Τάκης Κουφόπουλος: Ἐπέτειος

 

 

Τάκης Κουφόπουλος

 

Ἐπέτειος

 

ΥΠΝΗΣΑ πρω­ὶ πρω­ὶ ἀ­πὸ μιὰ σει­ρὰ δυ­να­τὲς ντου­φε­κιές. Ἔ­πει­τα οἱ καμ­πά­νες, ὅ­λες μα­ζί, ἄρ­χι­σαν νὰ χτυ­ποῦν συ­νεν­νο­η­μέ­να.

       Τὸ πράγ­μα μοῦ φά­νη­κε πα­ρά­ξε­νο, για­τί, ὅ­πως εἶ­χα πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ, ὁ πό­λε­μος εἶ­χε τε­λει­ώ­σει πρὶν ἀ­πὸ πολ­λὰ χρό­νια καὶ ἡ εὐ­και­ρί­α ἐ­νὸς ἄλ­λου και­νού­ριου δὲ φαι­νό­ταν κον­τά.

       Ἄ­νοι­ξα τὸ πα­ρά­θυ­ρο κι ἔ­σκυ­ψα πρὸς τὸ δρό­μο. Ἄν­θρω­ποι πολ­λοὶ καὶ δι­ά­φο­ροι πή­γαι­ναν κι ἔρ­χον­ταν βι­α­στι­κά, ἄλ­λοι σὲ σει­ρὲς αὐ­στη­ρὰ πα­ρα­τε­ταγ­μέ­νοι, ἄλ­λοι σὲ ὁ­μά­δες τῆς ἴ­διας νο­σταλ­γί­ας ἢ τοῦ ἴ­διου γού­στου ἢ τῆς ἴ­διας ὑ­πό­λη­ψης, ὅ­λοι κρα­δαί­νον­τας τὰ ὑ­ψω­μέ­να τους χέ­ρια ἢ δι­ά­φο­ρα πα­νιὰ πο­λύ­χρω­μα, τρα­γου­δών­τας ἐ­θνι­κὰ ἄ­σμα­τα καὶ ζη­τω­κραυ­γά­ζον­τας ἀ­πε­γνω­σμέ­να. Κά­ποι­ος μὲ εἶ­δε καὶ μοῦ ἔ­γνε­ψε μὲ τὸ κον­τά­ρι του. Γύ­ρι­σα κι ἐ­γώ, πῆ­ρα ἀ­π’ τὴν κρε­μά­στρα τὴν τρα­γιά­σκα μου καὶ τοῦ τὴν κού­νη­σα. Στὸ δι­πλα­νὸ πα­ρά­θυ­ρο, ἡ νοι­κο­κυ­ρά μου σφά­δα­ζε κι αὐ­τή, μι­σὴ μέ­σα μι­σὴ ἔ­ξω.

       Τῆς εἶ­πα κα­λη­μέ­ρα σας, μή­πως μπο­ρεῖ­τε νὰ μὲ πλη­ρο­φο­ρή­σε­τε… Τό­τε γύ­ρι­σε κα­τ’ ἀ­πά­νω μου τὸ χεί­μαρ­ρο τῶν ζη­τω­κραυ­γῶν της, μὲ ἀ­πο­κά­λε­σε ἥ­ρω­α καὶ δο­ξα­σμέ­νο καὶ εἶ­πε πὼς ἔρ­χε­ται στὴ στιγ­μὴ νὰ μὲ ἑ­τοι­μά­σει, για­τὶ ὅ­που νά ‘­ταν ἔ­φθα­νε ἡ συ­νο­δεί­α ποὺ θὰ μὲ πα­ρα­λά­βαι­νε.

       Ἔ­τρε­ξα καὶ γύ­ρι­σα, ἀ­κό­μη μιὰ φο­ρὰ, τὸ κλει­δὶ στὴν πόρ­τα. Τὰ ρα­δι­ό­φω­να ὅ­λων τῶν δω­μα­τί­ων ὠ­ρύ­ον­ταν δι­α­φη­μί­ζον­τας τὸ πε­ρι­στα­τι­κό.

