Παναγιώτης Κουσαθανᾶς: Ἡ μάνα μου

Kousathanas,Panagiotis-IManaMou-Eikona-01

Παναγιώτης Κουσαθανᾶς

 

Ἡ μά­να μου


 

09-Kappa-Letter_K_from_the_Fantastic_AlphabetΑΝΟΝΙΚΑ τὴ φρόν­τι­ζε ἡ ἀ­δελ­φή μου. Καὶ λέ­ω κα­νο­νι­κά, για­τὶ πολ­λὲς φο­ρὲς λό­γῳ τῆς δου­λειᾶς της —εἶ­χε ξε­νο­δο­χεῖ­ο— ἔ­με­να ἐ­γὼ στὴ θέ­ση της. Γιὰ νο­σο­κό­μα οὔ­τε ν’ ἀ­κού­σουν. Τί θά ‘­λε­γε ὁ κό­σμος; Τρεῖς ἄν­θρω­ποι, ὁ πα­τέ­ρας, ἐ­γώ, ἡ ἀ­δελ­φή μου καὶ νὰ πέ­σει στὰ νύ­χια μιᾶς ξέ­νης; Ὕ­στε­ρα μᾶς εἶ­χαν ἀ­πο­θαρ­ρύ­νει κι οἱ φῆ­μες. Τοὺς δέρ­νουν τοὺς γέ­ρους, τοὺς τσιμ­ποῦν. Ὅ­ταν δὲν ὑ­πάρ­χει στορ­γὴ συμ­βαί­νουν ἄ­γρια πράγ­μα­τα.

 


Τά ‘­χε πε­ρά­σει τὰ ὀ­γδόν­τα. Σχε­δὸν τυ­φλή – «με­γά­λος κα­η­μὸς νὰ μὴ σὲ βλέ­πω ἀ­πὸ ζων­τα­νή…». Ἀ­π’ τὶς λί­γες φο­ρὲς ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὸ πρῶ­το ρη­μα­τι­κὸ πρό­σω­πο. Οἱ ἀ­νάγ­κες, τὰ αἰ­σθή­μα­τά της εἶ­χαν πνι­γεῖ μέ­σα στὴν ἀ­νω­νυ­μί­α τοῦ τρί­του. «Νυ­στά­ζει, μὴν τὸ σκώ­σε­τε! Πει­νᾶ, τα­ΐ­σε­τέ το!» Δὲ θὰ ξα­να­γύ­ρι­ζε πο­τὲ στὴν ἀγ­κού­σα καὶ τὶς ἀ­παι­τή­σεις τοῦ «ἐ­γώ».

       Τὰ χέ­ρια της, ποὺ ἦ­ταν κά­πο­τε ἀ­φρά­τα σὰν τὴν κου­λού­ρα τῆς Λαμ­πρῆς, τὰ μυ­ρω­δά­τα της δά­χτυ­λα ποὺ μὲ ξε­μά­τια­ζαν μὲ τὸ μο­σκο­κάρ­φι, τὰ δά­χτυ­λά της τὰ ζε­στά, ποὺ τὰ βου­τοῦ­σε στὸ καυ­τὸ λά­δι τοῦ καν­τη­λιοῦ τὸ χει­μώ­να, γιὰ νὰ μοῦ τρί­ψει τὰ πο­νε­μέ­να μου κον­τύ­λια καὶ τὰ γαρ­γα­λώ­νια στὶς δι­χά­λες τῆς φύ­σης μου, εἶ­ναι τώ­ρα ξε­ρά, πα­γω­μέ­να. Σφίγ­γει ἕ­να κου­τά­κι σπίρ­τα στὴ χού­φτα, μὴ σβή­σει τὸ φῶς καὶ μεί­νει στὸ σκο­τά­δι. Καὶ μό­νο πό­τε-πό­τε, βγαί­νον­τας ἀ­πὸ τὸ πέ­λα­ο ὅ­που φελ­λο­πλέ­ει, ἁ­πλώ­νει τὸ κρύ­ο χέ­ρι της νὰ μοῦ χα­ϊ­δέ­ψει τὸ μά­γου­λο. Ὕ­στε­ρα, σὲ λί­γο ρω­τᾶ: «Ποῦ εἶ­μαι;».

