Μαρία Κουγιουμτζῆ: Θυμός


Μα­ρί­α Κου­γι­ουμ­τζῆ


Θυ­μός


 ΜΑΝΑ τὸ ἔ­χει ἀ­κό­μα τὸ ση­μά­δι. Ἔ­χει ἀ­χνέ­ψει πο­λύ, μό­λις ποὺ τὸ δι­α­κρί­νεις. Ἂν δὲν τὸ ξέ­ρεις οὔ­τε ποὺ τὸ βλέ­πεις. Ὅ­μως ἐ­γὼ τὸ ξέ­ρω καὶ τὸ βλέ­πω πάν­τα ἐ­κεῖ, στὴ θέ­ση του. Ἐ­κεῖ ἀ­κρι­βῶς ποὺ τὸ ἔ­κα­να. Για­τί ἐ­γὼ τῆς τὸ ἔ­κα­να . Μὲ τὴ μα­σιά. Τὴν πυ­ρω­μέ­νη μα­σιά. Κοι­μό­ταν ὅ­ταν τὴν κα­τέ­βα­σα στὰ μοῦ­τρα της, ὄ­χι μὲ δύ­να­μη, ἁ­πα­λά, ἀρ­γὰ, ὄ­χι μὲ ἀ­πό­λαυ­ση, μὲ ἔ­ξαρ­ση, ὅ­τι ἐ­ξόρ­κι­ζα τὸ κα­κό, τὸ κα­κὸ ποὺ ἔ­κα­νε ἐ­κεί­νη, ἡ μά­να μου, ἡ εἰ­κό­να μου, ἐ­κεί­νη ἦ­ταν τὸ κα­κό, δὲν ἦ­ταν μό­νο του, δὲν τό ‘φε­ρε κα­νεὶς ξέ­νος καὶ τ’ ἀ­πό­θε­σε στὰ χέ­ρια της, ἐ­κεί­νη τὸ πε­ρι­εῖ­χε στὸ κα­κι­α­σμέ­νο βλέμ­μα της, μὲ τὴν πυ­ρω­μέ­νη τσιμ­πί­δα προ­σπά­θη­σα νὰ τ’ ἁρ­πά­ξω, νὰ τὸ κά­ψω, νὰ τὸ ἐ­ξα­φα­νί­σω, ὅ­πως ἐ­κεί­νη ἀ­φά­νι­σε μιὰ ψυ­χή, ὄ­χι τὴ δι­κή μου. Τὴν δι­κή μου τὴν ρο­κά­νι­ζε σι­γά-σι­γὰ μὲ λό­για μέ­λι, μὴ δί­νεις, μὴ χα­ϊ­δεύ­εις, μή… μή… καὶ χα­λοῦ­σε τὸ στο­μά­χι τῆς ψυ­χῆς μου, δὲν ἄν­τε­χα νὰ βλέ­πω τὴ μά­να μου φί­δι στὸν πα­ρά­δει­σο τῆς ἄ­γνοι­άς μου. Ὅ­ταν ἤ­μουν ἑ­φτὰ χρο­νῶν κα­τά­πια ντὶ τὶ ­τί, κοι­μό­μου­να τρί­α με­ρό­νυ­χτα, δὲν ἤ­ξε­ρε για­τί, τεμ­πέ­λα μ’ ἔ­λε­γε, νό­μι­ζε, ὅ­ταν τῆς τὸ εἶ­πα ἀλ­λη­θώ­ρι­σε τὸ μά­τι της, μ’ ἔ­δω­σε μιὰ σφα­λιά­ρα κι ἔ­κλα­ψε, πῆ­γε νὰ μ’ ἀγ­κα­λιά­σει μὰ τρα­βή­χτη­κα, ἔ­κλα­ψε πιὸ δυ­να­τά, σι­γὰ πού… Ἐ­νῶ τσι­τσί­ρι­σε τὸ δέρ­μα της, πε­ρί­ερ­γο ἄρ­γη­σε ν’ ἀν­τι­δρά­σει, κοι­μό­ταν, κι ὁ ἐγ­κέ­φα­λος κα­θυ­στέ­ρη­σε νὰ δώ­σει σῆ­μα, ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια της μᾶλ­λον ἥ­συ­χα, μὲ εἶ­δε μὲ τὴ μα­σιὰ στὰ χέ­ρια, δὲν ξέ­ρω πῶς τὴν κοι­τοῦ­σα, τί ψυ­χὴ εἶ­χε τὸ βλέμ­μα μου, πέ­ρα­σαν με­ρι­κὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα ὣς νὰ τι­νά­ξει τὸ σκέ­πα­σμα ἀ­πὸ πά­νω της τσι­ρί­ζον­τας κι ἄρ­χι­σε νὰ μὲ κυ­νη­γά­ει, ἐ­νῶ κα­θὼς αὐ­τό­μα­τα εἶ­χε φέ­ρει τὸ χέ­ρι στὸ μά­γου­λό της καὶ τό ‘συ­ρε πά­νω στὴν πλη­γή, ἀ­πό­μει­νε ἡ πέ­τσα του νὰ κρέ­με­ται, καὶ μ’ αὐ­τὸ τὸ χέ­ρι γύ­ρευ­ε νὰ μ’ ἁρ­πά­ξει, ἔ­τρε­χε ξω­πί­σω μου, μὰ ποῦ νὰ μὲ φτά­σει. Βγῆ­κα στὴν αὐ­λή, κα­τά­λα­βε ὅ­τι δὲ θὰ μ’ ἔ­πια­νε πο­τέ, κά­θι­σε στὸ πε­ζού­λι κι ἔ­κλαι­γε. Ὕ­στε­ρα ἔ­πα­ψε νὰ κλαί­ει καὶ κοί­τα­ζε ἴ­σα μπρο­στὰ μᾶλ­λον χω­ρὶς νὰ βλέ­πει. Τὴν πλη­σί­α­σα ἀρ­γά, ἔ­βγα­λε τὴν παν­τό­φλα της καὶ μοῦ τὴν πέ­τα­ξε. Δὲν μὲ πέ­τυ­χε.


