Βενετία Κουτσοῦ: Καπέλο μελὸν στὸ Σηκουάνα


Βε­νε­τί­α Κου­τσοῦ


Κα­πέ­λο με­λὸν στὸν Ση­κουά­να


 ΕΜΜΟΝΗ ΜΟΥ μὲ τὸν Ρίλ­κε ξε­κί­νη­σε ἕ­να τυ­χαῖ­ο πρω­ὶ πρὶν χρό­νια. Τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι ἀ­πὸ πάν­τα, ὁ κό­σμος μου πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται στὸ τε­τρά­γω­νο ποὺ σχη­μα­τί­ζουν ἡ ὁ­δὸς Μὸνζ μὲ τὶς λε­ω­φό­ρους Σὲν Ζερ­μαίν, Ρα­σπά­ιγ καὶ Μον­παρ­νάς. Τὸ πάν­τα εἶ­ναι τὸ τώ­ρα. Πάν­τα καὶ τώ­ρα ἀ­νε­βαί­νω τὸ πλα­κό­στρω­τό τῆς Μου­φτὰρ σχε­δὸν πα­τών­τας πά­νω στὰ χτε­σι­νά μου βή­μα­τα. Πά­νω τους μπο­ρῶ νὰ πι­σω­πα­τή­σω μὲ τὴν ἴ­δια ἀ­κρί­βεια. Στὴν ἀ­νά­μνη­ση τῆς παι­δι­κῆς μου εἰ­κό­νας, εἶ­μαι ἀ­πα­ράλ­λα­χτος μὲ τώ­ρα, ὅ­πως καὶ ἡ εἰ­κό­να τοῦ Πα­ρι­σιοῦ. Φο­ρῶ τὸ ἴ­διο κα­φὲ παλ­τὸ καὶ τὸ ἴ­διο μπε­ρέ. Τὸ νὰ εἶ­σαι μιὰ κα­ρι­κα­τού­ρα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ση­μαί­νει κά­τι γιὰ κά­ποι­ον, ἕ­ναν καλ­λι­τέ­χνη ἄς ποῦ­με, ἢ καὶ τί­πο­τε.

        Ὁ Πι­ὲρ εἶ­ναι ἕ­να μο­νό­χνο­το ἀ­γό­ρι μὲ κα­φὲ παλ­του­δά­κι ποὺ δι­α­βά­ζει δια­ρκῶς τὸ ἴ­διο βι­βλί­ο· γρά­φει στὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο τοῦ πα­τέ­ρα μου. Θὰ γί­νει μᾶλ­λον κα­θη­γη­τής. Εἶ­μαι ἐγ­κλω­βι­σμέ­νος στὴν εἰ­κό­να μου ἀ­πὸ πάν­τα. Ὅ­λη ἡ δρά­ση τῆς ζω­ῆς μου δι­α­δρα­μα­τί­ζε­ται μὲ αὐ­τὴ τὴν ἴ­δια ὄ­ψη. Πῶς ὅ­μως ἀλ­λά­ζει ἡ ὄ­ψη κά­ποι­ου ὅ­ταν αὐ­τὸ ποὺ κου­βα­λά­ει μέ­σα του πα­ρα­μέ­νει ἀ­ναλ­λοί­ω­το μὲ ἀ­κρί­βεια χη­μι­κῆς ἕ­νω­σης;

        «Ὁ Ρίλ­κε ἦ­ταν ἕ­να σι­ω­πη­λό, σο­βα­ρὸ ἀ­γό­ρι μὲ πλῆ­θος χα­ρί­σμα­τα» γρά­φει στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ βι­βλί­ου μου. Θὰ περ­πα­τή­σω ὡς τοὺς μπου­κι­νί­στες τοῦ Ση­κουά­να γιὰ ν’ ἀ­πο­κτή­σω τὸ ἴ­διο βι­βλί­ο ποὺ συλ­λέ­γω χρό­νια τώ­ρα.

