María Kuyumtzí: Mamá


Kougioumtzi,Maria-Mana-Eikona-01


María Kuyumtzí


Mamá


12-EpsilonN CASA prevalecía el padre con su voz enérgica  y todos le teníamos mucho miedo. La madre iba y venía silenciosa y algo encorvada. Su voz la dejaba salir siempre para aconsejar y nunca para dar órdenes. El padre traía amigos a casa, escuchábamos sus ensordecedoras voces y sus risas. Ella deambulaba como una sombra y se sentaba somnolienta en un rincón. Mientras éramos pequeños,  nos calentábamos en su regazo, pero cuando crecimos, –hombres también nosotros– no le dábamos importancia. De vez en cuando la veíamos  limpiarse deprisa sus ojos llorosos y eso nos fastidiaba. Lo llamábamos sen­ti­men­talismo, cosas de mujer. Necesitó hacer algo más de lo que hacía siempre, para que entendiéramos que gracias a su amor armonizaba nuestra vida. Una noche alrededor de las doce, habíamos regresado borrachos con mi hermano, haciendo caso omiso a las consecuencias  que tendría nuestra im­pru­dencia. Nuestro padre nos esperaba enfadado. Nos lo había dicho hace mucho que la puerta la cerraría a las once, pero estaba abierta de par en par y todas las luces encendidas. Viendo nuestro desastre, el traje manchado por el vómito de mi pe­queño hermano, nuestro aspecto ridículo, comenzó a in­sul­tar­nos, a gri­tar­nos, excitado por sus propias palabras, nos abofeteó, hasta que en un mo­men­to mi hermano, con osadía,  le llevó la contraria, cogió las pinzas para las bra­zas que estaban al rojo vivo del brasero y la levantó contra él. Entonces mi ma­dre se metió por medio y se llevó las pinzas en la cara. Su piel chirrió pero a­quélla ni siquiera rechistó, sino que se quedó de pie con las manos delante del cuerpo de mi hermano. Todos nos quedamos paralizados como estatuas y la indignación de mi padre se esfumó inmediatamente. Nosotros ya nos ha­bí­a­mos desemborrachado. Callada aquella nos dejó, fue al fregadero, lavó su pa­ñuelo y comenzó a refrescar su herida. Ninguno de nosotros se acercó a ayu­darla – nunca la ayudábamos en nada. Nos dimos cuenta de esto de re­pe­nte y bajamos la cabeza.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Fuente: Primera publicación.

María Kuyumtzí (Salónica, 1945). Sus cuentos han sido publicados en nu­me­ro­sas revistas literarias como Ἐντευκτήριο, λέξη, Πανδώρα, Πάροδος, Παρέμβαση. Ha publicado las colecciones de cuentos ­γριο βελοῦδο [Terciopelo salvaje] (2009) y Γιατί κάνει τόσο κρύο στὸ δω­μά­τιό σου; [¿Por qué hace tanto frío en tu habitación?] (2011).

Traducción: Marisol Fuentes

Revisión: Κonstantinos Paleologos


		
Advertisements

Μαρία Κουγιουμτζῆ: Μάνα

 

1901

.

Μα­ρί­α Κου­γι­ουμ­τζῆ

 

Μά­να

 