Μέ­σα στὴ φτώ­χεια μας, μᾶς πε­ρίσ­σευ­ε ἕ­να δω­μα­τιά­κι, λί­γο με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ κο­τέ­τσι, τὸ νοι­κι­ά­σα­με σ’ ἕ­ναν κα­κο­μοί­ρη με­τα­νά­στη ποὺ κα­θό­λου δὲ μᾶς κα­λο­φά­νη­κε. Κι­τρι­νιά­ρης, ρου­φηγ­μέ­νος σὰ φυ­μα­τι­κός, μὲ κα­φε­τιὰ ἀ­ραι­ὰ δόν­τια, φο­ροῦ­σε μο­νί­μως μιὰ λι­γδι­α­σμέ­νη καμ­παρ­ντί­να. Ὅ­μως δὲν ἦ­ταν αὐ­τό, ἦ­ταν τὸ βλέμ­μα του, δια­ρκῶς κα­τε­βα­σμέ­νο, λο­ξό, ἔ­νο­χο βλέμ­μα. Εἶ­χε ἕ­να κα­ρο­τσά­κι, που­λοῦ­σε ξη­ροὺς καρ­ποὺς ἔ­ξω ἀ­π’ τοὺς κι­νη­μα­το­γρά­φους, μα­ζευόν­ταν στὴν κα­μα­ρού­λα τὴ νύ­χτα, μου­λω­χτά, σι­γα­νο­πα­τών­τας κι ἔ­πε­φτε νὰ κοι­μη­θεῖ χω­ρὶς ν’ ἀ­νά­ψει τὸ φῶς. Τὰ ἑλ­λη­νι­κά του μι­σὰ καὶ στρα­βο­κά­νι­κα. Κά­τι μοῦ βρω­μά­ει σ’ αὐ­τὸν εἶ­πε ἡ μά­να μου στὴ νου­νά μου· ἐ­μεῖς τὰ παι­διὰ τὸ μυ­ρί­σα­με γρή­γο­ρα, ἀλ­λὰ δὲν ξέ­ρα­με τί εἴ­δους μυ­ρου­διὰ ἦ­ταν. Ἡ Βά­σω, ἡ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πὸ τὴν πα­ρέ­α μας, ψη­λή, ξε­ρα­κια­νή, στέ­κα τὴ φω­νά­ζα­με, ἄ­χα­ρη στὴν ἡ­λι­κί­α τῶν ἕν­τε­κα χρό­νων της, ἡ Βά­σω λοι­πόν, κα­θό­τα­νε καὶ τῆς χά­ι­δευ­ε τὸ μπρά­τσο, μᾶς ἔ­φερ­νε σα­κοῦ­λες τὰ σπό­ρια καὶ τρώ­γα­με ὅ­λες φτύ­νον­τας τὰ φλού­δια μὲ μα­νί­α σὰ νὰ φτύ­να­με ἐ­κεῖ­νον. Ἡ Βά­σω ὅ­λο καὶ πιὸ συ­χνὰ μᾶς ἔ­φερ­νε σπό­ρια καὶ κα­ρα­μέ­λες, ὥ­σπου ἔ­φτα­σαν στ’ αὐ­τιὰ τῆς μά­νας της τὰ κα­μώ­μα­τά της. Ἀ­φοῦ τὴν πά­τη­σε ἕ­να γε­ρὸ ξύ­λο, ἔ­στει­λε τὸν ἄν­τρα της ποὺ πα­ρα­φύ­λα­ξε τὸν νοι­κά­ρη μας καὶ μό­λις ἐ­κεῖ­νος ἐμ­φα­νί­στη­κε, σκυ­φτός, ὅρ­μη­σε καὶ τοῦ ΄ρι­ξε δυ­ὸ χα­στού­κια, μι­λιὰ δὲν ἔ­βγα­λε μό­νο σούρ­θη­κε, ὡς τὴν κα­μα­ρού­λα του, ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ κλει­σμέ­νος μέ­ρες, ἡ μά­να μου τὸν λυ­πή­θη­κε, τοῦ πῆ­γε ἕ­να πιά­το φα­γὶ μιὰ κα­νά­τα νε­ρό, τ’ ἄ­φη­σε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα του. Με­τὰ ἄρ­χι­σε πά­λι νὰ πη­γαί­νει στὴ δου­λειὰ του ἀλ­λὰ ἐ­μεῖς δὲν εἴ­χα­με σπό­ρια νὰ τρῶ­με.

            Ἔ­τυ­χε νὰ πε­θά­νει κά­ποι­α συγ­γέ­νισ­σά μας κι ἡ μά­να μου ἔ­πρε­πε νὰ πά­ει στὸ ξε­νύ­χτι. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ κοι­μη­θῶ στῆς νου­νᾶς μου, εἶ­χε ὅ­λο ἀ­γό­ρια ἐ­κεί­νη, κα­τὰ σύμ­πτω­ση ὁ νοι­κά­ρης μας ἦ­ταν στὴν κα­μα­ρού­λα του, ἡ μά­να μου κοί­τα­ξε κα­χύ­πο­πτα τὴν πόρ­τα του καὶ φώ­να­ξε ἀρ­κε­τὰ δυ­να­τὰ ὥ­στε νὰ τὴν ἀ­κού­σει: τὸ νοῦ σου μὴ σὲ πλη­σιά­σει ὁ χτι­κιά­ρης, μὴ σὲ ξε­μο­να­χιά­σει ὁ σι­χα­μέ­νος, μα­κριά του, ἔ­τσι καὶ σὲ σι­μώ­σει θὰ σᾶς πνί­ξω καὶ τοὺς δυ­ὸ μὲ τ’ ἄν­τε­ρά σας. Ἀ­κοῦς; Ἤ­ξε­ρα πὼς τὸ ἀ­κοῦς, τὸ ‘λέ­γε σ’ αὐ­τὸν κι ὄ­χι σὲ μέ­να. Ἔ­δε­σε τὸ μαν­τί­λι στὸ κε­φά­λι της καὶ βγῆ­κε στὸ δρό­μο.

            Σου­ρού­πω­νε ὅ­ταν ἔ­φυ­γε κι ἡ γει­το­νιὰ μα­ζώ­χτη­κε στὰ σπί­τια της. Ἄ­να­ψα τὸ φῶς κι ἅ­πλω­σα τὰ τε­τρά­διά μου στὸ τρα­πέ­ζι νὰ γρά­ψω τὰ μα­θή­μα­τά μου. Δὲν πρό­λα­βα νὰ πιά­σω τὸ μο­λύ­βι ὅ­ταν ἄ­κου­σα τὰ ἄ­η­χα βή­μα­τά του νὰ πλη­σιά­ζουν. Ἔ­τρι­ξε ἡ πόρ­τα του κα­θὼς ἄ­νοι­ξε κι ἔ­κλει­σε, τὸ σῶ­μα μου μα­ζεύ­τη­κε ἐ­νῶ τ’ αὐ­τιά μου τεν­τώ­θη­καν. Τί­πο­τα, ἡ­συ­χί­α.

            Εἶ­χα τε­λει­ώ­σει τὰ γρα­ψί­μα­τά μου, νύ­στα­ζα, ἀλ­λὰ δὲ μπο­ροῦ­σα νὰ χα­λα­ρώ­σω, ἤ­μουν σφιγ­μέ­νη. Δὲν ἤ­ξε­ρα τί φο­βό­μουν ἀ­π’ αὐ­τόν, ἀλ­λὰ φο­βό­μουν. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἄ­κου­σα ἕ­να χαρ­χά­λε­μα στὴν πόρ­τα, δὲ σκέ­φτη­κα τὴ μά­να μου, αὐ­τό­να σκέ­φτη­κα. Ζού­φω­ξα στὴ γω­νιά μου, μά­ζω­ξα τὰ πό­δια ὣς τὴν κοι­λιά, κα­τέ­βα­σα τὸ φό­ρε­μά μου ὣς τοὺς ἀ­στρα­γά­λους. Ἄ­κου­σα τὰ βή­μα­τά του νὰ γυ­ρί­ζουν πί­σω. Ἡ καρ­διά μου ταμ­ποῦρ­λο. Πέ­ρα­σε ὥ­ρα, μι­σο­ζα­λι­σμέ­νη ἀ­π’ τὴ νύ­στα, εἶ­δα τὴν πόρ­τα ν’ ἀ­νοί­γει κι αὐ­τὸν νὰ πλη­σιά­ζει πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Ἡ γλώσ­σα μου κολ­λη­μέ­νη, τὸ λα­ρύγ­γι στε­γνό. Ἄ­φη­σε πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι ἕ­να πιά­το κι ἔ­φυ­γε πά­λι ἥ­συ­χα νυ­χο­πα­τών­τας. Ἀ­φοῦ ἦρ­θε ἡ ψυ­χή μου στὸν τό­πο της, ἅ­πλω­σα τὸ χέ­ρι στὸ πιά­το. Βρα­σμέ­να ζε­στὰ κά­στα­να, φι­στί­κια κι ἕ­να μαν­τα­ρί­νι τὸ γέ­μι­ζαν. Ἔ­φα­γα τὰ ζε­στὰ κά­στα­να ἀρ­γὰ ἀρ­γά, ξε­φλού­δι­σα μὲ τὰ δόν­τια τ’ ἁλ­μυ­ρὰ κι­κι­ρί­κια, ἀ­φή­νον­τας καὶ γιὰ τὴ μά­να, ξε­δί­ψα­σα μὲ τὸ μι­σὸ μαν­τα­ρί­νι μὲ τ’ αὐ­τιὰ τεν­τω­μέ­να.

