Piyí Cutsi: ¿El último encuentro?



Piyí Cutsi


¿El último encuentro?


O VIO sentado en el sitio habitual, donde siempre lo encontraba… Cada mañana. En esa mesa donde el sol jugueteaba de la manera más hermosa. Enviaba un rayo a través de la ventana donde se hallaba su mesa y creaba ese maravilloso arcoíris en el platillo donde su café la esperaba. Y se lo mostraba cada vez y le plantaba un beso en la cara.

       Hoy estaba desolado. Había pedido los cafés. Miraba afuera pero en sus ojos había algo inquietante. Ella se le acercó, le susurró su te quiero, pero él no reaccionó. No importa, pensó. Ya me dirá qué le pasa. Le acarició la cabeza y apoyó la suya en su hombro, como a él le gustaba. Permaneció así, a su lado, un buen rato, sintiendo que todo su mundo estaba allí, en aquel café.

       Él rompió a llorar. Sus sollozos llegaron hasta abajo y la ca­ma­re­ra subió corriendo para ver si había pasado algo. «La he sentido», le dijo. «Hoy también ha venido. Nunca falla. Siempre sabe dónde encontrarme».

       Pagó los cafés con unas manos que delataban derrota. Guardó el libro donde le había dedicado su alma. Cada mañana lo traía y le leía sus versos porque así creía que lo escuchaba. Y mañana allí estaría. Pediría los cafés. Por más que ella se hubiera ido para siempre.



Fuente: Primera publicación blog Planodion – Historias Bonsái, 19 de enero de 2019

Piyí Cutsi (Zante, 1972), vive y trabaja en Atenas. Ha estudiado Antropología So­cial en la Universidad Pantos de Atenas y se dedica profesionalmente a la Psi­cología.

Traducción colectiva, Universidad de Málaga, 23 de abril de 2019. Par­ti­ci­pa­ron Marta Bernal, Antonio García Guzmán, Nordin Halifi Morales, Nikolitsa Ko­ko­ni, Nora Malamatidou, Manuel Martín González, Thalia Martínez Redon­do, Stavroula Mystridou, Adolfo Orcajo. Coordinaron María López Vil­lal­ba, Konstan­ti­nos Pa­le­o­lo­gos.

 

Διαφημίσεις

Πηγὴ Κούτση: Ἡ ρουτίνα


Πη­γὴ Κού­τση


Ἡ ρου­τί­να


ΙΧΕ ΦΤΑΣΕΙ ἀ­πό­γευ­μα καὶ ὁ Μπὲν ἀ­σχο­λοῦν­ταν μὲ τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη του ρου­τί­να. Φρόν­τι­σε τὴν Ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα γιὰ τὴ βρα­δι­νὴ λει­τουρ­γί­α, φό­ρε­σε τὰ φρε­σκο­πλυ­μέ­να του ἄμ­φια, ἔ­λεγ­ξε τὸν χῶ­ρο ποὺ θὰ ὑ­πο­δε­χό­ταν σὲ λί­γο τὸ ποί­μνιο γιὰ τὸ ἐκ­κλη­σί­α­σμα. Τὸν ἀ­έ­ρι­σε λί­γο γιὰ νὰ τὸν ἐ­ξα­γνί­σει ὁ κρύ­ος ἀ­έ­ρας ἀ­πὸ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τῶν προ­η­γού­με­νων θρη­σκευ­ό­με­νων.

       Δὲν ἔ­νι­ω­θε πο­λὺ κα­λὰ σή­με­ρα. Ἕ­νας πο­νο­κέ­φα­λος ἀ­πὸ χθὲς τὸν τα­λαι­πω­ροῦ­σε καὶ τοῦ στε­ροῦ­σε τὴ δύ­να­μη τοῦ λό­γου του, ὅ­ταν μι­λοῦ­σε στοὺς πι­στούς. Ἴ­σως νὰ ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ τοῦ χα­λοῦ­σε τὴ δι­ά­θε­ση ἢ οἱ σκέ­ψεις ποὺ ἔ­χει τε­λευ­ταῖα γιὰ τὸ λει­τούρ­γη­μά του.