       Ξέ­ρω πὼς σὲ λί­γο δὲ θὰ γνω­ρί­ζει οὔ­τε ἐ­μέ­να, τὸ «σπλά­χνο» της, ποὺ μ’ ἀ­γα­ποῦ­σε τὸ πιὸ πο­λύ· δὲ θὰ τὴ νοιά­ζει κι ἂν ἀ­πο­θά­νω – αὐ­τὸς εἶ­ναι κα­η­μός. Ὅ­μως με­θαύ­ριο ἡ ἀ­νά­μνη­σή της θὰ μ’ ἀν­τα­μεί­βει μ’ ἕ­να δά­κρυ, ποὺ θὰ φω­τί­ζει τὰ χα­μέ­να χρό­νια μου.

       Πέν­τε χρό­νια στὴν κα­ρέ­κλα καὶ τὸ δο­χεῖ­ο ἀ­νελ­λι­πῶς ἀ­πὸ κά­τω της. Αὐ­τὸ ἦ­ταν ἡ μά­να μου. Ἀ­γνώ­ρι­στη. Κά­τι ὅ­μως εἶ­χε μεί­νει ἀ­ναλ­λοί­ω­το σ’ αὐ­τήν, ἡ ἔ­γνοι­α της γιὰ μέ­να.

       — Νὰ βά­ζεις ἕ­να πιὸ χον­τρὸ ροῦ­χο. Νὰ μὴν κά­θε­σαι στὰ ρέ­μα­τα καὶ κρυ­ο­λο­γή­σεις. Νὰ βρεῖς μιὰ κο­πέ­λα νὰ νοι­κο­κυ­ρευ­τεῖς, νά ‘­χεις τὸ ζε­στὸ καὶ τὸ πλυ­μέ­νο σου…

       Τὴν τά­ι­ζα κι ἡ πρώ­τη κου­τα­λιά της ἦ­ταν προ­τρο­πή.

       — Φά­ε κι ἐ­σὺ τὸ μι­σό.

       Ἡ τε­λευ­ταί­α, εὐ­χή.

       — Ὁ Θε­ὸς νὰ σ’ ἔ­χει κα­λά, μά­τια μου.

       Τί ση­μα­σί­α εἶ­χε πὼς ἤ­θε­λε νὰ βά­ψει κόκ­κι­να ἀ­βγὰ τὰ Χρι­στού­γεν­να, νὰ πλά­σει χρι­στό­ψω­μα τὴ Λαμ­πρή; Γιὰ μέ­να ἦ­ταν ἡ μά­να μου.

       Ἕ­νας αὐ­το­μα­τι­σμὸς ἡ φρον­τί­δα της – τό­σα χρό­νια. Νὰ τὴ ση­κώ­νω ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι, νὰ τὴν ἀ­κουμ­πῶ στὴν κα­ρέ­κλα, νὰ τῆς βά­νω τὸ ἀ­κου­στι­κό, τὰ γυα­λιά, τὶς μα­σέ­λες… Χω­ρὶς αὐ­τὰ τὰ σύ­νερ­γα οἱ αἰ­σθή­σεις της δὲ δού­λευ­αν. Ἐ­κτε­λοῦ­σα μη­χα­νι­κὰ —κι ἀ­γόγ­γυ­στα— τὸ «κα­θῆ­κον». Μό­νο ἡ φω­νή της, καμ­πα­νι­στή, δού­λευ­ε χω­ρὶς βο­η­θη­τι­κὸ ἐ­ξάρ­τη­μα· τρα­γου­δοῦ­σε τὶς μαν­του­νά­δες τῆς νι­ό­της της.


 

       Τὰ μά­τια μ’ ἔ­χουν ἔ­ρων­τα καὶ μέ­σα ψι­χα­λί­ζουν,

 

       καὶ μέ­σα στὸν ψι­χα­λι­σμὸ κα­ρά­βια ἀρ­με­νί­ζουν.

 


       Μι­λοῦ­σε μὲ τὸ χα­μέ­νο της ἐγ­γο­νό, ποὺ τὸν ἔ­παιρ­νε ἀγ­κα­λιὰ κά­θε βρά­δυ καὶ τὸν ζέ­σται­νε – «λα­λά, κρυ­ώ­νω, πο­λὺ κρυ­ώ­νω!».


