Ζέτα Κουντούρη: Ζήτημα τύχης


Ζέ­τα Κουν­τού­ρη


Ζή­τη­μα τύ­χης


Ο ΒΡΑΔΥ ΠΟΥ πνί­γη­κε ὁ ἀ­δελ­φός μου εἶ­χε παν­σέ­λη­νο καὶ ὅ­λη ἡ πα­ρέ­α εἴ­χα­με μα­ζευ­τεῖ στὴν πα­ρα­λί­α καὶ δι­α­σκε­δά­ζα­με. Τέ­λος Αὐ­γού­στου καὶ οἱ γο­νεῖς μας ἑ­τοί­μα­ζαν τὶς βα­λί­τσες, για­τί τὴν ἑ­πο­μέ­νη θὰ παίρ­να­με τὸ κα­ρά­βι νὰ γυ­ρί­σου­με στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που ὁ Χά­ρης, ὁ ἀ­δελ­φός μου, θὰ ξε­κι­νοῦ­σε φρον­τι­στή­ριο. Ἤ­θε­λε νὰ γί­νει για­τρός. Γιὰ μέ­να, ποὺ εἶ­μαι μι­κρό­τε­ρος, ἡ σχο­λι­κὴ χρο­νιὰ θὰ ξε­κι­νοῦ­σε ἀρ­γό­τε­ρα καὶ ἤ­θε­λα νὰ μεί­νω λί­γες μέ­ρες πα­ρα­πά­νω στὸ νη­σί, στὸ σπί­τι μιᾶς ἀ­γα­πη­μέ­νης μου θεί­ας. Ὅ­μως ὁ πα­τέ­ρας ἦ­ταν ἀ­νέν­δο­τος.

        — Ὅ­πως ἤρ­θα­με ὅ­λοι μα­ζὶ ἔ­τσι καὶ θὰ ἐ­πι­στρέ­ψου­με, μοῦ ἀ­πάν­τη­σε κο­φτὰ ὅ­ταν τόλ­μη­σα νὰ τοῦ τὸ πῶ.

       Θύ­μω­να ποὺ ἀ­παι­τοῦ­σε ἀ­πὸ ὅ­λους μας ὁ λό­γος του νὰ εἶ­ναι δι­α­τα­γή, ἀ­κό­μη καὶ γιὰ τὸ τί­πο­τα, πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­μως θύ­μω­να μὲ τὴν μη­τέ­ρα μου πού, μὲ  τὴν  ὑ­πο­χω­ρη­τι­κό­τη­τά της, τοῦ  ἐ­πέ­τρε­πε νὰ γί­νε­ται ὅ­λο καὶ πιὸ κα­τα­πι­ε­στι­κός. Ὑ­πῆρ­χαν φο­ρὲς ποὺ σχε­δὸν τὸν μι­σοῦ­σα, κυ­ρί­ως ὅ­ταν ξε­κί­να­γα νὰ τοῦ μι­λά­ω καὶ ἀ­πὸ τὸν τό­νο τῆς φω­νῆς μου μάν­τευ­ε πὼς  ἐ­πρό­κει­το κά­τι νὰ τοῦ ζη­τή­σω καὶ ἔ­νευ­ε μὲ τὸ κε­φά­λι ἀρ­νη­τι­κά, πρὶν  προ­λά­βω νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σω τὴν πρό­τα­σή μου. Μὲ τὸν ἴ­διο προ­σβλη­τι­κὸ τρό­πο φε­ρό­ταν συ­χνὰ καὶ σὲ ἐ­κεί­νη.