      Ἦ­ταν ἡ ἐ­πέ­τει­ος τῆς με­γά­λης μέ­ρας. Μιᾶς μέ­ρας, ποὺ ἐ­γὼ κά­πο­τε εἶ­χα ἐ­κμε­ταλ­λευ­θεῖ θαυ­μά­σια. Τώ­ρα τὴν ἐ­κμε­ταλ­λεύ­ον­ται οἱ ἄλ­λοι, μὲ τὸ δι­κό τους τρό­πο.

      Ἡ πόρ­τα μου χτύ­πη­σε δυ­να­τά. Σκέ­φτη­κα πὼς λο­γι­κό­τε­ρο ἦ­ταν ν’ ἀ­νοί­ξω.

      Ὅ­λος ὁ δι­ά­δρο­μος εἶ­χε γε­μί­σει ἀν­θρώ­πους. Κυ­ρι­α­κά­τι­κους. Μὲ κα­θα­ρὰ κο­λά­ρα καὶ ξυ­ρι­σμέ­να μά­γου­λα. Μὲ χα­μό­γε­λα δι­ά­φο­ρα, ὅ­λων τῶν τύ­πων καὶ τῶν ἐ­κτά­σε­ων καὶ κα­πέ­λα δι­ά­φο­ρα, ὅ­λων τῶν με­γε­θῶν καὶ τῶν σχη­μά­των. Ἀ­π’ τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη χαρ­το­σα­κού­λα τῆς μιᾶς ὀ­κᾶς μέ­χρι ἐ­κεῖ­να τῶν τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γῶν καὶ τῶν πι­ε­ρό­των. – Με­τα­ξὺ αὐ­τῶν, πρέ­πει νὰ νο­η­θοῦν, μπε­ρέ­δες, πη­λή­κια, τρι­καν­τὸ καὶ δι­ά­φο­ρα ἄλ­λα.

       Μό­λις μὲ εἶ­δαν, ὁ πρῶ­τος ἀ­πο­κα­λύ­φτη­κε, οἱ ἄλ­λοι ζή­λε­ψαν κι ἔ­κα­ναν τὸ ἴ­διο, καὶ ὅ­λοι μα­ζὶ φώ­να­ξαν τρεῖς φο­ρὲς «ζή­τω». Πρὶν προ­φτά­σω νὰ δι­και­ο­λο­γη­θῶ, ὁ Σύλ­λο­γος Πα­λαι­ῶν Πο­λε­μι­στῶν ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­βά­ζει ἕ­να χαρ­τί, ἐ­νῶ οἱ ἄλ­λοι μὲ τὰ χέ­ρια ἕ­τοι­μα πε­ρί­με­ναν τὰ ση­μεῖ­α τῆς στί­ξε­ως, γιὰ νὰ χει­ρο­κρο­τή­σουν.

       Σὰν τέ­λει­ω­σε αὐ­τός, ἄρ­χι­σε ὁ Σύλ­λο­γος Ἐρ­γο­λά­βων Κη­δει­ῶν, ὁ Σύλ­λο­γος Συν­τη­ρή­σε­ως Μνη­μεί­ων καὶ ἄλ­λοι πολ­λοί. Ἔ­πει­τα, ἐ­κεῖ­νος ποὺ κρά­τα­γε τὴ βα­λί­τσα τὴν ἄ­νοι­ξε καὶ μοῦ προ­σέ­φε­ρε τὴ με­γά­λη στο­λὴ μὲ τὰ πα­ρά­ση­μα. Εἶ­πα, σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ πο­λύ, ὅ­μως προ­τι­μῶ τὸ σπόρ μου τὸ σα­κά­κι. Εἶ­παν, ὄ­χι ἀ­δύ­να­τον καὶ ἄρ­χι­σαν νὰ μοῦ τὴ φο­ροῦν.