01-Sigmaτὸ σπί­τι κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε ὁ πα­τέ­ρας μὲ τὴ δυ­να­τὴ φω­νή του καὶ τὸν τρέ­μα­με ὅ­λοι. H μη­τέ­ρα πη­γαι­νο­έρ­χον­ταν σι­ω­πη­λὴ καὶ λί­γο καμ­που­ρι­α­σμέ­νη. Ἡ φω­νὴ της ἔ­βγαι­νε πάν­τα γιὰ συμ­βου­λὲς καὶ πο­τὲ γιὰ δι­α­τα­γές. Ὁ πα­τέ­ρας ἔ­φερ­νε φί­λους στὸ σπί­τι, ἀ­κού­γα­με τὶς βρον­τε­ρὲς φω­νές τους καὶ τὰ γέ­λια τους. Ἐ­κεί­νη πε­ρι­φέ­ρον­ταν σὰ σκιὰ ἢ κά­θον­ταν νυ­σταγ­μέ­νη σὲ μιὰ γω­νιά. Ὅ­σο ἤ­μα­σταν μι­κροί, ζε­σται­νό­μα­σταν στὴν ἀγ­κα­λιά της, μὰ σὰν με­γα­λώ­σα­με, ἄν­τρες κι ἐ­μεῖς, δὲν τῆς δί­να­με ση­μα­σί­α. Κα­μιὰ φο­ρὰ τὴ βλέ­πα­με νὰ σκου­πί­ζει βι­α­στι­κὰ τὰ δα­κρυ­σμέ­να της μά­τια κι αὐ­τό μᾶς νευ­ρί­α­ζε. Συ­ναι­σθη­μα­τι­σμοὶ λέ­γα­με, γυ­ναι­κεί­α κα­μώ­μα­τα. Χρει­ά­στη­κε νὰ κά­νει κά­τι πα­ρα­πά­νω ἀ­π’ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­κα­νε πάν­τα, γιὰ νὰ κα­τα­λά­βου­με πὼς χά­ρη στὴν ἀ­γά­πη της ἰ­σορ­ρο­ποῦ­σε ἡ ζω­ή μας. Ἦ­ταν ἕ­να βρά­δυ γύ­ρω στὶς δώ­δε­κα, εἴ­χα­με γυ­ρί­σει με­θυ­σμέ­νοι μὲ τὸν ἀ­δελ­φό μου, ἀ­γνο­ών­τας τὶς συ­νέ­πει­ες ποὺ θὰ εἶ­χε αὐ­τὴ ἡ ἀ­πε­ρι­σκε­ψί­α μας. Ὁ πα­τέ­ρας μας πε­ρί­με­νε ὀρ­γι­σμέ­νος. Μᾶς τὸ ‘χε καὶ πα­λαι­ό­τε­ρα δη­λώ­σει πὼς ἡ πόρ­τα θὰ ‘κλεινε στὶς ἕν­τε­κα, μὰ ἦ­ταν ὁ­λά­νοι­χτη κι ὅ­λα τὰ φῶ­τα ἀ­ναμ­μέ­να. Βλέ­πον­τας τὰ χά­λια μας, τὸ λε­ρω­μέ­νο ἀ­πὸ τὸν ἐ­με­τὸ κου­στού­μι τοῦ μι­κροῦ μου ἀ­δερ­φοῦ, τὴ φαι­δρή μας ὄ­ψη, ἄρ­χι­σε νὰ βρί­ζει, νὰ φω­νά­ζει, ἐ­ρε­θί­στη­κε ἀ­π’ τὰ ἴ­δια του τὰ λό­για, μᾶς μπά­τσι­σε, ὥ­σπου σὲ μιὰ στιγ­μὴ ποὺ ὁ ἀ­δερ­φός μου ἀ­πε­ρί­σκε­πτα τοῦ ἀν­τι­μί­λη­σε, ἅρ­πα­ξε τὴ μα­σιὰ ποὺ ἦ­ταν πυ­ρω­μέ­νη ἀ­πὸ τὰ κάρ­βου­να τοῦ μαγ­κα­λιοῦ καὶ τὴ σή­κω­σε κα­τὰ πά­νω του. Τό­τε μπῆ­κε στὴ μέ­ση ἡ μη­τέ­ρα κι ἔ­φα­γε τὴ μα­σιὰ στὰ μοῦ­τρα. Τὸ κρέ­ας της τσι­τσί­ρι­σε μὰ ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­βγα­λε μή­τε τὴν πιὸ μι­κρὴ φω­νί­τσα, πα­ρὰ στέ­κον­ταν ὄρ­θια μὲ τὰ χέ­ρια μπρο­στὰ στὸ σῶ­μα τοῦ ἀ­δερ­φοῦ μου. Ὅ­λοι μεί­να­με ἀ­κί­νη­τοι σὰν ἀ­γάλ­μα­τα καὶ ἡ ὀρ­γὴ τοῦ πα­τέ­ρα μου ἐ­ξα­νε­μί­στη­κε μὲ μιᾶς. Ἐ­μεῖς εἴ­χα­με ἤ­δη ξε­με­θύ­σει. Ἀ­μί­λη­τη ἐ­κεί­νη μας ἄ­φη­σε, πῆ­γε στὸ νε­ρο­χύ­τη, ἔ­πλυ­νε τὸ μαν­τί­λι της κι ἄρ­χι­σε νὰ δρο­σί­ζει τὴν πλη­γή. Κα­νέ­νας μας δὲν πλη­σί­α­σε νὰ τὴν βο­η­θή­σει, πο­τὲ δὲν τὴν βο­η­θού­σα­με σὲ τί­πο­τα, τὸ νι­ώ­σα­με ἄ­ξαφ­να αὐ­τὸ καὶ χα­μη­λώ­σα­με τὸ κε­φά­λι.