            Νύ­στα­ξα, κοι­μή­θη­κα. Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια μου τὸ δω­μά­τιο ἦ­ταν πλημ­μυ­ρι­σμέ­νο στὸ φῶς, αὐ­τὸς ὄρ­θιος ἀ­πὸ πά­νω μου. Τὰ μά­τια του πρώ­τη φο­ρὰ μὲ κοί­τα­ζαν καὶ τὰ ἔ­βλε­πα. Εἶ­χαν ἕ­να γλυ­κὸ κα­στα­νὸ χρῶ­μα, ἄ­χνι­ζαν ἀ­πὸ ζε­στα­σιὰ σὰν τὰ κά­στα­να πού μοῦ ‘φε­ρε ψὲς βρά­δυ. Τοῦ χα­μο­γέ­λα­σα.

            Σή­κω νὰ πᾶς σκο­λιό, μοῦ εἶ­πε καὶ μοῦ ‘δειξε δυ­ὸ φραν­τζο­λά­κια μὲ σα­λά­μι πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι. Ἔ­φυ­γε πη­γαί­νον­τας πί­σω-πί­σω, μοῦ χα­μο­γε­λοῦ­σε.

            Ἀ­φοῦ ἔ­φα­γα, πῆ­ρα τὴν πά­νι­νη τσάν­τα μου ἀλ­λὰ πρὶν φύ­γω ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα καὶ μπῆ­κα στὸ δω­μά­τιό του. Ἦ­ταν συμ­μα­ζε­μέ­νο, ὄ­χι κα­θα­ρό, ἁ­πλῶς τα­κτο­ποι­η­μέ­νο, πρώ­τη φο­ρὰ ἔμ­παι­να μέ­σα, τὸ κρε­βά­τι του μὲ τὸ λε­ρω­μέ­νο πά­πλω­μα, χά­μω σε μιὰ γω­νιὰ ἕ­να κα­λά­θι μ’ ἕ­να μπου­κά­λι λά­δι, ζυ­μα­ρι­κά, μιὰ κρε­μά­στρα μὲ δυ­ὸ που­κά­μι­σα κι ἕ­να παν­τε­λό­νι πε­ρα­σμέ­να στὸ χε­ρού­λι τοῦ πα­ρα­θυ­ριοῦ, στὸ τρα­πέ­ζι δυ­ὸ πιά­τα, ἕ­νας τέν­τζε­ρης, ἡ κορ­νι­ζα­ρι­σμέ­νη φω­το­γρα­φί­α ἑ­νὸς κο­ρι­τσιοῦ ἐν­νιὰ-δέ­κα χρο­νῶν μὲ τὰ ἴ­δια κα­στα­νὰ μά­τια αὐ­του­νοῦ. Ἕ­να καν­τη­λά­κι ἔ­και­γε πλά­ι της.

            Κα­θὼς μὲ εἶ­δε νὰ τὴν κοι­τά­ζω, ἡ κό­ρη μου, εἶ­πε. Σκο­τώ­θη­κε πρὶν ἕ­να χρό­νο μα­ζὶ μὲ τὴ μά­να της. Ἔ­πε­σε βόμ­βα στὸ σπί­τι, ἀ­να­τι­νά­χτη­καν. Τὸ χε­ρά­κι της κό­πη­κε ἀ­π’ τὸν ὦ­μο καὶ πε­τά­χτη­κε σὲ μί­αν αὐ­λή. Τὸ βρῆ­καν τὸ μπρα­τσά­κι της καὶ μοῦ τὸ φέ­ραν με­τὰ μιὰ ὥ­ρα. Τὸ πε­ρά­σα­με μέ­σα ἀ­π’ τὸ μα­νι­κά­κι της γιὰ νὰ τὴ θά­ψου­με. Ἔ­κλαι­γε, κι ἔ­κλαι­γα κι ἐ­γώ. Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα ἄ­νοι­ξ’ ἡ πόρ­τα κι ὅρ­μη­σε ἡ μά­να μου ἔ­ξαλ­λη. Ἀ­φοῦ μὲ τράν­τα­ξε γιὰ τὰ κα­λά, τὸ στό­μα μου μύ­ρι­ζε σα­λά­μι, αὐ­τός σὲ τά­ι­σε οὔρ­λια­ξε κι ὅρ­μη­σε πά­νω του, τὸν ἔ­σου­ρε ἀ­π’ τὰ μαλ­λιά, μά­ται­α τσί­ρι­ζα ἐ­γὼ πὼς δὲν μὲ πεί­ρα­ξε πὼς ἤ­τα­νε κα­λὸς καὶ λυ­πη­μέ­νος, ἐ­κεί­νη τὸν ἔ­σου­ρε μὲ τὴ γει­το­νιὰ ξω­πί­σω της, τὸν ξε­μάλ­λια­σαν, τοῦ σκί­σα­νε τὰ ροῦ­χα καὶ τὸ πρό­σω­πο. Ταυ­τό­χρο­να ἡ νου­νά μου μὲ μιὰ γει­τό­νισ­σα μ’ ἅρ­πα­ξαν καὶ μὲ ξά­πλω­σαν στὸ κρε­βά­τι. Νὰ μὲ πα­ρη­γο­ρή­σουν νό­μι­ζα. Μὰ ἐ­κεῖ­νες μοῦ σή­κω­σαν τὸ φου­στά­νι μ’ ἄ­νοι­ξαν τὰ πό­δια, μοῦ κα­τέ­βα­σαν τὸ ἐ­σώ­ρου­χο. Ἐν­τά­ξει εἶ­ναι, δὲν τὴν πεί­ρα­ξε φώ­να­ξαν τῆς μά­νας μου κα­θὼς μὲ εἶ­χαν γυ­ρί­σει ἤ­δη μπρού­μυ­τα. Δὲν κα­τα­λά­βαι­να, αἰ­σθα­νό­μου­να. Δὲν ἦ­ταν ἀν­θρώ­πι­να δά­χτυ­λα αὐ­τά, ἦ­ταν νύ­χια ἁρ­πα­χτι­κῶν ποὺ σκά­λι­ζαν ὄ­χι τὸ σῶ­μα, τὴν ψυ­χή μου, κι ἀ­κό­μα πιὸ πο­λὺ αἰ­σθα­νό­μουν τὶς δι­κές τους ψυ­χὲς νὰ ἔ­χουν βγεῖ ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα τους καὶ νὰ ἔχουν με­τα­φερ­θεῖ πά­νω σ’ αὐ­τὰ τὰ γαμ­ψὰ νύ­χια Κι αὐ­τὸ ποὺ ἔ­νι­ω­θα ἤ­τα­νε τό­σο ἀ­πε­χθές, τό­σο βάρ­βα­ρο, τό­σο σκο­τει­νό, σὰ νὰ μὲ εἶ­χαν πα­ρα­χώ­σει σ΄ ἕ­να βό­θρο καὶ μοῦ ‘ρι­χναν τό­νους ἀ­κα­θαρ­σί­ες πά­νω μου καὶ δὲ μπο­ροῦ­σα ν’ ἀ­να­σά­νω. Τὸ μό­νο ποὺ κα­τά­φε­ρα εἶ­ναι μό­λις μ’ ἄ­φη­σαν ἀ­π’ τὰ χέ­ρια τους νὰ τοὺς δώ­σω δυ­ὸ δυ­να­τὲς κλω­τσι­ὲς στὰ μοῦ­τρα. Ἡ μύ­τη τῆς νου­νᾶς μου μά­τω­σε, δὲν εἶ­πε τί­πο­τα.

            Ἔ­φυ­γε χω­ρὶς νὰ πά­ρει τὰ πράγ­μα­τά του, σὰ δαρ­μέ­νος σκύ­λος. Ὅρ­μη­σα στὴ μά­να μου, τὴ δάγ­κω­να, δὲ μπο­ροῦ­σαν νὰ μὲ ξε­κολ­λή­σουν ἀ­πὸ πά­νω της.