       Σὲ λί­γη ὥ­ρα πα­ρου­σι­ά­στη­κα, ντυ­μέ­νος ταυ­ρο­μά­χος, θαυ­μά­σια. Ἄ­ρε­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸ ψη­λό μου μαῦ­ρο κο­λά­ρο, ἡ μα­κριά μου –ἐ­πί­σης μαύ­ρη– μπέρ­τα, ποὺ ἔ­κα­νε μιὰ ζω­η­ρὴ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὰ κό­κα­λα καὶ τὸ καμ­πύ­λο μου σπα­θί, τὸ τί­μιό μου σπα­θί, ποὺ ἦ­ταν ἀ­πὸ τό­τε κα­τα­τε­θει­μέ­νο σὲ λα­ϊ­κὸ προ­σκύ­νη­μα.

      Ὅ­λα ἦ­ταν ἕ­τοι­μα —κά­ποι­ος ξε­σκό­νι­σε τὸ κρα­νί­ο μὲ τὸ μαν­τί­λι καὶ δι­όρ­θω­σε τὸν πῆ­χυ τοῦ δε­ξιοῦ χε­ριοῦ— καὶ μὲ ξε­κί­νη­σαν. Πρω­το­στα­τοῦν­τος τοῦ κλή­ρου.

       Σ’ ὅ­λο τὸ μῆ­κος τοῦ δρό­μου, πα­ρα­τε­ταγ­μέ­νος ὁ λα­ός, ἐ­τού­της ἢ ἐ­κεί­νης τῆς χώ­ρας, μᾶς ἔ­ραι­νε μὲ ἄν­θη καὶ δά­κρυ­ζε συγ­κι­νη­μέ­νος. Κά­θε κυ­κλο­φο­ρί­α εἶ­χε στα­μα­τή­σει, οἱ καμ­πά­νες χτυ­ποῦ­σαν δυ­να­τό­τε­ρα, ἡ μου­σι­κὴ παι­ά­νι­ζε τὸν ἐ­πι­τά­φιο καὶ γε­νι­κῶς ὅ­λοι ἔ­κα­ναν τὸ κα­θῆ­κον τους ἐ­πι­τυ­χη­μέ­να. Σὲ μιὰ στιγ­μὴ κά­ποι­ος ξέ­φυ­γε ἀ­πὸ τὰ σύρ­μα­τα κι ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­χει πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Δύο βή­μα­τα ἀ­κό­μη καὶ θὰ μὲ ἀ­κουμ­ποῦ­σε. Ὅ­μως ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α πρό­φτα­σε καὶ τὸν συ­νέ­λα­βε. Τοῦ ἔ­κα­ναν σω­μα­τι­κὴ ἔ­ρευ­να. Μὲς στὴν κοι­λιὰ του βρή­κα­νε βλή­μα­τα ἀ­πὸ ὀ­βί­δα πυ­ρο­βο­λι­κοῦ. Τὸν ἔ­στει­λαν ἀ­μέ­σως στὸ τρε­λο­κο­μεῖ­ο.

       Ἐ­πι­τέ­λους ἡ συ­νο­δεί­α στα­μά­τη­σε. Τρεῖς τέσ­σε­ρις μὲ πῆ­ραν στὰ χέ­ρια καὶ μὲ με­τά­φε­ραν κον­τὰ στὸ ἄ­γαλ­μα. Ἕ­νας κύ­ριος ποὺ εἶ­χε τὸ γε­νι­κὸ πρό­σταγ­μα πλη­σί­α­σε, μί­λη­σε λί­γο σ’ αὐ­τό, ἔ­πει­τα μοῦ πῆ­ρε τὸ χέ­ρι, μοῦ τὸ κού­νη­σε καὶ πέ­ρα­σε στὸ λαι­μό μου τοὺς 15 νε­κροὺς στρα­τι­ῶ­τες τῆς Δι­μοι­ρί­ας μου. Πε­ρί­με­να φυ­σι­κά, ὅ­τι ἡ κα­τα­δί­κη θὰ ἦ­ταν εἰς θά­να­τον. Ὅ­μως τὰ πλή­θη γύ­ρω χει­ρο­κρο­τοῦ­σαν. Ἔ­κα­να μί­α βα­θιὰ ὑ­πό­κλι­ση – οἱ 15 νε­κροὶ στρα­τι­ῶ­τες πή­γα­νε κι ἤρ­θα­νε, μ’ ἕ­να χτύ­πο, πά­νω στὸ στῆ­θος μου. Τοὺς τα­χτο­ποί­η­σα μὲ τὸ χέ­ρι ποὺ μοῦ κού­νη­σαν.

