Aléxandros Kordás: Thanasis



Aléxandros Kordás


Thanasis


HANASIS, el barbero, quien toda su vida se había dedicado a mojar las tijeras en etanol, permanecía ahora con un silencio entre las cejas, y con la mirada seguía el pasar de la Pena, con su falda corta, por delante de su tienda. Se giraba a continuación por encima de mi cabeza y, con movimientos seguros, me recortaba las patillas.

       Provenía de Agrinio; puede ser que hasta tuviéramos antepasados en común –bandoleros con barbas de hojas de tabaco y melenas oscuras de bosques de abeto. Me hablaba a menudo de su pueblo y de cómo se fue a Atenas en el 68. Echaba yo un vistazo a sus amarillentas fotografías y entre los paisajes secos y sin gracia, veía a mozos de pueblo dejar atrás sus casas en busca de una oportunidad en Atenas.

       De cuando en cuando Thanasis apagaba la maquinilla para darle un sorbo al café o para sacudir las cenizas del cigarrillo, y era entonces cuando hablaba del mayor de sus hijos, de cómo estaba en el paro y eso que sabía idiomas y tenía estudios. Sin pretenderlo, mi mirada iba a parar a los pelos que se amontonaban en torno a la silla y me imaginaba a mí mismo, a mis hermanos, a los hijos de Thanasis apelotonados como en una montaña amorfa mezclada con la basura de todos aquellos que decían que gobiernan. Como si entonces yo pudiera comprender a Thanasis y este, a su vez, me pudiera comprender a mí.

       Cuando había terminado con el corte de pelo, me daba el abrigo, ponía el dinero en la caja y le daba asiento al próximo cliente, para que pudieran charlar de fútbol, de cómo todo seguía igual. Todo esto hasta que les interrumpía la Pena, que pasaba con su falda corta cada dos por tres por delante de su tienda.



Fuente: De la colección poética Τὸ τυφλὸ λογο (Smili, 2018).

Aléxandros Kordás (Atenas, 1989). Obtuvo un grado en Psicología y un máster en Fomento y Tratamiento de la Salud. Asistió durante dos años a un círculo de clases de Literatura Griega y Extranjera en el taller poético de la Fundación Taquis Sinópulos. Fue cofundador de la revista Teflón y miembro de la junta de redacción en sus dos primeros números. Su primer libro se titula Τὸ τυφλ λογο (Smili, 2018).

Tra­duc­ción: Ιrene Gaeta Mora.

Revisión: Eduardo Lucena, Kon­sta­nti­nos Pa­le­o­lo­gos.


		
Διαφημίσεις

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς: Τὸ δωμάτιο



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς


Τὸ δωμάτιο


ΟΛΙΣ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙΣ ὅ­τι ὑ­πάρ­χεις, τὴν στιγ­μὴ ἀ­κρι­βῶς αὐ­τή, τὸ πρῶ­το πράγ­μα ποὺ θὰ κά­νεις εἶ­ναι νὰ ἐ­ξε­τά­σεις μὲ τὴν με­γα­λύ­τε­ρη δυ­να­τὴ προ­σο­χὴ τὰ πράγ­μα­τα. Στὴν ἀρ­χὴ ὅ­λα εἶ­ναι τό­σο ὅ­μοι­α, ποὺ δὲν θὰ πε­τύ­χεις καὶ πολ­λά. Μὴν ἀ­νη­συ­χεῖς, ἀρ­γὰ ἤ γρή­γο­ρα θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρεις καὶ τό­τε μὲ ἔκ­πλη­ξη θὰ δι­α­πι­στώ­σεις κά­τι, κά­τι ποὺ κι­νεῖ­ται. Καὶ θὰ γεν­νη­θεῖ μέ­σα σου ὁ λό­γος καὶ θὰ ψι­θυ­ρί­σεις πρώ­τη φο­ρὰ: ὁ Ἄλ­λος.