        Πλη­σιά­ζω τὸ πο­τά­μι με­τὰ ἀ­πὸ πολ­λοὺς μῆ­νες. Ἡ αἴ­σθη­ση ὅ­τι βρί­σκε­ται πάν­τα ἐ­κεῖ μὲ κα­θη­συ­χά­ζει τό­σο, ὥ­στε νὰ μὴ χρεια­στεῖ νὰ τὸ δῶ ξα­νὰ ὣς τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς μου. Μπρο­στὰ στοὺς πάγ­κους τῶν βι­βλί­ων στέ­κε­ται ἕ­νας ψη­λὸς ὡ­ραῖ­ος ἄν­τρας μὲ κα­πέ­λο με­λόν. Δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρος ἂν τὸ κα­πέ­λο ὀ­μορ­φαί­νει ἐ­κεῖ­νον ἢ τὸ ἀν­τί­στρο­φο, πάν­τως συ­νυ­πάρ­χουν ἀ­νε­ξάρ­τη­τα, μπο­ρεῖ ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μὴ τὸ κα­πέ­λο νὰ πε­τά­ξει ἐ­λεύ­θε­ρο κι ἐ­κεῖ­νος νὰ τὸ ἀ­πο­χω­ρι­στεῖ χω­ρὶς πρό­βλη­μα. Σί­γου­ρα ἔ­χουν μιὰ ἐ­λεύ­θε­ρη σχέ­ση. Αὐ­τὴ ἡ ἔν­νοι­α συ­ζη­τι­έ­ται πο­λὺ στὸν κύ­κλο μου. Μί­α τρο­με­ρὴ ἀν­τί­φα­ση. Ἐ­λευ­θε­ρί­α καὶ σχέ­ση. Ἴ­σως ἂν δὲν ἤ­μουν τό­σο κολ­λη­μέ­νος στὰ νο­ή­μα­τα τῶν λέ­ξε­ων νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ συμ­βι­βα­στῶ μὲ εὑ­ρη­μα­τι­κοὺς συν­δυα­σμούς, ποὺ ἐ­πι­νο­οῦν νέ­ες συμ­βά­σεις ζω­ῆς. Ἡ ἐ­πι­νό­η­ση εἶ­ναι ἕ­να τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γι­κὸ τρίκ, μιὰ πα­ρά­φρα­ση τῆς ἀ­λή­θειας. Ἕ­να κα­πέ­λο με­λὸν στὰ νε­ρὰ τοῦ Ση­κουά­να.

        Ὁ πω­λη­τὴς βι­βλί­ων μὲ βλέ­πει ποὺ πα­ρα­τη­ρῶ τὸν πε­λά­τη του. «Εἶ­ναι για­τρός», μοῦ λέ­ει. «Τί θὰ κά­να­με ἀ­λή­θεια χω­ρὶς τοὺς για­τρούς;» ἀ­να­ρω­τι­έ­ται. Δὲν ξέ­ρω ἂν κι ἐ­κεῖ­νος, ὅ­πως ἐ­γώ, συ­νει­δη­το­ποι­εῖ ὅ­τι πράγ­μα­τι ἂν ἔ­λει­παν οἱ πω­λη­τὲς βι­βλί­ων ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ ζω­ή, ἡ ζω­ὴ θὰ συ­νε­χί­ζον­ταν. Ὅ­πως ἄλ­λω­στε καὶ οἱ κα­θη­γη­τὲς λο­γο­τε­χνί­ας.

        Τὸ νό­η­μα τῆς ζω­ῆς μου εἶ­ναι μί­α φαν­τα­σί­ω­ση μέ­σα στὴν ὁ­ποί­α του­λά­χι­στον θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πρω­τα­γω­νι­στῶ. Ἂν ὄ­χι, τό­τε κα­λύ­τε­ρα νὰ βγῶ ἀ­πὸ αὐ­τήν.

        O ἄν­δρας μπρο­στά μου πρω­τα­γω­νι­στεῖ σὲ κά­ποι­ον πί­να­κα τοῦ Μαγ­κρίτ. Αὐ­τὸς ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­τυ­πω­θεῖ στὴν τέ­χνη, σί­γου­ρα ἔ­χει ὑ­πάρ­ξει. Ὁ βι­βλι­ο­πώ­λης τοῦ Ση­κουά­να σί­γου­ρα θὰ ἀ­πο­τυ­πώ­νον­ταν σὲ κά­ποι­ον πί­να­κα, ἑ­νὸς ἰμ­πρε­σι­ο­νι­στή. Ἕ­νας κα­θη­γη­τὴς λο­γο­τε­χνί­ας, στὸν ἴ­διο πί­να­κα, θὰ ἐ­ξα­φα­νί­ζον­ταν στὰ χρώ­μα­τα τῶν βι­βλί­ων καὶ τοὺς ἰ­ρι­δι­σμοὺς τοῦ πο­τα­μοῦ.