            Κά­πο­τε βρῆ­κα τὸ κου­ρά­γιο καὶ τοῦ ἔ­πλυ­να τὸ πά­πλω­μα. Μπρο­στά της. Πῆ­γε νὰ μὲ βο­η­θή­σει, τῆς τ΄ ἅρ­πα­ξα ἀ­π’ τὰ χέ­ρια. Δὲ μί­λη­σε. Μα­ζὶ μὲ τὴ Βά­σω τοῦ τὸ πή­γα­με ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­χε τὸ κα­ρό­τσι του. Πῆ­ρε τὸ πά­πλω­μα, τὸ μύ­ρι­σε, μᾶς κοί­τα­ξε γλυ­κὰ καὶ γλί­στρη­σε τὸ χέ­ρι του στὸ μπρά­τσο τῆς Βά­σως κα­θυ­στε­ρών­τας ἀρ­κε­τὰ στὰ δι­κά μου μαλ­λιά.


Ὄ­χι, πο­τὲ δὲν κα­τέ­βα­σα τὴ μα­σιὰ πά­νω στὴ μά­να μου. Ἤ­θε­λα νὰ τὸ κά­νω. Τὸ φαν­τα­ζό­μου­να. Τὸ σχε­δί­α­ζα κά­θε βρά­δυ καὶ ἔ­σπα­ζε ὁ θυ­μός μου πά­νω στὴν κί­νη­ση τοῦ χε­ριοῦ μου. Κα­θὼς κα­τέ­βαι­νε ἡ μα­σιὰ καὶ τσί­ρω­νε τὸ πρό­σω­πό της, μα­ζεύ­ον­ταν ζα­ρω­μέ­νο τὸ δέρ­μα της, μά­ζευ­ε κι ὁ θυ­μός μου, γί­νον­ταν ἕ­να μόρ­φω­μα ἐ­κτρω­μα­τι­κό, στα­μα­τη­μέ­νο μό­νι­μα ἐ­κεῖ, στὸ δι­ά­φραγ­μά μου. Ἡ ἀ­να­πνο­ή μου ἦ­ταν ἀ­ναγ­κα­σμέ­νη νὰ σκα­λώ­νει πά­νω του, νὰ δι­α­σχί­ζει αὐ­τὴ τὴ σκο­τει­νὴ οὐ­λή, ὣς νὰ βγεῖ ξε­γδαρ­μέ­νη, μο­λυ­σμέ­νη, ποῦ;

            Γιὰ χρό­νια τῆς μι­λοῦ­σα ἐ­λά­χι­στα. Ἅ­πλω­νε τὸ χέ­ρι της νὰ μ’ ἀγ­γί­ξει κι ἐ­γὼ τρα­βι­ό­μου­να. Ἔ­βλε­πα τὸ ἀ­ό­ρα­το ση­μά­δι τῆς μα­σιᾶς πά­νω στὸ πρό­σω­πό της καὶ τὸ πε­ρί­ερ­γο εἶ­ναι πὼς τό ‘βλε­πε καὶ κεί­νη, για­τί κά­θε τό­σο σή­κω­νε τὸ χέ­ρι κι ἄγ­γι­ζε τὴν πλη­γή.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἄ­γριο βε­λοῦ­δο (ἔκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 2009). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Πα­ρέμ­βα­ση, τεῦ­χος 140, Ἰ­ούν.-Αὔγ. 2007.

Μα­ρί­α Κου­γι­ουμ­τζῆ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945). Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἐν­τευ­κτή­ριοἩ λέ­ξηΠαν­δώ­ραΠά­ρο­δοςΠα­ρέμ­βα­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἄ­γριο βε­λοῦ­δο (Κα­στα­νι­ώ­της, 2009) καὶ Για­τί κά­νει τό­σο κρύ­ο στὸ δω­μά­τιό σου; (Κα­στα­νι­ώ­της, 2011)


María Kuyumtzí: Mamá


Kougioumtzi,Maria-Mana-Eikona-01


María Kuyumtzí


Mamá


12-EpsilonN CASA prevalecía el padre con su voz enérgica  y todos le teníamos mucho miedo. La madre iba y venía silenciosa y algo encorvada. Su voz la dejaba salir siempre para aconsejar y nunca para dar órdenes. El padre traía amigos a casa, escuchábamos sus ensordecedoras voces y sus risas. Ella deambulaba como una sombra y se sentaba somnolienta en un rincón. Mientras éramos pequeños,  nos calentábamos en su regazo, pero cuando crecimos, –hombres también nosotros– no le dábamos importancia. De vez en cuando la veíamos  limpiarse deprisa sus ojos llorosos y eso nos fastidiaba. Lo llamábamos sen­ti­men­talismo, cosas de mujer. Necesitó hacer algo más de lo que hacía siempre, para que entendiéramos que gracias a su amor armonizaba nuestra vida. Una noche alrededor de las doce, habíamos regresado borrachos con mi hermano, haciendo caso omiso a las consecuencias  que tendría nuestra im­pru­dencia. Nuestro padre nos esperaba enfadado. Nos lo había dicho hace mucho que la puerta la cerraría a las once, pero estaba abierta de par en par y todas las luces encendidas. Viendo nuestro desastre, el traje manchado por el vómito de mi pe­queño hermano, nuestro aspecto ridículo, comenzó a in­sul­tar­nos, a gri­tar­nos, excitado por sus propias palabras, nos abofeteó, hasta que en un mo­men­to mi hermano, con osadía,  le llevó la contraria, cogió las pinzas para las bra­zas que estaban al rojo vivo del brasero y la levantó contra él. Entonces mi ma­dre se metió por medio y se llevó las pinzas en la cara. Su piel chirrió pero a­quélla ni siquiera rechistó, sino que se quedó de pie con las manos delante del cuerpo de mi hermano. Todos nos quedamos paralizados como estatuas y la indignación de mi padre se esfumó inmediatamente. Nosotros ya nos ha­bí­a­mos desemborrachado. Callada aquella nos dejó, fue al fregadero, lavó su pa­ñuelo y comenzó a refrescar su herida. Ninguno de nosotros se acercó a ayu­darla – nunca la ayudábamos en nada. Nos dimos cuenta de esto de re­pe­nte y bajamos la cabeza.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Fuente: Primera publicación.

María Kuyumtzí (Salónica, 1945). Sus cuentos han sido publicados en nu­me­ro­sas revistas literarias como Ἐντευκτήριο, λέξη, Πανδώρα, Πάροδος, Παρέμβαση. Ha publicado las colecciones de cuentos ­γριο βελοῦδο [Terciopelo salvaje] (2009) y Γιατί κάνει τόσο κρύο στὸ δω­μά­τιό σου; [¿Por qué hace tanto frío en tu habitación?] (2011).

Traducción: Marisol Fuentes

Revisión: Κonstantinos Paleologos


Μαρία Κουγιουμτζῆ: Μάνα

 

1901

.