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

 Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Μα­ρί­α Κου­γι­ουμ­τζῆ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945). Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἐν­τευ­κτή­ριο, Ἡ λέ­ξη, Παν­δώ­ρα, Πά­ρο­δος, Πα­ρέμ­βα­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἄ­γριο βε­λοῦ­δο (Κα­στα­νι­ώ­της, 2009) καὶ Για­τί κά­νει τό­σο κρύ­ο στὸ δω­μά­τιό σου; (Κα­στα­νι­ώ­της, 2011)

 

Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ Πικάσο «Μητέρα και παιδί δίπλα σε συντριβάνι», 1901.

 

Μαρία Κουγιουμτζῆ: Σκιά

 

 

Μαρία Κουγιουμτζῆ

 

Σκιά

 

ΕΝ Υ­ΠΗΡ­ΧΕ Ω­ΡΑ, στιγ­μὴ ποὺ νὰ μὴ νι­ώ­θω τὰ μά­τια του νὰ μ’ ἀ­κο­λου­θοῦν. Κι ὄ­χι μό­νο αὐ­τά. Αἰ­σθα­νό­μουν τὴ σκιά του πί­σω μου, ἄ­σχε­τα ἂν δὲν τὴν εἶ­δα πο­τέ. Κά­που κά­που μο­νά­χα ἕ­να ξέ­φτι ἔ­στρι­βε σὲ κά­ποι­α γω­νιά.

       Χι­ο­νί­ζει, ἄ­η­χες οἱ νι­φά­δες πέ­φτουν στὰ μαλ­λιά μου, τὸ κρύ­ο εἶ­ναι ἁ­πα­λό, ἡ σι­ω­πὴ του γε­μά­τη μά­τια. Τὰ μά­τια του. Ἴ­δια μὲ τὰ δι­κά μου. Ἐ­πι­μέ­νουν.

      Παίρ­νω τὴ μι­κρή μου κό­ρη καὶ πᾶ­με. Χώ­νο­μαι βα­θιὰ μέ­σα στὸ δά­σος. Τὸ σπί­τι ζε­στό, ἀ­φοῦ τὸ κο­ρί­τσι ρί­χνει συ­νε­χῶς ξύ­λα στὴ φω­τιά. Για­τί εἶ­σαι ἀ­νή­συ­χος; μοῦ λέ­ει, ἐ­δῶ θὰ τὸν βρεῖς.

      Βλέ­πω τὰ ψη­λὰ χι­ο­νι­σμέ­να βου­νά, μό­νο μὲ ἄ­λο­γο μπο­ρῶ νὰ τ’ ἀ­νέ­βω. Ὅ­μως δὲν ξέ­ρω ἀ­πὸ ἄ­λο­γα. Ρω­τῶ ἕ­ναν χω­ρι­κό, κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι του. Μό­νο μὲ μου­λά­ρι, λέ­ει, καὶ ὄ­χι μ’ αὐ­τὸν τὸν και­ρό. Μὲ τὰ πό­δια; ρω­τῶ. Ἀ­δύ­να­τον, λέ­ει, θέ­λεις τέσ­σε­ρις μέ­ρες νὰ φτά­σεις πέ­ρα ἀ­π’ αὐ­τά, στὴν κοι­λά­δα. Πρέ­πει νὰ κου­βα­λή­σεις τὸ νε­ρὸ καὶ τὴν τρο­φή σου καὶ τὶς νύ­χτες τρι­γυρ­νοῦν λύ­κοι.

      Ἡ κό­ρη μου βλέ­πει νὰ ἑ­τοι­μά­ζο­μαι. Ἂν εἶ­ναι νὰ τὸν βρεῖς ἐ­κεῖ, θὰ τὸν βρεῖς κι ἐ­δῶ, λέ­ει. Κοι­τῶ τὸ θλιμ­μέ­νο της πρό­σω­πο, ἴ­σως ἔ­χεις δί­κιο, λέ­ω. Μὴ μὲ πε­ρι­μέ­νεις, γύρ­να στὴν πό­λη. Θὰ σὲ πε­ρι­μέ­νω, λέ­ει. Τὰ μά­τια της εἶ­ναι κόκ­κι­να. Τῆς χα­ϊ­δεύ­ω τὰ μαῦ­ρα μαλ­λιά.

      Τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα ξύ­πνη­σα ἀ­π’ τὸ τρί­ξι­μο τῶν σα­νι­δι­ῶν. Κά­ποι­ος περ­πα­τοῦ­σε στὸ δω­μά­τιο. Ἐ­σὺ εἶ­σαι; ψι­θύ­ρι­σα. Μιὰ κρύ­α ἀ­νά­σα μοῦ ἄγ­γι­ξε τὰ χεί­λη. Ντύ­θη­κα στὰ σκο­τει­νά, τώ­ρα ὁ ἀ­έ­ρας μοῦ φά­νη­κε χλια­ρός. Ἔρ­χο­μαι, εἶ­πα, ἔρ­χο­μαι. Κά­τι φουρ­φού­ρι­σε ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια μου. Ἡ κό­ρη μου ση­κώ­θη­κε, ἔ­ρι­ξε μιὰ πλε­χτὴ ζα­κέ­τα πά­νω ἀ­π’ τὴ νυ­χτι­κιά της, ὅ­λα εἶ­ναι ἕ­τοι­μα, εἶ­πε, τὸ ψω­μί, τὸ νε­ρὸ ἐ­δῶ, ἡ κου­βέρ­τα ἐ­κεῖ. Φό­ρε­σες δυ­ὸ ζευ­γά­ρια κάλ­τσες; Σοῦ ἔ­χω ἄλ­λα δυ­ὸ μὲς στὴν κου­βέρ­τα κι ἕ­να ζευ­γά­ρι γάν­τια ἀ­κό­μα. Τὰ τσι­γά­ρα σου στὶς τσέ­πες τοῦ μπου­φὰν καὶ σπίρ­τα. Μ’ ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σε βου­βά, τὰ μά­τια της στε­γνά. Αὐ­τὸ τὸ κο­ρί­τσι γεν­νή­θη­κε μὲ τὴ γνώ­ση. Ἔ­τσι ἦ­ταν κι ἡ μά­να της, ἀ­κό­μα καὶ τὸν θά­να­τό της ἤ­ξε­ρε, εἶ­πε στὴν κό­ρη μας νὰ μὲ προ­σέ­χει, μό­νο νὰ τὸν ἀ­φή­νεις λεύ­τε­ρο, τῆς εἶ­πε, χω­ρὶς λευ­τε­ριὰ δὲν ἀν­τέ­χει.

      Ὅ­μως λεύ­τε­ρος δὲν ἤ­μουν. Ἤ­μουν σκλά­βος τῆς σκιᾶς του. Μιὰ σκιὰ ποὺ ἦ­ταν ἡ σκιὰ τῆς σκιᾶς, ἕ­νας ἀ­έ­ρας μό­νο, ἕ­να θρό­ι­σμα.

      Ὁ σκύ­λος μὲ πε­ρί­με­νε ἀ­νυ­πό­μο­νος. Τὰ χνό­τα του σχη­μά­τι­ζαν πα­γω­μέ­να σύν­νε­φα, τὰ ἔ­γλει­φε ἡ γλώσ­σα του καὶ λι­ῶ­ναν, γύ­ρω ἀ­π’ τὸ στό­μα του ἀ­ση­μέ­νι­ες κλω­στές. Τὸ φεγ­γά­ρι ἄ­σπρο, ἔ­τρε­με μὲς στὰ κρύ­α σύν­νε­φα, ἅ­πλω­νε μο­νο­πά­τια πέν­θι­μα, τὰ δέν­τρα ὀρ­θώ­νον­ταν βλο­συ­ρά, ξε­γυ­μνω­μέ­να ἀ­πὸ τὰ φύλ­λα τους, ἔ­τρι­ζε ἡ μπό­τα μου στὸ πα­γω­μέ­νο χι­ό­νι, ὁ μό­νος ἦ­χος μα­ζὶ μὲ τὴν ἀ­νά­σα τοῦ σκυ­λιοῦ, νε­κρο­τα­φεῖ­ο χω­ρὶς τά­φους ὁ δρό­μος. Κι ἐ­γὼ ἔ­πρε­πε νὰ βρῶ τὸν τά­φο τῆς σκιᾶς.

      Χι­ο­νί­ζει πά­λι. Σκε­πά­ζον­ται τὰ ἴ­χνη μου. Ὁ ἥ­λιος βγαί­νον­τας μά­τω­σε τὸν οὐ­ρα­νό. Ὁ σκύ­λος ση­κώ­νει τὸ κε­φά­λι, τὸν κοι­τά­ζει, ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται.

