Ἀλέξανδρος Κεφαλᾶς: Ἀποχαιρετισμός


Kefalas,Aleksandros-Apochairetismos-Eikona-02


Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κε­φα­λᾶς


Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμός


01-ThitaΚΟΣΜΟΣ ΕΙΧΕ ΑΡΧΙΣΕΙ δει­λὰ-δει­λὰ νὰ συγ­κεν­τρώ­νε­ται στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Πρω­ὶ σὲ κά­ποι­ον ἐ­παρ­χια­κὸ να­ό. Ἡ ἔκ­θε­ση τῆς σο­ροῦ, κα­τὰ τὸ μα­κά­βριο συ­νή­θει­ο τῶν μι­κρῶν κοι­νω­νι­ῶν, εἶ­χε ξε­κι­νή­σει μιὰ ὥ­ρα πρὶν τὴ νε­κρώ­σι­μο ἀ­κο­λου­θί­α. Ἐ­κεί­νη κεί­τον­ταν μέ­σα στὴν κά­σα στὸ κέν­τρο κά­τω ἀ­πὸ τὸν με­γά­λο κρυ­στάλ­λι­νο πο­λυ­έ­λαι­ο. Τὸ σά­βα­νο, τὰ ἄν­θη, ὅ­λα εὐ­τά­κτως ἐρ­ρι­μέ­να γύ­ρω της, ὕ­στα­τη πα­ρά­στα­ση στὴν ἀν­θρώ­πι­νη ὑ­πό­στα­ση πρὶν ἀ­πὸ τὴν τε­λι­κὴ αὐ­λαί­α. Οἱ στε­νοὶ συγ­γε­νεῖς, πρό­σω­πα πα­ρα­μορ­φω­μέ­να σὰν γοτ­θι­κὰ ἀ­κρο­κέ­ρα­μα, ἀ­πέ­ναν­τι πα­ρα­τε­ταγ­μέ­νοι· μά­ζα ὁ­μοι­ό­μορ­φη ἀ­π’ τὸν πό­νο, πα­ρα­δο­μέ­νη στὴ θλί­ψη. «Τί φτιά­νεις; Μὲ θυ­μᾶ­σαι; Βρὲ πῶς ἄλ­λα­ξες; Δὲ θὰ σὲ γνώ­ρι­ζα, κα­η­μέ­νε…» ψι­θύ­ρι­ζε τὸ λοι­πὸ συγ­γε­νο­λό­ι κα­θι­σμέ­νο σὲ πη­γα­δά­κια, ἀ­πο­ξε­νω­μέ­νο, συ­ναγ­μέ­νο ἀ­πὸ τὰ πέ­ρα­τα γιὰ τὸ θλι­βε­ρό τὸ χρέ­ος. Προ­σπα­θοῦ­σαν μὲ λύσ­σα μέ­σα σὲ λί­γα λε­πτὰ νὰ ἀ­να­πλη­ρώ­σουν τὰ χρό­νια ποὺ κύ­λη­σαν δί­χως νὰ τοὺς ρω­τή­σουν… Οἱ συ­στά­σεις με­τα­ξύ τῶν ἄ­γνω­στων συγ­γε­νῶν ἔ­παιρ­ναν κι ἔ­δι­ναν. Χαρ­μο­λύ­πη· λύ­πη γιὰ τὴν ἀ­πώ­λεια, χα­ρὰ γιὰ τὴ συ­νεύ­ρε­ση, ὑ­πεν­θύ­μι­ση τῆς θνη­τῆς τους φύ­σης. Τὰ νε­ό­τε­ρα μέ­λη τῆς οἰ­κο­γέ­νειας ἔ­βγα­ζαν μὲ τὰ ὑ­περ­σύγ­χρο­να κι­νη­τά τους «ἀ­να­μνη­στι­κὲς» φω­το­γρα­φί­ες τῆς νε­κρῆς καὶ κα­τευ­θύ­νον­ταν βι­α­στι­κὰ πρὸς τὸ προ­αύ­λιο γιὰ νὰ κα­πνί­σουν. Η post mortem βι­κτω­ρια­νὴ πα­ρά­δο­ση ἀ­να­βί­ω­νε χά­ριν τῆς τε­χνο­λο­γί­ας τοῦ εἰ­κο­στοῦ πρώ­του αἰ­ώ­να…