Μα­ρί­α Κου­γι­ουμ­τζῆ

 

Μά­να

 

01-Sigmaτὸ σπί­τι κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε ὁ πα­τέ­ρας μὲ τὴ δυ­να­τὴ φω­νή του καὶ τὸν τρέ­μα­με ὅ­λοι. H μη­τέ­ρα πη­γαι­νο­έρ­χον­ταν σι­ω­πη­λὴ καὶ λί­γο καμ­που­ρι­α­σμέ­νη. Ἡ φω­νὴ της ἔ­βγαι­νε πάν­τα γιὰ συμ­βου­λὲς καὶ πο­τὲ γιὰ δι­α­τα­γές. Ὁ πα­τέ­ρας ἔ­φερ­νε φί­λους στὸ σπί­τι, ἀ­κού­γα­με τὶς βρον­τε­ρὲς φω­νές τους καὶ τὰ γέ­λια τους. Ἐ­κεί­νη πε­ρι­φέ­ρον­ταν σὰ σκιὰ ἢ κά­θον­ταν νυ­σταγ­μέ­νη σὲ μιὰ γω­νιά. Ὅ­σο ἤ­μα­σταν μι­κροί, ζε­σται­νό­μα­σταν στὴν ἀγ­κα­λιά της, μὰ σὰν με­γα­λώ­σα­με, ἄν­τρες κι ἐ­μεῖς, δὲν τῆς δί­να­με ση­μα­σί­α. Κα­μιὰ φο­ρὰ τὴ βλέ­πα­με νὰ σκου­πί­ζει βι­α­στι­κὰ τὰ δα­κρυ­σμέ­να της μά­τια κι αὐ­τό μᾶς νευ­ρί­α­ζε. Συ­ναι­σθη­μα­τι­σμοὶ λέ­γα­με, γυ­ναι­κεί­α κα­μώ­μα­τα. Χρει­ά­στη­κε νὰ κά­νει κά­τι πα­ρα­πά­νω ἀ­π’ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­κα­νε πάν­τα, γιὰ νὰ κα­τα­λά­βου­με πὼς χά­ρη στὴν ἀ­γά­πη της ἰ­σορ­ρο­ποῦ­σε ἡ ζω­ή μας. Ἦ­ταν ἕ­να βρά­δυ γύ­ρω στὶς δώ­δε­κα, εἴ­χα­με γυ­ρί­σει με­θυ­σμέ­νοι μὲ τὸν ἀ­δελ­φό μου, ἀ­γνο­ών­τας τὶς συ­νέ­πει­ες ποὺ θὰ εἶ­χε αὐ­τὴ ἡ ἀ­πε­ρι­σκε­ψί­α μας. Ὁ πα­τέ­ρας μας πε­ρί­με­νε ὀρ­γι­σμέ­νος. Μᾶς τὸ ‘χε καὶ πα­λαι­ό­τε­ρα δη­λώ­σει πὼς ἡ πόρ­τα θὰ ‘κλεινε στὶς ἕν­τε­κα, μὰ ἦ­ταν ὁ­λά­νοι­χτη κι ὅ­λα τὰ φῶ­τα ἀ­ναμ­μέ­να. Βλέ­πον­τας τὰ χά­λια μας, τὸ λε­ρω­μέ­νο ἀ­πὸ τὸν ἐ­με­τὸ κου­στού­μι τοῦ μι­κροῦ μου ἀ­δερ­φοῦ, τὴ φαι­δρή μας ὄ­ψη, ἄρ­χι­σε νὰ βρί­ζει, νὰ φω­νά­ζει, ἐ­ρε­θί­στη­κε ἀ­π’ τὰ ἴ­δια του τὰ λό­για, μᾶς μπά­τσι­σε, ὥ­σπου σὲ μιὰ στιγ­μὴ ποὺ ὁ ἀ­δερ­φός μου ἀ­πε­ρί­σκε­πτα τοῦ ἀν­τι­μί­λη­σε, ἅρ­πα­ξε τὴ μα­σιὰ ποὺ ἦ­ταν πυ­ρω­μέ­νη ἀ­πὸ τὰ κάρ­βου­να τοῦ μαγ­κα­λιοῦ καὶ τὴ σή­κω­σε κα­τὰ πά­νω του. Τό­τε μπῆ­κε στὴ μέ­ση ἡ μη­τέ­ρα κι ἔ­φα­γε τὴ μα­σιὰ στὰ μοῦ­τρα. Τὸ κρέ­ας της τσι­τσί­ρι­σε μὰ ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­βγα­λε μή­τε τὴν πιὸ μι­κρὴ φω­νί­τσα, πα­ρὰ στέ­κον­ταν ὄρ­θια μὲ τὰ χέ­ρια μπρο­στὰ στὸ σῶ­μα τοῦ ἀ­δερ­φοῦ μου. Ὅ­λοι μεί­να­με ἀ­κί­νη­τοι σὰν ἀ­γάλ­μα­τα καὶ ἡ ὀρ­γὴ τοῦ πα­τέ­ρα μου ἐ­ξα­νε­μί­στη­κε μὲ μιᾶς. Ἐ­μεῖς εἴ­χα­με ἤ­δη ξε­με­θύ­σει. Ἀ­μί­λη­τη ἐ­κεί­νη μας ἄ­φη­σε, πῆ­γε στὸ νε­ρο­χύ­τη, ἔ­πλυ­νε τὸ μαν­τί­λι της κι ἄρ­χι­σε νὰ δρο­σί­ζει τὴν πλη­γή. Κα­νέ­νας μας δὲν πλη­σί­α­σε νὰ τὴν βο­η­θή­σει, πο­τὲ δὲν τὴν βο­η­θού­σα­με σὲ τί­πο­τα, τὸ νι­ώ­σα­με ἄ­ξαφ­να αὐ­τὸ καὶ χα­μη­λώ­σα­με τὸ κε­φά­λι.

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

 Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Μα­ρί­α Κου­γι­ουμ­τζῆ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945). Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἐν­τευ­κτή­ριο, Ἡ λέ­ξη, Παν­δώ­ρα, Πά­ρο­δος, Πα­ρέμ­βα­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἄ­γριο βε­λοῦ­δο (Κα­στα­νι­ώ­της, 2009) καὶ Για­τί κά­νει τό­σο κρύ­ο στὸ δω­μά­τιό σου; (Κα­στα­νι­ώ­της, 2011)

 

Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ Πικάσο «Μητέρα και παιδί δίπλα σε συντριβάνι», 1901.

 

Μαρία Κουγιουμτζῆ: Σκιά

 

 

Μαρία Κουγιουμτζῆ

 

Σκιά

 

ΕΝ Υ­ΠΗΡ­ΧΕ Ω­ΡΑ, στιγ­μὴ ποὺ νὰ μὴ νι­ώ­θω τὰ μά­τια του νὰ μ’ ἀ­κο­λου­θοῦν. Κι ὄ­χι μό­νο αὐ­τά. Αἰ­σθα­νό­μουν τὴ σκιά του πί­σω μου, ἄ­σχε­τα ἂν δὲν τὴν εἶ­δα πο­τέ. Κά­που κά­που μο­νά­χα ἕ­να ξέ­φτι ἔ­στρι­βε σὲ κά­ποι­α γω­νιά.

       Χι­ο­νί­ζει, ἄ­η­χες οἱ νι­φά­δες πέ­φτουν στὰ μαλ­λιά μου, τὸ κρύ­ο εἶ­ναι ἁ­πα­λό, ἡ σι­ω­πὴ του γε­μά­τη μά­τια. Τὰ μά­τια του. Ἴ­δια μὲ τὰ δι­κά μου. Ἐ­πι­μέ­νουν.

      Παίρ­νω τὴ μι­κρή μου κό­ρη καὶ πᾶ­με. Χώ­νο­μαι βα­θιὰ μέ­σα στὸ δά­σος. Τὸ σπί­τι ζε­στό, ἀ­φοῦ τὸ κο­ρί­τσι ρί­χνει συ­νε­χῶς ξύ­λα στὴ φω­τιά. Για­τί εἶ­σαι ἀ­νή­συ­χος; μοῦ λέ­ει, ἐ­δῶ θὰ τὸν βρεῖς.

