Νίκος Κουφάκης: Μεταμορφώσεις

 

 

Νί­κος Κου­φά­κης

 

Με­τα­μορ­φώ­σεις

 

ΕΤΑ ΤΑ ΠΕΝΗΝΤΑ ὁ πα­τέ­ρας μου ἄρ­χι­σε νὰ ὑ­πο­δύ­ε­ται ὅ­λα τὰ πρό­σω­πα τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς μας, ἀν­δρι­κὰ καὶ γυ­ναι­κεῖ­α, ὅ­πως ὁ Ἄ­λεκ Γκί­νες στὴν κω­μω­δί­α τῶν στούν­τιο τοῦ Ἴ­λινκ «Ὁ δέ­κα­τος τρί­τος κλη­ρο­νό­μος». Ὅ­σο περ­νοῦ­σαν τὰ χρό­νια τὸ κεί­με­νο τοῦ προ­σώ­που του ἔ­μοια­ζε νὰ σβή­νε­ται καὶ νὰ γρά­φε­ται κα­τὰ πε­ρί­στα­ση, ἕ­να πα­λίμ­ψη­στο μὲ μι­κρὲς κω­μι­κὲς ἐ­ξάρ­σεις καὶ δρα­μα­τι­κὲς ὑ­περ­βο­λὲς ποὺ ἀ­να­ζη­τοῦ­σαν δι­έ­ξο­δο. Πα­λιὰ στέ­ρε­α χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ποὺ τὰ εἴ­χα­με ἀ­πο­στη­θί­σει ὅ­λοι μέ­σα στὸ σπί­τι ἔ­δι­ναν τὴ θέ­ση τους σὲ και­νούρ­για. Νέ­ες σκι­ὲς ἐμ­φα­νί­ζον­ταν κά­τω ἀ­πὸ τὰ μά­τια του, ρυ­τί­δες ποὺ λί­γο πρὶν ὑ­πῆρ­χαν στὸ μέ­τω­πό του σβή­νον­ταν μα­γι­κὰ καὶ με­τα­φέ­ρον­ταν γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ στό­μα, αἰφ­νι­δι­α­στι­κὲς γραμ­μὲς κα­τέ­βαι­ναν ἀ­πὸ τὴ μύ­τη πρὸς τὰ χεί­λη δί­νον­τας δι­α­φο­ρε­τι­κὸ πε­ρί­γραμ­μα στὸ θυ­μό του. Ἀρ­κοῦ­σε νὰ πα­ρα­τη­ρή­σει κα­νεὶς προ­σε­κτι­κὰ τὰ στιγ­μι­ό­τυ­πα ἀ­πὸ τὸ οἰ­κο­γε­νεια­κό μας ἄλ­μπουμ ἢ τὶς ἐ­πι­χρω­μα­τι­σμέ­νες φω­το­γρα­φί­ες μὲ τὰ φαρ­διὰ βα­θύ­χρω­μα κά­δρα τοῦ με­σο­πο­λέ­μου. Τὶς δι­α­κυ­μάν­σεις στὰ χεί­λη τοῦ πα­τέ­ρα μου, τὴ σάρ­κα τους ποὺ λι­γό­στευ­ε στα­θε­ρά, ἔ­τυ­χε νὰ τὶς ἀ­να­γνω­ρί­σω σὲ φω­το­γρα­φί­α τοῦ νε­α­ροῦ ἔν­στο­λου θεί­ου του ποὺ δο­λο­φο­νή­θη­κε ἐν ψυ­χρῷ σὲ ἐ­νέ­δρα στὸν ἐμ­φύ­λιο ἐ­ξαι­τί­ας προ­σω­πι­κῶν δι­α­φο­ρῶν. Στὶς δυ­ὸ μι­κρὲς σα­κου­λί­τσες κά­τω ἀ­πὸ τὰ μά­τια του θυ­μό­μα­σταν τὴ για­γιά μου, χω­ρὶς τὶς σπου­δαῖ­ες ἐ­πι­δό­σεις στὸν δε­κα­πεν­τα­σύλ­λα­βο ἢ τὶς γο­η­τευ­τι­κὲς ἀ­φη­γή­σεις της ἀ­πὸ τὴν γερ­μα­νι­κὴ κα­το­χὴ ποὺ μοῦ ἔ­λει­παν. Ὁ πα­τέ­ρας σκε­φτό­ταν καὶ τὸν παπ­πού μου μὲ συγ­κί­νη­ση, χτέ­νι­ζε τὰ μαλ­λιὰ του πρὸς τὰ πί­σω, ὅ­πως ἐ­κεῖ­νος, καὶ ἀ­να­πο­λοῦ­σε τὸν ἦ­χο τοῦ βι­ο­λιοῦ του σὲ αὐ­το­σχέ­δι­ες χο­ρο­ε­σπε­ρί­δες τοῦ 1950, στὸ φῶς τοῦ φεγ­γα­ριοῦ, μὲ πα­ρέ­ες νέ­ων χο­ρευ­τῶν δί­πλα στὰ στά­χυ­α, μιὰ εἰ­κό­να ποὺ ἀρ­γό­τε­ρα τὴν συ­νέ­δε­σα συ­νειρ­μι­κὰ μὲ τοὺς θε­ρι­στὲς τοῦ Βὰν Γκὸγκ καὶ τὸ νω­χε­λι­κὸ με­ση­με­ρια­νό τους ὕ­πνο κά­τω ἀ­πὸ τὶς θη­μω­νι­ές. Τί­πο­τα στὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά του δὲν προ­δί­κα­ζε τὴν ἑ­πό­με­νη με­τα­μόρ­φω­ση οὔ­τε μᾶς ἄ­φη­νε με­γά­λα πε­ρι­θώ­ρια ἑρ­μη­νεί­ας ὅ­σων σκε­φτό­ταν. Εἴ­χα­με δε­χτεῖ σι­ω­πη­λὰ ὅ­τι ἄλ­λο­τε θὰ ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο μὲ τὴ χον­τρὴ μύ­τη τῆς ἀ­δελ­φῆς του, κι ἄλ­λο­τε θὰ μᾶς ξάφ­νια­ζε μὲ τὸ γεν­ναι­ό­δω­ρο χα­μό­γε­λο τῆς μη­τέ­ρας του. Ἦ­ταν φυ­σι­κὸ τὸ πρό­σω­πο τοῦ πα­τέ­ρα νὰ κου­ρα­στεῖ γρή­γο­ρα ἀ­νά­με­σα στοὺς ρό­λους, τὸ κα­τα­λα­βαί­να­με ἀ­πὸ τὶς ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­νες ἀ­παν­τή­σεις του, τὸ μι­σο­τε­λει­ω­μέ­νο μα­κι­γι­ὰζ στὴν ἔκ­φρα­ση τοῦ προ­σώ­που του ποὺ μᾶς θύ­μι­ζε γε­ρα­σμέ­νο ἠ­θο­ποι­ὸ ἀ­πὸ πε­ρι­πλα­νώ­με­νο θί­α­σο. Κά­πο­τε σω­ρι­α­ζό­ταν κα­τά­κο­πος στὴν πο­λυ­θρό­να του μὲ ὕ­φος συγ­κα­λυμ­μέ­νης τρυ­φε­ρό­τη­τας ἤ, ἴ­σως, μὲ ἕ­να ἀ­δι­ό­ρα­το μει­δί­α­μα ἱ­κα­νο­ποί­η­σης γιὰ τὴν ἐ­πι­νό­η­ση μιᾶς κω­μι­κο­τρα­γι­κῆς κλο­ου­νε­ρὶ ποὺ ἀ­πέ­δι­δε τι­μὴ στὴν μνή­μη ὅ­σων ἀ­γά­πη­σε χω­ρὶς λό­για, σὰν τὶς πα­λι­ὲς ται­νί­ες τοῦ βω­βοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου ποὺ στὸ τέ­λος ὁ φω­τει­νὸς κύ­κλος σβή­νει ἀρ­γά-ἀρ­γὰ μέ­σα στὸ μαῦ­ρο.

 

  

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Νί­κος Κου­φά­κης (Ἀ­θή­να 1972). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Αἰ­γαί­ου καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν (Με­θο­δο­λο­γί­α, Ἱ­στο­ρί­α καὶ Θε­ω­ρί­α τῶν Ἐ­πι­στη­μῶν). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στής. Δο­κί­μια, βι­βλι­ο­κρι­σί­ες καὶ δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸν ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ καὶ ἔν­τυ­πο τύ­πο (Τὸ Δέν­τρο, (Δέ)κα­τα, Νέ­α Ἑ­στί­α, Ἡ Αὐ­γή, Ποι­εῖν).

 

Advertisements