Ἠλίας Κουτσοῦκος: Ὁ ὅλμος μέσα στὸ τσίπουρο

Koutsoukos,Ilias-OOlmosMesaStoTsipouro-Eikona-01

Ἠ­λί­ας Κουτσοῦκος


  Ὁ ὅλ­μος μέ­σα στὸ τσί­που­ρο

 

06-Taph-Century_Mag_Illuminated_T_HobbemaΟΥΣ ΕΧΩ ΦΕΡΕΙ μιὰ ντα­μι­τζά­να τσί­που­ρο ἠ­πει­ρώ­τι­κο καὶ τὰ δυ­ὸ γε­ρόν­τια ἔ­χουν τρε­λα­θεῖ. Κά­θε με­ση­μέ­ρι, μιὰ βδο­μά­δα τώ­ρα, τοὺς κά­νω κου­δού­νια. Ὁ πα­τέ­ρας μου συν­τα­ξι­οῦ­χος τῆς Βα­σι­λι­κῆς Χω­ρο­φυ­λα­κῆς —ὅ­πως ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται γιὰ τὸ «βα­σι­λι­κῆς» σα­ράν­τα χρό­νια με­τὰ τὴν κα­τάρ­γη­ση τοῦ τί­τλου της— κι ὁ κολ­λη­τός του πιὰ Βα­σί­λης Κλη­μαν­τή­ρας, ἀ­πὸ μι­κρὰ παι­διὰ μα­ζὶ καὶ χώ­ρια στὸν Ἐμ­φύ­λιο…

       Ὁ πα­τέ­ρας μου ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὸν Βα­σί­λη στὶς μά­χες τῆς Ἀν­δρί­τσαι­νας, τῆς Δη­μη­τσά­νας, τῶν Πι­ε­ρί­ων. Χρό­νια ἐ­χθροὶ ποὺ δὲν μι­λοῦ­σαν με­τα­ξύ τους καὶ τώ­ρα, στὰ ὀ­γδόν­τα τους, κολ­λη­τοὶ κά­θε μέ­ρα.

       Ὅ­ταν βλέ­πω πὼς ἔ­χουν ξε­πε­ρά­σει τὰ γρά­δα τους, ἀρ­χί­ζω τὸ ψη­στή­ρι. Θέ­λω νὰ δῶ —για­τί εἶ­μαι τυ­χε­ρὸς ποὺ τοὺς βλέ­πω μα­ζὶ— πό­σες ἀ­λή­θει­ες βγά­ζει τὸ τσί­που­ρο, ἀ­λή­θει­ες ποὺ θά ‘­ταν δι­α­τρι­βὴ γιὰ σύγ­χρο­νο ἱ­στο­ρι­κό. Τέ­τοι­α τύ­χη οὔ­τε ὁ κα­λύ­τε­ρος ἐ­ρευ­νη­τὴς δὲν ἔ­χει.

       «Ἄν­τε, ἀ­κό­μα ἕ­να γιὰ τὸν ἀ­γώ­να», λέ­ω τοῦ μπάρ­μπα-Βα­σί­λη καὶ τοῦ γε­μί­ζω τὸ πο­τη­ρά­κι του, ἐ­νῶ ὁ πα­τέ­ρας μου μὲ τὴ θο­λού­ρα τοῦ ἀλ­κο­ο­λι­κοῦ συμ­πλη­ρώ­νει:

       «Ναί, ναί, βά­λ’ του νὰ μᾶς πεῖ τὸ κουμ­μού­νι πό­σους ξε­πά­στρε­ψε μὲ τοὺς συ­να­γω­νι­στές του…»

       «Ἄχ, ρὲ Τζί­μη, ἄχ, ρὲ Τζί­μη», μο­νο­λο­γεῖ ὁ φί­λος του ὁ Βα­σί­λης Κλη­μαν­τή­ρας, ὁ κα­πε­τὰν Φώ­της τοῦ Ἐμ­φυ­λί­ου, «τὴν γλύ­τω­σες στὶς μά­χες, τὴν γλυ­τώ­σα­με μα­ζί, τί τὰ θὲς τώ­ρα, νά ‘­μα­στε κα­λὰ νὰ πί­νου­με τὸ τσι­που­ρά­κι μας, νά ‘­ναι κα­λὰ ὁ Λι­α­κού­λης σου ποὺ μᾶς τὸ ‘­φε­ρε, νά ‘­ναι κα­λὰ τὸ παι­δί!».