      Βλέ­πω τὰ ψη­λὰ χι­ο­νι­σμέ­να βου­νά, μό­νο μὲ ἄ­λο­γο μπο­ρῶ νὰ τ’ ἀ­νέ­βω. Ὅ­μως δὲν ξέ­ρω ἀ­πὸ ἄ­λο­γα. Ρω­τῶ ἕ­ναν χω­ρι­κό, κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι του. Μό­νο μὲ μου­λά­ρι, λέ­ει, καὶ ὄ­χι μ’ αὐ­τὸν τὸν και­ρό. Μὲ τὰ πό­δια; ρω­τῶ. Ἀ­δύ­να­τον, λέ­ει, θέ­λεις τέσ­σε­ρις μέ­ρες νὰ φτά­σεις πέ­ρα ἀ­π’ αὐ­τά, στὴν κοι­λά­δα. Πρέ­πει νὰ κου­βα­λή­σεις τὸ νε­ρὸ καὶ τὴν τρο­φή σου καὶ τὶς νύ­χτες τρι­γυρ­νοῦν λύ­κοι.

      Ἡ κό­ρη μου βλέ­πει νὰ ἑ­τοι­μά­ζο­μαι. Ἂν εἶ­ναι νὰ τὸν βρεῖς ἐ­κεῖ, θὰ τὸν βρεῖς κι ἐ­δῶ, λέ­ει. Κοι­τῶ τὸ θλιμ­μέ­νο της πρό­σω­πο, ἴ­σως ἔ­χεις δί­κιο, λέ­ω. Μὴ μὲ πε­ρι­μέ­νεις, γύρ­να στὴν πό­λη. Θὰ σὲ πε­ρι­μέ­νω, λέ­ει. Τὰ μά­τια της εἶ­ναι κόκ­κι­να. Τῆς χα­ϊ­δεύ­ω τὰ μαῦ­ρα μαλ­λιά.

      Τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα ξύ­πνη­σα ἀ­π’ τὸ τρί­ξι­μο τῶν σα­νι­δι­ῶν. Κά­ποι­ος περ­πα­τοῦ­σε στὸ δω­μά­τιο. Ἐ­σὺ εἶ­σαι; ψι­θύ­ρι­σα. Μιὰ κρύ­α ἀ­νά­σα μοῦ ἄγ­γι­ξε τὰ χεί­λη. Ντύ­θη­κα στὰ σκο­τει­νά, τώ­ρα ὁ ἀ­έ­ρας μοῦ φά­νη­κε χλια­ρός. Ἔρ­χο­μαι, εἶ­πα, ἔρ­χο­μαι. Κά­τι φουρ­φού­ρι­σε ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια μου. Ἡ κό­ρη μου ση­κώ­θη­κε, ἔ­ρι­ξε μιὰ πλε­χτὴ ζα­κέ­τα πά­νω ἀ­π’ τὴ νυ­χτι­κιά της, ὅ­λα εἶ­ναι ἕ­τοι­μα, εἶ­πε, τὸ ψω­μί, τὸ νε­ρὸ ἐ­δῶ, ἡ κου­βέρ­τα ἐ­κεῖ. Φό­ρε­σες δυ­ὸ ζευ­γά­ρια κάλ­τσες; Σοῦ ἔ­χω ἄλ­λα δυ­ὸ μὲς στὴν κου­βέρ­τα κι ἕ­να ζευ­γά­ρι γάν­τια ἀ­κό­μα. Τὰ τσι­γά­ρα σου στὶς τσέ­πες τοῦ μπου­φὰν καὶ σπίρ­τα. Μ’ ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σε βου­βά, τὰ μά­τια της στε­γνά. Αὐ­τὸ τὸ κο­ρί­τσι γεν­νή­θη­κε μὲ τὴ γνώ­ση. Ἔ­τσι ἦ­ταν κι ἡ μά­να της, ἀ­κό­μα καὶ τὸν θά­να­τό της ἤ­ξε­ρε, εἶ­πε στὴν κό­ρη μας νὰ μὲ προ­σέ­χει, μό­νο νὰ τὸν ἀ­φή­νεις λεύ­τε­ρο, τῆς εἶ­πε, χω­ρὶς λευ­τε­ριὰ δὲν ἀν­τέ­χει.

      Ὅ­μως λεύ­τε­ρος δὲν ἤ­μουν. Ἤ­μουν σκλά­βος τῆς σκιᾶς του. Μιὰ σκιὰ ποὺ ἦ­ταν ἡ σκιὰ τῆς σκιᾶς, ἕ­νας ἀ­έ­ρας μό­νο, ἕ­να θρό­ι­σμα.

      Ὁ σκύ­λος μὲ πε­ρί­με­νε ἀ­νυ­πό­μο­νος. Τὰ χνό­τα του σχη­μά­τι­ζαν πα­γω­μέ­να σύν­νε­φα, τὰ ἔ­γλει­φε ἡ γλώσ­σα του καὶ λι­ῶ­ναν, γύ­ρω ἀ­π’ τὸ στό­μα του ἀ­ση­μέ­νι­ες κλω­στές. Τὸ φεγ­γά­ρι ἄ­σπρο, ἔ­τρε­με μὲς στὰ κρύ­α σύν­νε­φα, ἅ­πλω­νε μο­νο­πά­τια πέν­θι­μα, τὰ δέν­τρα ὀρ­θώ­νον­ταν βλο­συ­ρά, ξε­γυ­μνω­μέ­να ἀ­πὸ τὰ φύλ­λα τους, ἔ­τρι­ζε ἡ μπό­τα μου στὸ πα­γω­μέ­νο χι­ό­νι, ὁ μό­νος ἦ­χος μα­ζὶ μὲ τὴν ἀ­νά­σα τοῦ σκυ­λιοῦ, νε­κρο­τα­φεῖ­ο χω­ρὶς τά­φους ὁ δρό­μος. Κι ἐ­γὼ ἔ­πρε­πε νὰ βρῶ τὸν τά­φο τῆς σκιᾶς.

      Χι­ο­νί­ζει πά­λι. Σκε­πά­ζον­ται τὰ ἴ­χνη μου. Ὁ ἥ­λιος βγαί­νον­τας μά­τω­σε τὸν οὐ­ρα­νό. Ὁ σκύ­λος ση­κώ­νει τὸ κε­φά­λι, τὸν κοι­τά­ζει, ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται.

      Εἶ­μαι σί­γου­ρος πὼς αὐ­τὸς τὸν βλέ­πει. Τὸν σκιά.

      Περ­πα­τῶ ἀρ­γά, δὲν βι­ά­ζο­μαι. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ξε­κί­νη­σα νὰ τὸν βρῶ, ἔ­χω ἠ­ρε­μή­σει. Βα­δί­ζω ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας τὸ βά­δι­σμα λὲς κι αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ σκο­πός μου, νὰ βα­δί­ζω αἰ­ω­νί­ως. Σὰν νὰ εἶ­ναι τὸ βά­δι­σμα ποὺ θὰ λύ­σει τὸ αἴ­νιγ­μα τοῦ σύμ­παν­τος. Τὸ χι­ό­νι κά­θε­ται πά­νω μου, ὑ­ψώ­νε­ται στοὺς ὤ­μους μου, λα­φρὺ δὲν μὲ βα­ραί­νει, φτά­νει στ’ αὐ­τί μου, μοῦ μι­λᾶ. Ἡ ὁ­μι­λί­α του εἶ­ναι ἁ­πα­λὴ καὶ ζε­στή. Ξέ­ρει πολ­λά, εἶ­δε, ἄ­κου­σε, γνω­ρί­ζει τὶς σκι­ές. Μοῦ λέ­ει πὼς εἶ­δε αὐ­τὴν ποὺ ψά­χνω, ἐ­κεῖ ψη­λά, πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ βου­νά, στὶς κοι­λά­δες τοῦ Ἄρ­μεν, ἐ­κεῖ ποὺ περ­πά­τη­σε γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Ση­κώ­νω τὸ κε­φά­λι μα­ζὶ μὲ τὸν σκύ­λο, εἶ­μαι στοὺς πρό­πο­δες ἀ­κό­μα. Ἡ κό­ρη μου τώ­ρα θὰ τρώ­ει τὸ πρω­ι­νό της καὶ ἴ­σως κλαί­ει. Τώ­ρα μπο­ρεῖ νὰ κλά­ψει. Ὅ­μως δὲν εἶ­ναι θυ­μω­μέ­νη. Τὰ δά­κρυ­ά της, ἁ­πα­λὰ σὰν τὸ χι­ό­νι. Πλέ­νουν τὸ βά­ρος ἀ­π’ τὴν ψυ­χή της.