       Ὅ­ταν τὴν παν­τρεύ­τη­κε ἦ­ταν ἤ­δη δι­ευ­θυν­τὴς κλι­νι­κῆς, χρό­νια χῆ­ρος καὶ χω­ρὶς παι­διά. Συ­ναν­τή­θη­καν ἕ­να κα­λο­καί­ρι, ποὺ εἶ­χε ἔρ­θει ἐ­κεῖ­νος γιὰ δι­α­κο­πές, σ’ ἕ­να κοι­νὸ κά­λε­σμα, ἦ­ταν καὶ οἱ δύ­ο ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο νη­σί, καὶ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τρεῖς μῆ­νες τῆς πρό­τει­νε γά­μο. Θε­ω­ρή­θη­κε φυ­σι­κὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ τύ­χη, κι ἄς τὴν περ­νοῦ­σε δε­κα­πέν­τε χρό­νια, κι ἄς τοῦ ἦ­ταν δύ­σκο­λο, ἀ­κό­μη κι ἂν τὸ ἤ­θε­λε, νὰ κρύ­βει τὸν αὐ­ταρ­χι­κό του χα­ρα­κτή­ρα. Οἱ γο­νεῖς της εἶ­χαν ἄλ­λες δύ­ο κό­ρες ἀ­νύ­παν­τρες καὶ κα­μί­α πε­ρι­ου­σί­α.

       Ἡ μη­τέ­ρα μου ὑ­πῆρ­ξε πο­λὺ ὄ­μορ­φη στὰ νιά­τα της. Καὶ ἀ­κό­μη… Ἴ­σως κον­τὰ σὲ ἕ­ναν ἄλ­λον ἄν­τρα νὰ ἦ­ταν ὅ­πως τῆς ἄ­ξι­ζε, πιὸ χα­ρού­με­νη καὶ πιὸ λαμ­πε­ρή.

       — Μά­να, ποῦ τὸν βρῆ­κες; Δὲν κυ­κλο­φο­ροῦ­σε τί­πο­τα κα­λύ­τε­ρο στὴν ἀ­γο­ρά; τὴν πεί­ρα­ζα κά­ποι­ες φο­ρὲς ποὺ βρι­σκό­μα­σταν μό­νοι οἱ δυ­ό μας, καὶ ἀ­πὸ τὸ  με­λαγ­χο­λι­κὸ ὕ­φος της δι­αι­σθα­νό­μουν πὼς ἔ­κρυ­βε μυ­στι­κά.   Χα­μο­γε­λοῦ­σε ὕ­στε­ρα, ἕ­να χα­μό­γε­λο ποὺ χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λα­βαί­νει ἁ­πλω­νό­ταν σὲ ὁ­λό­κλη­ρό τὸ πρό­σω­πό της, μα­ζὶ μὲ ἕ­να ἁ­πα­λὸ κοκ­κί­νι­σμα, καὶ ἀ­παν­τοῦ­σε μὲ βι­α­σύ­νη πὼς ἡ ζω­ὴ δὲν τὰ φέρ­νει πάν­τα ὅ­πως τὰ θέ­λου­με. Πὼς ἀ­λη­θι­νὴ ση­μα­σί­α ἔ­χει τὸ ὅ­τι τὴν ἀ­γά­πη­σε καὶ τὴν παν­τρεύ­τη­κε ἕ­νας ἄν­θρω­πος ἀ­ξι­ό­λο­γος, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­φτια­ξε μιὰ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη οἰ­κο­γέ­νεια.

       — Κι ἐ­σύ, ρὲ μά­να; Ἐ­σὺ δὲν ἐ­ρω­τεύ­τη­κες πο­τέ σου; συ­νέ­χι­ζα νὰ ρω­τά­ω χω­ρὶς ἔ­λε­ος, παίρ­νον­τας εἴ­τε μο­νο­λε­κτι­κὲς εἴ­τε μπερ­δε­μέ­νες ἀ­παν­τή­σεις, πάν­τα ὡ­στό­σο ἀρ­νη­τι­κές. Ὅ­μως, τὸ κοκ­κί­νι­σμα τοῦ προ­σώ­που της κά­θε φο­ρὰ τὴν δι­έ­ψευ­δε.

       Συ­χνὰ τὴν λυ­πό­μου­να ποὺ δὲν εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει μιὰ κό­ρη. Οἱ μα­νά­δες δέ­νον­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τὰ κο­ρί­τσια τους. Τοὺς ἐκ­μυ­στη­ρεύ­ον­ται τὰ ἐ­σώ­ψυ­χά τους εὐ­κο­λό­τε­ρα ἀ­πὸ ὅ,τι σ’ ἕ­ναν γιό.