       Σκέ­φτο­μαι πὼς εἶ­ναι ἡ κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ νὰ μά­θω γιὰ τὴ μά­χη στὰ Πι­έ­ρι­α, ὅ­που ὁ κα­πε­τὰν Γι­ώ­της (Χα­ρί­λα­ος Φλω­ρά­κης) ξε­πά­στρε­ψε μὲ ἕ­ναν ὅλ­μο ὅ­λους τοὺς ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοὺς τῆς πρώ­της μοί­ρας κα­τα­δρο­μῶν, ἕ­να ἀ­πὸ τὰ καί­ρια χτυ­πή­μα­τα τῶν ἀν­ταρ­τῶν στὴν καρ­διὰ τῆς φη­μι­σμέ­νης μο­νά­δας κρού­σης τοῦ ἐ­θνι­κοῦ στρα­τοῦ.

       Αὐ­τὰ δὲν τὰ βρί­σκεις οὔ­τε στὶς πιὸ ἐν­δε­λε­χεῖς ἔ­ρευ­νες τῶν ἱ­στο­ρι­κῶν τοῦ Ἐμ­φυ­λί­ου.

       Ὅ­μως ἐ­δῶ ἔ­χω τὸν μα­χη­τὴ τοῦ κα­πε­τὰν Γι­ώ­τη καὶ δὲν θ’ ἀ­φή­σω τὴν εὐ­και­ρί­α. Ἔ­χω δι­α­βά­σει πὼς τὸ «χτύ­πη­μα» ἔ­γι­νε τὸν χει­μώ­να τοῦ ‘47, ὅ­ταν ἡ πρώ­τη μοί­ρα ἔ­παιρ­νε μέ­ρος στὶς ἐκ­κα­θα­ρι­στι­κὲς ἐ­πι­χει­ρή­σεις τῶν Πι­ε­ρί­ων καὶ τὸ τάγ­μα τοῦ κα­πε­τὰν Γι­ώ­τη βρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ.

       Βά­ζω κι ἄλ­λο τσί­που­ρο στὰ πο­τη­ρά­κια καὶ λέ­ω δῆ­θεν στὸ ἀ­δι­ά­φο­ρο:

       «Πάν­τως, ἐ­κεῖ­νο τὸ χτύ­πη­μα στὴ μοί­ρα κα­τα­δρο­μῶν ἦ­ταν ἀ­πο­φα­σι­στι­κὸ γιὰ του­λά­χι­στον ἕ­ναν χρό­νο, για­τί ὁ ὅλ­μος σκό­τω­σε ὅ­λους τους ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοὺς καὶ τὸν δι­οι­κη­τή τους καὶ μιὰ φο­ρὰ ἕ­νας στρα­τη­γὸς μοῦ ‘­χε πεῖ πὼς ἐ­κεῖ­νος ὁ ὅλ­μος ἦ­ταν ἡ ντρο­πὴ τῶν λο­κα­τζή­δων γιὰ χρό­νια… ἔ­τσι μοῦ ‘­πε…»

       «Ἦ­ταν, Λι­α­κού­λη μου, ἦ­ταν», λέ­ει ὁ μπάρ­μπα-Βα­σί­λης, «ἐ­κεῖ ἤ­μουν, που­λά­κι μου, ἦ­ταν με­γά­λη νί­κη γιὰ μᾶς καὶ ντρο­πὴ γιὰ τοὺς ἄλ­λους, σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸν σκα­το­πό­λε­μο, Λι­α­κού­λη μου… τί κερ­δί­σα­με, φά­γα­με τὴν ψυ­χὴ μας ἐ­γὼ κι ὁ πα­τέ­ρας σου, ἀ­γό­ρι μου, ἄ­σ’ τα, κα­λό μου…»

       Λέ­ω ἀ­πὸ μέ­σα μου: Πῶ, πῶ, τώ­ρα εἶ­ναι ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ μοῦ πεῖ τὸ πῶς ἔ­γι­νε, ἐ­νῶ ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­χει πά­ρει ἐ­κεῖ­νο τὸ χα­μέ­νο ὕ­φος του δη­λα­δὴ πῶς νὰ πι­στέ­ψει ὅ­τι πί­νει τσί­που­ρα μὲ τὸν ἀν­τί­πα­λό του, τὸν πα­ρ’ ὀ­λί­γο φο­νιά του, πῶς τὰ ‘­φε­ρε ἔ­τσι ἡ ζω­ὴ καὶ δὲν ξέ­ρει νὰ δι­και­ο­λο­γή­σει τὸ τώ­ρα της, τὸ χθές της, τὰ γε­γο­νό­τα καὶ τὸ πα­ρά­λο­γό της.

