ἴ­σια-ἴ­σια τὸ κα­τά­λα­βα καὶ γι’ αὐ­τὸ ἀ­πό­μει­να ἔ­τσι ποὺ εἶ­μαι.» Κ’ εἶ­πα μέ­σα μου: «Ἄφες τοὺς νε­κροὺς θά­πτειν τοὺς ἑ­αυ­τῶν νε­κρούς!» Θυ­μή­θη­κα κά­ποι­α λό­για ποὺ μοῦ εἶ­πε μιὰ φο­ρὰ ἕ­νας ἁ­πλὸς κι ἀ­γράμ­μα­τος ἄν­θρω­πος: «Ἡ γῆ γιὰ κα­θε­αυ­τοῦ δι­κά της παι­διὰ ἔ­χει τ’ ἄ­γρια τὰ χορ­τά­ρια. Τ’ ἄλ­λα, ποὺ τὰ ἡ­μέ­ρε­ψε ὁ ἄν­θρω­πος, τά ‘­χει γιὰ προ­γό­νια της. Γι’ αὐ­τὸ θε­ρι­εύ­ου­νε τ’ ἀ­λη­θι­νά τὰ παι­διά της καὶ πνι­γοῦ­νε τὰ προ­γό­νια, κι ὁ ἄν­θρω­πος τὰ ξεβο­τα­νί­ζει. Μὲ τὸν και­ρὸ τὰ προ­γό­νια αὐ­τά, δη­λα­δὴ τὰ ἥ­με­ρα, γυ­ρί­ζου­νε στὸ φυ­σι­κό τους κι ἀ­γρι­εύ­ου­νε καὶ γί­νουν­ται πά­λι ἀ­λη­θι­νὰ παι­διὰ τῆς γῆς, για­τί ἡ μάν­να τους τὰ θέ­λει ἄ­γρια.» Κ’ ἕ­να ἄλ­λο ποὺ μοῦ εἶ­πε ὁ ἴ­διος: «Τὸν Ἀ­πρί­λη με­γα­λώ­νου­νε οἱ καρ­ποί, τὸ κρι­θά­ρι, τὸ σι­τά­ρι, καὶ πιὸ ὕ­στε­ρα τ’ ἀ­πί­δια, τὰ σῦ­κα, τὰ στα­φύ­λια, καὶ λέ­νε στὴ μάν­να τους τὴ γῆς: “Μάν­να, πᾶ­με νὰ μᾶς φᾶ­νε τὰ θη­ρί­α!” — δη­λα­δὴ οἱ ἄν­θρω­ποι. Καὶ κεί­νη τοὺς ἀ­πο­κρί­νε­ται: “Ἔν­νοι­α σας, κ’ ἐ­γὼ θὰ τὰ φά­ω σὰν ἔρ­θει ἡ σει­ρά τους!”…» Λοι­πόν, τί ἀν­τα­γω­νι­σμὸς καὶ ξεαν­ταγω­νι­σμός; Ὁ ξιπ­πα­σμέ­νος ἄν­θρω­πος θαρ­ρεῖ πὼς κά­τι κά­νει τά­χα μὲ τὶς ἐ­πι­δεί­ξεις του καὶ μὲ τὸ νὰ κα­τα­φρο­νᾶ τὸν ἄλ­λον, ποὺ δὲν ἔ­χει τὶς κου­τὲς αὐ­τὲς λε­πτο­λο­γί­ες, ἀλ­λὰ ζεῖ ἁ­πλὰ κι ἀ­φτι­α­σί­δω­τα. Μὲ τέ­τοι­α ἀ­σκιὰ φου­σκω­μέ­να ἀ­πὸ πε­ρη­φά­νεια φορ­τώ­νου­νε τὸ κα­ρά­βι τῆς ζω­ῆς τους αὐ­τοὶ οἱ τε­τρα­πέ­ρα­τοι ἀ­νό­η­τοι, ποὺ δὲν ἔ­χου­νε και­ρὸ νὰ δοῦ­νε τὴν οὐ­σί­α τῆς ζω­ῆς, ὣς ποὺ νὰ πᾶ­νε νὰ τ’ ἀ­ρά­ξου­νε ἀ­δεια­νὸ στὸ μαρ­μα­ρέ­νιο μου­ρά­γιο τοῦ τά­φου. Γι’ αὐ­τό, οἱ τέ­τοι­οι, κα­τα­γι­νό­με­νοι μ’ αὐ­τὰ τὰ τριμ­μέ­να καὶ τὰ συ­νη­θι­σμέ­να, δὲν ἔ­χου­νε πο­τὲς ἀ­πά­νω τους κα­μιὰν ἔ­μορ­φη καὶ πα­ρά­ξε­νη μα­νία, ποὺ νὰ τοὺς ξε­χω­ρί­ζει ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους καὶ ποὺ νὰ δί­νει χα­ρα­χτῆ­ρα στὴ ζω­ή τους, πα­ρὰ εἶ­ναι κρύ­οι, ἄ­νο­στοι, προ­σποι­η­μέ­νοι, χω­ρὶς κα­μιὰ μυ­ρου­διά, σὰν τὰ ψεύ­τι­κα λου­λού­δια ποὺ εἴ­πα­με.

       Κά­ποι­οι ἀ­π’ αὐ­τούς, ἐ­νῶ λεί­πει ἀ­πὸ πά­νω τους κά­θε οὐ­σί­α τῆς ζω­ῆς, κα­τα­πι­ά­νουν­ται νὰ κα­τα­σκευ­ά­σου­νε κά­ποι­ο ψεύ­τι­κο εἴ­δω­λό της, γιὰ νὰ ξε­χω­ρί­σου­νε μ’ αὐ­τὸ ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους καὶ νὰ φα­νοῦ­νε πὼς δὲν εἶ­ναι ἀ­πὸ τοὺς συ­νη­θι­σμέ­νους. Ἔ­τσι τὸ ρί­χνου­νε στὴν τέ­χνη καὶ κά­νου­νε κά­τι κού­φια χαρ­το­φά­ναρα, ποὺ τὰ λέ­νε μὲ λο­γῆς-λο­γῆς ὀ­νό­μα­τα, σου­ρε­α­λι­σμό, ὑ­παρ­ξι­σμό, ἀ­μο­ρα­λι­σμό, κ’ ἕ­να σω­ρὸ ἄλ­λα. Μὲ τέ­τοι­ες τε­χνι­κὲς σκη­νο­θε­σί­ες θαρ­ροῦν πὼς μπο­ροῦ­νε νὰ γί­νου­νε πρω­τό­τυ­ποι, ἐ­νῶ εἶ­ναι ἄν­θρω­ποι κα­νω­μέ­νοι ἀ­πὸ τὸ πιὸ συ­νη­θι­σμέ­νο ζυ­μά­ρι. Σύμ­φω­να μὲ κά­ποι­ες συν­τα­γὲς κα­τα­σκευ­ά­ζε­ται κ’ ἡ πρω­το­τυ­πί­α στὰ χρό­νια μας. Τὸ «Ὁ ποι­η­τὴς γεν­νι­έ­ται, δὲν γί­νε­ται» εἶ­ναι πιὰ μό­νο γιὰ μᾶς τοὺς πνευ­μα­τι­κοὺς πα­λαι­ο­η­με­ρο­λο­γί­τες. Κι ὅ­πως ὅ­λα τα τε­χνη­τὰ πρά­μα­τα ἔ­χου­νε τὴν πε­θα­μέ­νη μυ­ρου­διὰ ποὺ μυ­ρί­ζει τὸ ἐρ­γα­στή­ριο, ἔ­τσι κ’ ἡ ζω­ὴ τους εἶ­ναι κρύ­α, ἀ­νά­λα­τη, χη­μι­κή, μ’ ἕ­ναν λό­γο «αἰ­σθη­τι­κή». Μὰ μπο­ρεῖ νὰ βρε­θεῖ πορ­το­κα­λιὰ στὴ Σπι­τσβέρ­γη ἢ μο­σκο­βο­λη­μέ­νος βα­σι­λι­κὸς στὴν Τέρ­ρα Νό­βα; Βα­σι­λι­κὸς καὶ γα­ρύ­φαλ­λα καὶ μαντζου­ρά­να καὶ κά­θε λο­γῆς μυ­ρου­δι­κὸ λου­λού­δι βγαί­νει ἐ­κεῖ ποὺ πιά­νει ὁ σπό­ρος τους ἀ­πὸ φυ­σι­κό του, καὶ τό­τες ἔ­χου­νε χά­ρη κι ἀ­λή­θεια. Μὲ τὴ σκη­νο­θε­σί­α δὲν μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις ζω­ή, οὔ­τε μὲ τὴν ψευ­τιὰ μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις ἀ­λή­θεια. Μιὰ ἀ­λή­θεια ὑ­πάρ­χει, ἡ ἀ­λη­θι­νή.