      Κό­βω ἕ­να κομ­μά­τι ψω­μί, τὸ μοι­ρά­ζο­μαι μὲ τὸν σκύ­λο. Τί ἀ­ξι­ο­πρε­πὴς ποὺ εἶ­ναι ὁ σκύ­λος μου. Πλη­σιά­ζει, ἀρ­γὰ τὸ ψω­μί, τὸ μυ­ρί­ζει ἤ­ρε­μα, ἁ­πλώ­νει τὴ γλώσ­σα, τὸ γλεί­φει χα­ϊ­δευ­τι­κὰ κι ὕ­στε­ρα τὸ τρώ­ει μὲ μι­κρὲς ἀρ­γὲς δαγ­κω­νι­ές, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὰ σκυ­λιὰ τοῦ σα­λο­νιοῦ, πάν­το­τε λαί­μαρ­γα, ἀ­χόρ­τα­γα κι ἀ­δι­άν­τρο­πα πέ­φτουν πά­νω στὴν τρο­φὴ σὰν λεί­α γιὰ νὰ τὴν κα­τα­βρο­χθί­σουν.

      Ὅ­σο ἀ­νε­βαί­νω, τό­σο πιὸ ἐ­λα­φρὺς γί­νο­μαι. Ἡ κου­βέρ­τα στὸν ὦ­μο μου πιὸ πο­λὺ μ’ ἀγ­κα­λιά­ζει πα­ρὰ μὲ βα­ραί­νει. Μιὰ ἀ­λε­ποῦ πε­τά­χτη­κε μέ­σα ἀ­π’ τὸ χι­ό­νι, μᾶς κοί­τα­ξε, ἐ­μέ­να πρό­χει­ρα, τὸν σκύ­λο μου ἔν­το­να, τὰ μά­τια τους φεγ­γο­βό­λη­σαν γιὰ μιὰ στιγ­μή, ὕ­στε­ρα ἡ οὐ­ρά της κόκ­κι­νη σὰν τὴ φω­τιὰ χά­θη­κε πί­σω ἀ­πὸ τοῦ­φες χι­ο­νιοῦ. Δι­έ­κρι­να με­ρι­κὲς σπί­θες πά­νω στὴ φω­τει­νὴ ἀ­σπρά­δα.

      Με­ση­μέ­ρια­σε. Φά­γα­με πά­λι ψω­μὶ μὲ τὸν σκύ­λο. Ἔ­τρι­ψα χιό­νι, ἤ­πια. Ὁ σκύ­λος τὸ ἔ­γλει­φε μὲ τὴ γλώσ­σα. Μπο­ροῦ­σα νὰ πά­ρω ἕ­να ὅ­πλο, νὰ ἔ­χου­με γεῦ­μα ἀ­π’ ὅ,τι ξε­πε­τα­γό­ταν στὸν δρό­μο μας, ὅ­μως ὄ­χι. Ὄ­χι μό­νο ἀ­πὸ τρυ­φε­ρό­τη­τα γιὰ τὰ ζῶ­α, ὄ­χι, ἔ­πρε­πε νὰ ‘­μαι λα­φρύς, νὰ γί­νω δι­ά­φα­νος, ἀ­έ­ρι­νος, νὰ ἔρ­θουν οἱ ὀ­πτα­σί­ες νὰ μὲ βροῦν, νὰ ζων­τα­νέ­ψουν. Ἀ­π’ τὴ νη­στεία ἔ­βλε­παν ὁ­ρά­μα­τα οἱ ἐ­ρη­μί­τες κι οἱ προ­φῆ­τες. Τὸ ἤ­ξε­ρα πὼς μπο­ροῦ­σα νὰ ξα­πλώ­σω πά­νω στὸ χι­ό­νι καὶ σι­γὰ σι­γὰ νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θῶ ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα μου, νὰ ἁ­πλω­θῶ στὸν χῶ­ρο καὶ τό­τε θὰ ἐμ­φα­νι­στοῦν μπρο­στά μου ὅ­λα τα πα­ρελ­θόν­τα ποὺ δι­έ­σχι­σαν αὐ­τὸν τὸν τό­πο. Θὰ ἤ­μουν ἀ­πό­λυ­τος, κι εὐ­τυ­χι­σμέ­νος, θὰ ζοῦ­σα ἀ­έ­ρας, μέ­σα σὲ ζων­τα­νὸ παλ­λό­με­νο ἀ­έ­ρα. Ὅ­μως ὄ­χι. Ἔ­πρε­πε νὰ φτά­σω ἐ­κεῖ ποὺ μὲ κα­λοῦ­σε ἡ ἕλ­ξη τῆς σκιᾶς. Ὣς τώ­ρα ἡ ἕλ­ξη αὐ­τὴ ἦ­ταν βα­ριά, δύ­σθυ­μη. Σὰν νὰ μ’ ἀ­πορ­ρο­φοῦ­σε καὶ γι­νό­μου­να κι ἐ­γὼ σκιά. Σκιὰ ποὺ σή­πον­ταν καὶ μύ­ρι­ζε. Τώ­ρα μο­σχο­βο­λοῦ­σε. Ὅ­πως ἡ μο­σχο­ζά­χα­ρη ποὺ ἔ­και­γε ἡ μα­μά μου μα­ζὶ μὲ τὸ μο­σχο­λί­βα­νο γιὰ νὰ γλυ­καί­νον­ται οἱ ψυ­χὲς τῶν πε­θα­μέ­νων. Τώ­ρα και­γό­μου­να ἐ­γὼ σι­γὰ σι­γὰ μέ­σα στὸ χι­ό­νι, κι ἡ ἕλ­ξη μ’ ἔ­σερ­νε ἐ­ξα­χνω­μέ­νο. Ἡ σκιὰ γευ­ό­ταν εὐ­τυ­χί­α κι ἤ­μουν σί­γου­ρος πὼς ὣς νὰ φτά­σω ψη­λά, θὰ σαρ­κω­νό­ταν. Ἡ σκιά, ὁ δί­δυ­μος ἀ­δελ­φός μου, θὰ μοῦ ἔ­δι­νε τὸ χέ­ρι.

      Σου­ρου­πώ­νει, τὸ φεγ­γά­ρι βγῆ­κε ν’ ἀ­πο­χαι­ρε­τί­σει τὸν ἥ­λιο. Σὲ λί­γο θὰ σκο­τει­νιά­σει, πρέ­πει νὰ βρῶ κα­τά­λυ­μα γιὰ τὴ νύ­χτα, ὁ σκύ­λος ἔ­χει λα­χα­νιά­σει, ἐ­γὼ ἀ­να­σαί­νω ἤ­ρε­μα, δὲν εἶ­μαι κου­ρα­σμέ­νος. Φτιά­χνω ἕ­να πρό­χει­ρο ἰγ­κλού, χώ­νο­μαι μέ­σα μὲ τὸ σκυ­λί. Ἡ ἀ­νά­σα του ζε­στή, τὸ τρί­χω­μα του ὑ­γρὸ ἀλ­λὰ φι­λι­κό. Σκε­πα­ζό­μα­στε μὲ τὴν κου­βέρ­τα. Ἀ­πο­κοι­μι­έ­μαι μι­σο­ξα­πλω­μέ­νος. Ἕ­να ἄλ­λο σῶ­μα ἀ­νά­λα­φρο ξα­πλώ­νει δί­πλα μου.