Ὥ­σπου σή­με­ρα ἔ­σπα­σε ἡ ρου­τί­να. Μό­λις ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα τῆς κά­μα­ράς της, ἀ­μέ­σως κα­τά­λα­βα. Μιὰ ἀ­να­πάν­τε­χη μπό­χα μ’ ἅρ­πα­ξε ἀ­π’ τὰ ρου­θού­νια. Δὲ χρει­ά­στη­κε νὰ φτά­σω στὸ κρε­βά­τι γιὰ νὰ πι­στο­ποι­ή­σω τὴν ἐ­νο­χή της· μα­ζε­μέ­νη, ἕ­να κου­βα­ρά­κι, ἕ­να ἔμ­βρυ­ο, πρό­σω­πο γυ­ρι­σμέ­νο στὸν τοῖ­χο, δά­χτυ­λα ποὺ προ­σπα­θοῦ­σαν νευ­ρι­κὰ μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ νυ­χτι­κοῦ της νὰ σκε­πά­σουν τὸ τεκ­μή­ριο τῆς ἐ­νο­χῆς: ἕ­να κα­φε­τί, σι­χα­με­ρὸ πο­τά­μι. Καὶ πα­ρα­πό­τα­μοι. Ρυά­κια καὶ δι­α­κλα­δώ­σεις πά­νω στὰ ἄ­σπρα σεν­τό­νια. Εἶ­ναι ἀ­πί­στευ­το τί λα­βύ­ριν­θους μπο­ροῦν νὰ σχε­διά­σουν τὰ ἀ­ραι­ὰ σκα­τά.

       Ἀ­πὸ ‘­δῶ καὶ πέ­ρα εὔ­κο­λα μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ φαν­τα­στεῖ τὰ πα­ρά­θυ­ρα ποὺ ἄ­νοι­ξα, τὰ γάν­τια ποὺ φό­ρε­σα, τὸ ζε­στὸ νε­ρὸ μὲ τὸ σα­πού­νι στὴν κού­πα, τὰ με­γά­λα δι­α­λείμ­μα­τα τῆς ἀ­να­πνο­ῆς μου, κα­λύ­τε­ρα τὴν ἀ­γω­νί­α τῆς ἀ­σφυ­ξί­ας μου, κι ἐ­κεῖ­νον τὸ λό­ξυγ­κα τοῦ ἐ­με­τοῦ, ποὺ ἀ­νέ­βαι­νε στὸ στό­μα καὶ τὸν ἔ­σπρω­χνα νὰ ξα­να­γυ­ρί­σει στὸ στο­μά­χι, τὸν ἔ­σπρω­χνα κι αὐ­τὸς ὅ­λο ἀ­νέ­βαι­νε. Μέ­σα σ’ αὐ­τὴ τὴν ἀ­να­στά­τω­ση θυ­μή­θη­κα τὸ πα­ρά­δο­ξο ἑ­νὸς ἀ­φο­ρι­σμοῦ: «Ἕ­νας γέ­ρος χω­ρὶς πρω­κτὸ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι χα­ρι­τω­μέ­νος».

       Τὴ σκού­πι­σα μὲ τὰ σεν­τό­νια. Ἄρ­χι­σα ὕ­στε­ρα νὰ τὴν πλέ­νω. Ἡ λε­κά­νη της, μιὰ λά­μα τοῦ μπαλ­τᾶ τώ­ρα, μω­λώ­πι­ζε τὸ χω­νε­μέ­νο κρέ­ας. Δὲν ἔ­βγα­λε ἄ­χνα. Καρ­τε­ρι­κὰ συ­νέ­χι­σε νὰ μέ­νει στὴ στά­ση τοῦ ἔ­νο­χου καὶ μό­νο τα δά­χτυ­λά της πα­σπά­τευ­αν τὸ νυ­χτι­κό. Ἔ­ψα­ξα μή­πως καὶ βρῶ τὸ θάρ­ρος νὰ τὴν ἐμ­ψυ­χώ­σω.