       «Δη­λα­δή», τοῦ λέ­ω, «πῶς ρί­ξα­τε τὸν ὅλ­μο; Τοὺς τὴν εἴ­χα­τε στή­σει, ἔ; Ἅ­μα δὲν μά­θω τὴν ἱ­στο­ρί­α ἀ­πὸ σέ­να ποὺ τὴν ἔ­ζη­σες, ἀ­πὸ ποι­όν θὰ τὴν μά­θω, θει­ο-Βα­σί­λη, ἀ­π’ τοὺς χαρ­το­γι­α­κά­δες τοῦ κα­τε­στη­μέ­νου ποὺ τὴν γρά­φουν ὅ­πως τοὺς βο­λεύ­ει, ἔ;»

       Ἔ­χω χτυ­πή­σει φλέ­βα. Τὸ ξέ­ρω. Οὔ­τε ὁ κα­λύ­τε­ρος ψυ­χί­α­τρος τοῦ κό­σμου δὲν ἔ­χει τέ­τοι­α συ­νε­δρί­α. Δυ­ὸ ἀν­τί­πα­λους, γε­ρον­τά­κια, νὰ πί­νουν τσί­που­ρο καὶ ζα­λι­σμέ­νοι ν’ ἀ­νοί­γουν τὰ σώ­ψυ­χά τους…

       «Ἄχ, Λι­α­κού­λη μου», λέ­ει ὁ μπαρ­μπα-Βα­σί­λης —ποὺ ἔ­χει βυ­θι­στεῖ στοὺς βάλ­τους τῆς μνή­μης του κι ἔ­χει με­τα­μορ­φω­θεῖ τώ­ρα σὲ κα­πε­τὰν Φώ­τη—, «τοὺς πα­ρα­κο­λου­θού­σα­με ἀ­π’ τὸ δά­σος δυ­ὸ με­ρό­νυ­χτα κι αὐ­τοὶ οἱ ἀ­νό­η­τοι εἶ­χαν στρα­το­πε­δέ­ψει σ’ ἕ­να ξέ­φω­το χα­μη­λά μας, γύ­ρω στὰ πε­νήν­τα μέ­τρα κά­τω μας, καὶ ξέ­ρα­με πὼς κά­θε πρω­ὶ στὶς ἑ­φτὰ κά­ναν συγ­κέν­τρω­ση ἀ­ξι­ω­μα­τι­κῶν κι εἶ­πε ὁ κα­πε­τὰν Γι­ώ­της στὸν σκο­πευ­τὴ τοῦ ὅλ­μου νὰ ρυθ­μί­σει καὶ νὰ ρί­ξει στὸ κέν­τρο τῆς συγ­κέν­τρω­σης κι αὐ­τός, ἕ­νας συ­να­γω­νι­στὴς ἀ­π’ τὴ Σπάρ­τη, τό ‘­κα­νε.»

       «Πῶς τό ‘­κα­νε, πές μου», τὸν ρω­τά­ω. «Πές μου ἀ­κρι­βῶς πῶς τό ‘­κα­νε.»

       Ὁ κα­πε­τὰν Φώ­της ψά­χνει στὸ τρα­πέ­ζι μὲ τοὺς με­ζέ­δες, τὸ σκουμ­πρί, τὴ σα­λά­τα, τὸ σύγ­γλι­νο, τὸ ψω­μὶ καὶ δί­πλα τὸ μπο­λά­κι μὲ τὰ πα­γά­κια, παίρ­νει μὲ τὰ δυ­ὸ γρα­νι­τέ­νια δά­χτυ­λά του ἕ­να πα­γά­κι, ἕ­να πα­γά­κι ποὺ με­τα­τρέ­πε­ται μ’ ἕ­ναν με­τα­φυ­σι­κὸ καὶ ταυ­τό­χρο­να πα­ρα­στα­τι­κὸ τρό­πο σὲ βλῆ­μα ὅλ­μου, ἕ­να πα­γά­κι ἕ­τοι­μο νὰ ξε­πα­στρέ­ψει ἕν­τε­κα ἀ­ξι­ω­μα­τι­κούς, ἕν­τε­κα λαμ­πρὰ καὶ γεν­ναῖα παι­διά, ποὺ τὰ ἔ­στει­λαν νὰ ξε­πα­στρέ­ψουν μὲ τὴ σει­ρά τους τοὺς ἀ­με­τα­νό­η­τους συμ­πα­τρι­ῶ­τες τους, τοὺς ἀ­δελ­φούς τους δη­λα­δή… τὸ κρα­τά­ει μὲ προ­σο­χὴ δί­πλα στὸ πο­τη­ρά­κι του καὶ λέ­ει: «Νά, ἔ­τσι τό ‘­κα­νε, μὲ τὴ δι­α­τα­γὴ “φω­τιὰ τώ­ρα”», καὶ μπλόπ, ρί­χνει τὸ πα­γά­κι στὸ τσί­που­ρό του.

       Ὁ ὅλ­μος προ­σγει­ώ­θη­κε με­μιᾶς στὸ τσί­που­ρο πε­τά­γον­τας πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα στά­λες ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πο­τή­ρι…


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν De­li­ve­ry Boy (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).

 

Ἠ­λί­ας Κου­τσοῦ­κος (Ἀ­θή­να, 1950). Πε­ζο­γρά­φος. Ἀ­πὸ τὸ 1967 ζεῖ μό­νι­μα στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸ 1977 ἕ­ως τὸ 1985 ὑ­πῆρ­ξε μό­νι­μος συ­νερ­γά­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἱ­δρυ­τι­κὸ στέ­λε­χος τῆς ΕΡΤ3 καὶ δι­ευ­θυν­τής της. Στὰ γράμ­μα­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ ποι­ή­μα­τα ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κό Πα­ραλ­λάξ (1978). Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Βόλ­τες μὲ πι­τζά­μες (ἀ­φη­γή­μα­τα, 1985). Ἄλ­λα: Ὀ­νει­ρι­κὸς τρο­μο­κρά­της (μι­κρὰ πε­ζά, 1987), Κα­λύ­τε­ρα νὰ νι­κοῦ­σαν οἱ κόκ­κι­νοι (δι­η­γή­μα­τα, 1991) κ.ἄ.

Ἠλίας Κουτσοῦκος: Τὰ μαχητικὰ στὴ μύτη


 

Koutsoukos,Ilias-TaMachitikaStiMyti-Eikona-03


Ἠ­λί­ας Κου­τσοῦ­κος


 Τὰ μα­χη­τι­κὰ στὴ μύ­τη

 

02-OmikronΓΙΩΡΓΟΣ θέ­λει νὰ βγά­λει με­ρι­κὲς φω­τὸ στὴ μύ­τη τοῦ Ἁ­γί­ου Ὅ­ρους, στὸ ἀ­έ­τω­μα τοῦ μο­να­χοῦ Ἰ­ω­σήφ, ποὺ βρί­σκε­ται στὸ ἀ­κραῖ­ο τμῆ­μα τῆς Με­γί­στης Λαύ­ρας, τρα­κό­σια μέ­τρα πά­νω ἀπ’ τὴ θά­λασ­σα, στὴν κο­ρυ­φὴ τῶν βρά­χων.

        Πᾶ­με μὲ τὸ τζὶπ καὶ τὸ ἀ­φή­νου­με δι­α­κό­σια μέ­τρα πρὶν ἀ­πὸ τὸ μι­κρὸ κε­λὶ τοῦ γέ­ρον­τα. Εἶ­ναι κα­λο­καί­ρι, Ἰ­ού­λιος, καὶ στὶς ἄ­κρες των βρά­χων ὁ ἀ­έ­ρας σφυ­ρί­ζει.

        Τὸ κε­λὶ ἔ­χει ἕ­να μι­κρὸ αὔ­λει­ο χῶ­ρο ὅ­που βρί­σκον­ται κι ἀ­νε­μί­ζουν στὰ ψη­λὰ κον­τά­ρια τους δυ­ὸ ση­μαῖ­ες. Μί­α ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ μί­α τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου.

        «Αὐ­τὲς ἀ­νε­μί­ζει ὁ γέ­ρον­τας ὅ­ταν περ­νοῦν τὰ κορ­σὲρ καὶ τὰ F16 ἀ­πὸ πά­νω του χαμηλά», μοῦ λέ­ει ὁ Γι­ῶρ­γος, ἐ­νῶ φω­νά­ζει τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Ἰ­ω­σήφ.

        Ὁ Ἰ­ω­σὴφ ἐμ­φα­νί­ζε­ται χαμο­γε­λα­στός, κι ὅ­πως τὸν κό­βω, εἶ­ναι του­λά­χι­στον δέ­κα χρό­νια μι­κρό­τε­ρός μου, πράγ­μα ποὺ δὲν εἶ­ναι ὅ,τι κα­λύ­τε­ρο γιὰ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ δι­ά­στα­ση τοῦ σε­βα­σμοῦ μου, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν φη­μί­ζε­ται γιὰ τὶς κα­λύ­τε­ρες δι­α­θέ­σεις του ἀ­πέ­ναν­τι στοὺς θρη­σκευ­τι­κοὺς «μύ­θους».

        Ὡ­στό­σο, ὁ Ἰ­ω­σὴφ ἔ­χει ἕ­να θερ­μὸ χαμό­γε­λο στὰ χεί­λη καὶ μᾶς κα­λω­σο­ρί­ζει στὸ ἀ­έ­τω­μά του, λέ­ει:

        «Πε­ράστε, παι­διά, πε­ράστε γιὰ μιὰ ρα­κὴ κι ἕ­να γλυ­κό, ἔ­χω δι­κό μου γλυ­κὸ συ­κα­λά­κι, ἐ­λᾶ­τε, ἐ­λᾶ­τε μέ­σα.»

        Περ­νᾶ­με στὸ κε­λὶ τοῦ γέ­ρον­τα καὶ τὸ πρῶ­το ποὺ βλέ­πω εἶ­ναι μιὰ με­γά­λη, γύ­ρω στὸ ἕ­να μέ­τρο, μι­νι­α­τού­ρα μα­χη­τι­κοῦ F16 μέ­σα σὲ φά­ιμ­περ­γκλας ποὺ γρά­φει στὴ βά­ση του «στὸν γέ­ρον­τα Ἰ­ω­σὴφ ἀ­πὸ τοὺς πι­λό­τους τῆς Τα­νά­γρας» καὶ πά­νω ἀπ’ τὴ μι­νι­α­τού­ρα μιὰ στο­λὴ πι­λό­του μα­χη­τι­κοῦ μὲ τὸ ὄ­νο­μά του κεν­τη­μέ­νο στὸ δε­ξὶ στῆ­θος «Ἰ­ω­σήφ» καὶ ὅ­λα τα δι­α­κρι­τι­κὰ τῆς Μοί­ρας.

        Ὁ Γι­ῶρ­γος τὸν ρω­τά­ει ἂν μέ­νει μό­νος του στὸ κε­λὶ κι ὁ γέ­ρον­τας ἀ­παν­τά­ει μὲ φυ­σι­κό­τη­τα πὼς μέ­νει μὲ ἄλ­λους δυ­ό, ποὺ ἐ­μεῖς δὲν τοὺς βλέ­που­με, για­τί εἶ­ναι οἱ ἄγ­γε­λοί του.

       Εἶ­ναι σί­γου­ρο, σκέ­φτο­μαι, πὼς ὁ Ἰ­ω­σὴφ χά­νει λά­δια, πλὴν ὅ­μως θέ­λω νὰ τὸν ἀ­κού­σω στὶς δι­η­γή­σεις του καὶ τὸν ρω­τά­ω πῶς κι ἔ­τσι ἔ­πι­α­σε παρ­τί­δες μὲ τοὺς πι­λό­τους τῆς Πο­λε­μι­κῆς Ἀ­ε­ρο­πο­ρί­ας, κι ἐ­νῶ μᾶς σερ­βί­ρει τὸ συ­κα­λά­κι καὶ τὴ ρα­κὴ καὶ τοῦ λέ­με «εὐ­λό­γη­σον», μ’ ἕ­να χαρού­με­νο πρό­σω­πο μᾶς λέ­ει πώς, ὅ­ταν ἄρ­χι­σαν πρὶν ἀ­πὸ χρό­νια οἱ ἀ­ε­ρο­μα­χί­ες στὸ Αἰ­γαῖ­ο, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες πα­ρα­βιά­σεις τοῦ ἐ­να­έ­ριου χώ­ρου μας γί­νον­ταν λίγο πιὸ πέ­ρα ἀ­π’ τὴ μύ­τη τοῦ Ἁ­γί­ου Ὅ­ρους, κι ὅ­ταν οἱ δι­κοί μας κυ­νη­γοῦ­σαν τοὺς Τούρ­κους καὶ τοὺς ἔ­δι­ω­χναν, με­τὰ πε­τοῦ­σαν χαμηλά πρὸς τὴ μύ­τη κι ὁ Ἰ­ω­σὴφ ἔ­βγαι­νε στὴν αὐ­λὴ καὶ κου­νοῦ­σε τὶς ση­μαῖ­ες κι οἱ πι­λό­τοι τὶς ἔ­βλε­παν καὶ χαί­ρον­ταν καὶ ξα­να­γυρ­νοῦ­σαν σὲ χαμη­λὴ πτή­ση δυ­ὸ καὶ τρεῖς φο­ρὲς γιὰ νὰ τὸν χαι­ρε­τή­σουν. Με­τὰ ἦρ­θαν γιὰ προ­σκύ­νη­μα στὸ Ὅ­ρος καὶ τὸν συ­νάν­τη­σαν καὶ ξα­να­ῆρ­θαν καὶ ξα­να­ῆρ­θαν καὶ τοῦ ἔ­φε­ραν τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο καὶ με­τὰ τοῦ ἔ­φτια­ξαν καὶ τὴ στο­λή, πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα πι­λό­τοι, ὅ­λοι βα­θύ­τα­τα πι­στοί, ἀν­θυ­πο­σμη­να­γοί, ὑ­πο­σμη­να­γοί, σμη­να­γοί, ὁ δι­οι­κη­τής τους, ὁ σμή­ναρ­χος, καὶ ὁ γέ­ρον­τας ἔ­γι­νε ὁ προ­στά­της τῆς Μοί­ρας τους καὶ τὸν κά­λε­σαν στὴν Τα­νά­γρα καὶ τοῦ κά­να­νε γι­ορ­τὴ —κι ὅ­σο μᾶς τὰ δι­η­γεῖ­ται, τό­σο λάμ­πει τὸ πρό­σω­πό του— κι ὁ γέ­ρον­τας ξέ­ρει ἀ­π’ ἔ­ξω κι ἀ­να­κα­τω­τὰ ὅ­λο το ἐ­πι­χει­ρη­σια­κὸ πρό­γραμ­μα τῆς Μοί­ρας, ξέ­ρει τὰ πάν­τα γύ­ρω ἀ­π’ τὸ μα­χη­τι­κὸ F16 καὶ μά­λι­στα κο­ρυ­φώ­νει τὴ δι­ή­γη­ση του λέ­γον­τάς μας:

        «Ὅ­ταν κυ­νη­γᾶς τὸν ἄ­πι­στο μὲ δύ­ο μάχ, ὅ­ταν παίρ­νεις κλει­στὲς στρο­φὲς στὰ τε­τρα­κό­σια πε­νῆν­τα μέ­τρα μὲ τέ­τοι­ες τα­χύ­τη­τες κι ἀρ­χί­ζεις νὰ τὰ βλέ­πεις ὅ­λα κόκ­κι­να, δευ­τε­ρό­λε­πτα πρὶν πά­θεις βέρ­τιγ­κο, τό­τε οἱ Ἀρ­χάγ­γε­λοι Μιχα­ὴλ καὶ Γα­βρι­ὴλ μὲ ἐν­το­λὴ τῆς Πα­να­γί­ας ἐ­πεμ­βαί­νουν, ὁ­δη­γοῦν οἱ ἴ­διοι ἀ­π’ τὸ κόκ­πιτ τ’ ἀ­ε­ρο­πλά­νο καὶ τὸ γυρ­νᾶ­νε ἀ­σφα­λὲς στὴ βά­ση του, ἀ­φοῦ πρῶ­τα πε­τά­ξει ἀ­π’ τὸ Ὅ­ρος γιὰ νὰ πά­ρει εὐ­λο­γί­α.»

        Λέ­ω ἀ­πὸ μέ­σα μου πὼς δὲν γί­νε­ται νὰ ἀ­κυ­ρώ­σεις αὐ­τὴ τὴ λαμ­πρὴ ἱ­στο­ρί­α μὲ τὶς με­τα­φυ­σι­κές σου ἀ­νε­πάρ­κει­ες, κι ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζο­μαι νὰ τὸν ρω­τή­σω ἂν ἤ­θε­λε νὰ γί­νει πι­λό­τος πρὶν γί­νει Ἰ­ω­σὴφ στὸ Ἅ­γιο Ὅ­ρος, ὁ Γιῶρ­γος τοῦ κά­νει τὴν ἐ­ρώ­τη­ση πῶς κου­νοῦν τὰ μα­χη­τι­κὰ τὰ φτε­ρά τους γιὰ νὰ τὸν χαι­ρε­τή­σουν κι ὁ γέ­ρον­τας ση­κώ­νε­ται ὄρ­θιος ἀ­π’ τὸ σκα­μνά­κι του, φέρ­νει τὰ χέ­ρια σ’ ἔ­κτα­ση καὶ μὲ τὰ μά­τια γε­μά­τα γλυ­κιὰ ἔκ­στα­ση κά­νει «Νά, ἔ­τσι τὰ κου­νοῦν», καὶ πά­ει πλά­για ἀ­ριστερὰ καὶ πλά­για δε­ξιὰ καὶ μὲ τὸ στό­μα του κά­νει «βοῦ, βοῦ, βοῦ, βοῦ, βοῦ» τὸν ἦ­χο ἀ­π’ τὶς τουρ­μπί­νες…

