Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς: Τὸ δωμάτιο



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς


Τὸ δωμάτιο


ΟΛΙΣ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙΣ ὅ­τι ὑ­πάρ­χεις, τὴν στιγ­μὴ ἀ­κρι­βῶς αὐ­τή, τὸ πρῶ­το πράγ­μα ποὺ θὰ κά­νεις εἶ­ναι νὰ ἐ­ξε­τά­σεις μὲ τὴν με­γα­λύ­τε­ρη δυ­να­τὴ προ­σο­χὴ τὰ πράγ­μα­τα. Στὴν ἀρ­χὴ ὅ­λα εἶ­ναι τό­σο ὅ­μοι­α, ποὺ δὲν θὰ πε­τύ­χεις καὶ πολ­λά. Μὴν ἀ­νη­συ­χεῖς, ἀρ­γὰ ἤ γρή­γο­ρα θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρεις καὶ τό­τε μὲ ἔκ­πλη­ξη θὰ δι­α­πι­στώ­σεις κά­τι, κά­τι ποὺ κι­νεῖ­ται. Καὶ θὰ γεν­νη­θεῖ μέ­σα σου ὁ λό­γος καὶ θὰ ψι­θυ­ρί­σεις πρώ­τη φο­ρὰ: ὁ Ἄλ­λος.


       Εἶ­μαι ἕ­να δω­μά­τιο καὶ σκέ­φτο­μαι ὅ­λα ἐ­κεῖ­να ποὺ ἀ­πα­σχο­λοῦν τὰ δω­μά­τια. Μὰ θὰ ρω­τή­σε­τε, τί στὸ κα­λὸ μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πα­σχο­λή­σει ἕ­να δω­μά­τιο. Καὶ ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι ἁ­πλή: ἕ­να δω­μά­τιο δὲν τὸ ἀ­πα­σχο­λεῖ τί­πο­τε. Δη­λα­δή θά ’­λε­γε κά­ποι­ος ἀ­φε­λής: ἕ­να δω­μά­τιο εἶ­ναι ἀ­νέ­με­λο; Ὄ­χι κύ­ρι­ε, ἕ­να δω­μά­τιο εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νο! Θὰ πρέ­πει νὰ περ­νᾶ πο­λὺ χρό­νο, πα­ρα­τη­ρών­τας τὸν χρό­νο νὰ περ­νᾶ, νὰ σκέ­φτε­ται πῶς θά ’­ταν ἂν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ σκε­φτεῖ. Κι αὐ­τὰ ποὺ λέ­ω, φυ­σι­κά, φαί­νον­ται ἁ­πλὰ σ’ ὅ­ποι­ον περ­νᾶ τὴν ὥ­ρα κοι­τών­τας τὸ τα­βά­νι. Τὸ δω­μά­τιο πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα πρέ­πει νὰ εἶ­ναι σο­βα­ρό, πρέ­πει νὰ κα­τα­με­τρά­ει κά­θε πρω­ῒ τὰ πράγ­μα­τά του, τὴν κα­ρέ­κλα, τὸ ντι­βά­νι, τὸ γρα­φειά­κι του· θὰ πρέ­πει νὰ προ­σέ­χει τὶς πι­τζά­μες, καὶ ἰ­δί­ως ἐ­κεί­να τὰ μι­κρο­πράγ­μα­τα ποὺ μπο­ρεῖ νὰ χα­θοῦν.