       — Κου­ρά­γιο, μά­να! Ἀ­πὸ ‘­δῶ καὶ πέ­ρα ἡ ζω­ή μας θά ‘­ναι ἕ­να ἀ­πέ­ραν­το σκα­τό. Ἐ­σὺ θὰ χέ­ζεις, ἐ­μεῖς θὰ τὰ μα­ζεύ­ο­με καὶ θὰ σὲ πλέ­νο­με. Κου­ρά­γιο! Αὐ­τὰ εἶ­ναι τὰ παι­γνί­δια τοῦ σώ­μα­τος. Ἀρ­χί­ζουν μ’ ἕ­να πρε­λού­διο καὶ τε­λει­ώ­νουν μὲ μιὰ κόν­τα. Ἴ­δια καὶ τὰ δυ­ό. Μό­νο ἡ κλί­μα­κα τῆς μυ­ρω­διᾶς δι­α­φέ­ρει. Για­τί νὰ μοῦ στε­να­χω­ρι­έ­σαι; Τί εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος; Ἕ­να σα­κὶ μὲ σκα­τὰ εἶ­ναι, τά­φος κε­κο­νι­α­μέ­νος μὲ τὸν ἀ­σβέ­στη τῆς ὀ­μορ­φιᾶς.

       Δὲν ἄ­νοι­ξα τὸ στό­μα ἐν­τού­τοις. Δὲν ἦ­ταν ὥ­ρα γιὰ μου­σι­κὲς πα­ρο­μοι­ώ­σεις καὶ φι­λο­σο­φή­ματα. Τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ ἦ­ταν ἀ­φό­ρη­τα δυ­σῶ­δες. Ξε­σκά­τω­να τὴ μά­να μου, ποὺ μ’ εἶ­χε ξε­σκα­τώ­σει. Τε­λι­κά, ἔ­χει δί­κιο ὁ κό­σμος. Ὅ­λα εἶ­ναι δα­νει­κά. Ἔ­με­να ὅ­μως ποι­ός θὰ μὲ ξε­σκα­τώ­σει; «Νὰ βρεῖς μιὰ κο­πέ­λα νὰ νοι­κο­κυ­ρευ­τεῖς, νά ‘­χεις τὸ ζε­στὸ καὶ τὸ πλυ­μέ­νο σου…»

       Ἄ­νοι­ξα μὲ τὸ ζό­ρι τὰ πό­δια της, ποὺ τά ‘­χε γε­ρὰ κολ­λη­μέ­να, καὶ φούν­τω­σε στὰ βου­λι­αγ­μέ­να μά­γου­λά της ἕ­να παρ­θε­νι­κὸ ἐ­ρύ­θη­μα. Ξαφ­νι­κὰ ἡ ἀ­πο­φο­ρὰ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε, ἡ ἀ­η­δί­α μου δὲν ἦ­ταν πιὰ ἀ­η­δί­α. Τὰ πλα­στι­κὰ γάν­τια δὲν εἶ­χαν θέ­ση τώ­ρα πιά. Χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λά­βω τὰ πέ­τα­ξα καὶ κα­θά­ρι­σα μὲ γυ­μνὰ δά­χτυ­λα τὸ σκο­τει­νὸ ση­μεῖ­ο ἀ­π’ ὅ­που, σα­ράν­τα τό­σα χρό­νια πρίν, βγῆ­κα ἐ­γώ, ὁ ἀ­νε­πα­νά­λη­πτος καὶ μο­να­δι­κὸς Θα­νά­σης Πα­να­γι­ω­τί­δης. Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρά, ἂν εἶ­ν’ ἀ­λή­θεια ὅ­τι γεν­νι­ό­μα­στε τυ­φλοί, ποὺ ἔ­βλε­πα τὴν πύ­λη ἀ­π’ ὅ­που πέ­ρα­σα «ἀ­π’ τὸ μυ­στή­ριο τοῦ μη­δε­νὸς» σ’ αὐ­τὸν τὸν κό­σμο.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἡ κου­νι­στὴ πο­λυ­θρό­να καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (ἐκδ. Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1996).