       Ὁ πα­τέ­ρας μου εἶ­χε ἀ­δυ­να­μί­α στὸν ἀ­δελ­φό μου. Ὁ Χά­ρης μὲ περ­νοῦ­σε τέσ­σε­ρα χρό­νια καὶ ἦ­ταν ἄ­ρι­στος μα­θη­τής, ἐ­νῶ ἐ­γὼ μό­λις ποὺ πέρ­να­γα τὶς τά­ξεις. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι ἀ­πέ­φευ­γε νὰ κά­νει, του­λά­χι­στον μπρο­στά μου, δυ­σά­ρε­στες συγ­κρί­σεις. Ἁ­πλῶς πο­τὲ δὲν μι­λοῦ­σε σ’ ἐ­κεῖ­νον μὲ τὸν πε­ρι­φρο­νη­τι­κὸ τρό­πο ποὺ ἀ­πευ­θυ­νό­ταν σὲ μέ­να καὶ στὴ μη­τέ­ρα μας.

       Ἔ­χουν πε­ρά­σει με­ρι­κὰ χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­γι­νε τὸ ἀ­τύ­χη­μα. Ὅ­σο κι ἂν προ­σπα­θῶ, εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νὰ φέ­ρω στὸ νοῦ μου πολ­λὲς λε­πτο­μέ­ρει­ες. Ἴ­σως καὶ νὰ μὴν ὑ­πάρ­χουν.

       Θυ­μᾶ­μαι ἀ­μυ­δρά, σὰν μέ­σα ἀ­πὸ ὄ­νει­ρο, πὼς κά­ποι­α στιγ­μή, ἐ­νῶ δι­α­σκε­δά­ζα­με στὴν πα­ρα­λί­α, τρεῖς ἀ­πὸ τὴν πα­ρέ­α ἀ­πο­φά­σι­σαν σὲ πλή­ρη εὐ­θυ­μί­α νὰ πε­τά­ξουν τὰ ροῦ­χα τους καὶ νὰ πᾶ­νε νὰ κο­λυμ­πή­σουν. Ἀ­νά­με­σά τους καὶ ὁ Χά­ρης, ἀ­συ­να­γώ­νι­στος στὸ κο­λύμ­πι. Ἡ θά­λασ­σα ἦ­ταν ἤ­ρε­μη, λου­σμέ­νη στὸ φῶς τοῦ φεγ­γα­ριοῦ.

      Στὴν ἀρ­χή, ὅ­πο­τε κοι­τά­ζα­με πρὸς τὴ με­ριά τους, δι­α­κρί­να­με καὶ τὰ τρί­α κε­φά­λια, πό­τε πό­τε μά­λι­στα, ἀ­κού­γα­με τὰ γέ­λια καὶ τὶς φω­νές τους. Εἶ­χε πε­ρά­σει ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα, ὅ­ταν βγῆ­καν μό­νον οἱ δύ­ο ἀ­πὸ τὸ νε­ρό, χο­ρο­πη­δών­τας σὰν τρε­λοὶ γιὰ νὰ ζε­στα­θοῦ­νε.

       Τὸν ἀ­δελ­φό μου τὸν ἔ­βγα­λε ἔ­ξω λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα τὸ Λι­με­νι­κό.

      Τὸ χαρ­τὶ ποὺ χρει­ά­στη­κε γιὰ νὰ τὸν κη­δέ­ψου­με ἔ­γρα­φε ἀ­νεύ­ρυ­σμα, ἀ­κού­στη­καν ὅ­μως καὶ δι­ά­φο­ρες ἄλ­λες ἀ­νο­η­σί­ες, ἀ­νά­ξι­ες νὰ ἀ­να­φερ­θοῦν.

       Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἡ μη­τέ­ρα μου ὕ­ψω­σε τὸ ἀ­νά­στη­μά της καὶ δή­λω­σε ἀ­πο­φα­σι­στι­κά:

       —  Τὸ παι­δὶ θὰ τα­φεῖ ἐ­δῶ, στὸ νη­σί.

       Ὁ πα­τέ­ρας μου δὲν ἔ­φε­ρε πα­ρα­δό­ξως κα­μιὰ ἀν­τίρ­ρη­ση, ἔ­μοια­ζε ξαφ­νι­κὰ γέ­ρος, ἕ­νας ἐν­τε­λῶς ἀ­νήμ­πο­ρος γέ­ρος.