       Μὰ αὐ­τὰ τὰ φι­λο­σο­φι­κὰ ποὺ εἶ­πα, ἴ­σως νά ‘­τα­νε κα­λύ­τε­ρα νὰ λεί­πα­νε. Πιὸ φα­νε­ρὸ γί­νε­ται τὸ πρᾶγ­μα ποὺ θέ­λω νὰ πῶ, ἀ­πὸ μιὰ ἱ­στο­ρί­α. Τὴν ἔ­χω γρά­ψει, μα­ζὶ μὲ ἄλ­λες, σ’ ἕ­να τε­φτέ­ρι ποὺ μά­ζε­ψα κάμ­πο­σους ἀν­θρώ­πους ὁ­ποὺ εἴ­χα­νε κά­ποι­α ἔ­μορ­φη ἰ­δι­ο­τρο­πί­α στὴ ζω­ή τους, καὶ ποὺ ζή­σα­νε χω­ρὶς νά ‘­χου­νε κα­μιὰ αἰ­σθη­τι­κὴ συν­τα­γὴ στὸ κε­φά­λι τους, δη­λα­δὴ δί­χως νὰ σκη­νο­θε­τη­θοῦ­νε τὴ ζω­ή τους. Ὅ,τι κά­να­νε, τὸ κά­να­νε ἀ­προ­σποί­η­τα, φυ­σι­κά, καὶ γι’ αὐ­τὸ ἤ­τα­νε ἀ­λη­θι­νὸ καὶ ζων­τα­νό.

       Στὴν οἰ­κου­μέ­νη δὲν πι­στεύ­ω νὰ ὑ­πάρ­χει ἄλ­λο μα­γα­ζὶ σὰν τὸ μα­γα­ζὶ ποὺ εἶ­χε ὁ κυρ-Γι­ώρ­γης ὁ Τα­λιά­νης στὴν πα­τρί­δα μου. Πρω­το­φα­νές!

       Αὐ­τὸ τὸ μα­γα­ζὶ ἤ­τα­νε μέ­σα στὸ με­γά­λο ταρ­σί, κα­λό, ἁ­πλό­χω­ρο. Κι ὁ κυρ-Γι­ώρ­γης ἤ­τα­νε ἄν­θρω­πος νοι­κο­κύ­ρης, μὲ πε­ρι­ου­σί­α, τῆς κα­λῆς κοι­νω­νί­ας. Ἀλ­λὰ τί που­λοῦ­σε αὐ­τὸ τὸ μα­γα­ζί; Τί­πο­τα! Τὸ εἶ­χε γιὰ νὰ περ­νᾶ τὴν ὥ­ρα του, γιὰ νὰ πη­γαί­νει νά τ’ ἀ­νοί­γει καὶ νὰ τὸ κλεί­νει, ὅ­πως οἱ ἄλ­λοι μα­γα­ζι­ά­το­ρες, νά ‘χει δου­λειά, νὰ μὴ στε­να­χω­ρι­έ­ται· εἶ­χε νὰ φά­γει καὶ νὰ πι­εῖ καὶ τοῦ πε­ρισ­σεύ­α­νε. Ἀν­τὶ λοι­πὸν νὰ που­λᾶ, ἀ­γό­ρα­ζε. Τί ἀ­γό­ρα­ζε; Πα­λι­ο­σί­δε­ρα.

       Στὶς ἀ­νοι­χτὲς κα­πάν­τζες ἤ­τα­νε κρε­μα­σμέ­να κλει­διά, πα­λιοκλει­δα­ρι­ές, πα­λι­ό­καρ­φα, τσά­γρε­ς(1), μεν­τε­σέ­δες ἀ­πὸ πόρ­τες κι ἀ­πὸ πα­ρα­θύ­ρια, πα­ράν­τια(2), μα­σι­έ­ς(3), χαλ­κά­δες, γάν­τζοι, ψι­λὲς ἁ­λυ­σί­δες, μπουρ­γοῦ­δε­ς (4), κα­τσα­βί­δια σκου­ρι­α­σμέ­να, ὅ,τι σί­δε­ρο βά­λει ὁ νοῦς σου. Στὶς μό­στρες, μπρο­στὰ στὶς κα­πάν­τζες, εἶ­χε βαλ­μέ­να κά­τι ξύ­λι­να κου­τιὰ καὶ κρί­νε­ς(5), κ’ εἶ­χε βαλ­μέ­νο μέ­σα τὸ δι­α­λε­χτό τὸ πρά­μα: πρό­κες, καρ­φιὰ ψι­λά, τσαγ­κα­ράδι­κα, βί­δες, τσο­κα­ρό­καρ­φα (κο­σκι­νό­προ­κες), ἀγ­κί­στρια, ὅλα σκου­ρι­α­σμέ­να. Ἀλ­λοῦ εἶ­χε βαλ­μέ­να τὰ πιὸ χον­τρύ­τε­ρα: γύ­φτι­κα καρ­φιά, πα­ρα­λί­κια, κλα­δευ­τή­ρια, τσα­κά­δες, σου­γιά­δες κολο­κο­τρώ­νη­δες. Πολ­λὰ ἀ­π’ αὐ­τὰ ἤ­τα­νε ὁ­λό­τε­λα λι­ω­μέ­να ἀ­πὸ τὴ σκου­ριά. Μέ­σα, τὸ μα­γα­ζὶ ἦ­ταν γε­μά­το ἀ­πὸ χον­τρὰ σι­δε­ρι­κά, στοι­βι­α­σμέ­να ἀ­πὸ χρό­νια στὰ ἄ­δυ­τα, κ’ εἶ­χε ἀ­φή­σει στὴ μέση λί­γον τό­πο γιὰ νὰ περ­νᾶ. Τα­νά­λι­ες, τσιμ­πί­δια, κά­νου­λες, τσουγ­χρά­νες, δρε­πά­νια, πρι­ό­νια, βα­ρί­δια τοῦ καν­τα­ριοῦ, σί­δε­ρα ἀ­πὸ πα­λάν­τζες κι ἀ­πὸ ζυ­γα­ρι­ές, σί­δε­ρα γιὰ σι­δέ­ρω­μα, μαγκα­λο­πό­δα­ρα, ὅ­λα παμ­πά­λαι­α, κα­τα­φα­γω­μέ­να ἀ­πὸ τὴ σκου­ριά. Στὶς γω­νί­ες κει­τόν­τα­νε τὰ πιὸ βα­ριά, ἄγ­κου­ρες ὁ­λά­κε­ρες ἢ κομ­μα­τια­σμέ­νες, ἁ­λυ­σί­δες κα­ρα­βί­σι­ες, σί­δε­ρα τῆς σα­βού­ρας (μαν­τέ­μια), ὄ­κια, μπρα­τσό­λια, πε­ρό­νια τῆς κα­ρί­νας, κολ­ντε­μί­ρια(6), βε­λό­νια τοῦ τι­μο­νιοῦ, χάρ­πες, μα­κα­ρά­δες, κα­μά­κια, σί­δε­ρα ποὺ σι­δε­ρώ­να­νε τὰ φέ­σια, κει­τά­με­να ἐ­κεῖ πέ­ρα ἀ­πὸ τριά­ντα-σα­ράν­τα χρό­νια. Στοὺς τοί­χους ἤ­τα­νε κρε­μα­σμέ­νες ἁ­λυ­σί­δες βα­ρι­ές, πυ­ρο­στι­ὲς μὲ λι­ω­μέ­να πο­δά­ρια, κλει­δά­ρες γύ­φτι­κες, κομ­μά­τια ἀ­πὸ κάγ­κε­λα, κι ἄλ­λα τέ­τοι­α σα­ρά­βα­λα.

       Πλά­γι στὴν πόρ­τα ἤ­τα­νε ἕ­νας μπάγ­κος κ’ εἶ­χε ἀ­πά­νω μιὰ ζυ­γα­ριά, τὸ μο­νά­χο πρᾶγ­μα ποὺ δὲν ἤ­τα­νε σκου­ρι­α­σμέ­νο, μά­λι­στα ἤ­τα­νε γυ­α­λι­σμέ­νη καὶ πε­ρι­ποι­η­μέ­νη. Ὅ,τι σι­δε­ρέ­νιο πρᾶγ­μα βρί­σκα­νε τὰ φτω­χό­παι­δα, τὸ πη­γαί­να­νε στὸν κὺρ-Γι­ώρ­γη. Ἂν ἤ­τα­νε μι­κρά, πρό­κες, ψι­λὲς ἁ­λυ­σί­δες καὶ τέ­τοι­α, ὁ κυρ-Γι­ώρ­γης τά ’βα­ζε στό ‘­να τά­σι τῆς ζυ­γα­ριᾶς, κι ἀ­πὸ τ’ ἄλ­λο, ἀν­τὶ γιὰ ζύ­για, ἔ­ρι­χνε στραγ­γά­λια, ὣς ποὺ νά ‘ρ­θει ἡ ζυ­γα­ριὰ στὸ ἴ­σιο, καὶ τὰ ’δι­νε γιὰ πλη­ρω­μὴ στὸ παι­δὶ ποὺ τὰ πῆ­γε. Αὐ­τὸ ἤ­τα­νε τὸ λε­πτὸ ἐμ­πό­ριο. Τὰ χον­τρὰ καὶ τὰ βα­ριά τὰ σί­δε­ρα τὰ συμ­φω­νοῦ­σε μὲ τὸ κομ­μά­τι.

       Τὸ κα­τά­στη­μα εἶ­χε καὶ χον­τζε­ρέ(7), μὰ ὁ κυρ-Γι­ώρ­γης τρα­βοῦ­σε τὸ συρ­τά­ρι μο­νά­χα γιὰ νὰ πλη­ρώ­σει τὸν κα­φὲ ποὺ τοῦ ἔ­φερ­νε ὁ κα­φε­τζὴς ἢ γιὰ νὰ δώ­σει ἐ­λε­η­μο­σύ­νη σὲ κα­νέ­ναν φτω­χόν.