Πα­να­γι­ώ­της Κου­σα­θα­νᾶς (Μύ­κο­νος, 1945). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε Ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε ἐ­πὶ μί­α εἰ­κο­σα­ε­τί­α στὴν Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἀ­σχο­λεῖ­ται συ­στη­μα­τι­κὰ μὲ τὴν δι­ά­σω­ση τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ τῆς Μυ­κό­νου. Βι­βλί­α του: Ποί­η­ση: Συρ­ρα­φὴ ὀ­νεί­ρων (1980), Ἀν­τι­χνού­με­νος (1994), Τὰ ποι­ή­μα­τα καὶ τέσ­σε­ρεις ἀ­να­πλά­σεις (συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση, Ἴν­δι­κτος, 2011) κ.ἄ. Πε­ζο­γρα­φί­α: Τὸ ρό­δο τῆς φω­τιᾶς (1985), Εἶ­ναι καὶ πρά­μα­τα βου­βά (1995), Λο­ξὲς ἱ­στο­ρί­ες ποὺ τε­λει­ώ­νουν μὲ ἐ­ρω­τη­μα­τι­κό (2009) κ.ἄ.

Advertisements

Παναγιώτης Κουσαθανᾶς: Ἡ σινιόρα Ντιότιμα

 

 

Παναγιώτης Κουσαθανᾶς

 

Ἡ σι­νι­ό­ρα Ντι­ό­τι­μα

 

ΙΧΑΛΙΖΕΙ. Ξέ­νος ἀ­πό­ψε ὁ Ἀ­να­στά­σης στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο με­τὰ τό­σων χρό­νων ἀ­που­σί­α ἀ­πὸ τὸ νη­σὶ ἀ­να­ρω­τι­έ­ται προ­τοῦ πλα­γιά­σει πό­σων συμ­πτώ­σε­ων κα­τά­λη­ξη εἶ­ναι ἡ βρο­χὴ πό­σων συμ­πτώ­σε­ων κα­τά­λη­ξη εἶ­ναι ἡ ζω­ή. Θυ­μω­μέ­νος ποὺ ὅ­λα ἐ­δῶ ἔ­χουν ἀλ­λά­ξει χα­ρά­ζει στὸ χαρ­τὶ τὶς ἀ­ρά­δες μὲ τὸ πε­λε­κη­μέ­νο καὶ τ’ ἀ­πε­λέ­κη­το γρά­ψι­μό του. Δὲν θὰ τολ­μή­σει νὰ τὶς σκί­σει εἶ­ναι τὸ μό­νο χει­ρο­πια­στὸ πράγ­μα μὲ τὸ νη­σὶ ποὺ τε­μα­χί­ζε­ται καὶ που­λι­έ­ται. Ὅ­λα τ’ ἄλ­λα κα­πνός ;τί κι ἂν ἦ­ταν κά­πο­τε μιὰ ὄ­μορ­φη γυ­ναί­κα ποὺ τὴν ἔ­λε­γαν σι­νι­ό­ρα Ντι­ό­τι­μα σύ­ζυ­γος τοῦ Ἰ­τα­λοῦ με­γα­λο­δι­κη­γό­ρου Ντα­λέγ­κρι κι ἕ­να ἄ­βγαλ­το παλ­λη­κα­ρά­κι σ’ ἕ­να σπί­τι ποὺ κι αὐ­τὸ που­λή­θη­κε; «— Ἂν εἶ­χα σπου­δαγ­μέ­νη τὴ Μου­σι­κή» σκέ­φτε­ται βγά­ζον­τας ἀρ­γὰ τὰ ροῦ­χα του «θά ’­γρα­φα ἕ­να τρα­γού­δι καὶ θά ’­μουν εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος ἂν ἤ­ξε­ρα ὅ­τι κά­ποι­α χεί­λη θὰ τὸ σι­γο­τρα­γου­δοῦ­σαν· ἂς ἐλ­πί­σω του­λά­χι­στο πὼς θὰ βρε­θοῦν δι­α­βα­τά­ρι­κα μά­τια νὰ ρί­ξουν μιὰ μα­τιὰ στὸ σῆ­μα ποὺ χτί­ζω με­σο­στρα­τὶς μὲ τὸ ζύ­γι τῆς λέ­ξης».