       Ἡ μη­τέ­ρα δὲν γύ­ρι­σε μα­ζί του στὴν Ἀ­θή­να. Οὔ­τε κι ἐ­γώ. Γρά­φτη­κα στὸ  σχο­λεῖ­ο τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Ἂν μπῶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο, ποὺ δὲν τὸ πο­λυ­πι­στεύ­ω, ἴ­σως ἐ­πι­στρέ­ψω καὶ τό­τε θὰ ἔλ­θει κι ἐ­κεί­νη μα­ζί μου. Τὸ σπί­τι τοῦ πα­τέ­ρα εἶ­ναι πάν­τα ἀ­νοι­χτὸ καὶ μᾶς πε­ρι­μέ­νει. Ὁ ἴ­διος, ὅ­πο­τε τη­λε­φω­νι­ό­μα­στε, λέ­ει πὼς ἀ­νυ­πο­μο­νεῖ. Μπο­ρεῖ κά­πο­τε καὶ νὰ πᾶ­με… μπο­ρεῖ νὰ γί­νω κι ἐ­γὼ για­τρός.

       Με­ρι­κὰ πράγ­μα­τα, τε­λι­κά, εἶ­ναι ζή­τη­μα τύ­χης.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ζέ­τα Κου­ντού­ρη (Ἀθή­να, 1947). Πε­ζο­γρά­φος (δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα). Σπού­δα­σε στὴ Νο­μικὴ Σχολὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀθηνῶν. Πρῶτο της βι­βλί­ο: Ἡ πρε­μιέ­ρα, Ἀθή­να, 1992 (δι­η­γή­μα­τα) καὶ τε­λευ­ταῖο: Ρωγ­μές στὴ σιω­πή, Ἀθή­να, 2010 (μυ­θι­στόρη­μα).


			

Ζέτα Κουντούρη: Τριτοκοσμικὲς ἱστορίες

 

 

Ζέτα Κουντούρη

 

Τρι­το­κο­σμι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες

 

ΟΙΤΑΖΩ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΟΥστὸν κα­θρέ­φτη. Τὸ τό­ξο στὰ χεί­λη γυρ­τό, τὸ δέρ­μα μουν­τὸ καὶ μνη­σί­κα­κο. Ἡ βο­η­θὸς τοῦ ἄν­τρα μου, ἡ Ψι­ψι­νέλ, χα­μο­γε­λά­ει γα­λα­ζο­πρά­σι­να κά­θε φο­ρὰ ποὺ μὲ συ­ναν­τά­ει στὸ πο­λυ­τε­λὲς ἰ­α­τρεῖ­ο του. Τί ψη­λο­τά­κου­νες γό­βες, τί φι­νε­τσά­τα καλ­σὸν πα­ρα­τη­ρεῖ μ’ ὀ­ξυ­δέρ­κεια, ἀ­λή­θεια τί τυ­ρὶ εἶ­χες βά­λει προ­χτὲς στὸ σου­φλέ σου; Γλεί­ψα­με μέ­χρι καὶ τὸ τρι­αν­τα­φυ­λί σου τρα­πε­ζο­μάν­τη­λο!

       Ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς τρα­πε­ζα­ρί­ας φαί­νε­ται ἡ νε­ραν­τζιὰ τοῦ δρό­μου. Ὅ­πο­τε φυ­σά­ει ὁ ἄ­νε­μος σπρώ­χνει τὰ κλω­νά­ρια της μὲς στὸ πιά­το μου. Φτιά­χνω δι­ά­φο­ρα γλυ­κὰ τοῦ κου­τα­λιοῦ, ὀ­λί­γον ὑ­πό­ξι­να, καὶ τὰ προ­σφέ­ρω ὡς ἐ­πι­δόρ­πιο τὰ βρά­δια στοὺς κα­λε­σμέ­νους μου.

       Ὁ ἄν­τρας μου, πλα­στι­κὸς χει­ρουρ­γός, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ χει­ρουρ­γεῖ­α ἔ­χει καὶ τὰ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ δεῖ­πνα, συ­ναν­τι­ό­μα­στε σπα­νι­ό­τα­τα, ὑ­πάρ­χει ἀ­νάγ­κη ἀ­νό­δου, ὅ­ταν ἀ­νέ­βει ἀρ­κε­τὰ θὰ μπο­ρεῖ νὰ φτά­νει ἄ­νε­τα στὴν κο­ρυ­φὴ τῆς νε­ραν­τζιᾶς, δὲν θὰ χρει­ά­ζε­ται νὰ φυ­σά­ει γιὰ νὰ κό­βου­με φροῦ­τα.

       Ἐ­μέ­να, σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, κ. συ­νά­δελ­φε, μὴ μ’ ἀ­να­κα­τεύ­ε­τε, εἶ­ναι τρε­λὴ καὶ τὸ δι­α­πι­στώ­νε­τε καὶ μό­νος σας, δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται ἀ­γα­να­κτι­σμέ­να.

       Ὅ­ταν μᾶς κα­λεῖ στὸ σπί­τι της ἡ Ψι­ψι­νέλ, μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ φτύ­νω τὰ κου­κού­τσια ἀ­π’ τὰ δα­μά­σκη­να μὲς στὸ πιά­το του, ἀ­κό­μη κι ἂν δὲν κά­θε­ται δί­πλα μου πα­ρὰ μί­λια ὁ­λό­κλη­ρα μα­κριά μου.

       Ὁ ἄν­τρας της, ὁ Ὀρ­σί­νιος, ἀ­νώ­τα­τος τρα­πε­ζι­κός, φλυα­ρεῖ μὲ ἄ­νε­ση πε­ρὶ πάν­των. Ἀ­στε­ΐ­ζε­ται, γνω­ρί­ζει πρό­σω­πα καὶ πράγ­μα­τα, δι­α­τυ­πώ­νει ἀ­πό­ψεις βα­ρε­τὲς καὶ βα­ρύ­γδου­πες.

       Ἱ­στο­ρί­ες ἀ­π’ τὶς Ἰν­δί­ες, πῶς μ’ ἀ­ρέ­σει ν’ ἀ­κού­ω ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὶς Ἰν­δί­ες, οἱ πλα­ϊ­νοί μου ἐ­πέ­στρε­ψαν προ­χτὲς καὶ δι­η­γοῦν­ται μ’ ἐν­θου­σια­σμό. Οἱ ἄν­θρω­ποι πε­σμέ­νοι στοὺς δρό­μους σὰν τὶς μύ­γες κι ἀ­πὸ πά­νω ὁ ἥ­λιος νὰ τοὺς ψή­νει, ἱ­δρώ­νουν οἱ μα­σχά­λες καὶ οἱ πα­λά­μες μου, ὁ ἄν­τρας μου σι­χαί­νε­ται τὶς τρι­το­κο­σμι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες. Ἂς τα­ξι­δέ­ψου­με κά­που στὸν πο­λι­τι­σμό, βρὲ ἀ­δερ­φέ, ἀ­πο­τολ­μά­ει. Στὴν Βα­γδά­τη, τὸν δι­α­κό­πτουν, οἱ Ἰσ­λα­μι­στὲς κά­ψαν πά­λι τὸν κό­σμο, κό­σμο εἰ­ρη­νι­κό, ἀ­νυ­πο­ψί­α­στο… κα­νεὶς δὲν ἐ­πι­τρέ­πε­ται στὶς μέ­ρες μας νὰ πα­ρα­μέ­νει ἀ­νυ­πο­ψί­α­στος, πα­ρεμ­βαί­νει ὁ Ὀρ­σί­νιος, ὁ πό­λε­μος πα­ρα­μο­νεύ­ει, ἡ φτώ­χεια πα­ρα­μο­νεύ­ει, οἱ λα­θρο­με­τα­νά­στες πα­ρα­μο­νεύ­ουν, ὁ θά­να­τος πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα πα­ρα­μο­νεύ­ει…

       Ἡ Ψι­ψι­νὲλ χα­σμου­ρι­έ­ται κά­νον­τας μὲ τρό­πο νό­η­μα στὸν ἄν­τρα μου πὼς πρέ­πει νὰ τοῦ δί­νου­με, αὔ­ριο τοὺς πε­ρι­μέ­νουν στὴν κλι­νι­κὴ δώ­δε­κα μύ­τες καὶ σα­ράν­τα δύο βυ­ζιά, πό­τε θὰ τὰ προ­λά­βουν; Ἡ ἴ­δια ἔ­χει ἀλ­λά­ξει ὄ­ψη με­τὰ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο της lifting κι ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τὸν κό­σμο μ’ εὐ­τυ­χι­σμέ­νο βλέμ­μα με­σ’ ἀ­π’ τοὺς γα­λα­ζο­πρά­σι­νους φα­κούς της.

       Ὁ ἄν­τρας μου γυρ­νά­ει χα­μο­γε­λα­στὰ πρὸς τὸ μέ­ρος μου, τὰ παι­διά, δὲν εἶ­πες πὼς πρέ­πει αὔ­ριο νὰ ξυ­πνή­σου­με νω­ρὶς τὰ παι­διά, λέ­ει καὶ μοῦ σφίγ­γει προ­ει­δο­ποι­η­τι­κὰ τὸ χέ­ρι.

       Τρε­λαί­νο­μαι γιὰ τὸ κυ­νή­γι, μὴ μὲ κοι­τᾶ­τε πα­ρα­ξε­νε­μέ­να, ξέ­ρω πὼς δὲν εἶ­ναι ἕ­να σπὸρ συ­νη­θι­σμέ­νο στὶς γυ­ναῖ­κες, ὅ­μως ἐ­μέ­να μ’ ἀ­ρέ­σει αὐ­τὴ ἡ λε­πτὴ αἴ­σθη­ση τῆς ὑ­πε­ρο­χῆς, νὰ κρα­τά­ω σφι­χτὰ τὸ ὅ­πλο καὶ ὕ­στε­ρα νὰ ρί­χνω, στὰ τυ­φλὰ ἢ στὸ στό­χο, ἀ­δι­α­κρί­τως, κυ­ρί­ως τὸ χά­ρα­μα, ἀ­κού­γον­τας τὰ φτε­ρου­γί­σμα­τα τῶν που­λι­ῶν καὶ τὰ σκά­για.

       Κι ἂν ξυ­πνοῦ­σαν τὰ παι­διά σας, κυ­ρί­α μου, ἂν ἀ­π’ τὰ σκά­για ξυ­πνοῦ­σαν οἱ γιοί σας;

       Ὁ Ἔν­τυ καὶ ὁ Μέρ­φυ κοι­μοῦν­ται βα­θιά, δι­α­μαρ­τύ­ρο­μαι κι ὁ τρε­λο­για­τρὸς κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι του.

       Ὁ Τάμ­πυ ὑ­πῆρ­ξε ὁ μο­να­δι­κός μου ἔ­ρω­τας. Στὸ βου­νὸ ποὺ πα­ρα­θε­ρί­ζα­με μα­ζεύ­α­με κάμ­πι­ες καὶ σα­λιγ­κά­ρια με­τὰ τὴ βρο­χή, ἐ­κεῖ­νος τὰ κου­βά­λα­γε κι ἐ­γὼ τὰ μα­γεί­ρευ­α, ἀ­φοῦ πρῶ­τα τὰ ξε­κοί­λια­ζα γιὰ νὰ μὴ βρω­μᾶ­νε. Ἔ­πει­τα ξα­πλώ­να­με καὶ παί­ζα­με τὸ ἀν­τρό­γυ­νο…

       Δὲν ἔ­στει­λα τὴν κό­ρη μου στ’ ἀ­κρι­βό­τε­ρα σχο­λεῖ­α γιὰ νὰ γυρ­νά­ει μ’ αὐ­τοὺς τοὺς ἄ­χρη­στους, ὁ μπαμ­πὰς θυ­μω­μέ­νος χτυ­πᾶ τὸ χέ­ρι του πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι. Ὅ­ταν ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα θὰ κά­νει τὸ σω­στὸ γά­μο!