       Καὶ νὰ μὴ φαν­τα­στεῖς πὼς ὁ κυρ-Γι­ώρ­γης ἤ­τα­νε κα­νέ­νας σα­λε­μέ­νος(8). Ἤ­τα­νε ἄν­θρω­πος σο­βα­ρός, οἰ­κο­γε­νειά­ρχης, ὡς ἑ­ξήν­τα χρο­νῶν, βρα­κὰς μὲ και­νούρ­για ροῦ­χα κι ἀ­κρι­βὰ σαλ­βά­ρια, κα­τα­κά­θα­ρος, μὲ με­τζὶτ φέ­σι, σ’ ὅ­λα νοι­κο­κυ­ρε­μέ­νος στὸ πα­ρου­σι­α­στι­κό του. Ἄ­νοι­γε κ’ ἔ­κλει­νε τὸ μα­γα­ζί του τα­χτι­κά, ὅ­πως ὅ­λοι οἱ ἔμ­πο­ροι, μα­νι­φα­του­ρι­έ­ρη­δες, μι­σιρ­τζῆ­δες, σπε­τσέ­ρη­δες, κα­φε­τζῆ­δες, τα­βερ­νά­ρη­δες· καί, τὶς ὧ­ρες ποὺ δὲν εἶ­χε δου­λειὰ ἡ πιά­τσα, ἔ­παι­ζε τά­βλι ἢ πρέ­φα καὶ φου­μά­ρι­ζε ναρ­γκι­λὲ μὲ τοὺς ἄλ­λους ἔμ­πο­ρους, εἶ­χε μά­λι­στα μα­νί­α νὰ συ­ζη­τᾶ πο­λι­τι­κὰ καὶ κου­βέν­τια­ζε στο­χα­στι­κὰ κα­θὼς καὶ στ’ ἄλ­λα τὰ ζη­τή­μα­τα.

       Τὸ Σαβ­βα­τό­βρα­δο, σὰν χτυ­ποῦ­σε ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός, σφα­λοῦ­σε τὸ μα­γα­ζὶ καὶ πή­γαι­νε στὴν ἐκ­κλη­σί­α, στὴ μη­τρό­πο­λη, ποὺ ἤ­τα­νε κον­τὰ στὴν ἀ­γο­ρά. Ὅ­πο­τε ἔ­βρε­χε, κα­θό­τα­νε στὸ τε­ζιά­κι καὶ κου­βέν­τια­ζε μὲ κα­νέ­ναν φί­λο του. Ἔ­παιρ­νε καὶ φη­με­ρί­δα ἀ­πὸ τὴ Σμύρ­νη, τὴν «Ἀ­μάλ­θεια», κ’ ἔ­κα­νε μιὰ βδο­μά­δα ὣς νὰ τὴ δι­α­βά­σει. Τὴν προ­σφά­γι­ζε λί­γη-λί­γη, ὣς ποὺ νά ‘ρ­θει ἡ ἄλ­λη, στ’ ἄλ­λο τὸ τα­ξί­δι.

       Ἀρ­ρώ­στη­σε λί­γες μέ­ρες πρὶν πε­θά­νει, καὶ τό­τες ἔ­κλει­σε πιὰ γιὰ πάν­τα ἐ­κεῖ­νο τὸ μα­γα­ζί, καὶ δὲν ἄ­νοι­ξε ὣς ποὺ φύ­γα­νε οἱ Ἀ­ϊ­βα­λι­ῶ­τες καὶ ρή­μα­ξε ἡ πο­λι­τεί­α.


  1. Μπεν­τού­γι­ες.

  2. Μαν­τά­λια.

  3. Τσιμ­πί­δες.

  4. Τρυ­πά­νια.

  5. Στρογ­γυ­λὰ κου­τιά.

  6. Μα­κρι­ὲς ἀμ­πά­ρες.

  7. Τα­μεῖ­ο, συρ­τά­ρι γιὰ τὰ λε­φτά.

  8. Μὲ σα­λε­μέ­νο μυα­λό.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Τὸ Ἀ­ϊ­βα­λί, ἡ πα­τρί­δα μου (ἐκδ. Ἄγκυρα, 2014).

Φώ­της Κόν­το­γλου (λο­γο­τε­χνι­κὸ ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Φώ­τιου Ἀ­πο­στολ­λέ­λη, Ἀ­ϊ­βα­λί, 1895-Ἀ­θή­να, 1965). Πε­ζο­γρα­φί­α, δο­κί­μιο, ζω­γρα­φι­κή. Ἀ­να­ζή­τη­σε τὴν αὐ­θεν­τι­κό­τη­τα στὴν ἔκ­φρα­ση μέ­σῳ τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πα­ρά­δο­ση, τό­σο στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ ὅ­σο καὶ στὸ ζω­γρα­φι­κό του ἔρ­γο. Εἶ­χε ση­μαν­τι­κό­τα­τη συμ­βο­λὴ στὸν χῶ­ρο τῆς βυ­ζαν­τι­νῆς εἰ­κο­νο­γρα­φί­ας. Θε­ω­ρεῖ­ται ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κυ­ρι­ό­τε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τῆς «Γε­νιᾶς τοῦ Τριά­ντα». Μα­θη­τές του ὑ­πῆρ­ξαν ὁ Γιά­ννης Τσα­ρού­χης, ὁ Νί­κος Ἐγ­γο­νό­που­λος, ὁ Κώ­στας Ξυ­νό­που­λος καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι. Πα­ράλ­λη­λα, ὁ Κόν­το­γλου ὑ­πῆρ­ξε προι­κι­σμέ­νος συγ­γρα­φέ­ας, ὑ­πέρ­μα­χος τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας καὶ τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς πα­ρά­δο­σης, λά­τρης τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς φύ­σης καὶ μέ­γας θα­λασ­σο­γρά­φος. Αὐ­τὰ τὰ θέ­μα­τα πραγ­μα­τεύ­ε­ται στὰ βι­βλί­α του καὶ σὲ πά­νω ἀ­πὸ τρεῖς χι­λιά­δες ἄρ­θρα του, δη­μο­σι­ευ­μέ­να σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Pedro Cazas (Ἀ­ϊ­βα­λί, τυπ. Αἰ­ο­λι­κὸς Ἀ­στήρ, 1918).  Κυ­κλο­φο­ροῦν ἕν­τε­κα τό­μοι ἀ­πὸ τὸ ἔρ­γο του ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Ἀ­στήρ» (1962 κ.ἑ.).


		
Advertisements

Φώτης Κόντογλου: Ἀρ­χαῖ­οι ἄν­θρω­ποι τῆς Ἀ­να­το­λῆς


Kontoglou,Fotis-ArchaioiAnthropoiTisAnatolis-Eikona-03


Φώτης Κόντογλου


Ἀρ­χαῖ­οι ἄν­θρω­ποι τῆς Ἀ­να­το­λῆς


02-PiΡΟ ΛΙΓΑ ΧΡΟΝΙΑ ἀ­κό­μα μπο­ροῦ­σες νὰ βρεῖς ἐ­κεῖ μέ­σα ἀ­πὸ κεί­νη τὴ γε­νε­ὰ τῶν ἀρ­χαί­ων ἀν­θρώ­πων, ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χου­νε σὲ ἄλ­λα μέ­ρη, σὰν κι αὐ­τοὺς ποὺ δι­α­βά­ζου­με στὶς ἱ­στο­ρί­ες τῶν πα­λαι­ῶν Ἑλ­λή­νων, καὶ ποὺ τὶς συν­ται­ρι­ά­ξα­νε ὁ γε­ρο-Ὅ­μη­ρος, ὁ Ἡ­σί­ο­δος, ὁ Ἡ­ρό­δο­τος, ὁ Θεό­κρι­τος, κα­θὼς καὶ στὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη. Ἤ­τα­νε ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες μα­ζὶ κι Ἀ­να­το­λί­τες χρι­στια­νοί, πρά­οι κι ἀ­θῶ­οι ἄν­θρω­ποι. Σὰ νὰ τοὺς ἀ­πό­κλει­σε ἡ φύ­ση σὲ κεῖ­νο τὸ βλο­γη­μέ­νο στε­νο­θά­λασ­σο, κι ἀ­πο­μεί­να­νε ὅ­πως βρε­θή­κα­νε πρὶν ἀ­πὸ χι­λιά­δες χρό­νια, ἴ­διοι κι ἀ­πα­ράλ­λα­χτοι, ἀ­πὸ τό­τες ποὺ ἤ­τα­νε εἰ­δω­λο­λά­τρες καὶ πι­στεύ­α­νε στὰ ξύ­λα, στ’ ἄ­στρα καὶ στὰ δέν­τρα.