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν De­li­ve­ry Boy (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).

Ἠ­λί­ας Κου­τσοῦ­κος (Ἀ­θή­να, 1950). Ποίηση, διήγημα. Ἀ­πὸ τὸ 1967 ζεῖ μό­νι­μα στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸ 1977 ἕ­ως τὸ 1985 ὑ­πῆρ­ξε μό­νι­μος συ­νερ­γά­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἱ­δρυ­τι­κὸ στέ­λε­χος τῆς ΕΡΤ3 καὶ δι­ευ­θυν­τής της. Στὰ γράμ­μα­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ ποι­ή­μα­τα ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κό Πα­ραλ­λάξ (1978). Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Βόλ­τες μὲ πι­τζά­μες (ἀ­φη­γή­μα­τα, 1985). Ἄλ­λα: Ὀ­νει­ρι­κὸς τρο­μο­κρά­της (μι­κρὰ πε­ζά, 1987), Κα­λύ­τε­ρα νὰ νι­κοῦ­σαν οἱ κόκ­κι­νοι (δι­η­γή­μα­τα, 1991) κ.ἄ.

 

Ρεάλια ἐδῶ!

Ἠλίας Κουτσοῦκος: Ὑπὲρ πατρίδος

.

19-DiigimataMe300Lekseis-IliasKoutsoukos-Eikona-01

.

Ἠλίας Κουτσοῦκος

 .

Ὑπὲρ πατρίδος

 .

04-Sigma-Chronica_Polonorum_SΤΟ ΛΥ­ΚΕΙ­Ο Ο­ΡΟΣ. Κον­τὰ στὸ να­ὸ τοῦ Ἐ­πι­κού­ρει­ου Ἀ­πόλ­λω­να. Ἐ­κεῖ εἶ­ναι τὸ χω­ριὸ τοῦ πα­τέ­ρα μου. Καρ­φω­μέ­νο στὴν πλα­γιὰ πά­νω σ’ αὐ­τὸ τὸ το­πί­ο ποὺ δέ­νει τὸ πρά­σι­νο μὲ τὸ γκρὶ τῆς πέ­τρας, τὸ γκρὶ καὶ τὸ πρά­σι­νο ποὺ μπλέ­κον­ται μὲ τὸ χα­μη­λὸ βα­ρο­με­τρι­κό, σύν­νε­φα ποὺ πη­γαι­νο­έρ­χον­ται βι­α­στι­κὰ με­τα­φέ­ρον­τας σὰν τὸν Ἑρ­μῆ μη­νύ­μα­τα στοὺς θε­ούς.

       Ἀ­νη­φο­ρί­ζω μὲ τὸ πα­λιὸ Ζά­στα­βα ποὺ μουγ­κρί­ζει σὲ χί­λια ἑ­κα­τὸ ὑ­ψό­με­τρο. Περ­νῶ ἀ­π’ τὴν Κα­ρύ­ται­να. Πά­νω στὸ ψη­λὸ κά­στρο, δε­μέ­νο σὰν κα­σκὸλ στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ βου­νοῦ, ὁ στρα­τη­γὸς Κο­λο­κο­τρώ­νης συγ­κέν­τρω­νε τοὺς ἄλ­λους κα­πε­τά­νιους τοῦ ἀ­γώ­να. Ἄ­γριος, μὲ τὰ μαλ­λιὰ νὰ ἀ­νε­μί­ζουν, φώ­να­ζε: «Μέ­χρι τοὺς Μύ­λους! Τὸ πο­λὺ μέ­χρι ἐ­κεῖ νὰ φτά­σει ὁ Ἰμ­πρα­ήμ, οὔ­τε ἕ­να βῆ­μα πα­ρα­πέ­ρα!»