      Τὸ πρω­ὶ εἶ­μαι ζε­στὸς σὰν νὰ κοι­μή­θη­κα ἀγ­κα­λιὰ μὲ νε­α­νι­κὸ σῶ­μα. Ὅ­λη τὴ νύ­χτα σὰν νὰ μὲ σκέ­πα­ζε ἡ κό­ρη μου καὶ τὸ σκυ­λὶ ἔ­τρε­με ἀ­να­τρι­χι­ά­ζον­τας. Πλέ­νω μὲ χι­ό­νι τὸ πρό­σω­πό μου, μοι­ρά­ζο­μαι ψω­μὶ μὲ τὸν σκύ­λο. Τὸ χι­ό­νι πέ­φτει λα­φρὺ πά­νω μας μι­λών­τας. Μᾶς ὁ­δη­γεῖ. Τὰ δέν­τρα κου­κου­λω­μέ­να στὸ ἄ­σπρο, μᾶς ὑ­πο­δέ­χον­ται μ’ ἕ­να δρο­σε­ρὸ μουρ­μου­ρη­τό. Ἀ­νοί­γουν δρό­μο νὰ πε­ρά­σου­με. Ἡ σκιὰ προ­πο­ρεύ­ε­ται καὶ κά­πο­τε σὰν νὰ σαρ­κώ­νε­ται γιὰ κλά­σμα­τα δευ­τε­ρο­λέ­πτου. Βλέ­πω ἕ­να χα­μό­γε­λο στὸν ἀ­έ­ρα.

      Δὲν βι­ά­ζε­ται κα­νείς μας. Οὔ­τε αὐ­τὴ οὔ­τε ἐ­γώ, οὔ­τε ὁ σκύ­λος, ποὺ κά­ποι­α στιγ­μὴ ξε­τρύ­πω­σε ἕ­ναν σκί­ου­ρο κι ἔ­παι­ξε μα­ζί του κυ­νη­γη­τό.

      Τὸ ἀ­πό­γευ­μα μᾶς πλη­σί­α­σαν δυ­ὸ ἄ­σπροι λύ­κοι. Τὰ μά­τια τους ἀ­ση­μέ­νια. Μᾶς κοί­τα­ξαν κα­λὰ κα­λά, μᾶς μύ­ρι­σαν ἀ­πὸ μα­κριὰ κι ὕ­στε­ρα ἔ­τρε­ξαν χα­ϊ­δεύ­ον­τας ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον μὲ τὴ μου­σού­δα τους. Ὁ σκύ­λος μου ζή­λε­ψε καὶ τρί­φτη­κε στὸ βρεγ­μέ­νο μου παν­τε­λό­νι.

      Τὴ νύ­χτα ξα­πλώ­νει δί­πλα μου ἡ πε­θα­μέ­νη γυ­ναί­κα μου. Ὅ­λα κα­λά, λέ­ει, θὰ δεῖς. Πρὶν μὲ σκο­τώ­σει, τὸ πρω­ὶ τοῦ ἔ­πλυ­να τὸ παν­τε­λό­νι, δές το πό­σο κα­θα­ρὸ εἶ­ναι, μοῦ δεί­χνει ἕ­να κομ­μά­τι μα­τω­μέ­νο πα­νί, δὲν πει­ρά­ζει, λέ­ει, ὅ­λα κα­λά.

      Τὸ πρω­ὶ τὸ χι­ό­νι στα­μά­τη­σε. Μπρο­στά μου καὶ πί­σω μου ἕ­να ἀ­πέ­ραν­το ἄ­σπρο. Σὰν σὲ ἀν­τι­κα­το­πτρι­σμὸ μοῦ φέρ­νει κον­τὰ τὴν κό­ρη μου. Μ’ ἕ­ναν χω­ρι­κὸ σὲ δυ­ὸ μου­λά­ρια ἀ­κο­λου­θεῖ τὰ ἴ­χνη μου. Σὰν τὶς Ἰν­διά­νες εἶ­ναι τυ­λιγ­μέ­νη μὲ μιὰ κου­βέρ­τα κοκ­κι­νω­πή. Με­ρι­κὲς τοῦ­φες μαῦ­ρα μαλ­λιὰ ἀ­γα­πη­μέ­να ξε­φεύ­γουν ἀ­π’ τὸ κου­κού­λω­μά της. Τὰ μά­τια της δὲν τὰ βλέ­πω, εἶ­ναι σκυ­φτή.

      Πί­σω ἀ­π’ τὰ δέν­τρα ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἡ γυ­ναί­κα μου, ἔ­χει στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς ἕ­να μι­κρὸ ἐ­λά­φι. Τὸ φι­λᾶ στὴ μου­σού­δα. Λί­γο ἀ­κό­μα, λέ­ει, λί­γο ἀ­κό­μα, πί­σω ἀ­π’ αὐ­τὰ τὰ βου­νά. Ἡ κοι­λά­δα ἐ­κεῖ εἶ­ναι πρά­σι­νη.

      Ἐ­πι­τέ­λους φτά­νω. Ἕ­νας ἥ­λιος κα­τα­κί­τρι­νος ἀλ­λὰ κρύ­ος μὲ ὑ­πο­δέ­χε­ται. Δὲν ὑ­πάρ­χει που­θε­νὰ χι­ό­νι. Χνού­δια ἀ­πὸ ἀν­θοὺς χρυ­σο­κί­τρι­νους καὶ γα­λα­νούς, κόκ­κι­νη θά­λασ­σα ἀ­πὸ πα­πα­ροῦ­νες, καὶ στά­ρια κα­τα­πρά­σι­νά μου στρώ­νουν νὰ πλα­γιά­σω.

      Ξα­πλώ­νω, ὁ σκύ­λος δί­πλα μου. Πε­ρι­μέ­νω. Ἀ­κού­ω ἀ­νά­σες, φι­λή­μα­τα, χέ­ρια μὲ ψαύ­ουν, ἡ κό­ρη μου, ἡ μά­να της σκυμ­μέ­νες πά­νω μου. Ἐ­κεῖ­νος, ποῦ εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος, ὁ δί­δυ­μος ἀ­δελ­φός μου; Αὐ­τὸς ποὺ μὲ πρό­στα­ξε νὰ ἔρ­θω.

      Νά τος, μὲ ὅ­λες του τὶς σάρ­κες καὶ τὴν ὀ­μορ­φιά του. Κλαί­ει, μοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὰ μαλ­λιά. Ἡ κό­ρη μου μα­ζεύ­ει τὰ κό­κα­λά μου. Ἔ­χει φέ­ρει κρα­σὶ καὶ τὰ πλέ­νει. Ὁ ἀ­δελ­φός μου σκύ­βει καὶ μὲ φι­λᾶ στὰ χεί­λη. Για­τί τὸ ἔ­κα­νες, λέ­ει, για­τί τὴ σκό­τω­σες; Ἀ­φοῦ τὸ ξέ­ρεις, σὰν δί­δυ­μοι αἰ­σθα­νό­μα­σταν τὸ ἴ­διο, ἦ­ταν ἑ­πό­με­νο νὰ τὴν ἀ­γα­πή­σω, μὰ δὲν τὴν ἄγ­γι­ξα πο­τέ. Ἡ γυ­ναί­κα μου σκύ­βει κι αὐ­τὴ καὶ μὲ φι­λᾶ, δὲν πει­ρά­ζει, λέ­ει, ὅ­λα κα­λά.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἄ­γριο βε­λοῦ­δο (2009).

 

Μα­ρί­α Κου­γι­ουμ­τζῆ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945). Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἐν­τευ­κτή­ριο, Ἡ λέ­ξη, Παν­δώ­ρα, Πά­ρο­δος, Πα­ρέμ­βα­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἄ­γριο βε­λοῦ­δο (Κα­στα­νι­ώ­της, 2009) καὶ Για­τί κά­νει τό­σο κρύ­ο στὸ δω­μά­τιό σου; (Κα­στα­νι­ώ­της, 2011).