      Εἶ­μαι σί­γου­ρος πὼς αὐ­τὸς τὸν βλέ­πει. Τὸν σκιά.

      Περ­πα­τῶ ἀρ­γά, δὲν βι­ά­ζο­μαι. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ξε­κί­νη­σα νὰ τὸν βρῶ, ἔ­χω ἠ­ρε­μή­σει. Βα­δί­ζω ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας τὸ βά­δι­σμα λὲς κι αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ σκο­πός μου, νὰ βα­δί­ζω αἰ­ω­νί­ως. Σὰν νὰ εἶ­ναι τὸ βά­δι­σμα ποὺ θὰ λύ­σει τὸ αἴ­νιγ­μα τοῦ σύμ­παν­τος. Τὸ χι­ό­νι κά­θε­ται πά­νω μου, ὑ­ψώ­νε­ται στοὺς ὤ­μους μου, λα­φρὺ δὲν μὲ βα­ραί­νει, φτά­νει στ’ αὐ­τί μου, μοῦ μι­λᾶ. Ἡ ὁ­μι­λί­α του εἶ­ναι ἁ­πα­λὴ καὶ ζε­στή. Ξέ­ρει πολ­λά, εἶ­δε, ἄ­κου­σε, γνω­ρί­ζει τὶς σκι­ές. Μοῦ λέ­ει πὼς εἶ­δε αὐ­τὴν ποὺ ψά­χνω, ἐ­κεῖ ψη­λά, πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ βου­νά, στὶς κοι­λά­δες τοῦ Ἄρ­μεν, ἐ­κεῖ ποὺ περ­πά­τη­σε γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Ση­κώ­νω τὸ κε­φά­λι μα­ζὶ μὲ τὸν σκύ­λο, εἶ­μαι στοὺς πρό­πο­δες ἀ­κό­μα. Ἡ κό­ρη μου τώ­ρα θὰ τρώ­ει τὸ πρω­ι­νό της καὶ ἴ­σως κλαί­ει. Τώ­ρα μπο­ρεῖ νὰ κλά­ψει. Ὅ­μως δὲν εἶ­ναι θυ­μω­μέ­νη. Τὰ δά­κρυ­ά της, ἁ­πα­λὰ σὰν τὸ χι­ό­νι. Πλέ­νουν τὸ βά­ρος ἀ­π’ τὴν ψυ­χή της.

      Κό­βω ἕ­να κομ­μά­τι ψω­μί, τὸ μοι­ρά­ζο­μαι μὲ τὸν σκύ­λο. Τί ἀ­ξι­ο­πρε­πὴς ποὺ εἶ­ναι ὁ σκύ­λος μου. Πλη­σιά­ζει, ἀρ­γὰ τὸ ψω­μί, τὸ μυ­ρί­ζει ἤ­ρε­μα, ἁ­πλώ­νει τὴ γλώσ­σα, τὸ γλεί­φει χα­ϊ­δευ­τι­κὰ κι ὕ­στε­ρα τὸ τρώ­ει μὲ μι­κρὲς ἀρ­γὲς δαγ­κω­νι­ές, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὰ σκυ­λιὰ τοῦ σα­λο­νιοῦ, πάν­το­τε λαί­μαρ­γα, ἀ­χόρ­τα­γα κι ἀ­δι­άν­τρο­πα πέ­φτουν πά­νω στὴν τρο­φὴ σὰν λεί­α γιὰ νὰ τὴν κα­τα­βρο­χθί­σουν.

      Ὅ­σο ἀ­νε­βαί­νω, τό­σο πιὸ ἐ­λα­φρὺς γί­νο­μαι. Ἡ κου­βέρ­τα στὸν ὦ­μο μου πιὸ πο­λὺ μ’ ἀγ­κα­λιά­ζει πα­ρὰ μὲ βα­ραί­νει. Μιὰ ἀ­λε­ποῦ πε­τά­χτη­κε μέ­σα ἀ­π’ τὸ χι­ό­νι, μᾶς κοί­τα­ξε, ἐ­μέ­να πρό­χει­ρα, τὸν σκύ­λο μου ἔν­το­να, τὰ μά­τια τους φεγ­γο­βό­λη­σαν γιὰ μιὰ στιγ­μή, ὕ­στε­ρα ἡ οὐ­ρά της κόκ­κι­νη σὰν τὴ φω­τιὰ χά­θη­κε πί­σω ἀ­πὸ τοῦ­φες χι­ο­νιοῦ. Δι­έ­κρι­να με­ρι­κὲς σπί­θες πά­νω στὴ φω­τει­νὴ ἀ­σπρά­δα.