       Θυ­μᾶ­μαι τὴ για­γιά μου, βά­ζον­τας πρώ­τη στὴν ἀ­πό­το­μη στρο­φή. Μ’ ἔ­βγα­ζε στὴ βε­ράν­τα —δέ­κα χρο­νῶν θὰ ἤ­μουν— καὶ μοῦ ‘­δει­χνε στὸ βά­θος τὸ πο­τά­μι, Νέ­δα τὸν λέ­νε, πνιγ­μέ­νο στὰ πλα­τά­νια. «Παι­δά­κι μου, ἐ­κεῖ στα­μά­τη­σε ὅ­λη ἡ Κα­βα­λα­ρί­α τοῦ πα­σᾶ. Μὲ πέ­τρες τοὺς τσά­κι­σαν οἱ παπ­ποῦ­δες μας.»

       Τώ­ρα στὴν ἴ­δια βε­ράν­τα κά­θε­ται ὁ πα­τέ­ρας μου ὅ­λα τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα. Πί­νει κρα­σί ἀ­π’ τὶς πλα­γι­ὲς τοῦ Λύ­κει­ου καὶ ποῦ καὶ ποῦ σφυ­ρί­ζει ρυθ­μι­κά. Τοῦ ἀ­παν­τά­ει ἕ­να ἀ­η­δό­νι ἀ­π’ τὸ δέν­τρο ἀ­πέ­ναν­τι.

       «Μι­λά­ω μὲ τ’ ἀ­η­δό­νια πάν­τα τέ­τοι­α ὥ­ρα», μοῦ λέ­ει κα­θὼς μὲ βλέ­πει ἔκ­πλη­κτος νὰ τὸν κοι­τῶ.

       Βλέ­πω τὴ μά­να μου ὄρ­θια ξαφ­νι­κὰ νὰ τρέ­χει ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν αὐ­λὴ καὶ νὰ φω­νά­ζει σ’ ἕ­ναν ψη­λὸ του­ρί­στα ποὺ τρα­βά­ει γιὰ τὸ να­ό: «Κό­φι -κό­φι»

       Ἡ μά­να μου κερ­νά­ει ὅ­λους τοὺς ξέ­νους ποὺ περ­νοῦν στὴν πά­νω Μά­νη γιὰ νὰ θαυ­μά­σουν τὰ μάρ­μα­ρα ποὺ σμί­λε­ψε ὁ Ἰ­κτί­νος πά­νω στὸ βου­νό. «Παι­δά­κι μου», μοῦ λέ­ει, «ἄ­φη­σαν τὶς πα­τρί­δες τους γιὰ νά ‘ρ­θου­νε στὸν τό­πο μας. Ἕ­ναν κα­φὲ νὰ μὴν τοὺς δώ­σου­με;»

       Ὁ πα­τέ­ρας μου κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι του, κοι­τών­τας ἤ­ρε­μος στὸ βά­θος τὸν κάμ­πο τῆς Κυ­πα­ρισ­σί­ας καὶ ψι­θυ­ρί­ζει: «Γι­ές, κό­φι – κό­φι!»

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἐφ. Τὰ Νέ­α, Σάβ­βα­το 27 Αὐ­γού­στου 1994, «Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις», ἐ­πι­μέ­λεια: Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη. Γιὰ τὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις!» βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γή: Γιάν­νης Πα­τί­λης: «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις! Ἕ­να πρό­δρο­μο ἐγ­χεί­ρη­μα στὸν χῶ­ρο τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος».

Ἠ­λί­ας Κου­τσοῦ­κος (Ἀ­θή­να, 1950). Πε­ζο­γρά­φος. Ἀ­πὸ τὸ 1967 ζεῖ μό­νι­μα στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸ 1977 ἕ­ως τὸ 1985 ὑ­πῆρ­ξε μό­νι­μος συ­νερ­γά­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἱ­δρυ­τι­κὸ στέ­λε­χος τῆς ΕΡΤ3 καὶ δι­ευ­θυν­τής της. Στὰ γράμ­μα­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ ποι­ή­μα­τα ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κό Πα­ραλ­λάξ (1978). Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Βόλ­τες μὲ πι­τζά­μες (ἀ­φη­γή­μα­τα, 1985). Ἄλ­λα: Ὀ­νει­ρι­κὸς τρο­μο­κρά­της (μι­κρὰ πε­ζά, 1987), Κα­λύ­τε­ρα νὰ νι­κοῦ­σαν οἱ κόκ­κι­νοι (δι­η­γή­μα­τα, 1991) κ.ἄ.

.