       Καὶ για­τί πρῶ­τα νὰ σπου­δά­σει, ἐ­γὼ θὰ σᾶς ἔ­λε­γα νὰ τὴν παν­τρέ­ψε­τε, δὲν θὰ χά­σει δὰ καὶ ἡ Ἐ­πι­στή­μη ἕ­να νέ­ο Πα­στέρ, γε­λά­ει εἰ­ρω­νι­κὰ ὁ θεῖ­ος ὁ Αὐ­γου­στί­νος.. Τὰ βρά­δια ποὺ οἱ ἄλ­λοι κοι­μοῦν­ται χτυ­πά­ει τὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου μου, κλει­δώ­νω καὶ δι­πλο­κλει­δώ­νο­μαι ὅ­πο­τε μᾶς ἐ­πι­σκέ­πτε­ται. Ἔ­λα μω­ρό μου, ἔ­λα νὰ παί­ξου­με πά­λι τὸ λύ­κο μὲ τ’ ἀρ­νά­κι, ἐ­γὼ γιὰ τὸ κα­λό σου τὰ ἔ­λε­γα ὅ­λα αὐ­τὰ τὸ πρω­ί…

       Καὶ τώ­ρα οἱ δυ­ό μας. Για­τί μὲ παν­τρεύ­τη­κες; τὸν ρω­τά­ω. Ἡ Ψι­ψι­νέλ, χω­μέ­νη κά­τω ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι μας, ξε­καρ­δί­ζε­ται. Κα­η­με­νού­λι μου, ποὺ ἔμ­πλε­ξες, ἀ­κού­ω συ­χνὰ ποὺ τὸν κα­να­κεύ­ει.

       Καὶ τώ­ρα οἱ δυ­ό μας μι­κρό μου πι­τσου­νά­κι!

       Πάρ­τε της τ’ ὅ­πλο, εἶ­ναι τρε­λή, γιὰ δέ­σι­μο, οἱ γεί­το­νες σκαρ­φα­λω­μέ­νοι στὴ νε­ραν­τζιὰ εἶ­ναι χω­ρι­σμέ­νοι στὰ δυ­ό, ἔ­χει δί­κιο, εἶ­ναι κα­θί­κι, ρί­ξ’ του, φω­νά­ζουν οἱ μι­σοί, εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς ἀ­νι­σόρ­ρο­πη, οἱ ὑ­πό­λοι­ποι, οἱ δυ­ό μας τώ­ρα πι­τσου­νά­κι μου, τσι­ρί­ζω καὶ ση­μα­δεύ­ω. Ἀ­κού­γε­ται μό­νον ὁ ἦ­χος ἀ­π’ τὰ φυ­σίγ­για…

       Ἀ­μὰν μα­μά, δὲν ξέ­ρεις κα­νέ­να ἄλ­λο πα­ρα­μύ­θι λι­γό­τε­ρο βα­ρε­τό, ὅ­λο τὰ ἴ­δια καὶ τὰ ἴ­δια, ὁ Ἔν­τυ καὶ ὁ Μέρ­φυ ἀλ­λη­λο­κοι­τά­ζον­ται μὲ ση­μα­σί­α κι ἀλ­λά­ζουν πλευ­ρό.

       — Ἐ­πι­τέ­λους, κυ­ρί­α μου, λο­γι­κευ­τεῖ­τε, βῆ­μα δὲν θὰ προ­χω­ρή­σου­με ἂν δὲν ἀ­πο­φα­σί­σε­τε νὰ λέ­τε πρό­σω­πα καὶ πράγ­μα­τα μὲ τὸ ὄ­νο­μά τους…

  

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ζέ­τα Κου­ντού­ρη (Ἀθή­να, 1947). Πε­ζο­γρά­φος (δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα). Σπού­δα­σε στὴ Νο­μικὴ Σχολὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀθηνῶν. Πρῶτο της βι­βλί­ο: Ἡ πρε­μιέ­ρα, Ἀθή­να, 1992 (δι­η­γή­μα­τα) καὶ τε­λευ­ταῖο: Ρωγ­μές στὴ σιω­πή, Ἀθή­να, 2010 (μυ­θι­στόρη­μα).