       Μὰ τὸ πα­ρά­δο­ξο εἶ­ναι πὼς δὲν ἤ­τα­νε ἄ­γριοι, πο­νη­ροὶ καὶ μο­βό­ροι, μα­χαι­ρο­βγάλ­τες κι ἀ­κοι­νώ­νη­τοι. Σὰν παι­διὰ ἀ­γα­πού­σα­νε τὶς ἱ­στο­ρί­ες, ὅ­λα τα πι­στεύ­α­νε, κα­λο­σύ­νη εἴ­χα­νε στὴν καρ­διά τους. Βα­στού­σα­νε στὸ χω­ριὸ σπί­τια μ’ ὅ­λη τὴν τά­ξη. Κλέ­φτες δὲν ἤ­τα­νε, ψέ­μα­τα δὲ λέ­γα­νε, τὴ δου­λειὰ τὴν ἀ­γα­πού­σα­νε, τὸν ξέ­νο σὰν ἀ­δερ­φό τους τὸν εἴ­χα­νε. Καὶ τοῦ­το, ἐ­πει­δὴ ζού­σα­νε μὲ με­γά­λη ἁ­πλό­τη­τα κ’ ἤ­τα­νε φχα­ρι­στη­μέ­νοι μὲ λί­γα πρά­μα­τα, καὶ δὲ χρει­α­ζόν­τα­νε μη­δὲ τὸ ψέ­μα, μη­δὲ τὴν κλε­ψιά, μη­δὲ τὸ σκο­τω­μό, γιὰ νὰ πλη­θύ­νου­νε τὴν κα­λο­πέ­ρα­σή τους. Τὴν πεί­να ὅ­μως δὲν τὴν ξέ­ρα­νε, για­τί ἡ με­γά­λη στε­ριά, ποὺ τοὺς γέν­νη­σε, δὲν ἄ­φη­νε κα­νέ­να νη­στι­κὸν καὶ πα­ρα­πο­νε­μέ­νον, ἡ βλο­γη­μέ­νη Ἀ­να­το­λή, ποὺ βγά­ζει πο­λὺ καὶ γλυ­κὸ ψω­μί, καὶ κά­θε λο­γῆς πρά­μα, μέ­λι, γά­λα, λά­δι κι ὅ,τι ἄλ­λο χρει­ά­ζε­ται γιὰ ζω­ο­θρο­φί­α τοῦ ἀν­θρώ­που, δί­χως μά­ται­α πρά­μα­τα. Ὅ­πως ἡ γῆς ἔ­θρε­φε κά­θε λο­γῆς προ­κομ­μέ­νο δέν­τρο, ἡ θά­λασ­σα ἔ­θρε­φε ψά­ρια πού ‘­χα­νε τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη νο­στι­μά­δα πὄ­χει κά­θε τὶ ποὺ βγά­ζει κεί­νη ἡ βλο­γη­μέ­νη πλά­ση, ἄ­γρια καὶ ἥ­με­ρα.

       Ἀλ­λὰ κ’ οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν ἤ­τα­νε πλε­ο­νέ­χτες, ὁ πλού­σιος ἔ­δι­νε στὸν πιὸ φτω­χό, κι ὁ φτω­χὸς πά­λε δὲν ἤ­θε­λε σώ­νει καὶ κα­λὰ ν’ ἀ­νε­βεῖ ἀ­πά­νου ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λον, δὲ λί­μα­ζε, δὲν τὸν ἔ­τρω­γε ἡ ζη­λο­φθο­νί­α, οὔ­τε ὁ νοῦς του ἤ­τα­νε ὅ­λο στὸ κέρ­δος, μό­νο πέρ­να­γε ἡ ζω­ή τους μὲ εἰ­ρή­νη βα­θιά, κι ὁ Θε­ὸς τοὺς βλο­γοῦ­σε ἀ­πὸ πά­νου.

       Φαί­νε­ται πὼς τέ­τοι­οι πρω­τι­νοὶ ἄν­θρω­ποι ὑ­πήρ­χα­νε πάν­τα ἐ­δῶ στὴν Ἀ­να­το­λή· καὶ τό­τες ποὺ ἄλ­λα­ξε ἡ θρη­σκεί­α καὶ γι­νή­κα­νε χρι­στια­νοί, ἀ­πο­μεί­να­νε οἱ ἴ­διοι, για­τί ἡ και­νούρ­για θρη­σκεί­α ἤ­τα­νε ποι­η­τι­κὴ καὶ ἁ­πλὴ σὰν τὴν πα­λιὰ βά­λε καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Τοῦ­τοι βα­στού­σα­νε ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πους ποὺ ζή­σα­νε καὶ κεῖ­νοι κρυ­φὰ ἀ­πὸ τὸν Θε­ό, τὸν και­ρὸ ποὺ κυ­βερ­νού­σα­νε τὸν κό­σμο οἱ Ρω­μαῖ­οι. Ὕ­στε­ρα, σὰ γί­νη­κε χρι­στι­α­νι­κὸ βα­σί­λει­ο ἡ Κω­σταν­τι­νού­πο­λη, καὶ τὰ μέ­ρη τοῦ­τα ἤ­τα­νε ὁ­λό­τε­λα ξε­χα­σμέ­να κι ἀ­πό­με­ρα, καὶ δὲν πή­γαι­νε πο­τὲς ἄν­θρω­πος ἀ­πὸ ἄλ­λη χώ­ρα ἐ­κεῖ πέ­ρα, γι­νή­κα­νε πιὸ ἁ­πλοί, ἀν­τὶ νὰ ξυ­πνή­σου­νε καὶ νὰ πο­νη­ρέ­ψου­νε. Σὲ ἄλ­λα μέ­ρη χα­λοῦ­σε ὁ κό­σμος ἀ­πὸ τοὺς πο­λέ­μους, ἀ­μέ­τρη­τοι ἄν­θρω­ποι σφα­ζόν­τα­νε στὰ τέσ­σε­ρα πέ­ρα­τα τῆς σφαί­ρας, ἐ­δῶ ὅ­μως βα­σί­λευ­ε εἰ­ρή­νη.

       Γιὰ τοῦ­το ὁ ἄν­θρω­πος, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὶς ἀ­κα­τα­στα­σί­ες, «ζῶ­ον εὔ­δαι­μον ἐ­γέ­νε­το», ὅ­πως λέ­γει ἕ­νας ἀρ­χαῖ­ος Ἕλ­λη­νας, δη­λα­δὴ ἐ­ζοῦ­σε σὰν κα­νέ­να εὐ­τυ­χι­σμέ­νο ζὸ στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς φύ­σης, ποὺ τὸν γλυ­κο­να­νού­ρι­ζε. Σὰ νά ‘­βγαι­νε ἀ­πὸ τὴ γῆς καὶ πά­λε νὰ γύ­ρι­ζε στὴ γῆς, δί­χως θλί­ψη, δί­χως νὰ γευ­τεῖ θά­να­το, ὅ­πως τὸ κε­ρα­μί­δι ποὺ κά­νει ὁ κε­ρα­μι­δά­ρης ἀ­πὸ τὸ χῶ­μα, σὰ γε­ρά­σει, λι­ώ­νει σι­γὰ-σι­γὰ καὶ τὸ γλεί­φει τὸ κύ­μα στὴν ἀ­κρο­για­λιὰ καὶ γυ­ρί­ζει πά­λε ἥ­συ­χα στὴ γῆς. Σὰν τὸ αὐ­γὸ π’ ἀ­φή­νει τὸ γι­α­λο­πού­λι ἀ­πά­νου στὸν ἄμ­μο, κον­τὰ στὴν ἁρ­μυ­ρή­θρα, ἔ­τσι ἤ­τα­νε κεῖ­νοι οἱ ἄν­θρω­ποι.

       Ὁ οὐ­ρα­νὸς στε­κό­τα­νε ἴ­δια κα­μά­ρα ἀ­πὸ πά­νου τους, γύ­ρι­ζε μὲ τὸν ἥ­λιο, μὲ τὸ φεγ­γά­ρι καὶ μὲ τ’ ἄ­στρα, κα­θὼς κι ὁ γύ­ρος τοῦ χρό­νου με­ταλ­λά­ζουν­ταν ἀ­πὸ μέ­ρα σὲ νύ­χτα κι ἀ­πὸ κα­λο­καί­ρι σὲ χει­μώ­να, κι ὅ­λα τοῦ­τα τὰ ζού­σα­νε στὴν κά­θε στιγ­μή, ἐ­νῶ ἐ­μεῖς οἱ ἄν­θρω­ποι τῆς πο­λι­τεί­ας δὲν προ­φταί­νου­με νὰ τὰ κοι­τά­ξου­με, για­τί ζοῦ­με μα­κριὰ καὶ σὰν ὄ­ξω ἀ­πὸ τὴν πλά­ση, φορ­τω­μέ­νοι μὲ μά­ται­ες ἔ­γνοι­ες.

       Τὰ ροῦ­χα τους, που­κά­μι­σα καὶ βρα­κιὰ φαρ­διά, ὅ­λα ἤ­τα­νε φαν­τὰ στὴν κρε­βα­τή, ἀ­πὸ μαλ­λὶ πρό­βιο ποὺ τὸ λα­να­ρί­ζα­νε καὶ τὸ γνέ­θα­νε οἱ γυ­ναῖ­κες. Τὸ χει­μώ­να πρό­βι­ες γοῦ­νες φο­ρού­σα­νε, για­τὶ πολ­λὲς φο­ρὲς πέ­τρω­νε ἡ γῆς ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο. Σι­δε­ρέ­νια πρά­μα­τα λι­γο­στὰ εἴ­χα­νε, μό­νο βο­λευ­όν­τα­νε μὲ κα­βί­λι­ες ἀν­τὶς καρ­φιά, πα­λού­κια, ξυ­λο­κοῦ­πες, δι­χά­λια. Καὶ στὰ σπί­τια τοὺς ὅ­λα τα χρει­α­ζού­με­να ξυ­λέ­νια ἤ­τα­νε. Πολ­λὲς φο­ρὲς βά­ζα­νε ἕ­να ξύ­λο ἀν­τὶς γιὰ κουμ­πί. Οἱ τσομ­πά­νη­δες φο­ρού­σα­νε τὸ χει­μώ­να προ­βιὲς μὲ τὸ μαλ­λὶ ἀ­πὸ μέ­σα.