        Τὰ χέ­ρια του δὲν συ­νερ­γά­ζον­ταν ὅ­πως πα­λιὰ στὴν προ­ε­τοι­μα­σί­α τῆς Θεί­ας Κοι­νω­νί­ας. Στα­μά­τη­σε καὶ στά­θη­κε λί­γο σα­στι­σμέ­νος. Τὰ κοί­τα­ξε καὶ τὰ κού­νη­σε γιὰ νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει ὅ­τι δὲν ἔ­πα­θαν κά­τι. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ κά­νει τί­πο­τα. Σκέ­φτη­κε ὅ­τι χά­νει τὴν πί­στη του. Καὶ ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ ἔλ­λει­ψη πί­στης ἄρ­χι­ζε νὰ φαί­νε­ται ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια του. Κα­τά­λα­βε μιὰ φλέ­βα στὸ κε­φά­λι του νὰ φου­σκώ­νει ἀ­πὸ τὴν ἔν­τα­ση τῆς ἐ­νο­χῆς, ὁ πο­νο­κέ­φα­λος νὰ με­γα­λώ­νει, ἡ ἀ­να­πνο­ή του νὰ δυ­σκο­λεύ­ει. Στὰ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα λο­γι­κῆς ποὺ τοῦ ἔ­μει­ναν ἔ­τρε­ξε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸν Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο.

        Κοί­τα­ξε τὸ πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ, ποὺ γιὰ αὐ­τὸν ἀ­πὸ μι­κρὸ παι­δὶ ἦ­ταν ἡ ἐν­σάρ­κω­ση τῆς ἀ­πό­λυ­της στή­ρι­ξης καὶ τῆς Ἀ­γά­πης. Ὀρ­φα­νὸς κα­θὼς ἦ­ταν, ἀ­πο­τέ­λε­σε γιὰ αὐ­τὸν τὸν Ἰ­δα­νι­κὸ Πα­τέ­ρα καὶ Μη­τέ­ρα μα­ζί. Τοῦ ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε ὅ­ταν ὁ πό­νος τῆς ἄ­θλιας ζω­ῆς του δὲν ἀν­τε­χό­ταν καὶ ἡ πα­γω­νιὰ τῆς ψυ­χῆς του ἔ­ψα­χνε θαλ­πω­ρή.

        Γο­νά­τι­σε. Ἡ μύ­τη του ἄ­νοι­ξε καὶ ζε­στὸ αἷ­μα ἄρ­χι­σε νὰ στά­ζει στὴ βά­ση τοῦ Σταυ­ροῦ. Τὰ δά­κρυ­α ἀ­κο­λού­θη­σαν σὲ λί­γο τὴ δι­α­δρο­μὴ τοῦ αἵ­μα­τος καὶ αὐ­τὸ τὸ ἀ­νορ­θό­δο­ξο μεῖγ­μα ζη­τοῦ­σε συγ­χώ­ρε­ση γιὰ τὴν ἔλ­λει­ψη πί­στης.

        Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ συλ­λά­βει ὅ­τι πιὰ δὲν πί­στευ­ε ὅ­πως πα­λιά. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ δε­χτεῖ. Τί συ­νέ­βη; Πῶς μπο­ροῦ­σε νὰ προ­δώ­σει τὸν Πα­τέ­ρα του; Τὸ στο­μά­χι του σφί­χτη­κε, ἔ­γι­νε ἕ­νας δυ­να­τὸς κόμ­πος. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­να­σά­νει. Σκέ­φτη­κε νὰ φω­νά­ξει γιὰ βο­ή­θεια. Τὴν ἀρ­νή­θη­κε μέ­σα του τὴν ἴ­δια στιγ­μή. Ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πο­φέ­ρει, τὸ ἄ­ξι­ζε. Ἄρ­χι­σε βου­βὰ νὰ προ­σεύ­χε­ται. Νὰ ζη­τά­ει συγ­χώ­ρε­ση γιὰ τὸν ξε­πε­σμό του, νὰ Τὸν κα­λεῖ νὰ ἔρ­θει γιὰ νὰ ἀ­πο­λο­γη­θεῖ γιὰ τὶς ἁ­μαρ­τω­λὲς σκέ­ψεις του. Ἡ προ­σευ­χή του ἄρ­χι­σε νὰ γί­νε­ται πιὸ ἐ­πι­τα­κτι­κή. Τὸν ἤ­θε­λε μπρο­στά του ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα. Ὁ Χρι­στὸς ὅ­μως δὲν ἐρ­χό­ταν. Δὲν τὸν κα­τα­δε­χό­ταν. Ξά­πλω­σε στὸ πα­γω­μέ­νο πά­τω­μα καὶ σπαρ­τα­ροῦ­σε ἀ­πὸ τὸν πό­νο καὶ τὴ συν­τρι­βή. Δὲν ἦ­ταν ἄ­ξιος νὰ ἀ­γα­πη­θεῖ.

        Σι­ω­πή. Σκο­τά­δι. Ἕ­να σάρ­κι­νο σα­κὶ χω­ρὶς ψυ­χή. Ὁ σταυ­ρὸς στὸν λαι­μὸ του εἶ­χε σπά­σει. Τὸν κοί­τα­ξε καὶ κα­τά­λα­βε ὅ­τι ἦ­ταν μό­νος. Ὁ Μπὲν δὲν θὰ ἀ­σχο­λού­ταν πιὰ μὲ τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη τοu ρου­τί­να.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Πη­γὴ Κού­τση (Ζά­κυν­θος, 1972). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Μη­τρο­πο­λι­τι­κὸ Κο­λέ­γιο. Ἔ­χει σπου­δά­σει Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Παν­τεῖ­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ψυ­χο­λο­γί­α.


Πη­γὴ Κού­τση: Ἡ τε­λευ­ταί­α συ­νάν­τη­ση;

 



Πη­γὴ Κού­τση


Ἡ τε­λευ­ταί­α συ­νάν­τη­ση;


ΟΝ ΕΙΔΕ νὰ κά­θε­ται στὴ συ­νη­θι­σμέ­νη θέ­ση ποὺ τὸν ἔ­βρι­σκε πάν­τα… Κά­θε πρω­ΐ. Σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ τρα­πέ­ζι ὅ­που ὁ ἥ­λιος ἔ­κα­νε τὸ πιὸ ὄ­μορ­φό του παι­χνί­δι. Ἔ­στελ­νε μιὰ ἡ­λι­α­χτί­δα του μέ­σα ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ποὺ βρι­σκό­ταν τὸ τρα­πέ­ζι τους καὶ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­νέ­μο­ρφο οὐ­ρά­νιο τό­ξο στὸ πι­α­τά­κι ποὺ κα­θό­ταν ὁ κα­φές της. Τῆς τὸ ἔ­δει­χνε κά­θε φο­ρὰ καὶ τῆς ἔ­σκα­γε ἕ­να φι­λὶ στὸ πρό­σω­πό της.

       Σή­με­ρα ἦ­ταν πο­λὺ θλιμ­μέ­νος. Εἶ­χε πα­ραγ­γεί­λει τοὺς κα­φέ­δες τους. Κοι­τοῦ­σε ἔ­ξω, ἀλ­λὰ τὸ βλέμ­μα του εἶ­χε κά­τι τὸ ἀ­πό­κο­σμο. Πῆ­γε κον­τά του, τοῦ ψι­θύ­ρι­σε τὸ σ’ ἀ­γα­πῶ της, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀν­τέ­δρα­σε. Δὲν πει­ρά­ζει σκέ­φτη­κε. Θὰ μοῦ πεῖ σὲ λί­γο τί ἔ­χει. Τὸν χά­ι­δε­ψε στὸ κε­φά­λι καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ δι­κό της στὸν ὦ­μο του, ὅ­πως τοῦ ἄ­ρε­σε. Ἔ­μει­νε ἔ­τσι μα­ζί του ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα καὶ ἔ­νι­ω­θε πὼς ὁ κό­σμος της ὅ­λος ἦ­ταν ἐ­κεῖ, σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­φέ.

       Τὸν ἔ­πι­α­σαν τὰ κλά­μα­τα. Οἱ λυγ­μοί του ἀ­κού­στη­καν μέ­χρι κά­τω καὶ ἡ σερ­βι­τό­ρα ἀ­νέ­βη­κε τρέ­χον­τας πά­νω νὰ δεῖ ἂν εἶ­χε γί­νει κά­τι. «Τὴν ἔ­νι­ω­σα» τῆς εἶ­πε. «Ἦρ­θε καὶ σή­με­ρα. Πο­τὲ δὲ λεί­πει. Πάν­τα ξέ­ρει ποῦ νὰ μὲ βρεῖ.»

       Πλή­ρω­σε τοὺς κα­φέ­δες μὲ χέ­ρια ποὺ ἔ­δει­χναν συν­τρι­βή. Φύ­λα­ξε τὸ βι­βλί­ο ποὺ τῆς εἶ­χε ἀ­φι­ε­ρώ­σει τὴν ψυ­χή του… Κά­θε πρω­ὶ τὸ ἔ­φερ­νε καὶ τῆς δι­ά­βα­ζε τοὺς στί­χους του, για­τὶ ἔ­τσι πί­στευ­ε ὅ­τι τὸν ἀ­κού­ει. Καὶ αὔ­ριο ἐ­κεῖ θὰ ἦ­ταν. Θὰ πα­ράγ­γελ­νε τοὺς κα­φέ­δες τους. Καὶ ἂς εἶ­χε χα­θεῖ ἐ­κεί­νη γιὰ πάν­τα…



Πη­γὴ Κού­τση (Ζά­κυν­θος, 1972). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Μη­τρο­πο­λι­τι­κὸ Κο­λέ­γιο. Ἔ­χει σπου­δά­σει Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Παν­τεῖ­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ψυ­χο­λο­γί­α.