        «Ὁ­ρί­στε τὸ βι­βλί­ο σας. Εἶ­ναι ἡ πιὸ πα­λιὰ ἔκ­δο­ση ποὺ βρῆ­κα.» Τὸ βά­ζω στὴν τσάν­τα. Γράμ­μα­τα σ’ ἕ­ναν νέ­ο ποι­η­τή. Τὸ ξέ­ρω ἀ­π’ ἔ­ξω. Σε­λί­δα 19: Ἂν ἴ­σως ἡ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά σας, σᾶς φαί­νε­ται φτω­χή, μὴν τὴν κα­τα­φρο­νή­σε­τε. Κα­τα­φρο­νῆ­στε τὸν ἴ­διο τὸν ἑ­αυ­τό σας, ποὺ δὲν εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ ποι­η­τὴς καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ κα­λέ­σει κον­τά του τὰ πλού­τη της.

        Θὰ τὸ δι­α­βά­σω στοὺς φοι­τη­τές μου, γνω­ρί­ζον­τας βέ­βαι­α ὅ­τι θὰ μπο­ρέ­σουν νὰ ζή­σουν καὶ χω­ρὶς αὐ­τό. Ἐ­πι­στρέ­φω στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μου, στὸ στε­νὸ δρο­μά­κι τῆς Ἀμ­πὲ ντὲ λ’ ἐ­πέ. Ἐ­κεῖ θὰ συ­ναν­τή­σω τὸν χα­ρι­σμα­τι­κὸ νε­α­ρὸ Ρίλ­κε, κά­που στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20ου αἰ­ώ­να, στὸ γρα­φεῖ­ο τοῦ 2ου ὀ­ρό­φου, γιὰ νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σω ὅ­τι δὲ θὰ κα­τά­φερ­να πο­τὲ νὰ τὸν ἔ­χω φί­λο.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Βε­νε­τί­α Κου­τσοῦ: Σπού­δα­σε στὴν Ἑλ­λά­δα Γαλ­λι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΑΠΘ, θε­α­τρο­λο­γί­α στὸ Πα­ρί­σι (πα­νε­πι­στή­μιο Sorbonne ΙΙΙ) καὶ Μό­δα στὴ Λυ­ὼν (πα­νε­πι­στή­μιο Lumiere-Lyon II). Ἔ­χει ἐρ­γα­στεῖ ὡς σχε­διά­στρια καὶ σύμ­βου­λος μό­δας σὲ Ἑλ­λά­δα καὶ Γαλ­λί­α. Εἶ­ναι λέ­κτο­ρας στὸ τμῆ­μα δη­μι­ουρ­γι­κοῦ Σχε­δια­σμοῦ & Ἔν­δυ­σης τοῦ Δι­ε­θνοῦς Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Ἑλ­λά­δας. Ὡς μέ­λος τῆς ὁ­μά­δας PieTa σχε­δί­α­σε δρά­σεις ὅ­που το ἔν­δυ­μα με­τα­τρέ­πε­ται σὲ μέ­σο καλ­λι­τε­χνι­κῆς ἔκ­φρα­σης καὶ δι­η­γεῖ­ται ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὴν ἄυ­λη πο­λι­τι­στι­κὴ κλη­ρο­νο­μιά: Remaster your shirt-scan your Ego, Wear is Art, Ἐν­δυ­μα­το­γρα­φί­α: ἀ­πὸ τὸ σπί­τι στὸ τα­ξί­δι, Ὁ μύ­θος ἐν­δύ­ε­ται κ.α. Οἱ πα­ρα­πά­νω ἐκ­θέ­σεις ἔ­χουν φι­λο­ξε­νη­θεῖ σὲ μου­σεῖ­α τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πα­ράλ­λη­λα γρά­φει μι­κρὲς καὶ με­γά­λες ἱ­στο­ρί­ες. Ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη.