Ilías Koutsoukos: Por la patria



Ilías Koutsoukos


Por la patria


N EL MONTE Liceo. Cerca del templo de Apolo Epicurio. Allí está el pueblo de mi padre. Clavado en la ladera sobre este paraje que funde el verde con el gris de la piedra, el gris y el verde que se mezclan con la baja presión atmosférica, nubes que vienen y van apresuradas llevando, al igual que Hermes, mensajes a los dioses.

       Asciendo con el viejo Zastava que ruge a mil cien metros de altitud. Paso por Karítena. Sobre la alta fortaleza, atada cual bufanda a la cima de la montaña, el general Kolokotronis reunía a los demás líderes de la lucha. Feroz, con el pelo al viento, gritaba: «¡Hasta Mili! ¡Como mucho hasta ahí llegará Ibrahím, ni un paso más allá!»

       Metiendo primera en la curva cerrada me acuerdo de mi a­bu­e­la. Me sacaba a la terraza –tendría yo diez años– y me mostraba a lo lejos el río, Neda de nombre, ahogado en los plátanos de sombra. «Hijo mío, allí se detuvo toda la Caballería del bajá. A pedradas los molieron nuestros abuelos».

       Ahora en la misma terraza se sienta mi padre todas las tardes. Bebe vino de las laderas del Liceo y de cuando en cuando silba acompasadamente. Le responde un ruiseñor desde el árbol de enfrente.

       «Converso con los ruiseñores siempre a esta hora», me dice al verme asombrado mirándolo.

       Veo a mi madre de repente de pie saliendo del patio a la carrera y llamando a un turista alto que se encamina al templo: «Cofi, cofi».

       Mi madre convida a todos los extranjeros que llegan al Alto Mani para admirar los mármoles que cinceló Ictinos en la montaña. «Hijo», me dice, «dejaron sus países para venir a nuestra tierra. ¿Qué menos que ofrecerles un café?»

       Mi padre mueve la cabeza, mirando tranquilo al fondo los campos de Ciparisia, y murmura: «¡Yes, cofi, cofi!».



Primera publicación: diario Τα Νέ­α, sábado 27 de agosto de 1994.

Ilías Kutsukos (Atenas, 1950). Novelista. Desde 1967 vive permanentemente en Salónica. Estudió periodismo. Desde 1977 hasta 1985 fue colaborador del periódico Θεσσαλονίκη. Miembro fundador y director de EΡT3. Hizo su aparición en las letras con poemas en la revista Παραλλάξ (1978). Su primer libro: Βόλτες μ]e πιτζάμες (cuentos, 1985). Siguieron: Ονειρικός τρομοκρά­της (novelas cortas, 1987), Καλύτερα να νικούσαν οι κόκκινοι (cuentos, 1991) y otros.

Tra­duc­ción: Equipo Proyecto Grequerías: I­lek­tra A­na­gno­stou, So­fía Fer­taki, The­oni Kabra, María Karalí, Eduardo Lucena, María Malakata, Alicia Manolá, Kon­­sta­nti­nos Pa­le­o­lo­gos, Jaralambos Theodosis, Anto­nia Vla­chou. La tra­duc­ción y revisión colectivas de los minir­rela­tos es producto del taller que orga­ni­zaron y co­ordina­ron, en la a­ca­de­mia de i­dio­mas A­ba­ni­co desde octu­bre de 2018 hasta abril de 2019, Konstanti­nos Pa­le­o­lo­gos y E­du­a­rdo Lu­ce­na.


		
Διαφημίσεις

Ἠλίας Κουτσοῦκος: Ὁ ὅλμος μέσα στὸ τσίπουρο

Koutsoukos,Ilias-OOlmosMesaStoTsipouro-Eikona-01

Ἠ­λί­ας Κουτσοῦκος


  Ὁ ὅλ­μος μέ­σα στὸ τσί­που­ρο

 

06-Taph-Century_Mag_Illuminated_T_HobbemaΟΥΣ ΕΧΩ ΦΕΡΕΙ μιὰ ντα­μι­τζά­να τσί­που­ρο ἠ­πει­ρώ­τι­κο καὶ τὰ δυ­ὸ γε­ρόν­τια ἔ­χουν τρε­λα­θεῖ. Κά­θε με­ση­μέ­ρι, μιὰ βδο­μά­δα τώ­ρα, τοὺς κά­νω κου­δού­νια. Ὁ πα­τέ­ρας μου συν­τα­ξι­οῦ­χος τῆς Βα­σι­λι­κῆς Χω­ρο­φυ­λα­κῆς —ὅ­πως ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται γιὰ τὸ «βα­σι­λι­κῆς» σα­ράν­τα χρό­νια με­τὰ τὴν κα­τάρ­γη­ση τοῦ τί­τλου της— κι ὁ κολ­λη­τός του πιὰ Βα­σί­λης Κλη­μαν­τή­ρας, ἀ­πὸ μι­κρὰ παι­διὰ μα­ζὶ καὶ χώ­ρια στὸν Ἐμ­φύ­λιο…

       Ὁ πα­τέ­ρας μου ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὸν Βα­σί­λη στὶς μά­χες τῆς Ἀν­δρί­τσαι­νας, τῆς Δη­μη­τσά­νας, τῶν Πι­ε­ρί­ων. Χρό­νια ἐ­χθροὶ ποὺ δὲν μι­λοῦ­σαν με­τα­ξύ τους καὶ τώ­ρα, στὰ ὀ­γδόν­τα τους, κολ­λη­τοὶ κά­θε μέ­ρα.

       Ὅ­ταν βλέ­πω πὼς ἔ­χουν ξε­πε­ρά­σει τὰ γρά­δα τους, ἀρ­χί­ζω τὸ ψη­στή­ρι. Θέ­λω νὰ δῶ —για­τί εἶ­μαι τυ­χε­ρὸς ποὺ τοὺς βλέ­πω μα­ζὶ— πό­σες ἀ­λή­θει­ες βγά­ζει τὸ τσί­που­ρο, ἀ­λή­θει­ες ποὺ θά ‘­ταν δι­α­τρι­βὴ γιὰ σύγ­χρο­νο ἱ­στο­ρι­κό. Τέ­τοι­α τύ­χη οὔ­τε ὁ κα­λύ­τε­ρος ἐ­ρευ­νη­τὴς δὲν ἔ­χει.

       «Ἄν­τε, ἀ­κό­μα ἕ­να γιὰ τὸν ἀ­γώ­να», λέ­ω τοῦ μπάρ­μπα-Βα­σί­λη καὶ τοῦ γε­μί­ζω τὸ πο­τη­ρά­κι του, ἐ­νῶ ὁ πα­τέ­ρας μου μὲ τὴ θο­λού­ρα τοῦ ἀλ­κο­ο­λι­κοῦ συμ­πλη­ρώ­νει:

       «Ναί, ναί, βά­λ’ του νὰ μᾶς πεῖ τὸ κουμ­μού­νι πό­σους ξε­πά­στρε­ψε μὲ τοὺς συ­να­γω­νι­στές του…»

       «Ἄχ, ρὲ Τζί­μη, ἄχ, ρὲ Τζί­μη», μο­νο­λο­γεῖ ὁ φί­λος του ὁ Βα­σί­λης Κλη­μαν­τή­ρας, ὁ κα­πε­τὰν Φώ­της τοῦ Ἐμ­φυ­λί­ου, «τὴν γλύ­τω­σες στὶς μά­χες, τὴν γλυ­τώ­σα­με μα­ζί, τί τὰ θὲς τώ­ρα, νά ‘­μα­στε κα­λὰ νὰ πί­νου­με τὸ τσι­που­ρά­κι μας, νά ‘­ναι κα­λὰ ὁ Λι­α­κού­λης σου ποὺ μᾶς τὸ ‘­φε­ρε, νά ‘­ναι κα­λὰ τὸ παι­δί!».

       Σκέ­φτο­μαι πὼς εἶ­ναι ἡ κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ νὰ μά­θω γιὰ τὴ μά­χη στὰ Πι­έ­ρι­α, ὅ­που ὁ κα­πε­τὰν Γι­ώ­της (Χα­ρί­λα­ος Φλω­ρά­κης) ξε­πά­στρε­ψε μὲ ἕ­ναν ὅλ­μο ὅ­λους τοὺς ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοὺς τῆς πρώ­της μοί­ρας κα­τα­δρο­μῶν, ἕ­να ἀ­πὸ τὰ καί­ρια χτυ­πή­μα­τα τῶν ἀν­ταρ­τῶν στὴν καρ­διὰ τῆς φη­μι­σμέ­νης μο­νά­δας κρού­σης τοῦ ἐ­θνι­κοῦ στρα­τοῦ.

       Αὐ­τὰ δὲν τὰ βρί­σκεις οὔ­τε στὶς πιὸ ἐν­δε­λε­χεῖς ἔ­ρευ­νες τῶν ἱ­στο­ρι­κῶν τοῦ Ἐμ­φυ­λί­ου.

       Ὅ­μως ἐ­δῶ ἔ­χω τὸν μα­χη­τὴ τοῦ κα­πε­τὰν Γι­ώ­τη καὶ δὲν θ’ ἀ­φή­σω τὴν εὐ­και­ρί­α. Ἔ­χω δι­α­βά­σει πὼς τὸ «χτύ­πη­μα» ἔ­γι­νε τὸν χει­μώ­να τοῦ ‘47, ὅ­ταν ἡ πρώ­τη μοί­ρα ἔ­παιρ­νε μέ­ρος στὶς ἐκ­κα­θα­ρι­στι­κὲς ἐ­πι­χει­ρή­σεις τῶν Πι­ε­ρί­ων καὶ τὸ τάγ­μα τοῦ κα­πε­τὰν Γι­ώ­τη βρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ.

       Βά­ζω κι ἄλ­λο τσί­που­ρο στὰ πο­τη­ρά­κια καὶ λέ­ω δῆ­θεν στὸ ἀ­δι­ά­φο­ρο:

       «Πάν­τως, ἐ­κεῖ­νο τὸ χτύ­πη­μα στὴ μοί­ρα κα­τα­δρο­μῶν ἦ­ταν ἀ­πο­φα­σι­στι­κὸ γιὰ του­λά­χι­στον ἕ­ναν χρό­νο, για­τί ὁ ὅλ­μος σκό­τω­σε ὅ­λους τους ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοὺς καὶ τὸν δι­οι­κη­τή τους καὶ μιὰ φο­ρὰ ἕ­νας στρα­τη­γὸς μοῦ ‘­χε πεῖ πὼς ἐ­κεῖ­νος ὁ ὅλ­μος ἦ­ταν ἡ ντρο­πὴ τῶν λο­κα­τζή­δων γιὰ χρό­νια… ἔ­τσι μοῦ ‘­πε…»

       «Ἦ­ταν, Λι­α­κού­λη μου, ἦ­ταν», λέ­ει ὁ μπάρ­μπα-Βα­σί­λης, «ἐ­κεῖ ἤ­μουν, που­λά­κι μου, ἦ­ταν με­γά­λη νί­κη γιὰ μᾶς καὶ ντρο­πὴ γιὰ τοὺς ἄλ­λους, σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸν σκα­το­πό­λε­μο, Λι­α­κού­λη μου… τί κερ­δί­σα­με, φά­γα­με τὴν ψυ­χὴ μας ἐ­γὼ κι ὁ πα­τέ­ρας σου, ἀ­γό­ρι μου, ἄ­σ’ τα, κα­λό μου…»

       Λέ­ω ἀ­πὸ μέ­σα μου: Πῶ, πῶ, τώ­ρα εἶ­ναι ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ μοῦ πεῖ τὸ πῶς ἔ­γι­νε, ἐ­νῶ ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­χει πά­ρει ἐ­κεῖ­νο τὸ χα­μέ­νο ὕ­φος του δη­λα­δὴ πῶς νὰ πι­στέ­ψει ὅ­τι πί­νει τσί­που­ρα μὲ τὸν ἀν­τί­πα­λό του, τὸν πα­ρ’ ὀ­λί­γο φο­νιά του, πῶς τὰ ‘­φε­ρε ἔ­τσι ἡ ζω­ὴ καὶ δὲν ξέ­ρει νὰ δι­και­ο­λο­γή­σει τὸ τώ­ρα της, τὸ χθές της, τὰ γε­γο­νό­τα καὶ τὸ πα­ρά­λο­γό της.

       «Δη­λα­δή», τοῦ λέ­ω, «πῶς ρί­ξα­τε τὸν ὅλ­μο; Τοὺς τὴν εἴ­χα­τε στή­σει, ἔ; Ἅ­μα δὲν μά­θω τὴν ἱ­στο­ρί­α ἀ­πὸ σέ­να ποὺ τὴν ἔ­ζη­σες, ἀ­πὸ ποι­όν θὰ τὴν μά­θω, θει­ο-Βα­σί­λη, ἀ­π’ τοὺς χαρ­το­γι­α­κά­δες τοῦ κα­τε­στη­μέ­νου ποὺ τὴν γρά­φουν ὅ­πως τοὺς βο­λεύ­ει, ἔ;»

       Ἔ­χω χτυ­πή­σει φλέ­βα. Τὸ ξέ­ρω. Οὔ­τε ὁ κα­λύ­τε­ρος ψυ­χί­α­τρος τοῦ κό­σμου δὲν ἔ­χει τέ­τοι­α συ­νε­δρί­α. Δυ­ὸ ἀν­τί­πα­λους, γε­ρον­τά­κια, νὰ πί­νουν τσί­που­ρο καὶ ζα­λι­σμέ­νοι ν’ ἀ­νοί­γουν τὰ σώ­ψυ­χά τους…

       «Ἄχ, Λι­α­κού­λη μου», λέ­ει ὁ μπαρ­μπα-Βα­σί­λης —ποὺ ἔ­χει βυ­θι­στεῖ στοὺς βάλ­τους τῆς μνή­μης του κι ἔ­χει με­τα­μορ­φω­θεῖ τώ­ρα σὲ κα­πε­τὰν Φώ­τη—, «τοὺς πα­ρα­κο­λου­θού­σα­με ἀ­π’ τὸ δά­σος δυ­ὸ με­ρό­νυ­χτα κι αὐ­τοὶ οἱ ἀ­νό­η­τοι εἶ­χαν στρα­το­πε­δέ­ψει σ’ ἕ­να ξέ­φω­το χα­μη­λά μας, γύ­ρω στὰ πε­νήν­τα μέ­τρα κά­τω μας, καὶ ξέ­ρα­με πὼς κά­θε πρω­ὶ στὶς ἑ­φτὰ κά­ναν συγ­κέν­τρω­ση ἀ­ξι­ω­μα­τι­κῶν κι εἶ­πε ὁ κα­πε­τὰν Γι­ώ­της στὸν σκο­πευ­τὴ τοῦ ὅλ­μου νὰ ρυθ­μί­σει καὶ νὰ ρί­ξει στὸ κέν­τρο τῆς συγ­κέν­τρω­σης κι αὐ­τός, ἕ­νας συ­να­γω­νι­στὴς ἀ­π’ τὴ Σπάρ­τη, τό ‘­κα­νε.»

       «Πῶς τό ‘­κα­νε, πές μου», τὸν ρω­τά­ω. «Πές μου ἀ­κρι­βῶς πῶς τό ‘­κα­νε.»

       Ὁ κα­πε­τὰν Φώ­της ψά­χνει στὸ τρα­πέ­ζι μὲ τοὺς με­ζέ­δες, τὸ σκουμ­πρί, τὴ σα­λά­τα, τὸ σύγ­γλι­νο, τὸ ψω­μὶ καὶ δί­πλα τὸ μπο­λά­κι μὲ τὰ πα­γά­κια, παίρ­νει μὲ τὰ δυ­ὸ γρα­νι­τέ­νια δά­χτυ­λά του ἕ­να πα­γά­κι, ἕ­να πα­γά­κι ποὺ με­τα­τρέ­πε­ται μ’ ἕ­ναν με­τα­φυ­σι­κὸ καὶ ταυ­τό­χρο­να πα­ρα­στα­τι­κὸ τρό­πο σὲ βλῆ­μα ὅλ­μου, ἕ­να πα­γά­κι ἕ­τοι­μο νὰ ξε­πα­στρέ­ψει ἕν­τε­κα ἀ­ξι­ω­μα­τι­κούς, ἕν­τε­κα λαμ­πρὰ καὶ γεν­ναῖα παι­διά, ποὺ τὰ ἔ­στει­λαν νὰ ξε­πα­στρέ­ψουν μὲ τὴ σει­ρά τους τοὺς ἀ­με­τα­νό­η­τους συμ­πα­τρι­ῶ­τες τους, τοὺς ἀ­δελ­φούς τους δη­λα­δή… τὸ κρα­τά­ει μὲ προ­σο­χὴ δί­πλα στὸ πο­τη­ρά­κι του καὶ λέ­ει: «Νά, ἔ­τσι τό ‘­κα­νε, μὲ τὴ δι­α­τα­γὴ “φω­τιὰ τώ­ρα”», καὶ μπλόπ, ρί­χνει τὸ πα­γά­κι στὸ τσί­που­ρό του.

       Ὁ ὅλ­μος προ­σγει­ώ­θη­κε με­μιᾶς στὸ τσί­που­ρο πε­τά­γον­τας πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα στά­λες ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πο­τή­ρι…


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν De­li­ve­ry Boy (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).

 

Ἠ­λί­ας Κου­τσοῦ­κος (Ἀ­θή­να, 1950). Πε­ζο­γρά­φος. Ἀ­πὸ τὸ 1967 ζεῖ μό­νι­μα στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸ 1977 ἕ­ως τὸ 1985 ὑ­πῆρ­ξε μό­νι­μος συ­νερ­γά­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἱ­δρυ­τι­κὸ στέ­λε­χος τῆς ΕΡΤ3 καὶ δι­ευ­θυν­τής της. Στὰ γράμ­μα­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ ποι­ή­μα­τα ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κό Πα­ραλ­λάξ (1978). Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Βόλ­τες μὲ πι­τζά­μες (ἀ­φη­γή­μα­τα, 1985). Ἄλ­λα: Ὀ­νει­ρι­κὸς τρο­μο­κρά­της (μι­κρὰ πε­ζά, 1987), Κα­λύ­τε­ρα νὰ νι­κοῦ­σαν οἱ κόκ­κι­νοι (δι­η­γή­μα­τα, 1991) κ.ἄ.

Ἠλίας Κουτσοῦκος: Τὰ μαχητικὰ στὴ μύτη


 

Koutsoukos,Ilias-TaMachitikaStiMyti-Eikona-03


Ἠ­λί­ας Κου­τσοῦ­κος


 Τὰ μα­χη­τι­κὰ στὴ μύ­τη

 

02-OmikronΓΙΩΡΓΟΣ θέ­λει νὰ βγά­λει με­ρι­κὲς φω­τὸ στὴ μύ­τη τοῦ Ἁ­γί­ου Ὅ­ρους, στὸ ἀ­έ­τω­μα τοῦ μο­να­χοῦ Ἰ­ω­σήφ, ποὺ βρί­σκε­ται στὸ ἀ­κραῖ­ο τμῆ­μα τῆς Με­γί­στης Λαύ­ρας, τρα­κό­σια μέ­τρα πά­νω ἀπ’ τὴ θά­λασ­σα, στὴν κο­ρυ­φὴ τῶν βρά­χων.

        Πᾶ­με μὲ τὸ τζὶπ καὶ τὸ ἀ­φή­νου­με δι­α­κό­σια μέ­τρα πρὶν ἀ­πὸ τὸ μι­κρὸ κε­λὶ τοῦ γέ­ρον­τα. Εἶ­ναι κα­λο­καί­ρι, Ἰ­ού­λιος, καὶ στὶς ἄ­κρες των βρά­χων ὁ ἀ­έ­ρας σφυ­ρί­ζει.

        Τὸ κε­λὶ ἔ­χει ἕ­να μι­κρὸ αὔ­λει­ο χῶ­ρο ὅ­που βρί­σκον­ται κι ἀ­νε­μί­ζουν στὰ ψη­λὰ κον­τά­ρια τους δυ­ὸ ση­μαῖ­ες. Μί­α ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ μί­α τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου.

        «Αὐ­τὲς ἀ­νε­μί­ζει ὁ γέ­ρον­τας ὅ­ταν περ­νοῦν τὰ κορ­σὲρ καὶ τὰ F16 ἀ­πὸ πά­νω του χαμηλά», μοῦ λέ­ει ὁ Γι­ῶρ­γος, ἐ­νῶ φω­νά­ζει τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Ἰ­ω­σήφ.

        Ὁ Ἰ­ω­σὴφ ἐμ­φα­νί­ζε­ται χαμο­γε­λα­στός, κι ὅ­πως τὸν κό­βω, εἶ­ναι του­λά­χι­στον δέ­κα χρό­νια μι­κρό­τε­ρός μου, πράγ­μα ποὺ δὲν εἶ­ναι ὅ,τι κα­λύ­τε­ρο γιὰ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ δι­ά­στα­ση τοῦ σε­βα­σμοῦ μου, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν φη­μί­ζε­ται γιὰ τὶς κα­λύ­τε­ρες δι­α­θέ­σεις του ἀ­πέ­ναν­τι στοὺς θρη­σκευ­τι­κοὺς «μύ­θους».

        Ὡ­στό­σο, ὁ Ἰ­ω­σὴφ ἔ­χει ἕ­να θερ­μὸ χαμό­γε­λο στὰ χεί­λη καὶ μᾶς κα­λω­σο­ρί­ζει στὸ ἀ­έ­τω­μά του, λέ­ει:

        «Πε­ράστε, παι­διά, πε­ράστε γιὰ μιὰ ρα­κὴ κι ἕ­να γλυ­κό, ἔ­χω δι­κό μου γλυ­κὸ συ­κα­λά­κι, ἐ­λᾶ­τε, ἐ­λᾶ­τε μέ­σα.»

        Περ­νᾶ­με στὸ κε­λὶ τοῦ γέ­ρον­τα καὶ τὸ πρῶ­το ποὺ βλέ­πω εἶ­ναι μιὰ με­γά­λη, γύ­ρω στὸ ἕ­να μέ­τρο, μι­νι­α­τού­ρα μα­χη­τι­κοῦ F16 μέ­σα σὲ φά­ιμ­περ­γκλας ποὺ γρά­φει στὴ βά­ση του «στὸν γέ­ρον­τα Ἰ­ω­σὴφ ἀ­πὸ τοὺς πι­λό­τους τῆς Τα­νά­γρας» καὶ πά­νω ἀπ’ τὴ μι­νι­α­τού­ρα μιὰ στο­λὴ πι­λό­του μα­χη­τι­κοῦ μὲ τὸ ὄ­νο­μά του κεν­τη­μέ­νο στὸ δε­ξὶ στῆ­θος «Ἰ­ω­σήφ» καὶ ὅ­λα τα δι­α­κρι­τι­κὰ τῆς Μοί­ρας.

        Ὁ Γι­ῶρ­γος τὸν ρω­τά­ει ἂν μέ­νει μό­νος του στὸ κε­λὶ κι ὁ γέ­ρον­τας ἀ­παν­τά­ει μὲ φυ­σι­κό­τη­τα πὼς μέ­νει μὲ ἄλ­λους δυ­ό, ποὺ ἐ­μεῖς δὲν τοὺς βλέ­που­με, για­τί εἶ­ναι οἱ ἄγ­γε­λοί του.

       Εἶ­ναι σί­γου­ρο, σκέ­φτο­μαι, πὼς ὁ Ἰ­ω­σὴφ χά­νει λά­δια, πλὴν ὅ­μως θέ­λω νὰ τὸν ἀ­κού­σω στὶς δι­η­γή­σεις του καὶ τὸν ρω­τά­ω πῶς κι ἔ­τσι ἔ­πι­α­σε παρ­τί­δες μὲ τοὺς πι­λό­τους τῆς Πο­λε­μι­κῆς Ἀ­ε­ρο­πο­ρί­ας, κι ἐ­νῶ μᾶς σερ­βί­ρει τὸ συ­κα­λά­κι καὶ τὴ ρα­κὴ καὶ τοῦ λέ­με «εὐ­λό­γη­σον», μ’ ἕ­να χαρού­με­νο πρό­σω­πο μᾶς λέ­ει πώς, ὅ­ταν ἄρ­χι­σαν πρὶν ἀ­πὸ χρό­νια οἱ ἀ­ε­ρο­μα­χί­ες στὸ Αἰ­γαῖ­ο, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες πα­ρα­βιά­σεις τοῦ ἐ­να­έ­ριου χώ­ρου μας γί­νον­ταν λίγο πιὸ πέ­ρα ἀ­π’ τὴ μύ­τη τοῦ Ἁ­γί­ου Ὅ­ρους, κι ὅ­ταν οἱ δι­κοί μας κυ­νη­γοῦ­σαν τοὺς Τούρ­κους καὶ τοὺς ἔ­δι­ω­χναν, με­τὰ πε­τοῦ­σαν χαμηλά πρὸς τὴ μύ­τη κι ὁ Ἰ­ω­σὴφ ἔ­βγαι­νε στὴν αὐ­λὴ καὶ κου­νοῦ­σε τὶς ση­μαῖ­ες κι οἱ πι­λό­τοι τὶς ἔ­βλε­παν καὶ χαί­ρον­ταν καὶ ξα­να­γυρ­νοῦ­σαν σὲ χαμη­λὴ πτή­ση δυ­ὸ καὶ τρεῖς φο­ρὲς γιὰ νὰ τὸν χαι­ρε­τή­σουν. Με­τὰ ἦρ­θαν γιὰ προ­σκύ­νη­μα στὸ Ὅ­ρος καὶ τὸν συ­νάν­τη­σαν καὶ ξα­να­ῆρ­θαν καὶ ξα­να­ῆρ­θαν καὶ τοῦ ἔ­φε­ραν τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο καὶ με­τὰ τοῦ ἔ­φτια­ξαν καὶ τὴ στο­λή, πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα πι­λό­τοι, ὅ­λοι βα­θύ­τα­τα πι­στοί, ἀν­θυ­πο­σμη­να­γοί, ὑ­πο­σμη­να­γοί, σμη­να­γοί, ὁ δι­οι­κη­τής τους, ὁ σμή­ναρ­χος, καὶ ὁ γέ­ρον­τας ἔ­γι­νε ὁ προ­στά­της τῆς Μοί­ρας τους καὶ τὸν κά­λε­σαν στὴν Τα­νά­γρα καὶ τοῦ κά­να­νε γι­ορ­τὴ —κι ὅ­σο μᾶς τὰ δι­η­γεῖ­ται, τό­σο λάμ­πει τὸ πρό­σω­πό του— κι ὁ γέ­ρον­τας ξέ­ρει ἀ­π’ ἔ­ξω κι ἀ­να­κα­τω­τὰ ὅ­λο το ἐ­πι­χει­ρη­σια­κὸ πρό­γραμ­μα τῆς Μοί­ρας, ξέ­ρει τὰ πάν­τα γύ­ρω ἀ­π’ τὸ μα­χη­τι­κὸ F16 καὶ μά­λι­στα κο­ρυ­φώ­νει τὴ δι­ή­γη­ση του λέ­γον­τάς μας:

        «Ὅ­ταν κυ­νη­γᾶς τὸν ἄ­πι­στο μὲ δύ­ο μάχ, ὅ­ταν παίρ­νεις κλει­στὲς στρο­φὲς στὰ τε­τρα­κό­σια πε­νῆν­τα μέ­τρα μὲ τέ­τοι­ες τα­χύ­τη­τες κι ἀρ­χί­ζεις νὰ τὰ βλέ­πεις ὅ­λα κόκ­κι­να, δευ­τε­ρό­λε­πτα πρὶν πά­θεις βέρ­τιγ­κο, τό­τε οἱ Ἀρ­χάγ­γε­λοι Μιχα­ὴλ καὶ Γα­βρι­ὴλ μὲ ἐν­το­λὴ τῆς Πα­να­γί­ας ἐ­πεμ­βαί­νουν, ὁ­δη­γοῦν οἱ ἴ­διοι ἀ­π’ τὸ κόκ­πιτ τ’ ἀ­ε­ρο­πλά­νο καὶ τὸ γυρ­νᾶ­νε ἀ­σφα­λὲς στὴ βά­ση του, ἀ­φοῦ πρῶ­τα πε­τά­ξει ἀ­π’ τὸ Ὅ­ρος γιὰ νὰ πά­ρει εὐ­λο­γί­α.»

        Λέ­ω ἀ­πὸ μέ­σα μου πὼς δὲν γί­νε­ται νὰ ἀ­κυ­ρώ­σεις αὐ­τὴ τὴ λαμ­πρὴ ἱ­στο­ρί­α μὲ τὶς με­τα­φυ­σι­κές σου ἀ­νε­πάρ­κει­ες, κι ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζο­μαι νὰ τὸν ρω­τή­σω ἂν ἤ­θε­λε νὰ γί­νει πι­λό­τος πρὶν γί­νει Ἰ­ω­σὴφ στὸ Ἅ­γιο Ὅ­ρος, ὁ Γιῶρ­γος τοῦ κά­νει τὴν ἐ­ρώ­τη­ση πῶς κου­νοῦν τὰ μα­χη­τι­κὰ τὰ φτε­ρά τους γιὰ νὰ τὸν χαι­ρε­τή­σουν κι ὁ γέ­ρον­τας ση­κώ­νε­ται ὄρ­θιος ἀ­π’ τὸ σκα­μνά­κι του, φέρ­νει τὰ χέ­ρια σ’ ἔ­κτα­ση καὶ μὲ τὰ μά­τια γε­μά­τα γλυ­κιὰ ἔκ­στα­ση κά­νει «Νά, ἔ­τσι τὰ κου­νοῦν», καὶ πά­ει πλά­για ἀ­ριστερὰ καὶ πλά­για δε­ξιὰ καὶ μὲ τὸ στό­μα του κά­νει «βοῦ, βοῦ, βοῦ, βοῦ, βοῦ» τὸν ἦ­χο ἀ­π’ τὶς τουρ­μπί­νες…

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν De­li­ve­ry Boy (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).

Ἠ­λί­ας Κου­τσοῦ­κος (Ἀ­θή­να, 1950). Ποίηση, διήγημα. Ἀ­πὸ τὸ 1967 ζεῖ μό­νι­μα στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸ 1977 ἕ­ως τὸ 1985 ὑ­πῆρ­ξε μό­νι­μος συ­νερ­γά­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἱ­δρυ­τι­κὸ στέ­λε­χος τῆς ΕΡΤ3 καὶ δι­ευ­θυν­τής της. Στὰ γράμ­μα­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ ποι­ή­μα­τα ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κό Πα­ραλ­λάξ (1978). Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Βόλ­τες μὲ πι­τζά­μες (ἀ­φη­γή­μα­τα, 1985). Ἄλ­λα: Ὀ­νει­ρι­κὸς τρο­μο­κρά­της (μι­κρὰ πε­ζά, 1987), Κα­λύ­τε­ρα νὰ νι­κοῦ­σαν οἱ κόκ­κι­νοι (δι­η­γή­μα­τα, 1991) κ.ἄ.

 

Ρεάλια ἐδῶ!

Ἠλίας Κουτσοῦκος: Ὑπὲρ πατρίδος

.

19-DiigimataMe300Lekseis-IliasKoutsoukos-Eikona-01

.

Ἠλίας Κουτσοῦκος

 .

Ὑπὲρ πατρίδος

 .

04-Sigma-Chronica_Polonorum_SΤΟ ΛΥ­ΚΕΙ­Ο Ο­ΡΟΣ. Κον­τὰ στὸ να­ὸ τοῦ Ἐ­πι­κού­ρει­ου Ἀ­πόλ­λω­να. Ἐ­κεῖ εἶ­ναι τὸ χω­ριὸ τοῦ πα­τέ­ρα μου. Καρ­φω­μέ­νο στὴν πλα­γιὰ πά­νω σ’ αὐ­τὸ τὸ το­πί­ο ποὺ δέ­νει τὸ πρά­σι­νο μὲ τὸ γκρὶ τῆς πέ­τρας, τὸ γκρὶ καὶ τὸ πρά­σι­νο ποὺ μπλέ­κον­ται μὲ τὸ χα­μη­λὸ βα­ρο­με­τρι­κό, σύν­νε­φα ποὺ πη­γαι­νο­έρ­χον­ται βι­α­στι­κὰ με­τα­φέ­ρον­τας σὰν τὸν Ἑρ­μῆ μη­νύ­μα­τα στοὺς θε­ούς.

       Ἀ­νη­φο­ρί­ζω μὲ τὸ πα­λιὸ Ζά­στα­βα ποὺ μουγ­κρί­ζει σὲ χί­λια ἑ­κα­τὸ ὑ­ψό­με­τρο. Περ­νῶ ἀ­π’ τὴν Κα­ρύ­ται­να. Πά­νω στὸ ψη­λὸ κά­στρο, δε­μέ­νο σὰν κα­σκὸλ στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ βου­νοῦ, ὁ στρα­τη­γὸς Κο­λο­κο­τρώ­νης συγ­κέν­τρω­νε τοὺς ἄλ­λους κα­πε­τά­νιους τοῦ ἀ­γώ­να. Ἄ­γριος, μὲ τὰ μαλ­λιὰ νὰ ἀ­νε­μί­ζουν, φώ­να­ζε: «Μέ­χρι τοὺς Μύ­λους! Τὸ πο­λὺ μέ­χρι ἐ­κεῖ νὰ φτά­σει ὁ Ἰμ­πρα­ήμ, οὔ­τε ἕ­να βῆ­μα πα­ρα­πέ­ρα!»

       Θυ­μᾶ­μαι τὴ για­γιά μου, βά­ζον­τας πρώ­τη στὴν ἀ­πό­το­μη στρο­φή. Μ’ ἔ­βγα­ζε στὴ βε­ράν­τα —δέ­κα χρο­νῶν θὰ ἤ­μουν— καὶ μοῦ ‘­δει­χνε στὸ βά­θος τὸ πο­τά­μι, Νέ­δα τὸν λέ­νε, πνιγ­μέ­νο στὰ πλα­τά­νια. «Παι­δά­κι μου, ἐ­κεῖ στα­μά­τη­σε ὅ­λη ἡ Κα­βα­λα­ρί­α τοῦ πα­σᾶ. Μὲ πέ­τρες τοὺς τσά­κι­σαν οἱ παπ­ποῦ­δες μας.»

       Τώ­ρα στὴν ἴ­δια βε­ράν­τα κά­θε­ται ὁ πα­τέ­ρας μου ὅ­λα τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα. Πί­νει κρα­σί ἀ­π’ τὶς πλα­γι­ὲς τοῦ Λύ­κει­ου καὶ ποῦ καὶ ποῦ σφυ­ρί­ζει ρυθ­μι­κά. Τοῦ ἀ­παν­τά­ει ἕ­να ἀ­η­δό­νι ἀ­π’ τὸ δέν­τρο ἀ­πέ­ναν­τι.

       «Μι­λά­ω μὲ τ’ ἀ­η­δό­νια πάν­τα τέ­τοι­α ὥ­ρα», μοῦ λέ­ει κα­θὼς μὲ βλέ­πει ἔκ­πλη­κτος νὰ τὸν κοι­τῶ.

       Βλέ­πω τὴ μά­να μου ὄρ­θια ξαφ­νι­κὰ νὰ τρέ­χει ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν αὐ­λὴ καὶ νὰ φω­νά­ζει σ’ ἕ­ναν ψη­λὸ του­ρί­στα ποὺ τρα­βά­ει γιὰ τὸ να­ό: «Κό­φι -κό­φι»

       Ἡ μά­να μου κερ­νά­ει ὅ­λους τοὺς ξέ­νους ποὺ περ­νοῦν στὴν πά­νω Μά­νη γιὰ νὰ θαυ­μά­σουν τὰ μάρ­μα­ρα ποὺ σμί­λε­ψε ὁ Ἰ­κτί­νος πά­νω στὸ βου­νό. «Παι­δά­κι μου», μοῦ λέ­ει, «ἄ­φη­σαν τὶς πα­τρί­δες τους γιὰ νά ‘ρ­θου­νε στὸν τό­πο μας. Ἕ­ναν κα­φὲ νὰ μὴν τοὺς δώ­σου­με;»

       Ὁ πα­τέ­ρας μου κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι του, κοι­τών­τας ἤ­ρε­μος στὸ βά­θος τὸν κάμ­πο τῆς Κυ­πα­ρισ­σί­ας καὶ ψι­θυ­ρί­ζει: «Γι­ές, κό­φι – κό­φι!»

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἐφ. Τὰ Νέ­α, Σάβ­βα­το 27 Αὐ­γού­στου 1994, «Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις», ἐ­πι­μέ­λεια: Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη. Γιὰ τὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις!» βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γή: Γιάν­νης Πα­τί­λης: «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις! Ἕ­να πρό­δρο­μο ἐγ­χεί­ρη­μα στὸν χῶ­ρο τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος».

Ἠ­λί­ας Κου­τσοῦ­κος (Ἀ­θή­να, 1950). Πε­ζο­γρά­φος. Ἀ­πὸ τὸ 1967 ζεῖ μό­νι­μα στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸ 1977 ἕ­ως τὸ 1985 ὑ­πῆρ­ξε μό­νι­μος συ­νερ­γά­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἱ­δρυ­τι­κὸ στέ­λε­χος τῆς ΕΡΤ3 καὶ δι­ευ­θυν­τής της. Στὰ γράμ­μα­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ ποι­ή­μα­τα ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κό Πα­ραλ­λάξ (1978). Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Βόλ­τες μὲ πι­τζά­μες (ἀ­φη­γή­μα­τα, 1985). Ἄλ­λα: Ὀ­νει­ρι­κὸς τρο­μο­κρά­της (μι­κρὰ πε­ζά, 1987), Κα­λύ­τε­ρα νὰ νι­κοῦ­σαν οἱ κόκ­κι­νοι (δι­η­γή­μα­τα, 1991) κ.ἄ.

.