       Ἡ χο­ρω­δί­α ἄρ­χι­σε νὰ ψέλ­νει πο­λε­μι­κὰ θού­ρια κι ὅ­λα τὰ μά­τια ἔ­γει­ραν δα­κρυ­σμέ­να. Τό­τε κά­ποι­ος μὲ πα­ρα­κί­νη­σε νὰ πῶ κι ἐ­γὼ με­ρι­κὰ λό­για στὸ ἄ­γαλ­μα.

       Τὸ πράγ­μα βέ­βαι­α ἔ­παιρ­νε δι­α­στά­σεις. Ὄ­χι πὼς ἐ­γὼ δὲν ἤ­μουν δι­α­τε­θει­μέ­νος νὰ συ­νη­γο­ρή­σω, ἀλ­λὰ αὐ­τὴ ἡ ἐ­πι­μο­νὴ καὶ τὰ δά­κρυ­α, γιὰ μί­α πε­ρα­σμέ­νη χρο­νο­λο­γί­α ποὺ εἶ­χε γί­νει μάρ­μα­ρο, μοῦ ἦ­ταν ἀ­κα­τα­νό­η­τα. Εἶ­πα, κύ­ριοι μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, ἀλ­λὰ κά­ποι­ο λά­θος ἔ­γι­νε. Ἐ­γὼ μό­λις πρὶν ἀ­πὸ μιὰ στιγ­μὴ γεν­νή­θη­κα. Τὰ δά­χτυ­λά μου εἶ­ναι νω­πά, ἡ μνή­μη μου ἄ­δεια. Λοι­πὸν αὐ­τὸ τὸ ἄ­γαλ­μα δὲν τὸ γνω­ρί­ζω καὶ δὲν τὸ δέ­χο­μαι. Ὄ­χι, λέ­νε, σοῦ μοιά­ζει. Ἐ­γὼ εἶ­πα, ἀ­δύ­να­τον, αὐ­τοὶ ἐ­πέ­με­ναν κι ἔ­τσι ση­κώ­θη­κε με­τα­ξύ μας ἕ­νας κα­βγὰς τρι­κού­βερ­τος.

       Ψί­θυ­ροι ἄρ­χι­σαν νὰ κυ­κλο­φο­ροῦν, στὴν ἀρ­χὴ σι­γα­νοί, ἔ­πει­τα δυ­να­τό­τε­ροι κι ὅ­λα τὰ βλέμ­μα­τα συμ­μα­ζεύ­ον­ταν ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­να, για­τί ἡ τε­λε­τὴ φαι­νό­ταν πὼς ἀ­πο­τύ­χαι­νε. Κι ὅ­μως εἶ­χε γί­νει τό­ση προ­ε­τοι­μα­σί­α καὶ τό­σα ἔ­ξο­δα. Ἔ­πει­τα ἦ­ταν καὶ οἱ ἐ­πί­ση­μοι, ντυ­μέ­νοι στὰ μαῦ­ρα, ποὺ ἀ­νυ­πο­μο­νού­σα­νε νὰ φο­ρέ­σουν πά­λι τὸ ψη­λὸ κα­πέ­λο καὶ τὸ πε­ρή­φα­νο ἐ­θνι­κὸ χα­μό­γε­λο καὶ νὰ κι­νή­σουν γιὰ τὸ με­γά­λο προ­ο­ρι­σμό. Ἕ­να ἀ­νοι­χτὸ βι­βλί­ο, πε­ρί­με­νε τὴν ὑ­πο­γρα­φή τους. Ἡ πέ­να ἦ­ταν βου­τηγ­μέ­νη, ὁ γραμ­μα­τέ­ας εἶ­χε σα­λι­ώ­σει τὸ δά­χτυ­λο, ἡ μου­σι­κὴ εἶ­χε πά­ρει τὸ λά. Τί θὰ γί­νον­ταν ὅ­λα τοῦ­τα; Καὶ πῶς θὰ ἐ­δι­και­ο­λο­γεῖ­το ἡ ἀρ­γί­α τῶν Δη­μο­σί­ων Ὑ­πη­ρε­σι­ῶν;