       Εἶ­μαι ἕ­να δω­μά­τιο καὶ σκέ­φτο­μαι ὅ­λα ἐ­κεῖ­να ποὺ ἀ­πα­σχο­λοῦν τὰ δω­μά­τια. Μὰ θὰ ρω­τή­σε­τε, τί στὸ κα­λὸ μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πα­σχο­λή­σει ἕ­να δω­μά­τιο. Καὶ ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι ἁ­πλή: ἕ­να δω­μά­τιο δὲν τὸ ἀ­πα­σχο­λεῖ τί­πο­τε. Δη­λα­δή θά ’­λε­γε κά­ποι­ος ἀ­φε­λής: ἕ­να δω­μά­τιο εἶ­ναι ἀ­νέ­με­λο; Ὄ­χι κύ­ρι­ε, ἕ­να δω­μά­τιο εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νο! Θὰ πρέ­πει νὰ περ­νᾶ πο­λὺ χρό­νο, πα­ρα­τη­ρών­τας τὸν χρό­νο νὰ περ­νᾶ, νὰ σκέ­φτε­ται πῶς θά ’­ταν ἂν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ σκε­φτεῖ. Κι αὐ­τὰ ποὺ λέ­ω, φυ­σι­κά, φαί­νον­ται ἁ­πλὰ σ’ ὅ­ποι­ον περ­νᾶ τὴν ὥ­ρα κοι­τών­τας τὸ τα­βά­νι. Τὸ δω­μά­τιο πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα πρέ­πει νὰ εἶ­ναι σο­βα­ρό, πρέ­πει νὰ κα­τα­με­τρά­ει κά­θε πρω­ῒ τὰ πράγ­μα­τά του, τὴν κα­ρέ­κλα, τὸ ντι­βά­νι, τὸ γρα­φειά­κι του· θὰ πρέ­πει νὰ προ­σέ­χει τὶς πι­τζά­μες, καὶ ἰ­δί­ως ἐ­κεί­να τὰ μι­κρο­πράγ­μα­τα ποὺ μπο­ρεῖ νὰ χα­θοῦν.

       Κά­ποι­ος θ’ ἀ­πο­ροῦ­σε ἐ­δῶ ἐ­ὰν ἕ­να δω­μά­τιο ὑ­πάρ­χει, ἐ­πει­δὴ ὑ­πάρ­χουν σ’ αὐ­τὸ κα­ρέ­κλες, ντι­βά­νια ἢ ντου­λά­πες. Καὶ ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι στοι­χει­ώ­δης: ἕ­να δω­μά­τιο ὑ­πάρ­χει χω­ρὶς πράγ­μα­τα, ὅ­πως ἀ­κρι­βώς ἕ­νας ἄν­θρω­πος ὑ­πάρ­χει χω­ρὶς ροῦ­χα. Κι ἕ­να δω­μά­τιο κα­τα­λα­βαί­νει κα­λύ­τε­ρα ἀ­π’ τὸν ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε τί ση­μαί­νει ἕ­νας ἄν­θρω­πος χω­ρὶς ροῦ­χα. Ἕ­να δω­μά­τιο μπο­ρεῖ νὰ ζή­σει ἄ­δει­ο ἀ­πὸ πράγ­μα­τα, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ζή­σει χω­ρίς κά­ποι­ον νὰ τὸ κα­τοι­κεῖ. Ὑ­πάρ­χουν δω­μά­τια ποὺ ὑ­πο­φέ­ρουν ἀ­πὸ τὴν ὕ­παρ­ξη ἑ­νὸς βρό­μι­κου ἰ­δι­ο­κτή­τη, δω­μά­τια ποὺ ἀν­τέ­χουν νὰ τὰ κα­κο­ποι­οῦν, κι ἄλ­λα ποὺ τὰ ἀ­φή­νουν ἕρ­μαι­α τοῦ χρό­νου. Ὅ­μως τὰ πιὸ λυ­πη­μέ­να εἶ­ναι ἐ­κεῖ­να ποὺ ζοῦν στὴν σι­ω­πὴ καὶ τὴν ἀ­κι­νη­σί­α, σκο­τει­νὰ δω­μά­τια, δί­χως κα­τοι­κη­τή, δί­χως ψυ­χή, κι ὅ­μως ἀν­τέ­χουν. Κα­ταρ­ρέ­ουν σι­γὰ-σι­γά, μὰ ἀν­τέ­χουν. Ἔ­χω ἀ­κού­σει ἀ­π’ τοὺς σω­λῆ­νες καὶ τὶς ὑ­δρορ­ρό­ες νὰ ψι­θυ­ρί­ζουν γιὰ δω­μά­τια ποὺ ὑ­πέ­φε­ραν πραγ­μα­τι­κά, ποὺ ἔ­γι­ναν πνευ­μα­τι­κὰ ἐ­ρεί­πια· δὲν θέ­λω νὰ τὰ σκέ­φτο­μαι, τὰ λυ­πᾶ­μαι.