         Πε­λα­γω­μέ­νος πα­ρα­μι­λᾶ ξα­να­ρω­τών­τας τὴν πιὸ τε­τριμ­μέ­νη ἐ­ρώ­τη­ση τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας τὴν πιὸ ἄ­χρη­στη «—;Τί εἶ­μαι; ;τί εἴ­μα­στε;» κι ὅ­πως πάν­τα κα­τα­λή­γει «—Τί­πο­τα δὲν ξέ­ρο­με αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ μό­νη βε­βαι­ω­μέ­νη δι­α­πί­στω­ση ;εἶ­μαι τὰ ὄ­νει­ρα τὸ βλέμ­μα ἡ φω­νὴ ἡ θλί­ψη κι ἡ χα­ρά μου ἢ ὅ­πως ἀλ­λι­ῶς λέ­με ἡ “προ­σω­πι­κό­τη­τα” ὁ “ἐ­σω­τε­ρι­κὸς κό­σμος” μου ποὺ ἐμ­πε­ρι­έ­χε­ται σ’ αὐ­τὸ τὸ συ­νε­χῶς με­τα­βαλ­λό­με­νο τὸ φθαρ­τὸ σῶ­μα-σῆ­μα ποὺ νο­μί­ζο­με ὅ­τι μᾶς ὑ­πα­κού­ει; τὸ σαρ­κί­ο δι­α­λύ­ε­ται καὶ μὲ τὴ σει­ρά του συμ­πα­ρα­σύ­ρει τὴν “προ­σω­πι­κό­τη­τα” στὸ χῶ­μα στὸν ἀ­γέ­ρα στὸν ἥ­λιο στὸ νε­ρό».

        Πᾶ­νε χρό­νια ποὺ ἡ Ντι­ό­τι­μα ἔ­χει ἐ­ξο­φλή­σει τὴν ὀ­φει­λὴ ποὺ ὅ­λοι χρω­στᾶ­με κι ὁ Ἀ­να­στά­σης νι­ώ­θει πὼς ἡ σει­ρὰ τῆς δι­κῆς του πλη­ρω­μῆς (νὰ πλη­ρώ­σει καὶ νὰ πλη­ρω­θεῖ) ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα φτά­νει. Ἡ σι­νι­ό­ρα ποὺ ἀ­κό­μα τα­ξι­δεύ­ει πλη­σί­στια στὴ θύ­μη­σή του θὰ συμ­πα­ρα­συρ­θεῖ τό­τε θὰ δι­α­λυ­θεῖ γιὰ δεύ­τε­ρη φο­ρά – ὁ­ρι­στι­κὰ κι ἀ­με­τά­κλη­τα. «—Δὲν πρό­κει­ται γι’ ἀν­τα­γω­νι­σμὸ ἀν­τι­πα­λό­τη­τα ἢ ἀν­ταρ­σί­α» συλ­λο­γι­έ­ται «καὶ καμ­μιᾶς πλευ­ρᾶς ἡ μά­χη δὲν εἶ­ναι χα­μέ­νη ἢ κερ­δι­σμέ­νη· ἴ­σως αὐ­τὸ ποὺ μπο­ρεῖ νὰ δι­και­ώ­σει τὴ ζω­ὴ εἶ­ναι νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σο­με ὀ­λι­γαρ­κεῖς ἀλ­λὰ πλού­σιοι τὸν βι­ο­λο­γι­κό μας κύ­κλο ξε­δι­ψών­τας τὸν ἑ­αυ­τό μας καὶ τὸν συν­τα­ξι­δι­ώ­τη μας ὅ­πως ἡ βρο­χὴ τὸ χῶ­μα· ὕ­στε­ρα νὰ πα­ρα­με­ρί­σο­με κό­σμια ἀ­νε­πί­λη­πτα καὶ εἰ­ρη­νι­κὰ γιὰ νὰ πά­ρει σει­ρὰ κι ἄλ­λος».