       Μιὰ φι­γού­ρα σκε­βρω­μέ­νη δι­ά­βη­κε ἀ­νά­με­σά τους σι­ω­πη­λή. Λί­γοι τὴν πα­ρα­τή­ρη­σαν, λι­γό­τε­ροι τῆς ἔ­δω­σαν ση­μα­σί­α. Πλη­σί­α­σε τὸ ἀ­νοι­χτὸ φέ­ρε­τρο, σταυ­ρο­κο­πή­θη­κε μὲ εὐ­λά­βεια καὶ προ­σκύ­νη­σε τὸν «ἐ­πι­τά­φιο» τρεῖς φο­ρές. Ἔ­κο­ψε ἔ­πει­τα μὲ δυ­σκο­λί­α, μὲ στρε­βλω­μέ­να δά­χτυ­λα ἀ­πὸ ἀρ­θρι­τι­κά, τὰ λευ­κὰ ἄν­θη ἀ­πὸ τὰ χρυ­σάν­θε­μα καὶ τὰ γα­ρύ­φαλ­λα ποὺ εἶ­χε φέ­ρει μα­ζί της καὶ τὴν ἔρ­ρα­νε. Φί­λη­σε τὸ μέ­τω­πο χω­ρὶς νὰ αἰ­σθαν­θεῖ τὴν κρυά­δα τοῦ θα­νά­του. Μὲ δά­κρυ­α στὰ μά­τια στά­θη­κε γιὰ λί­γο πρὶν ἀ­πο­χω­ρή­σει κου­νών­τας τὰ σταυ­ρω­μέ­να χέ­ρια της τρυ­φε­ρά.

       «Ἄν­τε… ἄν­τε… σύ­ρε, Βα­σι­λι­κού­λα μου…» εἶ­πε σι­γα­λὰ κι ἔ­φυ­γε βου­βή.

       Δὲν ἦ­ταν συγ­γε­νὴς μή­τε γει­τό­νισ­σα, φί­λη παι­δι­κὴ ἦ­ταν…


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κε­φα­λᾶς (Ἀ­θή­να, 1977). Σπού­δα­σε Ἱ­στο­ρί­α τῆς Τέ­χνης στο Ἀ­με­ρι­κά­νι­κο Κολ­λε­γί­ο τῆς Ἑλ­λά­δας. Ἔχει ἐρ­γα­στεῖ ὡς ἐ­πι­με­λη­τὴς ἔκ­θε­σης σὲ γκα­λε­ρὶ, καὶ ἔχει δι­δά­ξει Ἱ­στο­ρί­ας τῆς τέ­χνης. Πρῶ­το βι­βλί­ο του Ἡ Ἀγ­γλί­δα κυ­ρί­α (ἐκδ. Δι­ό­πρα). Ἔ­χει γράψει καὶ ἐκ­δώ­σει ἱ­στο­ρι­κὰ και σύγ­χρο­να μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα, ποί­η­ση, πα­ρα­μύ­θι. Ἀ­πὸ τὸ 2012 συ­νερ­γά­σθη­κε μὲ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ fanzin Ἀσ­τυ­δρό­μος. Σή­με­ρα ἀρ­θρο­γρα­φεῖ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Ὁ Πο­λί­της.



		

	

Ἀλέξανδρος Κεφαλᾶς: Κάθε Κυριακὴ


Kefalas,Aleksandros-KatheKyriaki-Eikona-01


Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κε­φα­λᾶς



Κά­θε Κυ­ρια­κή


02-SigmaΑΝ ΕΜΠΑΙΝΕΣ ΜΕΣΑ σὲ ἀγ­κά­λια­ζε εὐ­θὺς ἕ­να εὐ­χά­ρι­στο μυ­στη­ρι­ῶ­δες ἄ­ρω­μα ποὺ σὲ με­τέ­φε­ρε σὲ ἄλ­λες πιό… ἁ­γνὲς ἐ­πο­χές. Ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρά­σουν με­ρι­κὰ λε­πτὰ γιὰ νὰ προσ­δι­ο­ρί­σεις τὶς λε­πτὲς μυ­ρω­δι­ὲς ζά­χα­ρης καὶ ψη­μέ­νου ἀ­μύ­γδα­λου ποὺ εἶ­χαν νο­τί­σει τὸν ἀ­έ­ρα. Τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της, μὲ ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ μα­ξι­λα­ρά­κια, τὰ σε­με­δά­κια καὶ τὰ πλα­στι­κὰ λου­λού­δια ποὺ πε­ρι­μέ­νει κα­νεὶς νὰ βρεῖ στὸ σπί­τι μιᾶς γυ­ναί­κας τῆς ἡ­λι­κί­ας της, προ­κα­λοῦ­σε ἔκ­πλη­ξη στὸν ἀ­νυ­πο­ψί­α­στο ἐ­πι­σκέ­πτη ποὺ σπά­νια πέρ­να­γε τὸ κα­τώ­φλι του. Κά­θε γω­νιά του ἦ­ταν γε­μά­τη μὲ μι­κρο­σκο­πι­κὰ ἀν­τι­κεί­με­να στὴν πα­λέ­τα τῶν ὁ­ποί­ων κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε κυ­ρί­ως τὸ θα­λασ­σὶ καὶ τὸ ρο­δί. Κα­ρα­βά­κια, ἀν­θρω­πά­κια, ζω­ά­κια καὶ ὅ,τι μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ φαν­τα­στεῖ, κα­τα­σκευ­α­σμέ­να ἀ­πὸ ξύ­λο καὶ πη­λὸ στὴν πλει­ο­νό­τη­τά τους ἀλ­λὰ κι ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη καὶ ἀ­σή­μι, λί­γα κι ἐ­κλε­κτά, κά­λυ­πταν κά­θε ἐ­πι­φά­νεια πά­νω στὴν κον­σό­λα, στὴν ἐ­τα­ζέ­ρα, στὴ σι­φο­νι­έ­ρα καὶ τὸ σκρί­νιο τοῦ σα­λο­νιοῦ. Τὸ ἴ­διο αὐ­τὸ δι­α­κο­σμη­τι­κὸ μο­τί­βο ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­ταν, μᾶλ­λον, σὲ κά­θε δω­μά­τιο τοῦ μι­κροῦ σπι­τιοῦ ἀλ­λὰ κα­νεὶς δὲν εἶ­χε πο­τὲ προ­χω­ρή­σει πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ κα­θι­στι­κὸ γιὰ νὰ τὸ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει. Κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ μι­κρὰ ἀ­να­θή­μα­τα πρέ­πει νὰ ξε­περ­νοῦ­σαν μι­σὸ αἰ­ώ­να ζω­ῆς, ὅ­πως μαρ­τυ­ροῦ­σε ἡ ξε­θω­ρι­α­σμέ­νη καὶ πα­λι­ο­μο­δί­τι­κη ὄ­ψη τους. Ἄλ­λα πά­λι ἐ­πι­δεί­κνυ­αν μὲ κραυ­γα­λέ­ο θρά­σος τὶς τά­σεις τῶν και­ρῶν. Μο­νά­χα σὰν κα­θό­σουν μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ τρα­πε­ζά­κι τοῦ σα­λο­νιοῦ κα­τα­λά­βαι­νες τὴν πη­γὴ αὐ­τῆς τῆς γλυ­κε­ρῆς μυ­ρω­διᾶς ποὺ ἀ­να­δυ­ό­ταν μέ­σα ἀ­πὸ μί­α κρυ­στάλ­λι­νη φον­τα­νι­έ­ρα· στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό της λαμ­πύ­ρι­ζαν σὰν μαρ­γα­ρι­τά­ρια κά­τω ἀ­πὸ τὸ φῶς τοῦ πο­λυ­ε­λαί­ου πάλ­λευ­κα τὰ κου­φέ­τα.

