Λένα Κομίνη: Πρέπει νὰ βγῶ ἀπὸ ἐδῶ μέσα


Λέ­να Κο­μί­νη


Πρέ­πει νὰ βγῶ ἀ­πὸ ἐ­δῶ μέ­σα


ΝΑΣ ΕΛΕΦΑΝΤΑΣ ἔ­χει κα­τα­λά­βει τὸ δω­μά­τιό μου. Εἶ­ναι τό­σο με­γά­λος ποὺ δὲν χω­ρᾶ­με καὶ οἱ δυ­ό.

Δὲν τοῦ ἀ­ρέ­σει ἡ μου­σι­κὴ ποὺ ἀ­κού­ω καὶ μὲ τι­μω­ρεῖ χτυ­πών­τας τὰ πό­δια του καὶ κά­νον­τας τό­σο θό­ρυ­βο ὥ­στε νὰ μὴν μπο­ρῶ νὰ ἀ­κού­σω τί­πο­τα ἄλ­λο.

        Τρώ­ει πο­λύ, τε­ρά­στι­ες πο­σό­τη­τες. Ἔ­χει ἀ­πο­θη­κεύ­σει στὸ χῶ­ρο τό­σο πο­λὺ φα­γη­τὸ ποὺ μὲ κά­νει νὰ ἀ­η­διά­ζω καὶ μό­νο ποὺ τὸ βλέ­πω. Τὰ κα­κά του εἶ­ναι βου­νὰ καὶ τὰ οὖ­ρα του πο­τά­μια.

        Δὲν τὸν μπο­ρῶ ἄλ­λο. Τὸν σπρώ­χνω νὰ βγεῖ ἀλ­λὰ δὲν χω­ρά­ει ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα. Δὲν μπο­ρῶ νὰ κα­τα­λά­βω ἀ­πὸ ποῦ μπῆ­κε. Δὲν θυ­μᾶ­μαι πό­τε μπῆ­κε, ἔ­χει πε­ρά­σει και­ρὸς ποὺ ζοῦ­με ἔ­τσι, ἐ­γὼ καὶ αὐ­τός. Μᾶλ­λον ἦ­ταν ἐ­δῶ πρὶν ἀ­πὸ ἐ­μέ­να.

        Ὅ­μως αὐ­τὸ πρέ­πει νὰ τε­λει­ώ­σει. Πρέ­πει νὰ βγῶ ἀ­πὸ ἐ­δῶ μέ­σα.

        Προ­σπα­θῶ νὰ φτά­σω στὴν πόρ­τα ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρῶ. Βά­ζω δυ­ὸ τρί­α ροῦ­χα σὲ ἕ­να σὰκ βου­α­γι­ὰζ καὶ πη­δά­ω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Πλη­γώ­νο­μαι, πο­νά­ω πο­λύ.

        Ὅ­μως εἶ­μαι ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος. Ση­κώ­νο­μαι ὄρ­θιος. Στη­ρί­ζο­μαι στὰ πό­δια μου.

        Ἀ­πο­μα­κρύ­νο­μαι στὸ δρό­μο. Ὅ­ταν εἶ­μαι ἀρ­κε­τὰ μα­κριὰ κοι­τά­ζω πί­σω.

        Ὁ ἐ­λέ­φαν­τας ἔ­χει κα­τα­λά­βει ὅ­λο το σπί­τι. Τὰ μά­τια του εἶ­ναι τὰ πα­ρά­θυ­ρα, τὸ στό­μα του ἡ πόρ­τα, ἡ προ­βο­σκί­δα του εἶ­ναι ἡ κα­μι­νά­δα ἀ­π’ τὸ τζά­κι. Κοι­τά­ζω πρὸς τὰ πα­ρά­θυ­ρα. Φω­νά­ζω δυ­να­τά.

        «Μὴν ἀ­νη­συ­χεῖς μα­μά, μό­λις ἐγ­κα­τα­στα­θῶ στην φοι­τη­τι­κὴ ἑ­στί­α θὰ σοῦ τη­λε­φω­νή­σω».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λέ­να Κο­μί­νη ( Ἀ­θή­να 1956), Χη­μι­κὸς μὲ με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ Πα­ρί­σι. Δι­ή­γη­μά της ἔ­χει συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὸ βι­βλί­ο τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων Ἰ­ω­άν­νης Ζε­με­νός, Α’ Συ­νάν­τη­ση Φαν­τα­σια­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, ἐκδ. Αἴ­ο­λος. To ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κό ἔρ­γο της, ΤΟP 10, ἐ­πι­λέ­χθη­κε ἀ­πὸ τὴν Ὁ­μά­δα Depression Era καὶ πα­ρου­σι­ά­στη­κε στὴν Biennale Θεσ­σα­λο­νί­κης τὸ 2015.


Advertisements

Λένα Κομίνη: Τὸ ἄλογο


Λέ­να Κο­μί­νη

 

Τὸ ἄ­λο­γο


Ο ΑΛΟΓΟ ΑΓΚΟΜΑΧΟΥΣΕ ἀ­πὸ τὸ βά­ρος τοῦ κά­ρου καὶ τοῦ ἀν­θρώ­που.

            Προ­χω­ροῦ­σε μὲ σκυμ­μέ­νο κε­φά­λι ποὺ σχε­δὸν ἄγ­γι­ζε τὴ γῆ.

            Ὁ ἄν­τρας χω­μέ­νος μέ­σα στὸ παλ­τό του προ­σπα­θοῦ­σε νὰ προ­στα­τευ­τεῖ ἀ­πὸ τὸν πα­γω­μέ­νο ἀ­έ­ρα καὶ τὸ χι­ό­νι ποὺ τοὺς μα­στί­γω­νε.