        Δὲν προ­λα­βαί­νει νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὴ σκέ­ψη καὶ βλέ­πει τὰ χέ­ρια του νὰ ξι­φουλ­κοῦν ἀ­κού­ει τὴ φω­νή του ἔ­ξαλ­λη σχε­δὸν ἀ­γνώ­ρι­στη νὰ δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται γιὰ κά­τι μὲ κό­πο ξε­χα­σμέ­νο «—Ὁ ἄν­θρω­πος πο­ρεύ­ε­ται στὴ ζω­ὴ μα­θη­τευ­ό­με­νος ἀλ­λὰ ἀ­νε­πί­δε­κτος μα­θή­σε­ως νο­μί­ζον­τας ὅ­τι ἐ­ρω­το­τρο­πεῖ μὲ τὴν ἄ­στα­τη ἀ­θα­να­σί­α!» φω­νά­ζει βλο­συ­ρὸς μει­δι­ών­τας σαρ­κα­στι­κὰ «—Γιὰ κοί­τα­ξε τί ἀ­νά­πο­δες σκέ­ψεις φέρ­νει ἡ ἀ­να­πό­λη­ση εὐ­τυ­χι­σμέ­νων στιγ­μῶν ἀλ­λὰ ;πῶς ἀλ­λι­ῶς γί­νε­ται νὰ μα­λα­κώ­σεις σὰν τὸ ζυ­μά­ρι ἂν δὲν μα­θη­τέ­ψεις ἂν δὲν πλη­γώ­σεις καὶ πλη­γω­θεῖς;» Ἐ­ὰν τὸν ἔ­βλε­πε κα­νεὶς ἔ­τσι ὁ­λό­γυ­μνο τώ­ρα νὰ χει­ρο­νο­μεῖ μπρο­στὰ στὴ φθι­νο­πω­ρι­νὴ ψύ­χρα ποὺ εἰ­σβάλ­λει μὲ τὴ βρο­χὴ ἀ­πὸ τὴν μπαλ­κο­νό­πορ­τα θὰ σι­γου­ρευ­ό­ταν ὅ­τι εἶ­ναι θε­ό­μουρ­λος ὡ­στό­σο ὁ Ἀ­να­στά­σης νι­ώ­θει χω­ρὶς νὰ τὸ ἀρ­θρώ­νει ὅ­τι ἕ­νας εἶ­ναι ὁ τρό­πος: Νὰ πι­σω­γυ­ρί­σο­με στὸ κα­τώ­φλι ποὺ μᾶς ἔ­φε­ρε γυ­μνοὺς ἀπ’ τὸ σκο­τά­δι στὴν ἀ­να­το­λὴ καὶ νὰ τὸ δρα­σκε­λί­σο­με πά­λι γυ­μνοί – πρὸς τὴ δύ­ση.

        Ἀ­να­πη­δᾶ ξαφ­νι­α­σμέ­νος κα­θὼς ὁ ἀ­γέ­ρας κλεί­νει ξαφ­νι­κὰ τὴν πόρ­τα μ’ ἕ­ναν ὑ­πό­κω­φο γδοῦ­πο σφρα­γί­ζον­τας τε­λε­σί­δι­κα ὅ,τι εἶ­χε μεί­νει ὣς τώ­ρα ἀ­νοι­χτό. Εἶ­ναι βέ­βαι­ος ὅ­τι καὶ τὰ ἀ­πο­ψι­νὰ ὄ­νει­ρα δὲν θά ’­ναι ἄλ­λο ἀ­πὸ πα­ραρ­ρίμ­μα­τα ὅ­σων ἔ­ζη­σε τρα­που­λό­χαρ­τα ποὺ τ’ ἀ­να­κα­τεύ­ει τὸ σκο­τά­δι τοῦ ὕ­πνου καὶ τὰ σκορ­πί­ζει ὁ ἄ­νε­μος τῆς ζω­ῆς. Ψά­χνει νὰ βρεῖ ἂν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος ποὺ θὰ συμ­πα­ρα­σύ­ρει καὶ τὸν ἴ­διο πα­να­πεῖ ποὺ τὸν σκέ­φτε­ται κι ἀ­θέ­λη­τα θὰ τὸν δι­α­λύ­σει ὅ­ταν με­τὰ τὸν Ἀ­να­στά­ση φύ­γει μὲ τὴ σει­ρά του κι αὐ­τός. Κα­νέ­ναν δὲν βρί­σκει. Ἐ­κεῖ­να τὰ χρό­νια χτὲς ποὺ ἡ σι­νι­ό­ρα Ντι­ό­τι­μα τὸν ἔ­γδυ­νε ἀρ­γὰ τε­λε­τουρ­γι­κὰ κι αὐ­τὸς κά­θε φο­ρὰ κοκ­κί­νι­ζε σὰν νά ’­ταν ἡ πρώ­τη ἦ­ταν σύν­το­μα σὰν τὸ τρα­γού­δι ποὺ πο­τὲ δὲν θὰ γρά­ψει. «—Ὄ­χι δὲν εἶ­ναι σκλη­ρὴ ἡ ζω­ὴ ἐ­πει­δὴ τὴν ἀ­πο­χω­ρι­ζό­μα­στε» ἀ­να­φω­νεῖ λὲς καὶ τ’ ἀ­να­κά­λυ­ψε μό­λις τώ­ρα «εἶ­ναι σκλη­ρὴ ἐ­πει­δὴ ξε­νώ­νει τὸν ἄν­θρω­πο ἀ­πὸ τὸν ἄν­θρω­πο ὅ­σο εἶ­ναι ζων­τα­νοὶ ἀ­κό­μα».