      Με­ση­μέ­ρια­σε. Φά­γα­με πά­λι ψω­μὶ μὲ τὸν σκύ­λο. Ἔ­τρι­ψα χιό­νι, ἤ­πια. Ὁ σκύ­λος τὸ ἔ­γλει­φε μὲ τὴ γλώσ­σα. Μπο­ροῦ­σα νὰ πά­ρω ἕ­να ὅ­πλο, νὰ ἔ­χου­με γεῦ­μα ἀ­π’ ὅ,τι ξε­πε­τα­γό­ταν στὸν δρό­μο μας, ὅ­μως ὄ­χι. Ὄ­χι μό­νο ἀ­πὸ τρυ­φε­ρό­τη­τα γιὰ τὰ ζῶ­α, ὄ­χι, ἔ­πρε­πε νὰ ‘­μαι λα­φρύς, νὰ γί­νω δι­ά­φα­νος, ἀ­έ­ρι­νος, νὰ ἔρ­θουν οἱ ὀ­πτα­σί­ες νὰ μὲ βροῦν, νὰ ζων­τα­νέ­ψουν. Ἀ­π’ τὴ νη­στεία ἔ­βλε­παν ὁ­ρά­μα­τα οἱ ἐ­ρη­μί­τες κι οἱ προ­φῆ­τες. Τὸ ἤ­ξε­ρα πὼς μπο­ροῦ­σα νὰ ξα­πλώ­σω πά­νω στὸ χι­ό­νι καὶ σι­γὰ σι­γὰ νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θῶ ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα μου, νὰ ἁ­πλω­θῶ στὸν χῶ­ρο καὶ τό­τε θὰ ἐμ­φα­νι­στοῦν μπρο­στά μου ὅ­λα τα πα­ρελ­θόν­τα ποὺ δι­έ­σχι­σαν αὐ­τὸν τὸν τό­πο. Θὰ ἤ­μουν ἀ­πό­λυ­τος, κι εὐ­τυ­χι­σμέ­νος, θὰ ζοῦ­σα ἀ­έ­ρας, μέ­σα σὲ ζων­τα­νὸ παλ­λό­με­νο ἀ­έ­ρα. Ὅ­μως ὄ­χι. Ἔ­πρε­πε νὰ φτά­σω ἐ­κεῖ ποὺ μὲ κα­λοῦ­σε ἡ ἕλ­ξη τῆς σκιᾶς. Ὣς τώ­ρα ἡ ἕλ­ξη αὐ­τὴ ἦ­ταν βα­ριά, δύ­σθυ­μη. Σὰν νὰ μ’ ἀ­πορ­ρο­φοῦ­σε καὶ γι­νό­μου­να κι ἐ­γὼ σκιά. Σκιὰ ποὺ σή­πον­ταν καὶ μύ­ρι­ζε. Τώ­ρα μο­σχο­βο­λοῦ­σε. Ὅ­πως ἡ μο­σχο­ζά­χα­ρη ποὺ ἔ­και­γε ἡ μα­μά μου μα­ζὶ μὲ τὸ μο­σχο­λί­βα­νο γιὰ νὰ γλυ­καί­νον­ται οἱ ψυ­χὲς τῶν πε­θα­μέ­νων. Τώ­ρα και­γό­μου­να ἐ­γὼ σι­γὰ σι­γὰ μέ­σα στὸ χι­ό­νι, κι ἡ ἕλ­ξη μ’ ἔ­σερ­νε ἐ­ξα­χνω­μέ­νο. Ἡ σκιὰ γευ­ό­ταν εὐ­τυ­χί­α κι ἤ­μουν σί­γου­ρος πὼς ὣς νὰ φτά­σω ψη­λά, θὰ σαρ­κω­νό­ταν. Ἡ σκιά, ὁ δί­δυ­μος ἀ­δελ­φός μου, θὰ μοῦ ἔ­δι­νε τὸ χέ­ρι.

      Σου­ρου­πώ­νει, τὸ φεγ­γά­ρι βγῆ­κε ν’ ἀ­πο­χαι­ρε­τί­σει τὸν ἥ­λιο. Σὲ λί­γο θὰ σκο­τει­νιά­σει, πρέ­πει νὰ βρῶ κα­τά­λυ­μα γιὰ τὴ νύ­χτα, ὁ σκύ­λος ἔ­χει λα­χα­νιά­σει, ἐ­γὼ ἀ­να­σαί­νω ἤ­ρε­μα, δὲν εἶ­μαι κου­ρα­σμέ­νος. Φτιά­χνω ἕ­να πρό­χει­ρο ἰγ­κλού, χώ­νο­μαι μέ­σα μὲ τὸ σκυ­λί. Ἡ ἀ­νά­σα του ζε­στή, τὸ τρί­χω­μα του ὑ­γρὸ ἀλ­λὰ φι­λι­κό. Σκε­πα­ζό­μα­στε μὲ τὴν κου­βέρ­τα. Ἀ­πο­κοι­μι­έ­μαι μι­σο­ξα­πλω­μέ­νος. Ἕ­να ἄλ­λο σῶ­μα ἀ­νά­λα­φρο ξα­πλώ­νει δί­πλα μου.

      Τὸ πρω­ὶ εἶ­μαι ζε­στὸς σὰν νὰ κοι­μή­θη­κα ἀγ­κα­λιὰ μὲ νε­α­νι­κὸ σῶ­μα. Ὅ­λη τὴ νύ­χτα σὰν νὰ μὲ σκέ­πα­ζε ἡ κό­ρη μου καὶ τὸ σκυ­λὶ ἔ­τρε­με ἀ­να­τρι­χι­ά­ζον­τας. Πλέ­νω μὲ χι­ό­νι τὸ πρό­σω­πό μου, μοι­ρά­ζο­μαι ψω­μὶ μὲ τὸν σκύ­λο. Τὸ χι­ό­νι πέ­φτει λα­φρὺ πά­νω μας μι­λών­τας. Μᾶς ὁ­δη­γεῖ. Τὰ δέν­τρα κου­κου­λω­μέ­να στὸ ἄ­σπρο, μᾶς ὑ­πο­δέ­χον­ται μ’ ἕ­να δρο­σε­ρὸ μουρ­μου­ρη­τό. Ἀ­νοί­γουν δρό­μο νὰ πε­ρά­σου­με. Ἡ σκιὰ προ­πο­ρεύ­ε­ται καὶ κά­πο­τε σὰν νὰ σαρ­κώ­νε­ται γιὰ κλά­σμα­τα δευ­τε­ρο­λέ­πτου. Βλέ­πω ἕ­να χα­μό­γε­λο στὸν ἀ­έ­ρα.

      Δὲν βι­ά­ζε­ται κα­νείς μας. Οὔ­τε αὐ­τὴ οὔ­τε ἐ­γώ, οὔ­τε ὁ σκύ­λος, ποὺ κά­ποι­α στιγ­μὴ ξε­τρύ­πω­σε ἕ­ναν σκί­ου­ρο κι ἔ­παι­ξε μα­ζί του κυ­νη­γη­τό.

      Τὸ ἀ­πό­γευ­μα μᾶς πλη­σί­α­σαν δυ­ὸ ἄ­σπροι λύ­κοι. Τὰ μά­τια τους ἀ­ση­μέ­νια. Μᾶς κοί­τα­ξαν κα­λὰ κα­λά, μᾶς μύ­ρι­σαν ἀ­πὸ μα­κριὰ κι ὕ­στε­ρα ἔ­τρε­ξαν χα­ϊ­δεύ­ον­τας ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον μὲ τὴ μου­σού­δα τους. Ὁ σκύ­λος μου ζή­λε­ψε καὶ τρί­φτη­κε στὸ βρεγ­μέ­νο μου παν­τε­λό­νι.

      Τὴ νύ­χτα ξα­πλώ­νει δί­πλα μου ἡ πε­θα­μέ­νη γυ­ναί­κα μου. Ὅ­λα κα­λά, λέ­ει, θὰ δεῖς. Πρὶν μὲ σκο­τώ­σει, τὸ πρω­ὶ τοῦ ἔ­πλυ­να τὸ παν­τε­λό­νι, δές το πό­σο κα­θα­ρὸ εἶ­ναι, μοῦ δεί­χνει ἕ­να κομ­μά­τι μα­τω­μέ­νο πα­νί, δὲν πει­ρά­ζει, λέ­ει, ὅ­λα κα­λά.