            Κρα­τοῦ­σε τὰ γκέ­μια καὶ κά­πο­τε ἔ­δι­νε μιὰ κα­μου­τσιὰ στὰ ὀ­πί­σθια τοῦ ζώ­ου.

            Ἐ­κεῖ­νο ἔ­κα­νε προ­σπά­θεια νὰ τα­χύ­νει τὸ βη­μα­τι­σμό του.

            Ὁ δρό­μος ἦ­ταν ἀ­νη­φο­ρι­κός.

            Μέ­σα στὸ μι­σο­σκό­τα­δο οἱ δυ­ό τους ἔ­μοια­ζαν ἑ­νω­μέ­νοι, σὰν ἕ­νας μαυ­ρι­δε­ρὸς ὄγ­κος ποὺ κι­νι­ό­ταν ἀρ­γὰ ἀλ­λὰ στα­θε­ρὰ ἐ­νάν­τια στὴ χι­ο­νο­θύ­ελ­λα καὶ τὸν κρύ­ο ἀ­έ­ρα ποὺ τοὺς δι­α­περ­νοῦ­σε.

            Τὸ ἄ­λο­γο ἔ­στρε­φε ποὺ καὶ ποὺ τὸ κε­φά­λι πρὸς τὸ πλά­ι, σὰν νὰ ἤ­θε­λε νὰ τὸν δεῖ, σὰν νὰ ἤ­θε­λε νὰ τὸ δεῖ.

            Ἐ­κεῖ­νος κοι­τοῦ­σε μό­νο κά­τω, τὸ ἄ­λο­γο ἤ­ξε­ρε τὸν δρό­μο.

            Σκε­φτό­ταν πὼς δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νέ­να νό­η­μα σὲ αὐ­τὴ τὴν προ­σπά­θεια χω­ρὶς προ­ο­ρι­σμό.

            Δὲν εἶ­χαν νὰ πᾶ­νε που­θε­νά, δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νεὶς νὰ τοὺς πε­ρι­μέ­νει.

            Τὸ ἄ­λο­γο στα­μά­τη­σε ἀ­πό­το­μα. Λύ­γι­σε τὰ μπρο­στι­νά του πό­δια.

            Ὁ ἄν­τρας σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι του καὶ τὸ κοί­τα­ξε μὲ οἶ­κτο.

            Ἦ­ταν χρό­νια μα­ζί, σὲ κα­λοὺς και­ρούς, στὴ δου­λειά, στὴ βόλ­τα.

            Κα­τέ­βη­κε καὶ τὸ πλη­σί­α­σε.

            Γο­νά­τι­σε μέ­σα στὸ χι­ό­νι δί­πλα του καὶ τοῦ χά­ι­δε­ψε τὴ χαί­τη.

            Ἦ­ταν μό­νοι πιά.

            Ἔ­βγα­λε τὰ γάν­τια ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια του καὶ τὸ ἔ­λυ­σε ἀ­π’ τὸ ζυ­γό.

            Ἐ­κεῖ­νο ἔ­πε­σε στὸ πλά­ι.

            Ξά­πλω­σε δί­πλα του κά­τω ἀπ’ τὸ μουν­τὸ οὐ­ρα­νό.

            Ἄν­θρω­πος καὶ ζῶ­ο ἔμ­πλε­ξαν τὰ τέσ­σε­ρα ἄ­κρα τους καὶ ἔ­νι­ω­σαν τὴ ζε­στα­σιὰ ὁ ἕ­νας τοῦ ἄλ­λου.

            Τὸ ζῶ­ο τὸν κοι­τοῦ­σε στὰ μά­τια μὲ εὐ­γνω­μο­σύ­νη. Τὸ ἴ­διο καὶ αὐ­τός.

            Ὁ πα­γω­μέ­νος ἀ­έ­ρας θέ­ρι­ζε τὰ κορ­μιά τους. Τὸ χι­ό­νι τοὺς σκέ­πα­ζε.

            Ἔ­μει­ναν ἀ­κί­νη­τοι νὰ κοι­τι­οῦν­ται μέ­σα στὸ λι­γο­στὸ φῶς .

            Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἔ­νοι­ω­σε μέ­σα του κα­λά, ὅ­πως ὅ­ταν εἶ­σαι στὸ σπί­τι μὲ φί­λους.

            Εἶ­ναι ὡ­ραῖ­ος τρό­πος νὰ πε­θαί­νεις, εἶ­πε στὸ ἄ­λο­γο.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λέ­να Κο­μί­νη ( Ἀ­θή­να 1956). Χη­μι­κὸς μὲ με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ Πα­ρί­σι. Δι­ή­γη­μά της ἔ­χει συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὸ βι­βλί­ο τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων Ἰ­ω­άν­νης Ζε­με­νός, Α΄ Συ­νάν­τη­ση Φαν­τα­σια­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας (ἐκδ. Αἴ­ο­λος, 2015). To ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὸ ἔρ­γο της, ΤΟP 10, ἐ­πι­λέ­χθη­κε ἀ­πὸ τὴν Ὁ­μά­δα Depression Era καὶ πα­ρου­σι­ά­στη­κε στὴν Biennale Θεσ­σα­λο­νί­κης τὸ 2015.

Εἰκόνα: Τὸ κάρο. Χιονοσκέπαστος δρόμος στὴν Ὀνφλέρ (1865) ἔργο τοῦ Κλώντ Μονέ.