        Κα­τά­κο­πος νυ­σταγ­μέ­νος πλα­γιά­ζει ἐ­πι­τέ­λους. Τὸ πρω­το­βρό­χι δρι­μώ­νει βάλ­θη­κε νὰ ξυ­πνή­σει τὸ νη­σὶ ἀ­πὸ τὸ ἀ­πο­κά­ρω­μα τοῦ κα­λο­και­ριοῦ δυ­ὸ ἀ­κό­μα βρο­χὲς κι ἡ γῆς θὰ μαλ­λιά­σει με­θυ­σμέ­νη. «Μιὰ τό­ση δὰ στα­γό­να φθι­νο­πω­ρι­νῆς βρο­χῆς» εὔ­κο­λα γί­νε­ται κα­τα­κλυ­σμὸς ἔ­χουν δί­κιο οἱ ποι­η­τές. Ἄλ­λο δὲν μέ­νει λοι­πὸν πα­ρὰ ἕ­τοι­μος γιὰ τὸ δρα­σκέ­λι­σμα νὰ συμ­μα­χή­σει γα­λί­φι­κα μὲ τὸ δευ­τε­ρό­λε­πτο τῆς τυ­χαι­ό­τη­τας ποὺ δυ­να­στεύ­ει τὸν βί­ο. Οἱ ἀ­να­μνή­σεις ἁλ­μυ­ρὲς ἢ γλυ­κὲς ἂν κι εἶ­ναι ἀ­πὸ τὰ λί­γα τῆς ζω­ῆς ποὺ δὲν τε­μα­χί­ζον­ται δὲν κλέ­βον­ται οὔ­τε που­λι­οῦν­ται γί­νον­ται χο­ὲς ὅ­ταν δρα­σκε­λί­σεις τὸ κα­τώ­φλι τοῦ Ὕ­πνου χο­ὲς ποὺ τὶς ρου­φᾶ σὰν τὴ βρο­χὴ ἀ­χόρ­τα­γο τὸ σῶ­μα-χῶ­μα μὲ τὴ δι­κή του ἀ­ξε­δι­ά­λυ­τη δι­και­ο­σύ­νη καὶ τὴ δι­κή του ἄ­πο­ψη γιὰ τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα.

  

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Πα­να­γι­ώ­της Κου­σα­θα­νᾶς (Μύ­κο­νος, 1945). Ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος καὶ με­λε­τη­τὴς τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ τοῦ γε­νέ­θλιου τό­που του. Βρα­βεῖ­ο Μα­ρί­ας Πέρ. Ράλ­λη (1980) καὶ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας (2003). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α βι­βλία του ποὺ ἐκ­δό­θη­καν εἶ­ναι: Λου­δο­βί­κος Ρου­σέλ, Πα­ρα­μύ­θια τῆς Μυ­κό­νου (Ἴν­δι­κτος καὶ Δῆ­μος Μυ­κό­νου 2007) καὶ Λο­ξὲς ἱ­στο­ρί­ες ποὺ τε­λει­ώ­νουν μὲ ἐ­ρω­τη­μα­τι­κό (Ἴν­δι­κτος 2009).