       Κά­ποι­ος θ’ ἀ­πο­ροῦ­σε ἐ­δῶ ἐ­ὰν ἕ­να δω­μά­τιο ὑ­πάρ­χει, ἐ­πει­δὴ ὑ­πάρ­χουν σ’ αὐ­τὸ κα­ρέ­κλες, ντι­βά­νια ἢ ντου­λά­πες. Καὶ ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι στοι­χει­ώ­δης: ἕ­να δω­μά­τιο ὑ­πάρ­χει χω­ρὶς πράγ­μα­τα, ὅ­πως ἀ­κρι­βώς ἕ­νας ἄν­θρω­πος ὑ­πάρ­χει χω­ρὶς ροῦ­χα. Κι ἕ­να δω­μά­τιο κα­τα­λα­βαί­νει κα­λύ­τε­ρα ἀ­π’ τὸν ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε τί ση­μαί­νει ἕ­νας ἄν­θρω­πος χω­ρὶς ροῦ­χα. Ἕ­να δω­μά­τιο μπο­ρεῖ νὰ ζή­σει ἄ­δει­ο ἀ­πὸ πράγ­μα­τα, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ζή­σει χω­ρίς κά­ποι­ον νὰ τὸ κα­τοι­κεῖ. Ὑ­πάρ­χουν δω­μά­τια ποὺ ὑ­πο­φέ­ρουν ἀ­πὸ τὴν ὕ­παρ­ξη ἑ­νὸς βρό­μι­κου ἰ­δι­ο­κτή­τη, δω­μά­τια ποὺ ἀν­τέ­χουν νὰ τὰ κα­κο­ποι­οῦν, κι ἄλ­λα ποὺ τὰ ἀ­φή­νουν ἕρ­μαι­α τοῦ χρό­νου. Ὅ­μως τὰ πιὸ λυ­πη­μέ­να εἶ­ναι ἐ­κεῖ­να ποὺ ζοῦν στὴν σι­ω­πὴ καὶ τὴν ἀ­κι­νη­σί­α, σκο­τει­νὰ δω­μά­τια, δί­χως κα­τοι­κη­τή, δί­χως ψυ­χή, κι ὅ­μως ἀν­τέ­χουν. Κα­ταρ­ρέ­ουν σι­γὰ-σι­γά, μὰ ἀν­τέ­χουν. Ἔ­χω ἀ­κού­σει ἀ­π’ τοὺς σω­λῆ­νες καὶ τὶς ὑ­δρορ­ρό­ες νὰ ψι­θυ­ρί­ζουν γιὰ δω­μά­τια ποὺ ὑ­πέ­φε­ραν πραγ­μα­τι­κά, ποὺ ἔ­γι­ναν πνευ­μα­τι­κὰ ἐ­ρεί­πια· δὲν θέ­λω νὰ τὰ σκέ­φτο­μαι, τὰ λυ­πᾶ­μαι.

       Προ­σω­πι­κὰ εἶ­μαι ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νο ἀ­π’ αὐ­τὸν ποὺ βρί­σκε­ται μέ­σα μου. Ἀ­ε­ρί­ζει κά­θε πρω­ΐ, προ­σέ­χει νὰ μὴν λε­ρώ­νει τοὺς τοί­χους, εἶ­ναι σι­ω­πη­λός, δὲν φέρ­νει συ­χνὰ κό­σμο. Εἶ­ναι κα­λός ἰ­δι­ο­κτή­της. Ἴ­σως ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται πε­ρί­ερ­γα τὴν τά­ξη, πάν­τα χά­νει κά­τι, πάν­τα χα­λά­ει τὸν κό­σμο νὰ τὸ βρεῖ κι ὅ­ταν τὸ βρί­σκει τὸ ξε­χνά­ει. Δὲν μ’ ἐ­νο­χλεῖ. Ἕ­να δω­μά­τιο ἔ­χει πολ­λὲς εὐ­θύ­νες: θὰ πρέ­πει νὰ προ­σέ­χει, νὰ φυ­λά­γε­ται, νὰ εἶ­ναι ἕ­τοι­μο κά­θε στιγ­μὴ γιὰ κά­θε πα­ρά­λο­γη ἀλ­λα­γὴ. Ἄς ποῦ­με, τὶς προ­άλ­λες προ­στέ­θη­καν δύ­ο κά­δρα – προ­σω­πι­κὰ δὲν τὸ θε­ώ­ρη­σα ἀ­ναγ­καῖ­ο. Ὑ­πῆρ­χε ἤ­δη ἕ­να κά­δρο καὶ δύ­ο βι­βλι­ο­θῆ­κες… Ἄ! καὶ μί­α κρε­μά­στρα. Τώ­ρα δὲν ὑ­πάρ­χει ἐ­λεύ­θε­ρος χῶ­ρος, πράγ­μα ποὺ ἐ­γεί­ρει ἀ­νη­συ­χί­ες· ἴ­σως ὑ­πο­θάλ­πε­ται κά­τι, κά­τι προ­ε­τοι­μά­ζε­ται. Δὲν ξέ­ρω. Εἴ­δα­τε πό­σα πράγ­μα­τα ἀ­πα­σχο­λοῦν ἕ­να δω­μά­τιο; Μό­νο τὶς νύ­χτες ξε­κλέ­βω λί­γο χρό­νο νὰ σκε­φτῶ, νὰ κα­τα­λά­βω ὅ­τι ὑ­πάρ­χω. Για­τὶ ἡ ὥ­ρα περ­νά­ει μὲς στὴν μέ­ρι­μνα κι ὅ­λο κά­τι γί­νε­ται κι ἀ­φαι­ρεῖ­σαι καὶ τε­λι­κὰ ὑ­πάρ­χουν αὐ­τὰ μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­σχο­λεῖ­σαι καὶ δὲν ὑ­πάρ­χεις ἐ­σὺ, ὁ­πό­τε κι αὐ­τὰ δὲν ἔ­χουν νό­η­μα κι ἔ­τσι δὲν ἔ­χεις οὔ­τ’ ἐ­σύ.

       Μὲ τρο­μά­ζουν τὰ δω­μά­τια, ἰ­δί­ως οἱ πόρ­τες… Ἰ­δί­ως τὰ πα­ρά­θυ­ρα, πο­τὲ δὲν εἶ­δα τί ὑ­πάρ­χει ἔ­ξω ἀ­πὸ μιὰ πόρ­τα, πο­τὲ δὲν εἶ­δα τί ὑ­πάρ­χει ἔ­ξω ἀ­πὸ ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο. Δὲν θά ’­θε­λα νὰ ὑ­πάρ­χουν πα­ρά­θυ­ρα καὶ πόρ­τες, θὰ ἤ­θε­λα νὰ ὑ­πάρ­χω μό­νο ἐ­γὼ καὶ ὁ ἄλ­λος. Κλει­σμέ­νος μέ­σα μου, κλει­σμέ­νος μό­νο μέ­σα μου, δί­χως πόρ­τες —τὸ εἶ­πα;— δί­χως πα­ρά­θυ­ρα. Μό­νο τοῖ­χοι. Θὰ ἤ­θε­λα νὰ ὑ­πάρ­χουν μό­νο τοῖ­χοι! Ἐ­κεῖ­νος φεύ­γει καὶ ποῦ πά­ει δὲν ξέ­ρω. Μα­κριὰ, φαί­νε­ται τὸ σα­λό­νι. Δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α τί ὑ­πάρ­χει πέ­ρα ἀ­π’ τὸ σα­λό­νι. Ἴ­σως ἁ­πλῶς ἄλ­λο ἕ­να δω­μά­τιο, ἴ­σως χι­λιά­δες… Τὶ ὑ­πάρ­χει πέ­ρα ἀ­π’ τὴν πόρ­τα; Τὸ ξέ­ρει κα­νεὶς σας;! ΤΟ ΞΕΡΕΙ;



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λογὴ Τὸ τυ­φλὸ ἄ­λο­γο (ἐκδ. Σμί­λη, Ἀθ. 2018).

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς (Ἀ­θή­να, 1989). Ἔ­κα­νε προ­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ψυ­χο­λο­γί­α (ΕΚΠΑ) καὶ με­τα­πτυ­χια­κὲς στὴν Προ­α­γω­γὴ καὶ Ἀ­γω­γὴ Ὑ­γεί­ας. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε δι­ε­τῆ κύ­κλο μα­θη­μά­των στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ ξέ­νη Λο­γο­τε­χνί­α στὸ ποι­η­τι­κό ἐρ­γα­στή­ρι τοῦ Ἰ­δρύ­μα­τος Τά­κης Σι­νό­που­λος. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν καὶ μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς του ἐ­πι­τρο­πῆς γιὰ τὰ δύ­ο πρῶ­τα τεύ­χη του. Πρῶτο του βι­βλίο ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λογὴ Τὸ τυ­φλὸ ἄ­λο­γο (ἐκδ. Σμί­λη, Ἀθ. 2018).


		
Διαφημίσεις

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς: Ὁ Θανάσης



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς


Ὁ Θα­νά­σης

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ὁ κου­ρέ­ας, ποὺ ἀ­νέ­κα­θεν βού­τα­γε τὰ ψα­λί­δια του στὴν αἰ­θα­νό­λη, κα­θό­ταν τώ­ρα σι­ω­πη­λὸς ἀ­νά­με­σα στὰ φρύ­δια του καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὴν Λύ­πη μέ τήν κον­τή της φού­στα νὰ περ­νά­ει ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν βι­τρί­να του. Ἔ­πει­τα, γύ­ρι­ζε πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι μου καὶ μὲ σί­γου­ρες κι­νή­σεις, μοῦ ἀ­φαι­ροῦ­σε τὶς φα­βο­ρί­τες.

       Κα­τα­γό­ταν ἀ­π’ τὸ Ἀ­γρί­νιο, ἴ­σως μά­λι­στα, νὰ εἴ­χα­με καὶ τί­πο­τε κοι­νοὺς προ­γό­νους – λή­σταρ­χους μὲ γε­νειά­δες ἀ­πὸ κα­πνό­φυλ­λα καὶ χαῖ­τες σκο­τει­νὰ ἐ­λα­το­δά­ση. Μοῦ μι­λοῦ­σε συ­χνὰ γιὰ τὸ χω­ριό του καὶ πῶς ἦρ­θε στήν Ἀ­θή­να τὸ ’68. Ἔ­ρι­χνα κι ἐ­γὼ μιὰ μα­τιά στίς κι­τρι­νι­σμέ­νες του φω­το­γρα­φί­ες κι ἀ­νά­με­σα στὰ ξε­ρὰ, δί­χως χά­ρη το­πί­α ἔ­βλε­πα χω­ρι­α­τό­παι­δα ν’ ἀ­φή­νουν τὰ σπί­τια τους, γιά ν’ ἀ­να­ζη­τή­σουν μιὰ εὐ­και­ρί­α στὴν Ἀ­θή­να.

       Ποῦ καὶ ποῦ ὁ Θα­νά­σης στα­μα­τοῦ­σε τὴν μη­χα­νὴ του γιὰ νὰ πι­εῖ μιὰ γου­λιὰ κα­φὲ ἤ γιὰ νὰ πε­τά­ξει τὶς στά­χτες τοῦ τσι­γά­ρου του, κι ἦ­ταν τό­τε, ποὺ ἔ­λε­γε γιὰ τὸν με­γά­λο του γιὸ ποὺ ἦ­ταν ἄ­νερ­γος κι ἂς ἤ­ξε­ρε γλῶσ­σες κι ἂς εἶ­χε πτυ­χί­α. Τὰ μά­τια μου ἔ­πε­φταν ἀ­συ­ναί­σθη­τα στὶς τρί­χες γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν κα­ρέ­κλα καὶ φαν­τα­ζό­μουν τὸν ἑ­αυ­τὸ μου, τ’ ἀ­δέλ­φια μου, τὰ παι­διά τοῦ Θα­νά­ση σὰν ἕ­ναν ἄ­μορ­φο σω­ρὸ ἀ­να­κα­τε­μέ­νο μὲ τὰ σκου­πί­δια ὅ­λων ἐ­κεί­νων που ἔ­λε­γαν πὼς κυ­βερ­νοῦν. Καὶ σὰν νὰ κα­τα­λά­βαι­να τό­τε τὸν Θα­νά­ση καὶ μπο­ρεῖ, μά­λι­στα, νὰ μὲ κα­τα­λά­βαι­νε κι ἐ­κεῖ­νος.

       Ὅ­ταν τὸ κού­ρε­μα εἶ­χε τε­λει­ώ­σει, μοῦ ’­δι­νε τὸ σα­κά­κι μου, ἔ­βα­ζε τὰ χρή­μα­τα στὸ τα­μεῖ­ο κι ἔ­κα­νε θέ­ση στὸν ἑ­πό­με­νο πε­λά­τη, νὰ κου­βεν­τιά­σουν μα­ζὶ γιὰ πο­δό­σφαι­ρο, γιὰ τὴν κα­τά­στα­ση ποὺ δὲν ἄλ­λα­ζε πο­ρεί­α. Αὐ­τὰ μέ­χρι νὰ τοὺς δι­α­κό­ψει ἡ Λύ­πη, ποὺ περ­νοῦ­σε κά­θε τό­σο μὲ τὴν κον­τή της φού­στα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν βι­τρί­να του.


Πηγή: Ἀπὸ τὴν ποιητικὴ συλλογὴ Τὸ τυφλὸ ἄλογο (ἐκδ. Σμίλη, Ἀθ. 2018).

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς (Ἀ­θή­να, 1989). Ἔ­κα­νε προ­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ψυ­χο­λο­γί­α (ΕΚΠΑ) καὶ με­τα­πτυ­χια­κὲς στὴν Προ­α­γω­γὴ καὶ Ἀ­γω­γὴ Ὑ­γεί­ας. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε δι­ε­τῆ κύ­κλο μα­θη­μά­των στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ ξέ­νη Λο­γο­τε­χνί­α στὸ ποι­η­τι­κό ἐρ­γα­στή­ρι τοῦ Ἰ­δρύ­μα­τος Τά­κης Σι­νό­που­λος. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν καὶ μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς του ἐ­πι­τρο­πῆς γιὰ τὰ δύ­ο πρῶ­τα τεύ­χη του. Πρῶτο του βιβλίο Τὸ τυφλὸ ἄλογο (ποιήματα, ἐκδ. Σμίλη, Ἀθ. 2019).