       Ἴ­σως αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο νὰ μὲ συγ­κί­νη­σε καὶ δέ­χτη­κα. Κι ἴ­σως ἔ­τσι νὰ ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα, για­τὶ μοῦ δό­θη­κε ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ πῶ, μιὰ καὶ κα­λή, τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ ρο­λο­γιοῦ. Δη­λα­δὴ πῶς κά­πο­τε ἐ­φευ­ρέ­θη­κε γιὰ λό­γους δι­α­κο­σμη­τι­κούς, πῶς ἔ­γι­νε ἡ πα­ρα­νό­η­ση καὶ τὸ χρη­σι­μο­ποί­η­σαν γιὰ τὴ μέ­τρη­ση τοῦ χρό­νου —τοῦ δι­κοῦ μας— καὶ πῶς τώ­ρα ὅ­λα τα­χτο­ποι­ή­θη­καν, κα­τα­λά­βα­με τὸ σφάλ­μα μας, βά­λα­με τὰ ρο­λό­για στὶς τσέ­πες κι ἀ­φή­σα­με τ’ ἀ­στεῖ­α τὰ δρα­μα­τι­κὰ γιὰ τὸ πρὶν καὶ γιὰ τὸ ὕ­στε­ρα.

       Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς μ’ ἄ­κου­σαν μὲ προ­σο­χή. Ὅ­μως, ὅ­ταν τέ­λει­ω­σα, ἐ­ζή­τη­σαν νὰ τοὺς δι­η­γη­θῶ καὶ πῶς ἔ­γι­νε τὸ πο­λε­μι­κὸ κα­τόρ­θω­μα. Ἔ­σκου­πι­σα τὸν ἱ­δρώ­τα μου καὶ εἶ­πα πὼς προ­τι­μῶ τὸ τά­βλι. Ὄ­χι, εἶ­παν, τὸ κα­τόρ­θω­μα. Τό­τε πα­ρά­γει­λα κα­φέ­δες γιὰ ὅ­λους, ἀ­νά­ψα­με τσι­γά­ρο, κά­τσα­με σταυ­ρο­πό­δι κα­τά­χα­μα, κι ἄρ­χι­σα πά­λι ἀ­π’ τὴν ἀρ­χὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ ρο­λο­γιοῦ, γιὰ ὅ­σους ἦ­ταν ἀ­πόν­τες καὶ γιὰ ὅ­σους δὲν τὴν κα­τά­λα­βαν.