       Ἂν κ’ ἤ­τα­νε ἄν­θρω­ποι παν­τρε­μέ­νοι μὲ ὄ­μορ­φες καὶ γε­ρὲς γυ­ναῖ­κες, κ’ εἴ­χα­νε θυ­γα­τέ­ρες μὲ κορ­μιὰ ἐ­ρω­τι­κὰ σὰν τὰ νι­ο­γέν­νη­τα φο­ρά­δια, ὡ­στό­σο φαι­νόν­τα­νε καὶ σὰν ἀ­σκη­τές. Τὸ κρύ­ο καὶ τὴ ζέ­στη δὲν τὰ φο­βόν­τα­νε, για­τί ἤ­τα­νε σὰν τὸ πρι­νό­δεν­τρο, μα­θη­μέ­νοι ἀ­πὸ μι­κροί.

       Ζού­σα­νε ἀ­να­πα­μέ­νοι μέ­σα στὴ γλυ­κιὰ ἀγ­κα­λιὰ τῆς φύ­σης, σὰ νὰ μὴ φύ­γα­νε οἱ παπ­ποῦ­δες τους ἀ­πὸ τὸ κα­τα­ρα­μέ­νο δέν­τρο. Μὲ τὸ τί­πο­τα ζού­σα­νε καὶ τί­πο­τα δὲν τοὺς ἔ­λει­πε. «Τίς ἐ­στιν ὁ πλού­σιος; Ὁ ἐν τῷ ὀ­λί­γῳ ἀ­να­παυ­ό­με­νος.»

       Ὄ­χι πλα­τσο­μύ­τες ἀ­ρα­πά­δες, ὅ­πως οἱ φυ­σι­κοὶ ἄν­θρω­ποι στὴν Ἀ­φρι­κὴ καὶ στὸν ὠ­κε­α­νό, ἀλ­λὰ λε­πτο­κα­νω­μέ­να χα­ρά­κτη­ρι­στι­κά, ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ βυ­ζαν­τι­νά, ἔ­βλε­πες σ’ αὐ­τοὺς τοὺς βου­νί­σιους ἀν­θρώ­πους. Οἱ νιοὶ ἤ­τα­νε σὰν τὸν Ἀ­χιλ­λέ­α, σὰν τὸν Πά­τρο­κλο, εἴ­τε καὶ σὰν τὸν Με­γ’-Ἀ­λέ­ξαν­τρο.

       Πολ­λοί τους ἤ­τα­νε σγου­ρο­μάλ­λη­δες κ’ ἡ­λι­ο­κα­μέ­νοι, συ­χνὰ ξαν­θό­τρι­χοι, ὄ­χι μὲ κεῖ­νο τὸ χρῶ­μα ποὺ μοιά­ζει σὰ λι­νά­ρι, μὰ ἴ­διο μὲ τοῦ ξε­ράγ­κα­θου, π’ ἀ­νε­μί­ζε­ται στὶς χέρ­σες ἀ­κρο­γι­α­λι­ὲς μὲ τὸ πρῶ­το χνού­δι ποὺ ἵ­δρω­νε ἀ­λα­φρὰ στὸ μου­στά­κι καὶ στὰ μά­γου­λα, συ­νέ­χεια μὲ τὰ τσου­λού­φια τους, ἀ­λι­σα­χνι­α­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα. Οἱ γέ­ροι πά­λε μοι­ά­ζα­νε, ἄλ­λος σὰν Πο­σει­δώ­νας μὲ στρι­φτὰ γέ­νια ἀ­πὸ τὴν ἁρ­μύ­ρα, ἄλ­λος σὰν Ὅ­μη­ρος ἀ­πα­ράλ­λα­χτος, ἄλ­λος σὰν Ἅ­γιος Νι­κό­λας, ἄλ­λος σὰν τ’ ἄ­γαλ­μα τοῦ Λα­ο­κό­ον­τα, ἄλ­λος σὰν τὸν μάν­τη Τει­ρε­σί­α, ἄλ­λος σὰ Σκεν­τέρ­μπε­ης, τέ­τοι­α σκέ­δια. Οἱ με­σό­κο­ποι πά­λε πα­ρο­μοι­ά­ζα­νε μὲ τὸν Χρι­στό, ὅ­πως εἶ­ναι ζω­γρα­φι­σμέ­νος στὰ πα­λιὰ τὰ κο­νί­σμα­τά μας, μὲ τὸν Ἄ­η-Γιά­ννη τὸν Πρό­δρο­μο, μὲ τὸν ἀν­τρεῖ­ο Λε­ω­νί­δα, μὲ τὸν Θε­μι­στο­κλῆ, τὸν Ἐ­πα­μει­νών­δα, κι ὅ­σοι ξου­ρί­ζα­νε τὰ γέ­νια τοὺς ἤ­τα­νε ἴ­διοι μὲ τὸν Μάρ­κο Μπό­τσα­ρη, μὲ τὸν Νι­κη­τα­ρά, μὲ τὸν Μι­α­ού­λη, καὶ μὲ τοὺς ἄλ­λους κα­πε­τα­νέ­ους. Ἀλ­λὰ καὶ τὰ ὀ­νό­μα­τά τους ἤ­τα­νε ἀρ­χαῖα: Μιλ­τιά­δης, Δυσ­σέ­ας, Ξε­νο­φός, Λε­γω­νί­δας, Ἀ­λέ­ξαν­τρος, Ἀ­γα­μέ­μνο­νας, Δη­μο­σθέ­νης, Ὅ­μη­ρος, Ἀ­γη­σί­λα­ος, Πα­μει­νών­τας, Τέρ­παν­τρος, Πυ­θα­γό­ρας, Ἔ­χτο­ρας, Πο­σει­δώ­νας, Μι­στο­κλής, Ἀ­χιλ­λέ­ας, Πά­τρο­κλος, Ἀ­ρι­στεί­δης, Σο­φο­κλῆς, Βρι­πί­δης, Κλε­άν­θης, Τι­μο­λέ­ον­τας, Θρα­σύ­βου­λος, Φι­λο­χτή­της, καὶ πα­λιὰ χρι­στι­α­νι­κά: Σί­δω­ρος, Ἀ­κίν­τυ­νος, Ἀ­νί­κη­τος, Φί­λιπ­πας, Νι­κά­νο­ρας, Πα­λου­λό­γος, Στέρ­γιος, Ἀν­δρό­νι­κος, Δού­κας, Ρή­γας, Φω­κᾶς.

       Ἀλ­λὰ καὶ τὶς γυ­ναῖ­κες, ποὺ καὶ κεῖ­νες ἤ­τα­νε σὰν ἀρ­χαῖ­ες στὸ πα­ρου­σι­α­στι­κό, τὶς κρά­ζα­νε μὲ ἀρ­χαῖ­α ὀ­νό­μα­τα: Ἀ­φρο­δί­τη, Ἀ­σπα­σώ, Πο­λυ­ξέ­νη, Μυρ­σί­νη, Θε­α­νώ, Κλε­ο­πά­τρα, Καλ­λι­ό­πη, Ἰ­σμή­νη, Ἀν­τρο­μά­χη, Κλε­ο­νί­κη, Ἑ­λέ­νη, Κασ­σάν­τρα, Ἐλ­πι­νί­κη, Βρύ­κλεια, Ἀ­γα­θό­κλεια, Ἀ­θη­νᾶ, Χα­ρι­κλει­ώ, Εὐ­θα­λί­α, Ἀ­γλα­ΐ­α, Νε­φέ­λη, Εὐ­ρυ­δί­κη, Ἠ­ρώ, Πο­λυ­μνί­α, Ἀ­ριά­δνη, Ἀν­τι­ό­πη, Πη­νε­λό­πη, Δή­μη­τρα, Ἀρ­σι­νό­η, Θε­ώ­νη, Ρο­δό­πη, καὶ πα­λιὰ χρι­στι­α­νι­κά: Εἰ­ρή­νη, Εὐ­αν­θί­α, Φε­βρω­νί­α, Ζα­χα­ρώ, Ζω­ή, Μα­γδα­λη­νή, Ὑ­πα­παν­τή, Ἀν­τω­νί­α, Βα­σι­λο­πού­λα, Εὐ­φη­μί­α, Ρο­δού­λα, Χρυ­σάν­θη, Ἀ­ξι­ο­θέ­α, Γρη­γο­ρί­α, Θε­ο­κτί­στη, Ρή­γαι­να, Δο­μνί­α, Με­λαν­θί­α, Πα­λου­γού, Κα­τα­κου­ζ’­νή, Με­λισ­σι­νή, Ζω­γρα­φιά, Μα­λα­μα­τέ­νια, Βλωτ­τί­α, Στρα­τη­γού­λα, Πρε­σβεί­α, Μιλ­τώ, Ἀν­τρο­νί­κη, Βα­γι­ώ, ἐ­ξὸν ἀ­πὸ τὰ συ­νη­θι­σμέ­να.

       Τὰ παλ­λη­κά­ρια βο­η­θού­σα­νε τοὺς πα­τε­ρά­δες τους, ὑ­πο­τα­χτι­κά, κα­λὰ παι­διά, καὶ δὲ λέ­γα­νε πολ­λὰ λό­για. Πρῶ­τα μι­λού­σα­νε πάν­τα οἱ γέ­ροι, κ’ ὕ­στε­ρα οἱ νιοί. Οἱ γέ­ροι σι­γο­μι­λού­σα­νε, κου­βεν­τι­ά­ζα­νε ὅ­λο μὲ πα­ροι­μί­ες· για­τί οἱ κο­λα­σμέ­νοι κ’ οἱ κα­τα­ρα­μέ­νοι βι­ά­ζουν­ται. Ὁ χαι­ρε­τι­σμός τους ἤ­τα­νε: «Ὥ­ρα κα­λή!» – «Πολ­λὰ τὰ ἔ­τη!» – «Χαι­ρε­τί­σμα­τα!» ἢ «Προ­σκυ­νή­μα­τα!» – «Με­τὰ χα­ρᾶς!»

       Εἴ­χα­νε κ’ ἕ­να δι­κα­στή­ριο ἀ­να­με­τα­ξύ τους· ὅ,τι δι­α­φο­ρὰ εἴ­χα­νε οἱ νιό­τε­ροι, τὴν κρί­να­νε οἱ γέ­ροι, συμ­βου­λεύ­ον­τάς τους καὶ τα­χτο­ποι­ών­τας τους μὲ τὴν ὀρ­μή­νεια, ἥ­συ­χα, δί­χως ὀ­χλο­βο­ή.

       Ξέ­ρα­νε τὴν ἱ­στο­ρί­α τ’ Ἀ­χιλ­λέ­α, τοῦ Με­γ’-Ἀ­λέ­ξαν­τρου, τοῦ Πα­λαι­ο­λό­γου, τοῦ Σκεν­τέρ­μπε­η· πολ­λὲς φο­ρὲς εἴ­χα­νε τὴν ἰ­δέ­α πὼς τὰ πιὸ ἀρ­χαῖ­α γι­νή­κα­νε ὕ­στε­ρ’ ἀ­πὸ τὸν Χρι­στό. Τὸν Ἀ­λὴ Πα­σά, τοὺς Σου­λι­ῶ­τες, τὸν Μάρ­κο Μπό­τσα­ρη, τὸν Θα­νά­ση Διά­κο, τὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη, καὶ τοὺς ἄλ­λους κα­πε­τα­ναί­ους, τοὺς φέρ­να­νε πάν­τα στὴν κου­βέν­τα τους· ἀ­πὸ τοὺς ση­με­ρι­νοὺς τὸν Πα­να­γὴ τὸν Κου­τα­λια­νό, κ’ οἱ πιὸ και­νούρ­γιοι τὸν Ντα­βέ­λη καὶ τὸν Παῦ­λο Με­λά. Ἀ­πὸ τοὺς ξέ­νους δὲν ξέ­ρα­νε μη­δὲ τὸν Μέ­γα Να­πο­λέ­ον­τα, μο­νά­χα τὸν τσά­ρο ξέ­ρα­νε, καὶ τὸν πό­λε­μο τῆς Κρι­μαί­γιας, ποὺ τὸν ἔ­κα­νε ὁ «Μέ­γας Κα­τε­ρί­νης». Ἀ­πὸ τ’ ἄλ­λα τὰ ἔ­θνη γνω­ρί­ζα­νε τοὺς Ἰγ­γλέ­ζους, τοὺς Ρού­σους καὶ τὸ Μι­σί­ρι, ἀλ­λὰ γιὰ χρι­στια­νοὺς εἴ­χα­νε μο­νά­χα τοὺς Ρού­σους. Ἀρ­χαί­α πο­λι­τεί­α ἤ­τα­νε γι’ αὐ­τοὺς ἡ Τρω­ά­δα κ’ ἡ Πέρ­γα­μο, κι ἁ­γι­α­σμέ­να μέ­ρη ἡ Γε­ρου­σα­λὴμ καὶ τ’ Ἅ­γιον Ὅ­ρος.

       Τὰ χρώ­μα­τα, ἐ­ξὸν ἀ­πὸ τὸ κόκ­κι­νο, τὸ μα­βί, τὸ πρά­σι­νο καὶ τὸ κί­τρι­νο, τ’ ἄλ­λα τὰ βγά­ζα­νε ἀ­πὸ φυ­σι­κὰ πρά­μα­τα, λα­δί, θα­λασ­σί, χρυ­σα­φί, λε­μο­νί, πορ­το­κα­λί, λα­χα­νί, τσα­γα­λὶ (ἀ­μυ­γδα­λί), ξυ­δί, κρα­σου­λί, ζα­χα­ρί, κα­φε­δί, στα­χτί, με­λί, κα­στα­νό, ἀ­χυ­ρί, κε­ρα­μι­δί, ψα­ρί, με­λι­τζα­νί, τρι­αν­τα­φυλ­λί, γε­ρα­νί, ρο­δί, τῆς σκου­ριᾶς τὸ χρῶ­μα, τῆς φω­τιᾶς τὸ χρῶ­μα.

       Λί­γο ὣς πο­λύ, ὅ­λοι τους ὄ­μορ­φα κι ἀ­συ­νή­θι­στα μι­λού­σα­νε, σὰ ζω­γρα­φι­ὲς ἤ­τα­νε τὰ λό­για τους, μὰ ἤ­τα­νε καὶ κά­τι γέ­ροι ἀ­νά­με­σά τους, ποὺ ἡ ὁ­μι­λί­α ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὸ στό­μα τους κι ἀ­πὸ τὸ μέ­λι γλυ­κύ­τε­ρη, ὅ­πως λέ­γει ὁ γε­ρο-Ὅ­μη­ρος. Αὐ­τοὶ στα­θή­κα­νε οἱ δά­σκα­λοί μου.

       Ἀ­πὸ τ’ ἀρ­χαῖα λό­για ποὺ ἄ­κου­σα νὰ λέ­νε καὶ ποὺ δὲν τὰ συ­νη­θί­ζου­με πιὰ ἐ­μεῖς, θυ­μᾶ­μαι γιὰ τὴν ὥ­ρα τοῦ­τα: ὅ­ρη (βου­νά), σκό­λη (σχο­λή, ἀρ­γί­α), παῖ­δος, θυ­γα­τέ­ρα, Νε­κτε­να­βός, χα­μέ­νο ρη­γά­το, ποι­γη­τής, πα­λια­ύι (πλα­γί­αυ­λος), ἔ­θαρ­μος (ἔν­θερ­μος), χω­ρύ­γι (ἀ­σβέ­στης), πρὸς νε­ροῦ, τούμ­πα (τύμ­βος), πυ­θεύ­ω, κρο­τῶ (τὸ κρό­τη­σε τὸ μω­ρό), λα­τρεύ­ω, ἀ­γα­θός, πα­νά­γα­θος, ἔ­λε­γος, πον­τί­ζω, κι ὅ­σα βά­ζω συ­χνὰ μέ­σα στὸ γρά­ψι­μό μου. Οἱ θα­λασ­σι­νοὶ λέ­γα­νε σω­τρό­πι, πο­δό­στα­μο, δοιά­κι, πε­ζό­βο­λας, ἀ­θε­ρί­να, θα­λά­μι, κι ἄλ­λα πολ­λά. Πα­ρά­ξε­να λό­για ποὺ δὲν τ’ ἄ­κου­σα σ’ ἄλ­λο ἑλ­λη­νι­κὸ μέ­ρος, λέ­γα­νε τοῦ­τα: σκούρ­κα (βρά­χος), κά­κνα (γα­λο­πού­λα), μπιζ­νέ­ρα (τσέ­πη).

       Μα­κά­ριοι ἄν­θρω­ποι, σὰν τοὺς λε­γό­με­νους Λω­το­φά­γους, δὲν τοὺς μό­λε­ψε ἡ πλε­ο­νε­ξί­α κ’ ἡ πε­ρη­φά­νεια. Γιὰ τοῦ­το θὰ μπο­ρού­σα­νε νὰ δα­νεί­σου­νε εὐ­τυ­χί­α σὲ βα­σι­λιά­δες, σὲ βε­ζι­ρά­δες καὶ σὲ ἀν­θρώ­πους ποὺ τοὺς τρέ­μει ὁ κό­σμος.

       Ὅ­λοι-ὅ­λοι κα­μιὰ κα­το­στὴ ἄν­θρω­ποι ζού­σα­νε ἕ­να γύ­ρο σὲ τού­τη τὴ θα­λασ­σι­νὴ λί­μνη: τσομ­πά­νη­δες, ψα­ρά­δες, γι­α­λι­κά­ρη­δες καὶ κε­ρα­μι­δα­ραῖ­οι. Μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν πο­λι­τεί­α, ποὺ ἤ­τα­νε χτι­σμέ­νη στὸ πα­ρα­έ­ξω μέ­ρος τοῦ μπου­γα­ζιοῦ, κι ἀ­πὸ τὸ Γε­νι­τσα­ρο­χώ­ρι, πό­πε­φτε κα­τὰ τὸ μέ­σα μπου­γά­ζι, ἀλ­λὰ μα­κριὰ ὅ­μως ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα, δί­χως νὰ φαί­νε­ται.

       Ὅ­πο­τε κο­νο­μή­σω λί­γον και­ρό, λο­γα­ριά­ζω νὰ στο­ρή­σω σ’ ἄλ­λη φυλ­λά­δα, ἕ­ναν-ἕ­ναν, κεί­νους ποὺ στα­θή­κα­νε οἱ πιὸ σπου­δαῖ­οι κ’ οἱ πιὸ ἀ­συ­νή­θι­στοι ἀ­νά­με­σά τους.

       Πολ­λοὺς ἀ­π’ αὐ­του­νοὺς δὲν τοὺς ἔ­φτα­ξα, ἀλ­λὰ ἄ­κου­σα τὴν ἱ­στο­ρί­α τους ἀ­π’ ἄλ­λο στό­μα. Ὁ πιὸ πα­λαι­ὸς ἀ­π’ ὅ­σους ξέ­ρω στά­θη­κε ὁ Γιά­ννης ὁ Βλο­γη­μέ­νος. Ἀ­π’ ὅ­σους ἔ­φτα­ξα ὁ πιὸ σπου­δαῖ­ος ἤ­τα­νε ὁ μπάρ­μπα-Μα­νώ­λης ὁ Βα­σι­λὲς(1), τὸ στοι­χει­ὸ τῆς θά­λασ­σας. Ὕ­στε­ρα ἐρ­χόν­τα­νε μὲ τὴ σει­ρὰ ὁ Λι­βα­νής, ὁ Ψύλ­λος, ὁ Μπι­λά­λης, ὁ Λα­σπί­της, ὁ Ξε­ρο­τρό­χα­λος, ὁ Μπάμ­που­ρας, ὁ Μπαρ­μπά­κος, ὁ Ζα­φεί­ρης, ὁ Ντάν­τι­νας, ὁ Ἀρ­να­ού­της, ὁ πα­λα­βο-Πα­ρα­σκευ­άς, ὁ Γρί­τσας κι ἄλ­λοι πολ­λοί.

       Ἄλ­λοι ἤ­τα­νε στε­ρια­νοί, ἄλ­λοι θα­λασ­σι­νοί, μὰ κ’ οἱ πιὸ πολ­λοὶ οἱ στε­ρια­νοὶ ξέ­ρα­νε ἀ­πὸ θά­λασ­σα, κ’ ἕ­να-δυ­ὸ θα­λασ­σι­νοὶ νο­γού­σα­νε ἀ­πὸ ξο­χα­ρι­κὴ καὶ ξέ­ρα­νε ν’ ἀρ­μέ­ξου­νε. Πο­λυ­τε­χνί­της ἤ­τα­νε ὁ Σίλ­βε­στρος, κα­λο­γε­ρό­δια­κος πού ‘­ξε­ρε τὴ στε­ριὰ καὶ τὴ θά­λασ­σα κα­λά, κ’ ἤ­τα­νε ψάλ­της, θα­λασ­σι­νός, ξο­χά­ρης, τσομ­πά­νης καὶ κα­ρα­βο­μα­ραγ­κός· ἀλ­λὰ αὐ­τὸς ἤ­τα­νε τα­ξι­δε­μέ­νος, ἀ­σκή­τε­ψε καὶ στ’ Ἅ­γιον Ὅ­ρος, καὶ δὲ λο­γα­ρι­ά­ζε­ται μὲ τοὺς πρω­τι­νούς, ποὺ τοὺς λέ­γα­νε οἱ Τοῦρ­κοι «λι­μὰν μπα­λούκ», δη­λα­δὴ ψά­ρια τοῦ λι­μα­νιοῦ.

       Οἱ πιὸ ἄ­πο­νη­ρευ­τοι ἀ­π’ ἀ­νά­με­σά τους δὲν ἤ­τα­νε πα­γαι­μέ­νοι ἀ­πὸ πολ­λὰ χρό­νια στὴν πο­λι­τεί­α. Κα­μιὰ φο­ρὰ ποὺ μὲ ρω­τού­σα­νε τί γί­νε­ται ὁ κό­σμος, θυ­μό­μου­να τὴν ἱ­στο­ρί­α τ’ Ἅ­γιου Μάρ­κου, π’ ἀ­σκή­τευ­ε σ’ ἕ­ναν ἔ­ρη­μον τό­πο καὶ πῆ­γε νὰ τὸν εὕ­ρει ἕ­νας κα­λό­γε­ρος καί, σὰν τὸν ηὗ­ρε καὶ μι­λή­σα­νε γιὰ πολ­λά, τὸν ρώ­τη­ξε ὁ ἀβ­βᾶς: «Ἵ­στα­ται ὁ κό­σμος καὶ θάλ­λει κα­τὰ τὸ ἀρ­χαῖ­ον;» Καὶ κεῖ­νος τ’ ἀ­πο­κρί­θη­κε: «Ναί, πά­τερ, χά­ρι­τι Χρι­στοῦ, καὶ ὑ­πὲρ τὸ ἀρ­χαῖ­ον θάλ­λει πλεῖ­ον ὁ κό­σμος ἕ­ως τὴν σή­με­ρον!» Ἔ­τσι ρω­τού­σα­νε καὶ μέ­να κεῖ­νοι οἱ ἄν­θρω­ποι.

       Ὅ­λος ὁ κό­σμος, ὁ οὐ­ρα­νός, ἡ στε­ριά, ἡ θά­λασ­σα, ἤ­τα­νε γε­μά­τος ἀ­πὸ στοι­χειὰ κι ἀ­πὸ πνέ­μα­τα. Τε­λώ­νια βρι­σκόν­τα­νε στὰ σύν­νε­φα καὶ στὸν πά­το τῆς θά­λασ­σας, «νυ­κτο­λά­λα, ἀ­στρο­μα­γι­κά, εἴ­τε ἐν ἄλ­σοις, εἴ­τε ἐν κα­λά­μοις, εἴ­τε ἐν δι­ό­δοις, εἴ­τε ἐν πο­τα­μοῖς πα­ρα­τρέ­χον­τα». Ἡ εἰ­δω­λο­λα­τρί­α κι ὁ χρι­στι­α­νι­σμὸς ἤ­τα­νε ἀ­να­κα­τε­μέ­να στὴ φαν­τα­σί­α τους, γιὰ τοῦ­το τό ‘χα­νε γιὰ ἕ­να πρά­μα χρι­στια­νὸς καὶ Ἕλ­λη­νας. Πολ­λὰ εἰ­δω­λο­λα­τρι­κὰ πρά­μα­τα λέ­γα­νε πὼς τά ‘­πε ὁ Χρι­στός, ἢ πὼς εἶ­ναι γραμ­μέ­να στὸ Βαγ­γέ­λιο.

       Οἱ ἄ­γε­ρη­δες, πρὸ πάν­των ὁ βο­ριὰς κ’ ἡ νο­τιά, ἤ­τα­νε στὸ πνέ­μα τους σὰν ἄν­θρω­ποι, ὁ ἥ­λιος, τὸ φε­γά­ρι τὸ ἴ­διο. Τὰ φί­δια ἤ­τα­νε στοι­χει­ω­μέ­να. Ὑ­πάρ­χα­νε δέν­τρα καὶ πη­γά­δια καὶ πέ­τρες ποὺ τά ‘­χα­νε γιὰ ἱ­ε­ρά. Ἡ θά­λασ­σα ἤ­τα­νε ἁ­γι­α­σμέ­νη. Τὸ ψω­μὶ ἤ­τα­νε ἁ­γι­α­σμέ­νο, δὲν πα­τού­σα­νε πο­τὲς ἀ­πά­νου στὰ ψί­χου­λα, κι ἂν ἔ­πε­φτε χά­μου κα­νέ­να κομ­μά­τι ψω­μί, τ’ ἀ­νε­σπα­ζόν­τα­νε καὶ τὸ προ­σκυ­νού­σα­νε κολ­λών­τας το στὸ μέ­τω­πό τους. Ὅ­πο­τε πί­να­νε κρα­σί, χύ­να­νε λί­γο στὸ χῶ­μα, σὰ νὰ κά­να­νε σπον­δή. Χαι­ρε­τού­σα­νε βά­ζον­τας τὸ δε­ξὶ χέ­ρι στὸ στῆ­θος καὶ γέρ­νον­τας ἀ­λα­φρὰ τὸ κορ­μί τους.

       Οἱ τσομ­πά­νη­δες βλέ­πα­νε πολ­λὲς φο­ρὲς ἕ­ναν τρα­γο­πό­δη στὰ μαν­τριά, ἀ­νά­με­σα στὰ γί­δια καὶ στὰ πρό­βα­τα. Ἅ­μα ἀρ­ρω­στού­σα­νε τὰ πρό­βα­τα, κά­να­νε ξόρ­κια πα­ρά­ξε­να· ἅ­μα τε­λεί­ω­νε τ’ ἄρ­μεγ­μα, βου­τοῦ­σε ὁ τσομ­πά­νης τὸ χέ­ρι του στ’ ἀ­φρι­σμέ­νο γά­λα καὶ ράν­τι­ζε τὰ πρό­βα­τα, μουρ­μου­ρί­ζον­τας μυ­στι­κὰ λό­για. Κον­τὰ σ’ αὐ­τά, τὰ θυ­μι­ά­ζα­νε μὲ χρι­στο­λού­λου­δο, κά­να­νε ἁ­για­σμὸ μέ­σα στὸ μαν­τρὶ μὲ τὸ κο­πά­δι ὁ­λό­γυ­ρα, καὶ κρε­μά­ζα­νε φυ­λα­χτὰ στὸ λαι­μό τους. Τὰ κου­δού­νια δὲν τὰ βά­ζα­νε μό­νο γιὰ νὰ χτυ­ποῦ­νε, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὸ μά­τι, ὅ­πως τὶς χάν­τρες. Γη­τει­ές, δη­λα­δὴ μά­για, ποὺ στὴν ἀρ­χαί­α γλώσ­σα λέ­γον­ται γο­η­τεῖ­ες, κά­να­νε πολ­λὲς οἱ Λη­μιοί, πόρ­χουν­ταν ἀ­πὸ τὴ Λῆ­μνο σὲ τοῦ­τα τὰ μέ­ρη ξο­χά­ρη­δες· ἔ­χω δι­α­βα­σμέ­να πὼς αὐ­τοὶ ἀ­πὸ τ’ ἀρ­χαῖ­α τὰ χρό­νια κά­να­νε πολ­λὰ μα­γι­κά.