       Προ­σω­πι­κὰ εἶ­μαι ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νο ἀ­π’ αὐ­τὸν ποὺ βρί­σκε­ται μέ­σα μου. Ἀ­ε­ρί­ζει κά­θε πρω­ΐ, προ­σέ­χει νὰ μὴν λε­ρώ­νει τοὺς τοί­χους, εἶ­ναι σι­ω­πη­λός, δὲν φέρ­νει συ­χνὰ κό­σμο. Εἶ­ναι κα­λός ἰ­δι­ο­κτή­της. Ἴ­σως ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται πε­ρί­ερ­γα τὴν τά­ξη, πάν­τα χά­νει κά­τι, πάν­τα χα­λά­ει τὸν κό­σμο νὰ τὸ βρεῖ κι ὅ­ταν τὸ βρί­σκει τὸ ξε­χνά­ει. Δὲν μ’ ἐ­νο­χλεῖ. Ἕ­να δω­μά­τιο ἔ­χει πολ­λὲς εὐ­θύ­νες: θὰ πρέ­πει νὰ προ­σέ­χει, νὰ φυ­λά­γε­ται, νὰ εἶ­ναι ἕ­τοι­μο κά­θε στιγ­μὴ γιὰ κά­θε πα­ρά­λο­γη ἀλ­λα­γὴ. Ἄς ποῦ­με, τὶς προ­άλ­λες προ­στέ­θη­καν δύ­ο κά­δρα – προ­σω­πι­κὰ δὲν τὸ θε­ώ­ρη­σα ἀ­ναγ­καῖ­ο. Ὑ­πῆρ­χε ἤ­δη ἕ­να κά­δρο καὶ δύ­ο βι­βλι­ο­θῆ­κες… Ἄ! καὶ μί­α κρε­μά­στρα. Τώ­ρα δὲν ὑ­πάρ­χει ἐ­λεύ­θε­ρος χῶ­ρος, πράγ­μα ποὺ ἐ­γεί­ρει ἀ­νη­συ­χί­ες· ἴ­σως ὑ­πο­θάλ­πε­ται κά­τι, κά­τι προ­ε­τοι­μά­ζε­ται. Δὲν ξέ­ρω. Εἴ­δα­τε πό­σα πράγ­μα­τα ἀ­πα­σχο­λοῦν ἕ­να δω­μά­τιο; Μό­νο τὶς νύ­χτες ξε­κλέ­βω λί­γο χρό­νο νὰ σκε­φτῶ, νὰ κα­τα­λά­βω ὅ­τι ὑ­πάρ­χω. Για­τὶ ἡ ὥ­ρα περ­νά­ει μὲς στὴν μέ­ρι­μνα κι ὅ­λο κά­τι γί­νε­ται κι ἀ­φαι­ρεῖ­σαι καὶ τε­λι­κὰ ὑ­πάρ­χουν αὐ­τὰ μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­σχο­λεῖ­σαι καὶ δὲν ὑ­πάρ­χεις ἐ­σὺ, ὁ­πό­τε κι αὐ­τὰ δὲν ἔ­χουν νό­η­μα κι ἔ­τσι δὲν ἔ­χεις οὔ­τ’ ἐ­σύ.

       Μὲ τρο­μά­ζουν τὰ δω­μά­τια, ἰ­δί­ως οἱ πόρ­τες… Ἰ­δί­ως τὰ πα­ρά­θυ­ρα, πο­τὲ δὲν εἶ­δα τί ὑ­πάρ­χει ἔ­ξω ἀ­πὸ μιὰ πόρ­τα, πο­τὲ δὲν εἶ­δα τί ὑ­πάρ­χει ἔ­ξω ἀ­πὸ ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο. Δὲν θά ’­θε­λα νὰ ὑ­πάρ­χουν πα­ρά­θυ­ρα καὶ πόρ­τες, θὰ ἤ­θε­λα νὰ ὑ­πάρ­χω μό­νο ἐ­γὼ καὶ ὁ ἄλ­λος. Κλει­σμέ­νος μέ­σα μου, κλει­σμέ­νος μό­νο μέ­σα μου, δί­χως πόρ­τες —τὸ εἶ­πα;— δί­χως πα­ρά­θυ­ρα. Μό­νο τοῖ­χοι. Θὰ ἤ­θε­λα νὰ ὑ­πάρ­χουν μό­νο τοῖ­χοι! Ἐ­κεῖ­νος φεύ­γει καὶ ποῦ πά­ει δὲν ξέ­ρω. Μα­κριὰ, φαί­νε­ται τὸ σα­λό­νι. Δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α τί ὑ­πάρ­χει πέ­ρα ἀ­π’ τὸ σα­λό­νι. Ἴ­σως ἁ­πλῶς ἄλ­λο ἕ­να δω­μά­τιο, ἴ­σως χι­λιά­δες… Τὶ ὑ­πάρ­χει πέ­ρα ἀ­π’ τὴν πόρ­τα; Τὸ ξέ­ρει κα­νεὶς σας;! ΤΟ ΞΕΡΕΙ;



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λογὴ Τὸ τυ­φλὸ ἄ­λο­γο (ἐκδ. Σμί­λη, Ἀθ. 2018).

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς (Ἀ­θή­να, 1989). Ἔ­κα­νε προ­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ψυ­χο­λο­γί­α (ΕΚΠΑ) καὶ με­τα­πτυ­χια­κὲς στὴν Προ­α­γω­γὴ καὶ Ἀ­γω­γὴ Ὑ­γεί­ας. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε δι­ε­τῆ κύ­κλο μα­θη­μά­των στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ ξέ­νη Λο­γο­τε­χνί­α στὸ ποι­η­τι­κό ἐρ­γα­στή­ρι τοῦ Ἰ­δρύ­μα­τος Τά­κης Σι­νό­που­λος. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν καὶ μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς του ἐ­πι­τρο­πῆς γιὰ τὰ δύ­ο πρῶ­τα τεύ­χη του. Πρῶτο του βι­βλίο ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λογὴ Τὸ τυ­φλὸ ἄ­λο­γο (ἐκδ. Σμί­λη, Ἀθ. 2018).


Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς: Ὁ Θανάσης



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς


Ὁ Θα­νά­σης

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ὁ κου­ρέ­ας, ποὺ ἀ­νέ­κα­θεν βού­τα­γε τὰ ψα­λί­δια του στὴν αἰ­θα­νό­λη, κα­θό­ταν τώ­ρα σι­ω­πη­λὸς ἀ­νά­με­σα στὰ φρύ­δια του καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὴν Λύ­πη μέ τήν κον­τή της φού­στα νὰ περ­νά­ει ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν βι­τρί­να του. Ἔ­πει­τα, γύ­ρι­ζε πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι μου καὶ μὲ σί­γου­ρες κι­νή­σεις, μοῦ ἀ­φαι­ροῦ­σε τὶς φα­βο­ρί­τες.

       Κα­τα­γό­ταν ἀ­π’ τὸ Ἀ­γρί­νιο, ἴ­σως μά­λι­στα, νὰ εἴ­χα­με καὶ τί­πο­τε κοι­νοὺς προ­γό­νους – λή­σταρ­χους μὲ γε­νειά­δες ἀ­πὸ κα­πνό­φυλ­λα καὶ χαῖ­τες σκο­τει­νὰ ἐ­λα­το­δά­ση. Μοῦ μι­λοῦ­σε συ­χνὰ γιὰ τὸ χω­ριό του καὶ πῶς ἦρ­θε στήν Ἀ­θή­να τὸ ’68. Ἔ­ρι­χνα κι ἐ­γὼ μιὰ μα­τιά στίς κι­τρι­νι­σμέ­νες του φω­το­γρα­φί­ες κι ἀ­νά­με­σα στὰ ξε­ρὰ, δί­χως χά­ρη το­πί­α ἔ­βλε­πα χω­ρι­α­τό­παι­δα ν’ ἀ­φή­νουν τὰ σπί­τια τους, γιά ν’ ἀ­να­ζη­τή­σουν μιὰ εὐ­και­ρί­α στὴν Ἀ­θή­να.