       Ὅ­μως, ὅ­σο σι­γὰ σι­γὰ μπαί­ναν στὸ πνεῦ­μα τού­της τῆς ἔ­ξο­χης ἀ­να­σκό­πη­σης κι ὅ­σο πρό­σε­χαν κι ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ταν τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες, τό­σο κι ἄρ­χι­ζαν νὰ ἐ­ρε­θί­ζον­ται. Πρῶ­τος ἔμ­πη­ξε τὶς φω­νὲς ἕ­νας συν­τα­ξι­οῦ­χος, ἔ­πει­τα ἕ­νας πα­πάς. Κι ἀ­μέ­σως ὅ­λοι μα­ζὶ οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ξέ­σπα­σαν σὲ βρι­σι­ὲς καὶ σ’ ἀ­να­θέ­μα­τα. Με­ρι­κοὶ ρω­τοῦ­σαν ἔ­ξαλ­λοι, πὼς θὰ κοι­μη­θοῦν ἀ­πό­ψε ἢ αὔ­ριο, χω­ρὶς ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὴ ἐ­φη­με­ρί­δα, ἄλ­λοι δι­α­μαρ­τύ­ρον­ταν ποὺ δὲ χρη­σι­μο­ποι­ῶ σω­στὰ τὴν κλα­σι­κὴ σύν­τα­ξη κι ἄλ­λοι ὁρ­κί­ζον­ταν, μὲ τὸ δε­ξί τους χέ­ρι τεν­τω­μέ­νο, πά­νω σὲ μιὰ φω­το­γρα­φί­α τῆς ἀ­γα­πη­μέ­νης τους. Πιὸ δυ­να­τά, φώ­να­ζε κεῖ­νος πού ‘­χε τὸ γε­νι­κὸ πρό­σταγ­μα. Για­τὶ τὸ ‘­βλε­πε σί­γου­ρο πὼς ἦ­ταν κα­τα­δι­κα­σμέ­νος. Γρή­γο­ρα γρή­γο­ρα μὲ κα­τέ­βα­σαν ἀ­πὸ τὸν ἄμ­βω­να. Ἕ­νας ἄλ­λος —χει­ρο­δύ­να­μος— πῆ­ρε τὸ λό­γο.

       — Αὐ­τὸς ὁ ἄν­θρω­πος, κύ­ριοι, ἔ­λε­γε, εἶ­ναι ἔν­δο­ξος. Κα­νεὶς δὲ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­πι­θυ­μή­σει με­γα­λύ­τε­ρη κτλ. ἀ­πὸ ἕ­να τέ­τοι­ο πα­ρελ­θόν. –Ἔ­γώ, φυ­σι­κά, δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κα γιὰ τὴν τε­λευ­ταί­α λέ­ξη καὶ ζή­τη­σα ἐ­πι­σή­μως νὰ δι­α­γρα­φεῖ, ὅ­μως ἐ­κεῖ­νοι εἶ­χαν ἀν­τί­θε­τη γνώ­μη. — Ἦ­ταν, συ­νέ­χι­σε, μιὰ νύ­χτα γε­μά­τη τρό­μο καὶ γε­μά­τη θά­να­το, ὅ­ταν μιὰ χού­φτα ἄν­θρω­ποι ὅρ­μη­σαν…

       Ὅ­σο μπο­ροῦ­σα τὸν δι­όρ­θω­να στὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες. Στὴν ἀρ­χὴ δὲν ἔ­φερ­νε ἀν­τίρ­ρη­ση. Ὅ­μως κά­πο­τε κα­τά­λα­βε ξαφ­νι­κά, πὼς ἦ­ταν πιὰ πο­λὺ μα­κριά, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ ἀ­να­φέ­ρον­ταν στὰ ἑ­βδο­μα­δια­ῖα φυλ­λά­δια. Γύ­ρι­σε τό­τε καὶ μὲ κοί­τα­ξε τρο­μαγ­μέ­νος. Εἶ­πε, μὰ δὲν ἔ­γι­ναν ἔ­τσι. Εἶ­πα, τί θὰ πεῖ ἔ­γι­ναν, τώ­ρα γί­νον­ται.

       — Τώ­ρα γί­νον­ται; εἶ­πε μὲ μιὰ φω­νὴ πε­ρί­ερ­γη.

       — Τώ­ρα γί­νον­ται; ρώ­τη­σε ἕ­νας ἄλ­λος πιὸ πέ­ρα.