       «Κρά­τα μιὰ καὶ γιὰ τὴν κυ­ρὰ Ἀν­τω­νί­α…» εἶ­πε βα­ρι­ε­στη­μέ­να ὁ διά­κος στὸν νέ­ο καν­τη­λα­νά­φτη δεί­χνον­τας μὲ τὴν κε­φα­λή του μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη γυ­ναί­κα ποὺ πε­ρί­με­νε ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ στὰ στα­σί­δια. Ἡ στε­α­το­πυ­γι­κή της σι­λου­έ­τα ἀ­σφυ­κτι­οῦ­σε μέ­σα στὸ μαῦ­ρο πα­λιό της τα­γέρ, ἐ­νῶ πά­λευ­ε νὰ ξε­φύ­γει ἀ­πὸ τὶς δί­πλες του λαι­μοῦ της μιὰ λε­πτο­δου­λε­μέ­νη κα­δέ­να μὲ τὸ βα­πτι­στι­κό της σταυ­ρου­δά­κι. Ὁ δι­ά­κο­νος συ­νέ­χι­σε τὸ ἴ­διο ἀ­δι­ά­φο­ρα:

       «Βρέ­ξει-χι­ο­νί­σει ἔρ­χε­ται στὸν ἐκ­κλη­σια­σμὸ κά­θε Κυ­ρια­κὴ ἡ δό­λια, χρό­νια τώ­ρα. Μέ­νει καὶ στὰ μνη­μό­συ­να καὶ τὶς βα­πτί­σεις… Γε­ρον­το­κό­ρη, μό­νη…»

       Σὰν τῆς πρό­σφε­ρε τὴν μπομ­πο­νι­έ­ρα ὁ καν­τη­λα­νά­φτης, μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ πάλ­λευ­κα κου­φέ­τα φώ­τι­σε τὸ ἄ­δο­λο χα­μο­γε­λό της.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κε­φα­λᾶς (Ἀ­θή­να, 1977). Σπού­δα­σε Ἱ­στο­ρί­α τῆς Τέ­χνης στο Ἀ­με­ρι­κά­νι­κο Κολ­λε­γί­ο τῆς Ἑλ­λά­δας. Ἔχει ἐρ­γα­στεῖ ὡς ἐ­πι­με­λη­τὴς ἔκ­θε­σης σὲ γκα­λε­ρὶ, καὶ ἔχει δι­δά­ξει Ἱ­στο­ρί­ας τῆς τέ­χνης. Πρῶ­το βι­βλί­ο του Ἡ Ἀγ­γλί­δα κυ­ρί­α (ἐκδ. Δι­ό­πρα). Ἔ­χει γράψει καὶ ἐκ­δώ­σει ἱ­στο­ρι­κὰ και σύγ­χρο­να μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα, ποί­η­ση, πα­ρα­μύ­θι. Ἀ­πὸ τὸ 2012 συ­νερ­γά­σθη­κε μὲ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ fanzin Ἀσ­τυ­δρό­μος. Σή­με­ρα ἀρ­θρο­γρα­φεῖ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Ὁ Πο­λί­της.