       Ποῦ καὶ ποῦ ὁ Θα­νά­σης στα­μα­τοῦ­σε τὴν μη­χα­νὴ του γιὰ νὰ πι­εῖ μιὰ γου­λιὰ κα­φὲ ἤ γιὰ νὰ πε­τά­ξει τὶς στά­χτες τοῦ τσι­γά­ρου του, κι ἦ­ταν τό­τε, ποὺ ἔ­λε­γε γιὰ τὸν με­γά­λο του γιὸ ποὺ ἦ­ταν ἄ­νερ­γος κι ἂς ἤ­ξε­ρε γλῶσ­σες κι ἂς εἶ­χε πτυ­χί­α. Τὰ μά­τια μου ἔ­πε­φταν ἀ­συ­ναί­σθη­τα στὶς τρί­χες γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν κα­ρέ­κλα καὶ φαν­τα­ζό­μουν τὸν ἑ­αυ­τὸ μου, τ’ ἀ­δέλ­φια μου, τὰ παι­διά τοῦ Θα­νά­ση σὰν ἕ­ναν ἄ­μορ­φο σω­ρὸ ἀ­να­κα­τε­μέ­νο μὲ τὰ σκου­πί­δια ὅ­λων ἐ­κεί­νων που ἔ­λε­γαν πὼς κυ­βερ­νοῦν. Καὶ σὰν νὰ κα­τα­λά­βαι­να τό­τε τὸν Θα­νά­ση καὶ μπο­ρεῖ, μά­λι­στα, νὰ μὲ κα­τα­λά­βαι­νε κι ἐ­κεῖ­νος.

       Ὅ­ταν τὸ κού­ρε­μα εἶ­χε τε­λει­ώ­σει, μοῦ ’­δι­νε τὸ σα­κά­κι μου, ἔ­βα­ζε τὰ χρή­μα­τα στὸ τα­μεῖ­ο κι ἔ­κα­νε θέ­ση στὸν ἑ­πό­με­νο πε­λά­τη, νὰ κου­βεν­τιά­σουν μα­ζὶ γιὰ πο­δό­σφαι­ρο, γιὰ τὴν κα­τά­στα­ση ποὺ δὲν ἄλ­λα­ζε πο­ρεί­α. Αὐ­τὰ μέ­χρι νὰ τοὺς δι­α­κό­ψει ἡ Λύ­πη, ποὺ περ­νοῦ­σε κά­θε τό­σο μὲ τὴν κον­τή της φού­στα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν βι­τρί­να του.


Πηγή: Ἀπὸ τὴν ποιητικὴ συλλογὴ Τὸ τυφλὸ ἄλογο (ἐκδ. Σμίλη, Ἀθ. 2018).

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς (Ἀ­θή­να, 1989). Ἔ­κα­νε προ­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ψυ­χο­λο­γί­α (ΕΚΠΑ) καὶ με­τα­πτυ­χια­κὲς στὴν Προ­α­γω­γὴ καὶ Ἀ­γω­γὴ Ὑ­γεί­ας. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε δι­ε­τῆ κύ­κλο μα­θη­μά­των στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ ξέ­νη Λο­γο­τε­χνί­α στὸ ποι­η­τι­κό ἐρ­γα­στή­ρι τοῦ Ἰ­δρύ­μα­τος Τά­κης Σι­νό­που­λος. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν καὶ μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς του ἐ­πι­τρο­πῆς γιὰ τὰ δύ­ο πρῶ­τα τεύ­χη του. Πρῶτο του βιβλίο Τὸ τυφλὸ ἄλογο (ποιήματα, ἐκδ. Σμίλη, Ἀθ. 2019).