       Μιὰ γε­νι­κὴ κα­τά­πλη­ξη ἁ­πλώ­θη­κε μέ­χρι μα­κριά, τὸ συρ­μα­τό­πλεγ­μα. Ὅ­λοι γυ­ρί­σα­νε στοὺς δι­πλα­νούς τους, κοι­τά­χτη­καν, πῆ­γαν κά­τι νὰ ποῦν, δὲν τὸ εἶ­παν, βά­λαν τὰ κομ­πο­λό­για στὶς τσέ­πες καὶ στρά­φη­καν πρὸς ἐ­μέ­να. Τὰ λά­βα­ρα βγῆ­καν ἀ­πὸ τὶς θῆ­κες κι ἀ­κουμ­πί­στη­καν κα­τά­χα­μα, αὐ­τὸς ποὺ πού­λα­γε τὸ χαρ­το­πό­λε­μο στα­μά­τη­σε νὰ ξε­χω­ρί­ζει τὰ φράγ­κα ἀ­πὸ τὰ δί­φραγ­κα, τὸ ἀ­πό­σπα­σμα εἶ­πε ἀ­κό­μη μιὰ βρι­σιὰ κι οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ λύ­σαν τὰ χέ­ρια ἀ­πὸ μπρὸς καὶ τά ‘­δε­σαν ἀ­πὸ πί­σω.

       Ἤ­τα­νε μιὰ στιγ­μὴ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς με­τέ­ω­ρες, ποὺ συ­νη­θί­σα­με νὰ θε­ω­ροῦ­με ἀ­πο­φα­σι­στι­κές, ἔ­τσι γιὰ νὰ ‘­χου­με κά­ποι­α ἱ­στο­ρι­κὴ ποι­κι­λί­α. Δὲν ἔ­με­νε πα­ρὰ ἕ­νας λό­γος, ἕ­να σύν­θη­μα κι ἡ σω­τη­ρί­α ἢ ὁ χα­μός, παίρ­να­νε πά­λι τὸ σω­στό τους δρό­μο – γιὰ ἕ­να δι­ά­στη­μα.

       Βέ­βαι­α, εἶ­χα καὶ ἔ­χω πάν­το­τε γνώ­ση τῶν χρο­νι­κῶν πλαι­σί­ων, ὅ­μως δὲν μπό­ρε­σα ν’ ἀν­τι­στα­θῶ μπρο­στὰ σ’ ἐ­κεί­νη τὴν κα­τα­πλη­κτι­κὴ σα­γή­νη τῆς πι­θα­νό­τη­τας.

       Ση­κώ­θη­κα ὄρ­θιος, ἅ­πλω­σα τὶς πα­λά­μες, μά­ζε­ψα τὴν καρ­διά, τὴν τα­λαι­πω­ρη­μέ­νη τῶν ἀν­θρώ­πων, ἔ­βα­λα μα­ζὶ καὶ τὴ δι­κή μου καὶ ξα­να­μί­λη­σα:

       — Ἀ­γα­πη­τοί μου φί­λοι, ἂς γί­νου­με σπλα­χνι­κοί. Ἂς μεί­νου­με γιὰ λί­γο χω­ρὶς ὑ­πό­λη­ψη. Τὰ χέ­ρια σας εἶ­ναι ἀ­τρο­φι­κὰ ἀ­πὸ λει­ψὴ με­τα­χεί­ρι­ση, τὰ πρό­σω­πά σας μαῦ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἀ­σφυ­ξία. Ἐ­γώ, φυ­σι­κά, δὲν εἶ­μαι ὀρ­θο­πε­δι­κός, οὔ­τε ἔ­χω ὑ­πό­ψη μου νὰ λύ­σω μὲ τὸ στα­νιό, τὰ ὡ­ραῖ­α σας σφι­χτὰ κο­λά­ρα. Ὅ­μως ἂς γρά­ψου­με λί­γη ὥ­ρα στὸ πε­ρι­θώ­ριο. Σ’ αὐ­τὸ τὸ πε­ρι­θώ­ριο ποὺ πο­τὲ δὲ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­τε, για­τί ἔ­χε­τε πά­ρει μιὰ κα­λὴ ἐκ­παί­δευ­ση καὶ για­τὶ εἴ­σα­στε τα­χτι­κοί. Ἐ­γὼ ὑ­πό­σχο­μαι νὰ μὴν ξα­να­μι­λή­σω ἀ­πό­ψε γιὰ ἡ­με­ρο­λό­για. Ὅ­μως κι ἐ­σεῖς, ἀ­φῆ­στε με νὰ ὀρ­γα­νώ­σω ἐ­δῶ τὰ πράγ­μα­τα, ὅ­πως πρέ­πει. Λοι­πὸν λέ­γο­μαι, τού­τη τὴ στιγ­μὴ ἔ­τσι, ταυ­ρο­μά­χος μέ­γας τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα ἢ χα­σά­πης ἢ πα­νο­ραμιτ­ζὴς – τὸ ζή­τη­μα εἶ­ναι νὰ συμ­φω­νή­σου­με. Ὁ κύ­ριος ἀ­πὸ δῶ θὰ γυ­ρί­ζει τὸ χε­ρού­λι καὶ θὰ δι­η­γι­έ­ται τὰ πε­ρι­στα­τι­κά. «Πῶς ὁ Μέ­γας Κων­σταν­τῖ­νος… ἢ τὸ Ὑ­πο­βρύ­χιον Πα­πα­νι­κο­λής… ἢ ὁ Ἀ­τρό­μη­τος Κα­τσαν­τώ­νης.» Βέ­βαι­α, ἐ­πει­δὴ τὸ πράγ­μα εἶ­ναι πρό­χει­ρο, δὲν πρέ­πει νὰ ἔ­χε­τε ὑ­περ­βο­λι­κὲς ἀ­ξι­ώ­σεις. Πάν­τως, δέ­χο­μαι ποὺ καὶ ποὺ νὰ πα­ρεμ­βαί­νω, κά­νον­τας τὴν ὑ­πό­θε­ση πε­ρισ­σό­τε­ρο συγ­κι­νη­τι­κή.