      Τὸ πρω­ὶ τὸ χι­ό­νι στα­μά­τη­σε. Μπρο­στά μου καὶ πί­σω μου ἕ­να ἀ­πέ­ραν­το ἄ­σπρο. Σὰν σὲ ἀν­τι­κα­το­πτρι­σμὸ μοῦ φέρ­νει κον­τὰ τὴν κό­ρη μου. Μ’ ἕ­ναν χω­ρι­κὸ σὲ δυ­ὸ μου­λά­ρια ἀ­κο­λου­θεῖ τὰ ἴ­χνη μου. Σὰν τὶς Ἰν­διά­νες εἶ­ναι τυ­λιγ­μέ­νη μὲ μιὰ κου­βέρ­τα κοκ­κι­νω­πή. Με­ρι­κὲς τοῦ­φες μαῦ­ρα μαλ­λιὰ ἀ­γα­πη­μέ­να ξε­φεύ­γουν ἀ­π’ τὸ κου­κού­λω­μά της. Τὰ μά­τια της δὲν τὰ βλέ­πω, εἶ­ναι σκυ­φτή.

      Πί­σω ἀ­π’ τὰ δέν­τρα ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἡ γυ­ναί­κα μου, ἔ­χει στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς ἕ­να μι­κρὸ ἐ­λά­φι. Τὸ φι­λᾶ στὴ μου­σού­δα. Λί­γο ἀ­κό­μα, λέ­ει, λί­γο ἀ­κό­μα, πί­σω ἀ­π’ αὐ­τὰ τὰ βου­νά. Ἡ κοι­λά­δα ἐ­κεῖ εἶ­ναι πρά­σι­νη.

      Ἐ­πι­τέ­λους φτά­νω. Ἕ­νας ἥ­λιος κα­τα­κί­τρι­νος ἀλ­λὰ κρύ­ος μὲ ὑ­πο­δέ­χε­ται. Δὲν ὑ­πάρ­χει που­θε­νὰ χι­ό­νι. Χνού­δια ἀ­πὸ ἀν­θοὺς χρυ­σο­κί­τρι­νους καὶ γα­λα­νούς, κόκ­κι­νη θά­λασ­σα ἀ­πὸ πα­πα­ροῦ­νες, καὶ στά­ρια κα­τα­πρά­σι­νά μου στρώ­νουν νὰ πλα­γιά­σω.

      Ξα­πλώ­νω, ὁ σκύ­λος δί­πλα μου. Πε­ρι­μέ­νω. Ἀ­κού­ω ἀ­νά­σες, φι­λή­μα­τα, χέ­ρια μὲ ψαύ­ουν, ἡ κό­ρη μου, ἡ μά­να της σκυμ­μέ­νες πά­νω μου. Ἐ­κεῖ­νος, ποῦ εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος, ὁ δί­δυ­μος ἀ­δελ­φός μου; Αὐ­τὸς ποὺ μὲ πρό­στα­ξε νὰ ἔρ­θω.

      Νά τος, μὲ ὅ­λες του τὶς σάρ­κες καὶ τὴν ὀ­μορ­φιά του. Κλαί­ει, μοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὰ μαλ­λιά. Ἡ κό­ρη μου μα­ζεύ­ει τὰ κό­κα­λά μου. Ἔ­χει φέ­ρει κρα­σὶ καὶ τὰ πλέ­νει. Ὁ ἀ­δελ­φός μου σκύ­βει καὶ μὲ φι­λᾶ στὰ χεί­λη. Για­τί τὸ ἔ­κα­νες, λέ­ει, για­τί τὴ σκό­τω­σες; Ἀ­φοῦ τὸ ξέ­ρεις, σὰν δί­δυ­μοι αἰ­σθα­νό­μα­σταν τὸ ἴ­διο, ἦ­ταν ἑ­πό­με­νο νὰ τὴν ἀ­γα­πή­σω, μὰ δὲν τὴν ἄγ­γι­ξα πο­τέ. Ἡ γυ­ναί­κα μου σκύ­βει κι αὐ­τὴ καὶ μὲ φι­λᾶ, δὲν πει­ρά­ζει, λέ­ει, ὅ­λα κα­λά.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἄ­γριο βε­λοῦ­δο (2009).

 

Μα­ρί­α Κου­γι­ουμ­τζῆ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945). Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἐν­τευ­κτή­ριο, Ἡ λέ­ξη, Παν­δώ­ρα, Πά­ρο­δος, Πα­ρέμ­βα­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἄ­γριο βε­λοῦ­δο (Κα­στα­νι­ώ­της, 2009) καὶ Για­τί κά­νει τό­σο κρύ­ο στὸ δω­μά­τιό σου; (Κα­στα­νι­ώ­της, 2011).