       Τὸ βό­δι καὶ τὸ πρό­βα­το τά ‘­χα­νε γιὰ βλο­γη­μέ­να, για­τὶ ζε­στά­να­νε τὸν Χρι­στὸ μὲ τὴν ἀ­να­σα­μιά τους τό­τες ποὺ γεν­νή­θη­κε μέ­σα στὸ πα­χνί· τὸ γί­δι ὅ­μως τό ‘­χα­νε γιὰ κα­τα­ρα­μέ­νο. Τὸ γά­δα­ρο βλο­γη­μέ­νον, για­τὶ σή­κω­σε τὸν Χρι­στό, καὶ τ’ ἄ­λο­γο βλο­γη­μέ­νο, για­τὶ τὸ κα­βα­λί­κε­ψε ὁ Ἄ­η-Γι­ώρ­γης. Ἀ­πὸ τὰ δέν­τρα τὸ πιὸ βλο­γη­μέ­νο ἤ­τα­νε ἡ ἐ­λιά, τῆς Πα­να­γιᾶς τὸ δέν­τρο. Ἡ δάφ­νη, ἡ μυρ­σί­νη, ὁ βα­σι­λι­κός, τὸ δεν­τρο­λί­βα­νο, ὁ α­βα­για­νός, ἤ­τα­νε ἁ­γι­α­σμέ­να. Ἡ συ­κιὰ κα­τα­ρα­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν Χρι­στό.

       Οἱ θα­λασ­σι­νοὶ πά­λε εἴ­χα­νε γιὰ στοι­χει­ω­μέ­να κά­τι βρά­χους, πέ­τρες, ξέ­ρες καὶ σπη­λι­ές. Ἡ θά­λασ­σα ἅ­για­σε ἀ­πὸ τὸν Χρι­στὸ κι ἀ­πὸ τοὺς Δώ­δε­κα Ἀ­πό­στο­λους, ποὺ ἤ­τα­νε θα­λασ­σι­νοὶ ἄν­θρω­ποι, βλο­γη­μέ­να καὶ τὰ ἐρ­γα­λεῖ­α τους, τὰ δί­χτυ­α καὶ τὰ πα­ρα­γά­δια· τὰ δί­χτυ­α ὅ­μως ἤ­τα­νε πιὸ βλο­γη­μέ­να, για­τὶ σκε­δι­ά­ζου­νε σταυ­ρό, ἔ­τσι πού ‘­ναι μπλεγ­μέ­να. Τὸ τε­τρά­γω­νο πα­νὶ ποὺ βά­ζα­νε στὶς βάρ­κες τῆς Ἀ­να­το­λῆς, τὸ λε­γό­με­νο τέν­τα ἢ φού­σκα ἢ σα­κο­λε­βί­σο, τὸ πρω­το­ηῦ­ρε ὁ Ἄ­η-Νι­κό­λας, γιὰ νὰ μὴν πνί­γουν­ται οἱ ἄν­θρω­ποι, για­τί εἶ­ναι χα­μη­λὸ καὶ φου­σκω­τὸ καὶ ξε­θυ­μαί­νει ὁ ἀ­γέ­ρας. Ὁ Ἄ­η-Νι­κό­λας ηὗ­ρε καὶ τὸ τι­μό­νι μὲ τὰ βε­λό­νια, για­τὶ πρὶν οἱ ἄν­θρω­ποι εἴ­χα­νε γιὰ τι­μό­νι ἕ­να κου­πί, καὶ γιὰ τοῦ­το δὲν τα­ξι­δεύ­α­νε μὲ τὰ πα­νιὰ στὰ ὄρ­τσα, δη­λα­δὴ κα­τα­πά­νου στὸν ἀ­γέ­ρα, ἀλ­λὰ μο­νά­χα πρί­μα καὶ δευ­τε­ρο­πρί­μα.Τὶς κου­ρί­τες πά­λε, μ’ ἄλ­λα λό­για τὰ ρη­χὰ τὰ πε­ρά­μα­τα, ποῦ ‘­ναι ἴ­δια μο­νό­ξυ­λα, ἴ­σια ἀ­πὸ κά­του δί­χως κα­ρί­να, τὰ ηὗ­ρε ὁ Χρι­στός, γιὰ νὰ πλεύ­ου­νε στὰ ἥ­με­ρα καὶ στὰ ρη­χὰ τὰ νε­ρά, κι ἀ­πὸ πά­ν’ ἀ­πὸ τὰ δί­χτυ­α, ἐ­πει­δὴ δὲν πι­ά­νου­νε πο­λὺ νε­ρό.

       Πολ­λὲς φο­ρὲς μοῦ λέ­γα­νε πὼς εἴ­δα­νε γορ­γό­νες νὰ λι­ά­ζουν­ται γιὰ νὰ βου­τᾶ­νε στ’ ἀ­νοι­χτὰ δί­πλα στὴ βάρ­κα, καὶ ἄλ­λα στοι­χειὰ νὰ φτερ­νί­ζουν­ται μέ­σα στὶς σπη­λι­ές, κά­τι ἄλ­λα στοι­χειὰ πά­λε κα­βα­λι­κε­μέ­να ἀ­πά­νου σὲ σκυ­λό­ψα­ρα, ὄ­χι ὅ­μως σὲ δερ­φί­νια, για­τὶ μέ­σα στὸ μπου­γά­ζι δὲν εἶ­χε δερ­φί­νια, σπά­νια νά ‘­χα­νε κα­νέ­να τὰ νε­ρά του καὶ νά ‘μ­παι­νε μέ­σα. Μοῦ λέ­γα­νε καὶ γιὰ κά­ποι­ο στοι­χει­ὸ μὲ γέ­νια μαῦ­ρα, ἥ­με­ρο, π’ ἀ­γα­πᾶ τοὺς ἀν­θρώ­πους, ὁ Κουν­τεν­τὲς λε­γό­με­νος· πολ­λὲς φο­ρὲς κα­θό­τα­νε στὰ βρά­χια καὶ δὲ μι­λοῦ­σε. Ὅ­ποι­οι λά­χαι­νε νὰ τὸν δοῦ­νε, ἀλ­λά­ζα­νε δρό­μο γιὰ νὰ μὴν τὸν στε­νο­χω­ρέ­σου­νε. Ἴ­σως νά ‘­τα­νε ὁ ἀρ­χαῖ­ος Τρί­τω­νας.

       Στε­ρια­νοὶ καὶ θα­λασ­σι­νοί, εἴ­χα­νε τὴν Ἀ­να­το­λὴ γιὰ βλο­γη­μέ­νη, για­τί ἐ­κεῖ γεν­νή­θη­κε ὁ Χρι­στός, κι ἀ­πὸ κεῖ βγαί­νει ὁ ἥ­λιος, κι ὅ­σοι ἄν­θρω­ποι γεν­νι­οῦν­ται στὴν Ἀ­να­το­λή, εἶ­ναι βλο­γη­μέ­νοι, Ἕλ­λη­νες καὶ Τοῦρ­κοι.


(1) Βλ. καὶ τὸ δι­ή­γη­μα τοῦ Γκρά­βα­λη «Ἡ βα­σι­λές».
Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Τὸ Ἀ­ϊ­βα­λί, ἡ πα­τρί­δα μου (ἐκδ. Ἄγκυρα, 2014).

Φώ­της Κόν­το­γλου (λο­γο­τε­χνι­κὸ ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Φώ­τιου Ἀ­πο­στολ­λέ­λη, Ἀ­ϊ­βα­λί, 1895-Ἀ­θή­να, 1965). Πε­ζο­γρα­φί­α, δο­κί­μιο, ζω­γρα­φι­κή. Ἀ­να­ζή­τη­σε τὴν αὐ­θεν­τι­κό­τη­τα στὴν ἔκ­φρα­ση μέ­σῳ τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πα­ρά­δο­ση, τό­σο στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ ὅ­σο καὶ στὸ ζω­γρα­φι­κό του ἔρ­γο. Εἶ­χε ση­μαν­τι­κό­τα­τη συμ­βο­λὴ στὸν χῶ­ρο τῆς βυ­ζαν­τι­νῆς εἰ­κο­νο­γρα­φί­ας. Θε­ω­ρεῖ­ται ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κυ­ρι­ό­τε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τῆς «Γε­νιᾶς τοῦ Τριά­ντα». Μα­θη­τές του ὑ­πῆρ­ξαν ὁ Γιά­ννης Τσα­ρού­χης, ὁ Νί­κος Ἐγ­γο­νό­που­λος, ὁ Κώ­στας Ξυ­νό­που­λος καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Pedro Cazas (Ἀ­ϊ­βα­λί, τυπ. Αἰ­ο­λι­κὸς Ἀ­στήρ, 1918).  Κυ­κλο­φο­ροῦν ἕν­τε­κα τό­μοι ἀ­πὸ τὸ ἔρ­γο του ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Ἀ­στήρ» (1962 κ.ἑ.).