       Φυ­σι­κά, ὅ­λοι τους φά­νη­καν λο­γι­κοί. Για­τί ἤ­ξε­ραν κα­λὰ τὴ στιγ­μὴ καὶ τὴν ἀ­ξί­α της, μο­νά­χα ἀ­γνο­οῦ­σαν τὴ μέ­θο­δο. Τοῦ­το τὸ εἶ­χα ἀν­τι­λη­φθεῖ ἀ­π’ τὴν ἀρ­χή, γι’ αὐ­τὸ καὶ ἄλ­λω­στε ἐ­πέ­μει­να.

       Ἔ­τσι μπο­ρέ­σα­με καὶ φτι­ά­ξα­με πράγ­μα­τι μιὰ πα­ρά­στα­ση ὑ­πέ­ρο­χη. Χω­ρὶς ἰα­χὲς καὶ πε­πρω­μέ­να. Χω­ρὶς ἐλ­πί­δες καὶ ὄ­νει­ρα. Ἀ­φή­νον­τας τὸ χρό­νο σὲ μιὰν ἀ­κμή.

       Στὸ τέ­λος, δι­πλώ­σα­με τὰ λά­βα­ρα, χαι­ρε­τι­στή­κα­με ἐγ­κάρ­δια —χω­ρὶς νὰ λη­σμο­νή­σου­με καὶ τὴν ἑ­νὸς λε­πτοῦ σι­γὴ— καὶ δώ­σα­με ραν­τε­βού, γιὰ τὸν ἄλ­λο χρό­νο.

 

 

Πη­γή: Ἡ με­τα­πο­λε­μι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο τοῦ ’40 ὣς τὴ δι­κτα­το­ρί­α τοῦ ’67, Τό­μος Δ΄, Ἐκ­δό­σεις Σο­κό­λη, Ἀ­θή­να, 1989. Ἀ­πὸ τὴ συλλογὴ δι­η­γη­μάτων Μι­κρὲς σύγ­χρο­νες ἱ­στο­ρί­ες (Ἀ­θή­να, 1959).

 

Τά­κης Κου­φό­που­λος (Ἀθήνα, 1927). Πεζογράφος. Σπούδασε Πολιτικὸς Μηχανικὸς στὸ Πολυτεχνεῖο. Βιβλία του: Μικρὲς σύγχρονες ἱστορίες (1959), Ἡ ὁδός (1962), Ἐκδοχές (1973), κ.ἄ. Βλέ­πε πε­ρις­σό­τε­ρα στὸ http://www.takiskoufopoulos.net/

 

Advertisements